Ντέμης Κωνσταντινίδης, Κείνες τις μέρες

Έργο Susan Omand

Είχε βρει αυτός τρόπο
και τα βόλευε:
χρόνια ψάλτης στους Άγιους Πάντες,
ασφαλιστής το επάγγελμα―
είτε αργίες είτε καθημερινές,
το ίδιο πελατολόγιο
να τρομοκρατεί
και να καθησυχάζει.

Μουσικοδιδάσκαλο πια,
οικογενειάρχη,
διορισμένο στη Μ. Εκπαίδευση
―ποτέ δεν έδωσ’ αφορμή,
λόγο κακό δεν είπε για κανένα,
κρεμασμένο τον βρήκανε
κείνες τις μέρες
του Χρηματιστηρίου.

17/7/2017

Στέλλα Δούμου, Δύο ποιήματα

ΦΩΝΑΞΑΝ

η γεύση του ξιδιού είναι σε κάθε γλώσσα
που μουρμουρίζει ασθμαίνοντας:«Θεέ μου,
θεέ μου,γιατί με εγκατέλειψες»

Ράνταλ Τζάρελ

Το θέατρο γέμιζε με ρυθμό υπαγορεύσεως
έξω έβρεχε δάση
οι σκιές που έπιναν παχύ νερό γίνονταν πουλιά
και λίγο μακρύτερα ο δήμιος έκανε καλά τη δουλειά του:
με ταχύτητα πηγαδιού εξαφάνιζε τα συμβάντα.

Το θέατρο άδειασε όλα ξανάγιναν ήσυχα.
Αγάλματα υπογράφουν αυτόγραφα.
Στο αεί του νυν καρδιές αγίων περιφέρονται σε ξύλινα μπολ.
Κανείς δεν εξάπτεται.
Όλες οι γιορτές έχουν ματωμένα ονόματα.

(επειδή δε συναντηθήκαμε σε στέρεο έδαφος
κι ήρθαμε από μέρες που τις πυροβόλησαν στα μάτια
χύμηξαν ορδές ανθρώπων και μας ξέσκισαν
με στριγκλιές
μας φώναξαν με λανθασμένα ονόματα
-όχι πάντως τα δικά μας-
φώναξαν,σκουπίδια
φώναξαν,λεροί
φώναξαν,παρίες

εμείς απλώς δείχναμε με το δάχτυλο την καρδιά μας.
‘Αλλη γλώσσα δεν ξέραμε).

***

ΤΑ ΦΤΕΡΑ

τα γύψινα σφυρά μας
δεν αντέχουν την επέτειο της βροχής
αχνίζουμε σε στάση προσοχής
κι όπως τρίβεται και λιώνει ο τρόπος
να στεκόμαστε ορθοί
παρακαλάμε με στόμα απίθανο
να φυσήξουνε οι άνεμοι που θα μας επιστρέψουν
τα φτερά τους.

*Από τη συλλογή “Χρονορυχείο”, Εκδόσεις “Θράκα”.

υδρόλυση

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Όλα τα χρόνια μου πλέουν ακέραια,
σ’ αυτή τη θάλασσα των οντολογικών
δεσμών/
ακόμη και οι παύσεις τους είναι διαρκώς παρούσες
– αν και κατάλευκες/
όταν αρχίζω να τις μετρώ,
οι τοίχοι φουσκώνουν
δίχως δόντια ή μόνο με μια μύτη χαρακτηριστική,
ή ένα νεύμα/
κι οι νύχτες γίνονται πιο
αλμυρές/
εγώ,
μόνο τους ώμους σου ζητώ
να λιώσουν στο στόμα,
και τις ίριδες να αποσπορίσουν
το έλασσον φτερούγισμα/
το ξέρω, ο χρόνος μου υδρολύεται διαρκώς/
μα δεν παλεύεται ο έρωτας
σε όποια ηλικία/
ΚΛ – 07/2017

photo: Ute Mahler
”Untitled’ from the series ‘Living Together’
1973

View original post

Αντώνης Στασινόπουλος, Πέντε ποιήματα

Φωτιά ονείρων

Οι τρύπιες μαύρες γαλότσες μου χάσκουν
σαν κρατήρας ηφαιστείου.
Πάγωσε η λάβα
μούλιασαν τα πόδια
κολλάνε στη λάσπη.

Μεσάνυχτα.
Καταραμένη μπόρα
δε λέει να σταματήσει
αστραπές φτιάχνουν χαράδρες στον ουρανό.

