ΤΕΦΛόΝ – Ποιητικό σκεύος και όχι μόνο – Τεύχος 18

ΤΕΦΛόΝ – Ποιητικό σκεύος και όχι μόνο

Τεύχος 18
Χειμώνας-Άνοιξη 2018

Γίνε συνδρομητής/τρια στο Τεφλόν και απόκτησε αντικολλητική προστασία! Διάβασε εδώ

ΘέΜΑΤΑ

Σύγχρονη αλβανόφωνη ποίηση: Τρώγεται η πατρίδα;
Πέντε σύγχρονοι αλβανόφωνοι ποιητές και ποιήτριες γράφουν για την πατρίδα που «της έχουν ξύσει τα βουνά και τους γκρεμούς», για την ελπίδα που «τσιμεντώθηκε», για το κτήνος που «κοιτάζει πάντα στα κρυφά». Στα ποιήματά τους, κοινό χαρακτηριστικό των οποίων είναι η εκφραστική αμεσότητα, στηλιτεύουν τον εθνικισμό και τον θρησκευτικό φανατισμό, περιγράφουν την κόλαση του πολέμου και αναρωτιούνται τι θα συνέβαινε «αν ο Θεός ήταν φεμινιστής». Κείμενο-Μετάφραση: Ελένη Ντούξη, Χρήστος Αρμάντο Γκέζος

Dragana Mladenović: Η πέτρα στην πλάτη
H Ντράγκανα Μλαντένοβιτς μάς μεταφέρει στη μετεμφυλιακή Σερβία προκειμένου να μιλήσει για τη συλλογική ενοχή μιας κοινωνίας που όχι μόνο έθρεψε το φίδι του εθνικισμού αλλά το κρύβει και το προστατεύει ακόμα και μετά τον πόλεμο. Με γλώσσα λιτή και υπαινικτική, μας υπενθυμίζει ότι οι πληγές του εμφύλιου δεν έχουν κλείσει, ότι το ψέμα «πανούργα πήγε και κρύφτηκε πίσω από το σύνθετο με τα ακριβά ποτά». Μετάφραση: Tijana Prodanović, Κείμενο: Jazra Khaleed

Biancamaria Frabotta: Από τη σιωπή στη λέξη
Η ποίηση της Μπιανκαμαρίας Φραμπότα γεννήθηκε μέσα στο κίνημα του ιταλικού φεμινισμού, είναι μια ποίηση που αναζητά την ισορροπία μεταξύ του εγώ και του εμείς, μια ποίηση εν κινήσει που εγκυμονεί διαρκώς την αλλαγή. Η Ιταλίδα ποιήτρια αφουγκράζεται τον «λευκό θόρυβο» των κοινωνικών κινημάτων και με γλώσσα αμφισεξουαλική μιλάει για τη «διάβρωση της ουτοπίας», για όσους και όσες αγαπούν την «αταξία των χρωμάτων, τα νεκρά κύματα του αιθέρα». Κείμενο-Μετάφραση: Χρήστος Μπιντούδης

Els Moors: Ο στίχος που γίνεται γυναίκα
Στο ποιητικό σύμπαν της Ελς Μόορς οι άνθρωποι είναι «κατάκοποι σαν μηχανήματα», τα παιδιά «αναδίδουν άρωμα σκόνης απορρυπαντικού», στις γιορτές «πάντα κάποιος περπατά με μια θηλιά στον λαιμό». Οι στίχοι της Φλαμανδής ποιήτριας δίνουν μονίμως την εντύπωση πως γέρνουν οριακά, πως τείνουν να αναποδογυρίσουν, διακρίνονται από το έντονο βιωματικό στοιχείο και φέρουν με παρρησία το διακριτικό στίγμα του φύλου της. Κείμενο-Μετάφραση: Στέλλα Πεκιαρίδη

