Κατερίνα Λιάτζουρα, Αποκαΐδια ηθικής, Εκδόσεις «Βακχικόν»

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Στις μέρες μας κυκλοφορούν αρκετές ποιητικές συλλογές, που εμπεριέχουν σύγχρονο κοινωνικό προβληματισμό. Αυτές οι συλλογές δέχονται δύο ειδών επικρίσεις. Από τη μια μεριά, το να γράψει κανείς ποίηση για την κρίση, θεωρείται κλισέ και από την άλλη η κοινωνική ποίηση χαρακτηρίζεται συλλήβδην ως στρατευμένη. Και οι δύο προσεγγίσεις είναι λάθος. Σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης, όλο και περισσότεροι ποιητές νιώθουν μέσα τους ένα ξέσπασμα διαμαρτυρίας και αγανάκτησης και θέλουν να βροντοφωνάξουν με την ποίησή τους. Όσον αφορά τη στράτευση, θεωρούμε, ότι μπορεί να υπάρξει ποίηση πολιτικοποιημένη, όχι, όμως, κομματικοποιημένη γιατί τότε παύει να είναι ποίηση κι ας έχει στίχους. Άρα, η ποίηση μπορεί να έχει καλή έννοια ως στρατευμένη, όχι απαραίτητα σε ένα κόμμα, αλλά σε μια ευρύτερη ιδεολογία.

Τέτοιες σκέψεις κάναμε, διαβάζοντας το βιβλίο της Κατερίνας Λιάτζουρα: «Αποκαΐδια ηθικής», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις: Βακχικόν». Πρόκειται για μια ποιητική συλλογή, που περιλαμβάνει κυρίως κοινωνική ποίηση με άμεσες αναφορές στα σύγχρονα κοινωνικά αδιέξοδα της οικονομικής κρίσης. Θα μπορούσαμε, μάλιστα, να χαρακτηρίσουμε την ποίηση της Λιάτζουρα, ως αντιμνημονιακή, διαβάζοντας ποιήματα, όπως το: «Πλατεία Συντάγματος 2011», όμως, έτσι θα διακινδυνεύαμε να καλύψουμε μόνο ένα μέρος του κοινωνικού της προβληματισμού.

Η πλύση εγκεφάλου, που γίνεται στον σύγχρονο άνθρωπο, από τα ΜΜΕ δημιουργεί ένα σκόπιμο μπέρδεμα: «Νιώθω στο κεφάλι μου ένα καζάνι. / Μεγάλο όσο ο κόσμος που αγαπώ. / Ξέχειλο από ιδιαιτερότητες και δυστροπίες / ξέχειλο από θρησκείες, πατρίδες και καθωσπρεπισμούς.» Και για όσους αντιστέκονται: «Οι δίκες των μαγισσών πάντα καταλήγουν στην ομολογία / ή στον εξορκισμό.» Σε άλλο ποίημα, η Κατερίνα Λιάτζουρα στηλιτεύει την πολιτική, όπου της δίνει την παλιά σωστή της έννοια της απάτης: «Τότε που γεννήθηκε η επαναστατική μου προσδοκία / η ρύπανση της πολιτικής μού μαύρισε το μάτι.», ενώ για τις προσδοκίες κοινωνικής αλλαγής μέσω εκλογών Θα γράψει: «Τα κτήρια γύρω καταρρέουν στο μυαλό / το ίδιο και η ελπίδα της ανατροπής.», για να καταλήξει: «Ξεκίνησε ο χορός της υποταγής.» και αλλού: «Τι σκοτίζεσαι στολιδάκι; / Στο τέλος των εκλογών / θα σε βυθίσουν και πάλι στη χρόνια λήθη σου. / Γιατί έτσι σε θέλουνε. / Κοιμισμένο.» Παρακάτω, η ποιήτρια δεν θα διστάσει να τα βάλει με τον άνθρωπο, που κλείνει τα μάτια του μπροστά στα κοινωνικά ζητήματα και κάθεται στον καναπέ περιμένοντας «την ψυχική ανάταση ή και τη λιποαναρρόφηση», ενώ στο τέλος του ποιήματος, ρωτάει ειρωνικά: «Και αναρωτήθηκες αφού με λίζινγκ τα ανέθρεψες όλα / γιατί μπάζουν τα όνειρά σου;» Όμως, η Κατερίνα Λιάτζουρα δεν γράφει μόνο για να περιγράψει τα κακώς κείμενα, αλλά κυρίως για να αφυπνίσει: «Το θέαμα της Ιστορίας και των εγκλημάτων της / γεννά παιδιά εξεγερμένα».