Ανημπόρια με πιάνει
ύστατο περόνιασμα.
Φωτιά ονείρων φτιάχνω
εστία να ζεσταθώ.

***

Παλμός

Τα άστρα αποσύρονται
η νύχτα υποδέχεται την αυγή.
Η κίνηση στους δρόμους αρχίζει
η πόλη ξύπνησε.
Όνειρα προσδοκίες
αναμένουν στις αφετηρίες των λεωφορείων
γνωστά δρομολόγια.
Φουντώνει ο παλμός της πόλης
και οι παλμοί της καρδιάς μαζί.

***

Αταξινόμητο

Φουρτούνα
οι ψυχές μας βάρκες ανεμοδαρμένες
στο αρχιπέλαγος των σχέσεων.
Ο ήλιος εκτυφλωτικός
θαμπίζουν τα μάτια
πλανώνται ανήσυχα στον ορίζοντα.
Μπορεί και να βρουν εσένα
τον καθένα μοναχικό άνθρωπο.
Η ψυχή διψάει για ταξίδια στο φως.
Τα ανθρώπινα πάθη ατελεύτητα.
Και καθημερινή ευτέλεια δεν εκφράσαμε,
είδος αταξινόμητο οι φίλοι μου κι εγώ.

***

Μουσαφίρηδες

Η κάμαρα λιτή
ο λαμπτήρας κιτρινωπός
τρεις-τέσσερις καρέκλες γύρω από το τραπέζι.
Αποτσίγαρα στο τασάκι
προσμετρούν το χρόνο.
Εφημερίδες και βιβλία περί πολέμου.
Άλλο ένα τσιγάρο
αναμονή για τους μουσαφίρηδες
νύχτα βαριά Φεβρουαρίου
παγωνιά και βροχή.
Πού θα καταλύσουν οι μουσαφόρηδες;

***

Σμίξιμο

Τα ποτάμια ορμητικά
τα νερά τους συνουσιάζονται με τη θάλασσα.
Ταξιδεύουν τα νερά από τις βουνοκορφές
ανάμεσα από έλατα, πεύκα,
οξιές και πλατάνια
κιτρινοπράσινο συναντά το βαθύ γαλάζιο.
Στις όχθες των ποταμών
και στις ακτές της θάλασσας
χωριά και πολιτείες.
Πόσα όνειρα και πόθοι στα νερά;
Χωριά και πολιτείες εν πλω σμίγουν.
Είναι εδώ και εκεί οι ψυχές μας
στα ορμητικά νερά των ποταμών
και της φουρτουνιασμένης θάλασσας.

*Από τη συλλογή “μαζί”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2009.

Γιώργος Βέης, Για ένα πιάτο χόρτα

Γιώργος Βέης, Για ένα πιάτο χόρτα 

ύψιλον / βιβλία, Αθήνα 2016, σελ. 68

Γράφει ο Παναγιώτης Βούζης*


Σχετικά με τους περίφημους λογοτυπικούς συνδυασμούς επιθέτων και ουσιαστικών στην Ιλιάδα και στην Οδύσσεια, σύμφωνα με τον Αρίσταρχο, τον αλεξανδρινό φιλόλογο του δεύτερου αιώνα π. Χ., το επίθετο προβάλλει μία ουσιώδη και αναπόσπαστη ιδιότητα του πράγματος ή του προσώπου στο οποίο αναφέρεται το ουσιαστικό. Έτσι στον λογότυπο «ροδοδάκτυλος Ηώς», η επιφάνεια της θεάς Αυγής περιγράφεται μέσω της εστίασης στα τριανταφυλλένια δάχτυλά της, δηλαδή στο καταστατικό ρόδινο χρώμα της. Ο Hartmut Erbse (“Milman Parry und Homer”, Hermes 122, 1994, 257-74), εκκινώντας από τον Αρίσταρχο, υπογραμμίζει ότι τα επίθετα αποδίδουν σε ένα πράγμα ή σε ένα πρόσωπο πάγιες, κύριες ιδιότητες και λειτουργούν υπέρ της ανάδειξής του, ανάγοντάς το στο μέσο μίας λαμπρότατης ενάργειας.