Τέσσερα ιαπωνικά μπουμπούκια
Τα ποιήματα των τεσσάρων νεαρών Ιαπωνίδων ποιητριών είναι γεμάτα μπουμπούκια που ανασαίνουν λιωμένο χιόνι, μαλακά πέταλα κερασιάς, υγρά κόκκινα δέντρα. Ξεχωρίζουν για τη φαντασία τους, τη φιλοσοφική τους διάθεση και τη στοχαστικότητά τους˙ μιλάνε για την εφηβεία που μοιάζει με «σκουριασμένη ομπρέλα» και αφουγκράζονται το όνειρο που περιδινείται μέσα «στη λάσπη του σώματος». Κείμενο-Μετάφραση: Alice Bardos, Kyoko Kishida

Εφτά σύντομα διηγήματα
Μικρές ιστορίες για την απώλεια, την ενηλικίωση, τη μνήμη, τον χρόνο και τον θάνατο, την ώρα που κάπου στο φόντο συνεχίζεται –απερίσπαστη– η σταδιακή κατάρρευση του οικοσυστήματος. Άνθρωποι, ζώα και πουλιά. Εκατομμύρια καρδιές που χτυπούν χωρίς να συγχρονίζονται. Και μοιάζει σαν να είμαστε θεατές ή σαν να πρόκειται να πέσουν τίποτα τίτλοι τέλους. Αλλά δεν πέφτουν. Οι συμφορές συμβαίνουν πάντα κάπου μακριά από μας. Ανθολόγηση-Μετάφραση: Νάνσυ Αγγελή

Ποιήματα: Γιώργος Αλισάνογλου, Αντώνης Αντωνάκος, Γιώργος Γέργος, Μαρίνος Καλλίνης, Γιάνης Καστανός, Λάικα, Λεύκιος, Lucia, Μετρομιγάς, Μαρία Μπακάλη, Γλυκερία Μπασδέκη, Τάσος [ΜήνυμαL] Σταυρουλάκης, Γιώργος Τσιόγγας, Ωμέγα.

Εξώφυλλο & εικονογραφήσεις: ΕΙ

Κοπιάστε στα:
Αρχείο 71, Καλλιδρομίου & Ζωσιμαδών [με κουτί ενίσχυσης]
Bibliotheque, πλατεία Εξαρχείων [με κουτί ενίσχυσης]
Αλφειός, Χαριλάου Τρικούπη 22 [με κουτί ενίσχυσης]
Φαρφουλάς, Μαυρομιχάλη 18 [με κουτί ενίσχυσης]
Βιβλιοπωλείο Ναυτίλος, Χαριλάου Τρικούπη 28 [με κουτί ενίσχυσης]
Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο, Θεμιστοκλέους 37 [με κουτί ενίσχυσης]
Οι Εκδόσεις των Συναδέλφων, Καλλιδρομίου 30 [με κουτί ενίσχυσης]
Κατάληψη κτήματος Πραπόπουλου, Προφήτη Ηλία 49 [με κουτί ενίσχυσης]
Κ*ΒΟΞ, Αραχώβης & Θεμιστοκλέους [με κουτί ενίσχυσης]
Αυτοδιαχειριζόμενο Στέκι Πέρασμα, Ζωοδόχου Πηγής 95 [με κουτί ενίσχυσης]
Beaver Cooperativa, Βασιλείου του Μεγάλου 46A [με κουτί ενίσχυσης]
Μικρό Καφέ, Αραχώβης 38 [με κουτί ενίσχυσης]
Λοκομοτίβα Βιβλιοκαφέ, Μπόταση 7 [με κουτί ενίσχυσης]
Άστορ, Σταδίου 28
Βιβλιοπωλείο Πολιτεία, Ασκληπιού 1-3 & Ακαδημίας
Βιβλιοπωλείο Λεμόνι, Ηρακλειδών 22
Βιβλιοπωλείο Πλειάδες, Σπύρου Μερκούρη 62
Βιβλιοπωλείο Μωβ Σκίουρος, Πλατεία Καρύτση 3

Διανέμεται δωρεάν
Τα σημεία διανομής εκτός Αθηνών θα ανακοινωθούν σύντομα στο http://teflon.wordpress.com​​

Jacques Dupin, Le prisonnier – και ένα ποίημα της Ερμας Βασιλείου

Πέντε χρόνια μετά το θάνατό του, στην αγαπημένη μορφή, στο Γάλλο ποιητή Ζακ Ντυπέν.