Ένα μεγάλο μέρος της ποιητικής συλλογής της Κατερίνας Λιάτζουρα «Αποκαΐδια ηθικής» αναφέρεται στους μετανάστες και τους πρόσφυγες, περνώντας ξεκάθαρα αντιρατσιστικά μηνύματα. Έτσι, οι πρόσφυγες περιγράφονται ως «όμηροι ανεδαφικών περιορισμών» και το κλείσιμο των συνόρων φέρνει απελπισία: «Κι όμως τα βρέφη γεράσανε πρόωρα. / Κυρτώσανε οι ράχες τους / καμπούριασε η ελπίδα.» και αλλού: «Στο αμπάρι ενός σαπιοκάραβου είναι στοιβαγμένη η ελπίδα μου. / Στρίμωξα τη ζωή μου ανάμεσα σε νεκροζώντανα κουφάρια. / έχω κλειστοφοβία -σας το ‘πα;» Αλλά, η ποιήτρια δεν στέκεται μόνο στο τι περνάνε οι πρόσφυγες μέχρι να φτάσουν στην Ελλάδα, αλλά και τι περνάνε μέσα στην Ελλάδα. Έτσι, στο ποίημα «Ριτσώνα camp» θα γράψει: «Η ελπίδα ωστόσο σάπισε / Σάπισε στο πορτμπαγκάζ.», ενώ στο ποίημα «Ειδομένη» θα ειρωνευτεί τραγικά: «Τιμή ευκαιρίας. / Στις δύο ψυχές η τρίτη δώρο.»

Η ποιητική συλλογή της Κατερίνας Λιάτζουρα: «Αποκαΐδια ηθικής» είναι γραμμένη σε ελεύθερο στίχο, με αυστηρή οικονομία λέξεων ακόμα και σε κάποια πολύστιχα ποιήματα, ενώ υπάρχει εσωτερικός ρυθμός και αποφεύγεται η πεζολογία. Η ποίηση της Λιάτζουρα είναι κατανοητή και δεν χάνεται σε δαιδαλώδεις λαβύρινθους ερμητικά κλειστών νοημάτων.

Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή της Κατερίνας Λιάτζουρα «Αποκαΐδια ηθικής» παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον και είναι πραγματικά αφιερωμένη, όπως γράφει και η ίδια στην αφιέρωση-προμετωπίδα του βιβλίου της: «Σε όσους ονειρεύονται ακόμα / και ελπίζουν / τον κόσμο ετούτο να αλλάξουνε.»

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, No 79 (ψυχεδελικό μοντάζ)

~
(Χαρούμενες
πόλεις από λύπη,
με drone που πετούν σαν μεγάλα
πουλιά
από κεφάλι σε κεφάλι,
με δρόμους φτιαγμένους από καλλιτέχνες εργολάβους,
με τα ψυχαναλυτικά σχήματα
μανάδων,
να πουτανιάζουν
σε αυτοκίνητα που γυαλίζουν,
με τους άνδρες
να ρυθμίζουν το βάρος τους
σε διαδικτυακά
διακυβεύματα
με φρέσκα λαχανικά από το μαγικό χωριό τους)
~
κι ένα
φωτεινό παραθυράκι τουαλέτας κάπου,
ένα βράδυ
με τις τρύπες του,
με τα μεγάλα μάτια που αναστενάζουν κατουρώντας,
που περιμένουν ήσυχα
τον έρωτα,
με διάθεση από τη δίψα της ηλικίας,
να αδειάσουν
την πολύτιμη ήττα τους
για να δουν
αν είναι ζωντανοί,
αν μπορούν να κρατήσουν στο λαιμό,
τη γεύση
από το τελευταίο
μεταμοντέρνο
θηλασμό τους.
~
(alexmil)
~
καλό βράδυ έρωτες ~α
με στίχους στον εξπρεσσιονισμό της φωτογραφiας, στη μαγεία του Hoyem.

Αλέξης Αντωνόπουλος, Προς όνειρα

Όνειρα: Δώστε μου χέρια να κρατήσω·
χέρια που κάποτε είχα κρατήσει.