έρχεται, μουσική στην ώρα της / αδιαφορώντας για το αίμα που την περιμένει / για τις βλαστήμιες του ανάπηρου / την πανουργία του προδότη / τις κατάρες των μελλοθανάτων / η σκληρότητα είναι κι αυτή δώρο της / ένα στοίχημα δουλείας ή δύναμης / ένας λόγος περί μεθόδου – // αστραπή // το κολιμπρί τρόμαξε, / τόσο φως ξαφνικά / και τρύπωσε ξανά εδώ: χάρις.

Ο Γιώργος Βέης γράφει το ποίημα «Η συμμετρία της αυγής», όπου μετέρχεται τον λεκτικό τρόπο της προσωποποίησης για να προσδώσει στην αποτύπωση του ξημερώματος την ποιότητα της θεϊκής επιφάνειας. Η λέξη «αυγή» του τίτλου αντιστοιχεί λοιπόν σε θεωνυμία. Το ξημέρωμα προσδιορίζεται από τρεις ιδιότητες, οι οποίες μπορούν να τεθούν σε σειρά αύξουσας έντασης: η μουσικότητα, η σκληρότητα και ο αιφνιδιασμός με τη σημασία πρώτιστα του γεγονότος το οποίο συντελείται άμεσα. Στο τρίτο και πιο σημαντικό γνώρισμα αναφέρονται το ρήμα «έρχεται» επίτηδες τοποθετημένο στην έναρξη της σύνθεσης, το εξίσου εσκεμμένα απομονωμένο και κεντρικό ουσιαστικό «αστραπή» και η εικόνα του τρομαγμένου από το ξαφνικό φως πτηνού. Η πρώτη ιδιότητα αποδεικνύεται συμπληρωματική του αιφνιδιασμού, καθώς η λέξη «μουσική» συνοδεύει, στον πρώτο στίχο, το ρήμα «έρχεται» και η μετωνυμία της μουσικής, η εικόνα του κολιμπρί, ακολουθεί μετά το ουσιαστικό «αστραπή». Ως συμπληρωματική ενσωματώνεται στον αιφνιδιασμό. Απόληξη του τελευταίου καθίσταται επίσης η δεύτερη ιδιότητα, εν προκειμένω μέσω του περιεχόμενου, επειδή, στο ποίημα, η παράλογη γεωμετρία της πραγματικότητας αποκαλύπτεται εξαιτίας του άμεσου φωτός. Έτσι ο αιφνιδιασμός αφομοιώνει τη σκληρότητα.
Η σύνθεση άρα αποτελεί την επέκταση του υποθετικού λογότυπου «η θεϊκή και ακαριαία Αυγή» και λειτουργεί με τον αναγωγικό τρόπο της ομηρικής φόρμουλας «ροδοδάκτυλος Ηώς», αλλά σε βαθμό εκθετικά ενισχυμένο: Δηλαδή ως οντολογικός δίαυλος, ως το εφαλτήριο για να αποκτήσει η συγκεκριμένη εμπειρία, το φως του ξημερώματος, τόση ενάργεια, ώστε να ισοδυναμεί με ακαριαία αποκάλυψη, ανάδυση, διαύγαση και θρησκευτικό δέος αντικρύ στο αποκαλυπτόμενο. Σε αυτό το ποίημα, το φως είναι πάντοτε η Αυγή, μουσικό, σκληρό, αιφνίδιο. Προκαλεί τρόμο πριν προσφέρει τη χάρη του. Τότε η παράλογη γεωμετρία της πραγματικότητας αίρεται, μετατρεπόμενη στιγμιαία σε αυθεντική συμμετρία.

δεν έχω πάει / αλλά την έχω ήδη συναντήσει προ πολλού / στην Αστόρια της Νέας Υόρκης / στη Μελβούρνη / στα παγωμένα μάτια της Βόρειας Ρηνανίας Βεστφαλίας / σ’ όλους εκείνους τους χάρτες της επιστροφής / στην ανάμνηση της θάλασσας / στη σκιά του ανυπερθέτως. («Φολέγανδρος»)

Τα ποιήματα της συλλογής συγκροτούν έναν εσωτερικό κόσμο, ώστε το καθένα δίνει είτε τις συντεταγμένες τοπίων και τόπων είτε το στίγμα της εκάστοτε παρουσίας του ποιητή και άλλων προσώπων και επιπλέον πραγμάτων, ζώων, ιδίως πτηνών. Αυτά όλα συνέχονται μεταξύ τους μέσω του λυρισμού, μέσω του οποίου κυρίως εγκαθίστανται στην ακίνητη ώρα του μεσημεριού το καλοκαίρι ή στην ομόλογή της στιγμή του θανάτου, χρονικά σημεία που λειτουργούν ως προθάλαμοι του συγκλονισμού της αθανασίας.