Terre mal étreinte, terre aride.

Je partage avec toi l’eau glacée de la jarre,

l.’air de la grille et le grabat.

Seul le chant insurgé

S’alourdit encore de tes gerbes,

Le chant qui est à soi-même sa faux.


Par une brèche dans le mur, 

La rosée d’une seule branche 

Nous rendra tout l’espace vivant,

Etoiles,

Si vous tirez à l’autre bout.

Ζακ Ντυπέν, Ο φυλακισμένος

Γη που δύσκολα αγκαλιάζεσαι, άγονη γη
μοιράζομαι μαζί σου το παγωμένο νερό της στάμνας
τον αέρα από τα σίδερα της φυλακής
και του κραβατιού.
Μόνο το επαναστατημένο τραγούδι
βαραίνει ακόμα απ’ τα κλωνάρια σου
το τραγούδι που ‘ναι στον εαυτό του το λάθος του

Από μια τρύπα στον τοίχο
Η δρόσος ενός μονάχα κλώνου
θα μας δώσει πίσω όλο το ζωντανό διάστημα
Αστέρια,
αν σύρετε στην άλλη άκρη.

*Μετάφραση: Έρμα Βασιλείου

***

Έρμα Βασιλείου, Δικιό

Δεν θα έπρεπε να ‘χα επίθετο…
όχι δικό, στην περίπτωση
θα ‘πρεπε να ‘χα ένα επίθετο
που θα ‘τανε δικιό
το δικιό δεν το παίρνεις με ταυτότητες γέννας
ή μ’ ένορκες δηλώσεις
είναι δώρο, εσωτερική περίπτωση
όρος που έπλασες επαναστατημένα
κι όχι από κοινωνική μονομεριά
πατέρα, άλλη αιτία ή σκοπό
γιατί ν’ ανήκεις εκεί που ανήκουν τόσοι όσοι το αξίζουν αλλιώς ένα όνομα;
Ν’ ανήκεις εκεί που ελπίζεις περισσότερο
πως αξίζει να σε ονομάζει, να σε θέλει τ’ όνομά σου,
στο σύνολο των αξιών που σε προικίσαν
διαλέγεις ό,τι το δυνατό σε καρτέρησε
που είν’ πιο μεγάλο ακόμα κι απ’ τη γέννα

…και στο βουνό θυσίασα ένα πρωινό τα πάντα
το αίμα έτρεξε πλαγιά-πλαγιά στα ζωηρά τα χρώματα
τα μάγουλα είχαν δόξες προηγούμενες
από φωνές που δεν ανήκαν σ’ άλλους
και τώρα εδώ, αγαπημένε μου, στείλε στον ουρανό
κάτι να λέγεται όσο
όσο να δώσει όνομα στη γλώσσα στίχου
που το βαθύ το σκότος το περνά σε φως, στο βάθος
του δικιού, ενός δικού μας ήλιου

Γιάννης Κοντός, Τρία ποιήματα

Ό ταξιδιώτης μέ τό μαύρο κουτί

Αύτό τό άσπρο πρόσωπο,
το βαμμένο μέ στουπέτσι,
σάν φεγγάρι, σαν παπούτσι,
έρχεται από μακρια.
Περπάτησε δρόμους καί δρόμους
γιά νά φτάσει στά μέρη μας.
Περπάτησε ποιήματα,
δάση καί θάλασσες
γιά νά έρθει κοντά μας.