Η χρήση των κλασικών φορμών, δηλαδή οι συνθέσεις του βιβλίου Για ένα πιάτο χόρτα οι οποίες έχουν γραφεί σε παραδομένες στροφικές και ομοιοκατάληκτες μορφές (δεν γίνεται λόγος για μετρικές μορφές, επειδή ο παρατονισμός καταστρατηγεί συστηματικά το μέτρο στα ποιήματα της συλλογής), δρομολογεί ανταποκρίσεις με ποιητικά κείμενα του παρελθόντος. Προκύπτει έτσι ένα οιονεί υπερκείμενο, το οποίο διακλαδίζεται από κάθε τέτοια σύνθεση προς πολυάριθμες παλαιότερες μέσω της μορφής (εδώ κατά βάσιν του σονέτου), η οποία επέχει τον ρόλο του υπερσύνδεσμου. Ανακύπτουν ενδοιασμοί σε σχέση με τη χρήση των καθιερωμένων φορμών, οι οποίοι στηρίζονται στην αρχή ότι η ποίηση σήμερα πρέπει μεν να συμμορφώνεται προς συγκεκριμένους ρυθμούς ή άλλα απλά, διακριτά σχήματα, που όμως δεν ενεργοποιούν την κίνηση πίσω στον χρόνο, αλλά αναδεικνύουν τον σύγχρονο, καθημερινό λόγο. Βέβαια, σύμφωνα με τον Γιώργο Βέη, η μη ενσωμάτωση του ποιήματος στην εποχή του δεν συνιστά ελάττωμα, επομένως οι πιο πάνω ενδοιασμοί αφορούν μόνο μία θεωρητική απόκλιση εν προκειμένω του κριτικού από τον ποιητή και όχι την κατάδειξη ενός μειονεκτήματος της τεχνικής του δεύτερου. Η ελλειπτική σύνταξη και η συχνή χρησιμοποίηση ουσιαστικών ως κατηγορούμενων δημιουργούν την εντύπωση ενός λυτού ύφους ( πόλη απόλυτη μνήμη [«Βιετνάμ»], μπαινοβγαίνουμε στους καιρούς παράγραφοι / ως κρίματα, ως κύτταρα [«Ναύπλιο»], έχουμε πέσει χιόνι [«Έξοδος»]). Το φαινόμενο αυτό ενισχύεται στις συνθέσεις με κλασική φόρμα.

έκπληξη από ύπαρξη («Ημερήσιο πρόγραμμα»). Στη συλλογή Για ένα πιάτο χόρτα περιοχές του πραγματικού απομονώνονται και σαρώνονται από τον ποιητικό εμπειρισμό, με αποτέλεσμα η στιγμή να παγιώνεται ή να επαναπαγιώνεται με τρόπο ανεπανάληπτο, ο οποίος την καθιστά μοναδική. Ώστε ο ποιητικός εμπειρισμός αποδεικνύεται τύπος του υπαρξισμού. Οι περισσότερες συνθέσεις συνιστούν απόπειρες να αφαιρεθεί το περίβλημα της παροντικότητας, εν γένει της χρονικότητας, από τα πράγματα. Η εμπειρία του συγκεκριμένου εξισώνεται με την ακαριαία αποκάλυψη, την ανάδυση, τη διαύγαση και με μία κατάσταση δέους αντικρύ στο αποκαλυπτόμενο: δεν έκλεινε με τίποτα / όσο κι αν τη σπρώχναμε / εκείνη άνοιγε με πείσμα / μέτωπο πάταγο στον ωκεανό / να φυσήξει υγεία / να πέσει μέσα στο όνειρο / ο πολτός των πραγμάτων / ως αθανασία. («Η πόρτα»). Εάν όμως χάρη στα ποιήματα αφαιρείται η χρονικότητα και αποκτά ενάργεια το συγκεκριμένο βίωμα μίας αποκάλυψης, τότε τα ποιήματα δεν αποτελούν απλώς τα όργανα, διά των οποίων οι στιγμές παγιώνονται ως μοναδικές, αλλά εξομοιώνονται με τις στιγμές, ταυτίζονται με τις απομονωμένες και σαρωμένες από αυτά περιοχές του πραγματικού των οποίων η συγκεκριμενοποίηση τις μετατρέπει παράλληλα σε υπερχρονικές. Έτσι τα ποιήματα ανάγονται στα πιο αληθινά τμήματα της πραγματικότητας. Διέπονται από τη θρησκευτική διαστολή της ύπαρξης. Η εξομοίωσή τους με τις κατεξοχήν αυθεντικές στιγμές διαστέλλει ειδικότερα την εσωτερικότητα του ποιητή σε θρησκευτική εσωτερικότητα των πραγμάτων. Γι’ αυτό αρκετές φορές συναντάται στη συλλογή η έκφραση της συνειδητότητας διαφόρων προσώπων, αλλά και τοπίων, αντικειμένων και ζώων. Εξάλλου, χαρακτηριζόμενες από την υπερχρονικότητα οι συνθέσεις του Γιώργου Βέη διακρίνονται επιπλέον από την υπερτοπία (αντιπροσωπευτικό παράδειγμα συνιστά εν προκειμένω η «Φολέγανδρος», η οποία παρατίθεται πιο πάνω). Η τελευταία σημαίνει τον επιθυμημένο τόπο, προς τον οποίο κάποιος ταξιδεύει διαρκώς, όμως ο τόπος μετατίθεται πάντοτε πέρα από το σημείο όπου έχει αφιχθεί και μόνο σε εκείνες τις περιπτώσεις της εξαιρετικής αυθεντικότητας συμπίπτει με το εκάστοτε σημείο άφιξης.

*Από το bookpress.gr

Lenore Kandel, Δύο ποιήματα

Lenore Kandel, poet. Jack Keroack modelled a character after her; beatniks chanted her poetry from the rooftops. Her work, which includes erotic prose that resulted in an obscenity trial, remains mostly unpublished.

ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΕΡΩΤΑ

δεν υπάρχουν άλλοι τρόποι στον έρωτα / μόνο όμορφοι
σ’ αγαπώ μ’ όλους τους τρόπους
σ’ αγαπώ / ο πούτσος σου μέσα στα χέρια μου
σαλεύει σαν πουλί
στα δάχτυλά μου
καθώς εσύ πρήζεσαι και γίνεσαι σκληρός μέσα στο χέρι μου
ζορίζοντας τα δάχτυλά μου ν’ ανοίξουν
με την αλύγιστη σου δύναμη
είσαι όμορφος / είσαι όμορφος
εκατό φορές όμορφος
σε χτυπώ με τα στοργικά μου χέρια
με τα βαμμένα ροζ μακριά μου δάχτυλα
σε χαϊδεύω, σε λατρεύω
οι άκρες των δαχτύλων μου… οι παλάμες μου…
ο πούτσος σου σηκώνεται και χτυπά μέσα στα χέρια μου
μία αποκάλυψη / όπως η Αφροδίτη τη γνώρισε
ήτανε κάποτε μια εποχή που οι θεοί ήταν πιο αγνοί
/ θυμάμαι νύχτες μέσα στο αγιόκλημα
οι χυμοί μας πιο γλυκοί από μέλι
/ ήμασταν ο ναός και ο θεός ολάκερος/
Είμαι γυμνή πάνω σου
και φέρνω το στόμα μου σε σένα
αργά
λαχταρώ να σε φιλήσω
και η γλώσσα μου σε προσκυνά
είσαι όμορφος
το σώμα σου στρέφεται σε μένα
σάρκα με σάρκα
δέρμα που γλιστρά σε δέρμα χρυσό
όπως το δικό μου στο δικό σου
το στόμα μου, η γλώσσα μου, τα χέρια μου
η κοιλιά μου και τα πόδια μου
πάνω στο στόμα σου, στον έρωτά σου
γλιστρώντας… γλιστρώντας…
τα σώματά μας κινιούνται και ενώνονται
ανυπόφορα,
το πρόσωπό σου πάνω μου
είναι το πρόσωπο όλων των θεών
και των όμορφων δαιμόνων
τα μάτια σου…
έρωτας αγγίζει έρωτα
ναός και θεός
είναι ένα