Τά σκούρα μάτια του,
μπάλες μπιλιάρδου.
Ό χρόνος, στέκα
μέ άκμή τή συγκεκριμένη
στιγμή, καί τό παιχνίδι
παίζεται παντού με επιτυχία.

Καί όπως τό φως πέφτει
άπαλά στίς λεμονιές, εμείς
τρώμε σοκολάτες γελώντας
καί ξέροντας τί μάς περιμένει.

***

Εύοσμη μέρα άρχίζει

Τί προπονητής θανάτου
είναι αυτή ή θάλασσα,
όπως τήν παρατηρώ από το σπίτι μου,
κάθε πρωί, καθώς βάζω τό πουλόβερ
το μαύρο, τό χθεσινό.
Καί ενώ τό κεφάλι μου
είναι στή λαιμόκοψη-στή λαιμητόμο,
σκέπτομαι οτι δεν ύπάρχει τίποτα
γύρω μου — ας έπιμένουν άνθρωποι,
αισθήματα καί άντικείμενα –
Θάλασσα δε βλέπω
γιατί μένω σέ βουνό
καί γύρω είναι λαγκάδια τα σκοτάδια.
Μπορεί τό χυμένο μολύβι και ο ουρανός
νά κάνουν αύτόν τόν άντικατοπτρισμό
τού φόβου καί νά ξεγιελιέμαι.

***

Λανθασμένες ταυτίσεις

στη Νατάσα Χατζηδάκι

Δύο κορίτσια μέ κοιτάνε επίμονα
καί μού μιλούν
μέ πυκνά επίθετα.
Φοράνε άσπρα καπέλα
καί από τό στόμα τους
τρέχουν λουλούδια
οπως στόν πίνακα τοΰ Μποτιτσέλι.
Τραβάω τήν καρέκλα
πρός τό μέρος τους
καί άκούγεται ό θόρυβος
μέχρι τήν Αγγλία.
Γιατί ήτανε Άγγλίδες
μέ κόκκινα μαλλιά,
μέ φακίδες στήν πλάτη
καί ήτανε σάν πνιγμένες
στό νερό, ακίνητες, ωραίες.
Έκεί όμως πού φώναζα
«έεε… τί γίνεται έκεί κάτω;»,
άπλωσαν τά μικρά τους χέρια
καί μέ παρέσυραν στήν ύγρή ήσυχία,
νομίζοντας πιθανώς οτι είμαι
ό Έντγκαρ Άλλαν Πόε.

*Από τη συλλογή “Στο γύρισμα της μέρας”, Εκδόσεις Κέδρος, Σεπτέμβρης 1992.

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Ποιήματα

Τα σύννεφα ενώνονται
Γίνονται σκάλες
Διάφανες μπάλες
Αναπηδούν στον ορίζοντα.

***

Ανταλλακτήρια χρυσού κατά μήκος της Εγνατίας
Η ροή των αυτοκινήτων με το σταγονόμετρο
Σε κάθε φανάρι ναρκωμένα παιδιά, άδειες βιτρίνες, ενοικιαστήρια.
Μέρος της ασφάλτου, σ’ αδιάκοπα μονά ζυγά
Εναλλασσόμενα στους χρόνους, χωρίς υπόμνηση ονόματος
Γλιστρώ ανάμεσα στις χαραμάδες.
Είμαι η αιώνια σκόνη των καταθλιπτικών κτιρίων.

***

Το ελληνικό σχολείο…
Των εξουθενωμένων μαθητών
Όπου κι εσύ θα συλλαβίσεις
Στίχους μεγάλων μας Σαλαμοποιητών…

***

Παραγιός άλλου Θεού
Κρύο φως πλοίου φορτηγού
Σε ομίχλη λιμανιού
Είδωλο ίου Θερμαϊκού.

Τεφρή σκόνη του καιρού
Σε τιμόνι καραβιού Γύρω,
θάνατος παντού
Και μια πόρνη πασπαρτού.

Στήθη στρογγυλά, μεστά
Ήβη, άσβεστη πυρά!
Τρεις σπονδές για επιστροφή
Μεσοχείμωνο, γιορτή.