***

ΜΙΚΡΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΓΙΑ ΠΕΣΜΕΝΟΥΣ ΑΓΓΕΛΟΥΣ

τόσοι πολλοί φίλοι μου είναι πρεζόνια
τόσοι πολλοί από τους ψυχικά κοντινούς μου κάνουν
τατουάζ πάνω τους αόρατες αποκαλύψεις
χαράσσοντας τις διακηρύξεις τους στην αιθέρια συνείδηση με
μικρά ίχνη από πατήματα ζώων που απλώνονται απ’ τη μια άκρη
των δαχτύλων στην άλλη,
μια ματοβαμμένη ευλάβεια όμοια με το ιερό περιδέραιο της Kali (1)
με τα πενήντα ανθρώπινα κρανία

Kali-Ma, Μητέρα Kali – Kali-Ma, Μητέρα Kali,
τόσοι πολλοί φίλοι μου ξεμένουν από αίμα, οι φλέβες τους
καταρρέουν, τους παίρνει μισή ώρα να φτιαχτούν
το αίμα τους ψιθυρίζει μέσα από τα κορμιά τους
τραγουδώντας τον ίδιο του το θάνατο
με μια φωνή από φωτιά, με μια φωνή παγετώνα, με μια φωνή
από άμμο που φυσά παντοτινά πάνω απ’ το κενό

Kali-Ma, θυμήσου το δώρο της ζωής όπως το δώρο του θανάτου
Kali-Ma, θυμήσου ο πόθος είναι για διαφώτιση κι όχι για λήθη
Kali-Ma, τα κόκκαλά τους γίνονται ελαφρύτερα – βοήθησέ τους να πετάξουν
Kali-Ma, τα μάτια τους καίγονται με τον πόνο της φωτιάς – βοήθα τους να δουν με διάφανο φως

Kali-Ma, μέχρι θανάτου τούς τραγουδά το ίδιο τους το αίμα ■
θύμησέ τους τη ζωή που ακόμα μια φορά θα γεννηθούν,
θύμησέ τους ματωμένα να γλιστρήσουν
μέσα από τις πύλες τού Ναι,
ν’ αφήσουν τα χέρια τους και να μην προσπαθήσουν
να παύσουν την κίνηση του ρέοντος Τώρα

τόσοι πολλοί φίλοι μου έχουνε πέσει μες τη λευκή ζέστα
της μόνης φλόγας
μπορεί και να πετάξουν πιο ψηλά ■ μπορεί να μην υπάρχει τέλος
στο πέταγμά τους

1. Kali – σκοτεινή ινδουιστική θεότητα του Χρόνου, της Αλλαγής και του θανάτου, η Μητέρα όλου του Κόσμου για τους λάτρεις της.

Η ποιήτρια Lenore Kandel γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη. To 1960, έχοντας ήδη ασπαστεί τον βουδισμό, ταξίδεψε στο Σαν Φρανσίσκο, όπου συνάντησε τον Κέρουακ και γνώρισε τον κύκλο των μπητ.
Έγινε ευρύτατα γνωστή το 1966 με την ποιητική της συλλογή «The Love Book», η οποία απαγορεύτηκε ως άσεμνη και πορνογραφική, ενώ η Kandel κυνηγήθηκε δικαστικά. Παρά τις πολλές δημοσιεύσεις της δουλειάς της, κυκλοφόρησε μόνο μία εκτενή ποιητική συλλογή, το 1967, με τίτλο «Word Alchemy».
To 1970, εξαιτίας ενός μοτοσυκλετιστικού ατυχήματος αποσύρθηκε από τη δημόσια ζωή, αλλά συνέχισε να γράφει. Πέθανε τον Οκτώβριο του 2009 από καρκίνο του πνεύμονα.

*Από το βιβλίο του Γιώργου Μπουρλή “Αμερικανοί ποιητές και ποιήτριες τολμούν”, Εκδόσεις Εξάρχεια. Οκτώβρης 2013.

Yannis Ritsos-Romiosini//translated by Manolis Aligizakis

vequinox's avatarManolis

Ritsos_front largeΡΩΜΙΟΣΥΝΗ

II

Κάθε που βραδιάζει με το θυμάρι τσουρουφλισμένο στον κόρφο της πέτρας
είναι μία σταγόνα νερὸ που σκάβει απὸ παλιὰ τη σιωπὴ ως το μεδούλι
είναι μία καμπάνα κρεμασμένη στο γέρο-πλάτανο που φωνάζει τα χρόνια.

Σπίθες λαγοκοιμούνται στη χόβολη της ερημιάς
κ᾿ οι στέγες συλλογιούνται το μαλαματένιο χνούδι στο πάνω χείλι του Αλωνάρη
– κίτρινο χνούδι σαν τη φούντα του καλαμποκιού καπνισμένο απ᾿ τὸν καημὸ της δύσης.