***

Ξαμολημένοι, απολυμένοι…
Είμαστε λεύτεροι να τρέξουμε!
Εκεί που θάνατος μας περιμένει…
Κι ο κυνηγός, για να τον τέρφουμε!

***

Ξάπλωσε πια στη χλόη, καπετάνιο
Δεν πρόκειται να ξαναπροδοθείς
Φόρα το σκούφο σου, για να δεξιωθείς
Κι όλους τους φίλους εκεί πάνω…

Πάει και το επίδομα!
Μόνο έμεινε το βίδωμα…

Κερνούσες μπύρες
Όταν πέρασες…

Πήρες χαρτί!
Μ’ Αγίου μορφή
Μα κακογέρασες.

***

Θα ‘ναι βροχή…
Θα ‘ναι υγρασία κι ομίχλη.
Οι σκίουροι θα ξεμυτίζουν
Πίσω απ’ τα δέντρα.
Οι καμινάδες θα καπνίζουν
Στα αγροτόσπιτα.
Ατάραχα οροπέδια θα ποτίζονται
Και θα μουσκεύουν.
Κάπου, η γιαγιά θα αφηγείται
Ιστορίες απ’ τα νιάτα.
Δίπλα της, ο παππούς σκυφτός
Θα μου χαμογελά καλοσυνάτα.

*Από τη συλλογή “Ευλύγιστες μελαγχολίες”, Εκδόσεις Vakxikon, Μάιος 2014.

Τζούτζη Μαντζουράνη, Τρία ποιήματα

“ΚΟΚΚΙΝΟ ΦΑΝΑΡΙ.”

Σταματημένη στο φανάρι

Στην κίνηση της Κηφισίας.

Άλλη μια μέρα χωρίς αποτέλεσμα,

ακόμα μια μέρα 

σαν τη χτεσινή
ή μήπως χειρότερη;

Ανάβει το πράσινο μα κανείς δεν κουνιέται

όλα έχουν μείνει παγωμένα 
στην ίδια θέση.

Πλησιάζεις το παράθυρό μου

με το χέρι σου 
δειλά προτεταμένο.

Μη μου ζητάς ελεημοσύνη ρε φίλε,

μόνο απελπισία έχω πια

να σου δώσω…

***

ΚΑΠΟΙΑ ΜΕΡΑ…

Κάποια μέρα θα φύγεις πάλι.
Έτσι ξαφνικά,
όπως μπήκες στη ζωή μου,
θα χαθείς…
Θα μου μείνει η γεύση του φιλιού σου
στα χείλη μου
και η θολή ανάμνηση
από τα βράδυνά μας γέλια
πάνω στο κρεβάτι…
Κάποια μέρα θα φύγεις.
Δεν θα το ’χεις θελήσει εσύ,
Εγώ θα σε διώξω…

***

“ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ”…

Οι Λέξεις πρώτα,

τα Μάτια ύστερα

μετά, τα Χείλια…

όλα ένα μεγάλο χαμόγελο.

Και τέλος,

το Άγγιγμα.

Ενός κορμιού,
που είχε ήδη παραδώσει τη ψυχή του…

*Από τη συλλογή “Καφές και τσιγάρα”, Εκδόσεις Φίλντισι. Η ποιήτρια διαχειρίζεται το ιστολόγιο https://pitsiloti.blogspot.com

Edna Millay, Λίγα σύκα απ’ τα γαϊδουράγκαθα

Νέα κυκλοφορία

Περιοδικό – Εκδόσεις ΘΡΑΚΑ

Αγαπητοί φίλοι και συνεργάτες,

Σας ενημερώνουμε ότι κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις μας σε δίγλωσση έκδοση και για πρώτη φορά στα ελληνικά, το εξής βιβλίο:

​Edna St. Vincent Millay
Λίγα σύκα απ’ τα γαϊδουράγκαθα

Πρόλογος-μετάφραση: Χαρίλαος Νικολαΐδης
Επίμετρο: Ευαγγελία Κουλιζάκη
ISNB:978-618-5155-43-8
σελίδες 70
διαστάσεις 20,5 χ 14 εκ.

111

ένα έτσι's avatarένα έτσι

2017-12-06 19.53.08

Απ’ όσες συνθήκες ευνοούσαν την αποχώρηση, προτιμούσα το μίσος. Η δημιουργία της κατάλληλης απόστασης παραχωρεί στον δρόμο τον πρωταρχικό ρόλο. Τέμνεται αναπόφευκτα η ατσάλινη γροθιά μας με τον μαλακό ιστό της νύχτας, στο σημείο απ’ όπου όλες οι ιστορίες εκκινούνται. Θηλάζει σπέρμα η θαλασσα κι ο ήλιος αφοδεύει. Πριν κυριαρχήσει η ευδαιμονία μπορούσες να διακρίνεις καθαρότερα, ανάμεσα στις άναρθρες κραυγές του πλήθους, εκείνο τον ήχο που φρόντιζε το μέλλον να αναπτυχθεί, αυτούσιο, μες στην υδαρή λαμπρότητα που του ταιριάζει. Χρόνια που γέλασαν τον καρπό κι ο καρπός που επέτεινε την θλίξη. Μια αποκορύφωση, υποδόριων αρχών, ενός εγκλήματος. Η πάλη γνέφει τον χαιρετισμό της πληρεξούσιας εντολής θανάτωσης του έργου.

View original post

Γιώργος Αναγνώστου, Δύο ποιήματα



Διασποράς Νοήματα

Τόνους αέρα εκτοπίζει
η απογείωση
-αγαπή
βαρύ το κενό
-φιλια
έκκεντρης πλέον γλώσσας.

Σύμφωνα με νόμους βαρύτητας
απομακρύνουν το Ε1.
Βενιζέλος, σύννεφα μεταφοράς
αραιώνουν μιλιά ανά
defteroleπto.

Air vacuum
αναφωνήματα ααα όι ωχ! συνωστισμός
φωτάκια στις 5 Η, 7Ν,
12Ε, 8S-όσο μπορώ
να διακρίνω-φωτίζουν γαλόνια
διεσπαρμένου αλφαβήτου στροφές
στροβίλων άπληστα
γέρνουν γλώσσα.

-Αγάπη ακούς;
Φιλιά
χθεσινής νύχτας δαγκώστε
διασποράς συναρμολόγηση:

«Soi ΝΕα Ηχώ, α!α»cou p-
εράσματα
σύνορα διασχίζεις
συνόνειρα φορειν
for reign
αντίβαρα κανονικότητας
-πρόσφερε
αγάπη μου βροχή
προφορές!

***

Της Διγλωσσίας. Της Γλώσσας.

1.
Ένα ακόμα μπερδεμένο παιδί της
Διασποράς… Φορτώθηκε έτσι το
μεγάλο μπελά (για ένα συγγραφέα)
της διγλωσσίας. . .

-Καίη Τσιτσέλη (αυτοβιογραφούμενη)

Διγλωσσία,
άντε τώρα τα τρυγίσεις
τα… ορυχεία σου

2. «πως πέρασα τρελή στην ξενιτιά»
-Β. Τσιτσάνης

Ξενιτιά: τρέλα alert

3.
στου λεξικού τον οίκο
βρήκα μέθη βρήκα οίνο
βρήκα κι ένα γιώτα
που αν το είχα φανταστεί
μ’ ένα όμικρον και πρόσθετα το χι
θα μαρσάριζα με γιόταχι
πρόζα και ποιητική
υπογεγραμμένες χιαστή!