Η Παναγία πλαγιάζει στις μυρτιὲς με τη φαρδιά της φούστα λεκιασμένη απ᾿ τα σταφύλια.
Στο δρόμο κλαίει ένα παιδὶ και του αποκρίνεται απ᾿ τον κάμπο η προβατίνα πούχει χάσει τα παιδιά της.

Ίσκιος στη βρύση. Παγωμένο το βαρέλι.
Η κόρη του πεταλωτή με μουσκεμένα πόδια.
Απάνου στο τραπέζι το ψωμὶ κ᾿ η ελιά,
μες στην κληματαριὰ ο λύχνος του αποσπερίτη
και κει ψηλά, γυρίζοντας στη σούβλα του, ευωδάει ο γαλαξίας
καμένο ξύγκι, σκόρδο και πιπέρι.

Α, τί μπρισίμι αστέρι ακόμα θα χρειαστεί

View original post 1,122 more words

Κωνσταντίνος Καλυμνιός, Τρία ποιήματα

ΠΑΜΒΩΤΙΣ Δ’

Δίγλωσσες εποχές.
Πάνω στα ξέσκεπα
από τα νούφαρα
και το σάλιο του χρόνου
τραπεζομάντηλα
κεντημένα με ιδεογράμματα,
χαράσσουμε
τη γεωμετρία
των ισοσκελών τριγώνων.
Εξισώνουμε
ένα στενό
σαν τη λήθη,
αδίστακτο ηφαίστειο,
με το παράστημα
του θανάτου.

***

ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ

Οι υποκίτρινες κόγχες
των αδειανών τύμβων
δεν τηλεφωνούν
μεσημέρι.
Κάποια άλλα
τάματα βρώσιμα
κατοπτεύουν σιωπηλά
τις έκτοπες κυήσεις
των βρυκολακιασμένων.

***

ΝΕΑ ΖΩΗ

Ολέθρια μπεράτια
κουλούριαζε
επάνω στην ταφόπετρα,
το νεογνό
της οχιάς.

*Από τη συλλογή “Μητρίδες”, Εκδόσεις Απείρωταν, Μελβούρνη 2017.

Αθανάσιος Πάσχος, Τρία ποιήματα

Στο βάθος του χρόνου

Τα σώματα
Δύο γιγάντιες αγνύθες κρεμασμένες
Από το στόμα τ’ ουρανού.
Οι έρωτες το ριζικό του κόσμου
Συνεχίζουν να υφαίνουν…

***

να ζήσουμε

αυτό μας μένει
να ζήσουμε
δηλαδή να βιάσουμε τον ήλιο
να φωτίζει πιότερο
να κολυμπήσουμε στο φωτόνερο της σελήνης
να μιλήσουμε στη θάλασσα
αυτό μας μένει
και είναι τραγικό να το αποφεύγουμε
μήπως είναι απαίσιο ψέμα
δεν υπάρχει χρόνος
κάθε μέρα χάνεται ένα κομμάτι κορμί
και στο τέλος θα μείνει η καρδιά
ζητιάνα να γυρεύει ελεημοσύνη
να ζήσουμε
να μαζέψουμε όλους τους ήλιους που δεν περισσεύουν
και δε θα μαστε οι φτωχοί θεριστές
των ασφόδελων της νύχτας…

***

Τα χέρια ενωμένα

προσεύχομαι στην εικόνα της Καρδιάς,
ακίνητος με βλέμμα, που περιμένει σημείο,
μέσα της,
χελιδόνι να πετάξω ανάμεσα σε αιθέρια μαλλιά,
παπαρούνα ν’ ανθίσω σε σώμα λιπαρό,
με τον Έρωτα κρυφτό σε πορφυρά μάγουλα
παίζοντας
την Πυθία σε οίστρο του αναστεναγμού
και για της ήβης το ιερό νερό, δοχείο από λευκό μάρμαρο
οι παλάμες μου
κρατώντας λύρα στον εαρινό χορό των μουσών,
κάνω τάμα
η στάχτη μου να φωλιάσει στη λήκυθο του έρωτά σου…

*Από τη συλλογή “Ζω ονειρευόμενος”, εκδόσεις Γαβριηλίδη. Τα πήραμε από εδώ: http://www.poiein.gr/archives/12738