*Από τη συλλογή “Γλώσσες Χ Επαφής, Επιστολές εξ Αμερικής”, Εκδόσεις Ενδυμίων, Απρίλιος 2016.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Κλαρίτες πάντα

Τι κι αν
ο εφιάλτης κολυμπά στο αίμα μας
αλύπητα μας ξεσκίζει ο καιρός
και λιώνουμε ως το μεδούλι

αργά ξεφυτρώνουμε
σαν τον υδράργυρο
όπως το σπίθισμα της λάμπας
στον έρημο δρόμο

ακροβατώντας πάνω σε ίνες λεπτές
διαβάζοντας φύλλα κατάξερα
μέσα σε ρωγμές
και χαραμάδες

γυμνοί
θεόγυμνοι

για μια ανάσα
για ένα τράνταγμα
για ένα φιλί

κλαρίτες πάντα.

Αλέξης Αντωνόπουλος, Ο κύριος Παπαδημητρίου και το βλέμμα εκείνης της γάτας

Ήταν εκείνο το πρωινό, όταν δεν μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι κι ας ήταν το σώμα του ακόμα γερό, που ο κύριος Παπαδημητρίου κατάλαβε. Ξαπλωμένος, σκεπτόμενος όλα όσα τον περιμένουν εκεί έξω, σκεπτόμενος πως θα πρέπει και πάλι να σφίξει τις παλάμες του και την έκφραση στο πρόσωπο του πριν βγει από το σπίτι (προσπαθούσε και τώρα να σφίξει την έκφραση στο πρόσωπο του, μα του ήταν αδύνατον· ίσως γι’ αυτό δεν μπορούσε να σηκωθεί), θυμήθηκε εκείνη την αδέσποτη γάτα: Tόσο άρρωστη που είχε φοβηθεί να την αγγίξει. Η γάτα είχε βρεθεί αναπάντεχα μπροστά του δυο μέρες πριν, σε κάποιον έρημο δρόμο – ακίνητη, ζωντανή, καθιστή. H γλώσσα της κρεμόταν έξω από το στόμα, και ο κύριος Παπαδημητρίου δεν είχε κανέναν τρόπο να ξέρει ότι με ένα του άγγιγμα το ζώο δεν θα ξεψυχούσε. Μα ακόμα κι αν η γάτα ήθελε το άγγιγμα· ο κύριος Παπαδημητρίου δεν ήξερε πώς ν’ αγγίξει τον θάνατο, ο κύριος Παπαδημητρίου μόλις που μπορούσε να στοχαστεί τον θάνατο.

Εκείνο το πρωινό, η γλώσσα του κύριου Παπαδημητρίου δεν ήταν έξω από το στόμα, οπότε υπήρχαν σημαντικές διαφορές ακόμα ανάμεσα σ’ εκείνον και τη γάτα. Το βλέμμα του, όμως, ήταν ολόιδιο. Το ήξερε χωρίς να χρειαστεί καθρέφτη. Ναι, δεν είχε μόνο εκείνο το πρωινό το ίδιο βλέμμα – το είχε συνέχεια αν δεν έσφιγγε την έκφραση στο πρόσωπο του, αν έστω για λίγο ξεχνιόταν.

Κι έτσι, θυμήθηκε τη γάτα, θυμήθηκε την ντροπή του σαν έφυγε χωρίς να τη βοηθήσει, και θύμωσε με τη γάτα – αφού η γάτα ήταν καλά. Εκείνο το πρωινό, ο κύριος Παπαδημητρίου κατάλαβε. Η γάτα ήταν καλά. Η γάτα είχε αποκτήσει αυτήν την έκφραση για να τον κοροϊδέψει. Τον είχε δει να περπατά πριν τη δει, και είχε αποφασίσει να τον μιμηθεί για να τον κοροϊδέψει. Εκείνο το πρωινό, ο κύριος Παπαδημητρίου κατάλαβε. Ήταν το βλέμμα του στο βλέμμα της γάτας· ήταν αυτός ο λόγος που φοβόταν να την αγγίξει.

*Για περισσότερα κείμενα του Αλέξη Αντωνόπουλου: http://www.alexantonopoulos.com