Δώστε μου τα χέρια που θα έπρεπε να κρατάω απόψε·
αν μου τα δώσετε, θα τα κρατάω απόψε.

Αν κάνετε καλά τη δουλειά σας και κρύψετε την ησυχία
αν μου θυμίσετε ποιο δαχτυλίδι ήταν σε ποιο δάχτυλο
και σε ποιο χέρι ήταν το βραχιόλι

αν κάνετε καλά τη δουλειά σας
ποιος θα μπορεί ν’ αρνηθεί ότι απόψε κράτησα τα χέρια·
τα χέρια που κάποτε κρατούσα;

Θα θυμηθώ το κάθε κόσμημα.
Την ανάσα της όταν ερχόταν ο ύπνος.
Και όποιος κι αν έβλεπε μαζί μου απόψε
εκείνα που απόψε θα μου δείξετε

όποιος κι αν έβλεπε μαζί μου απόψε
εκείνα που θα δω
δεν θα μπορούσε παρά να ομολογήσει πως

Είναι αληθινό. Σας τ’ ορκίζομαι, είναι αληθινό.

135

ένα έτσι's avatarένα έτσι

anuooooow

Σαν βασανίζομαι, από κάθε έρωτα που αποκτά το πρόσωπό μου, πλέκω τα δάχτυλά μου μεταξύ τους, έτσι που και να ήθελα να αποδράσω να μην τα κατάφερνα. Είναι πιότερο δύσκολο να ασπαστείς την μοναδικότητα του ξερολιθιού από ότι να καταπιείς την θάλασσα. Σηματοδοτεί ο καπνός το αφερέγγυο της πλάσης μου. Κάθε ελπίδα να σιγοντάρει την έλλειψη οράματος. Ο περιούσιος θόλος σφαδάζει την αναπνοή. Αποπειράσε να επιστρέψεις, μα αυτό απαιτεί ένα συναίσθημα που δεν ορίζεις. Απόκτησε καλύτερα ένα φωνήεν. Απόλαυσε το στην κρυστάλλινη απογοήτευσή του. Εξασκήσου πάνω μου. Δώσε την διαταγή ενός παγωμένου τόπου, σφυρηλατημένου στις μοίρες, στις αυτοσχέδιες επάλξεις, στην επαλήθευση της ηδονής. Γλίτωσε με, από όλους τους πολύτροπους ανθούς, ξεκινώντας τον πόλεμο που μου ταιριάζει. Κρύωνε όσο μπορείς, κρύωνε κι άλλο, κρύωνε μέχρι την εξασθένιση του σήματος. Το σκοτάδι δεν ορέγεται μυστικά και συντρόφους.

View original post

Dorothy Parker, Δύο ποιήματα

Τραγούδι αγάπης

Ο έρωτάς μου ο αγαπημένος, είναι τολμηρός και δυνατός
Και δε νοιάζεται για ό,τι έρχεται μετά.
Των λόγων του ο ήχος, όπως από χρυσές καμπάνες είναι γλυκός,
Και φωτίζεται από γέλιο η δική του η ματιά.
Πανηγυρίζει σαν σημαία ξεδιπλωμένος —
Ω, ένα κορίτσι δεν θα τον λησμονήσει.
Είναι ο κόσμος μου όλος, ο έρωτάς μου ο αγαπημένος —
Κι αχ! μακάρι ποτέ να μην τον είχα συναντήσει!

Ο αγαπημένος μου είναι τρελός, κι ο αγαπημένος μου είναι ταχύς,
Και τον γέννησε μια άγρια νύμφη νεαρή!
Οι τρόποι του είναι έντιμοι στα φτερωτά του πόδια,
Κι ηλιόλουστοι είναι γι αυτόν οι ουρανοί.
Τόσο άγρια γλυκός φαίνεται στην καρδιά μου
Όσο το άρωμα από ακακία.
Ο δικός μου αγαπημένος έρωτας, είναι όλα τα όνειρά μου —
Κι αχ! μακάρι να ήταν στην Ασία.

Ο έρωτάς μου σαν ημέρα του Ιούνη περνά,
Και δεν κάνει φίλους των καημών.
Στου ζωηρού χορού τον καλπασμό θα περπατά
Το μονοπάτι των επομένων ημερών.
Εκεί που οι ηλιαχτίδες ξεκινούν τις μέρες του θα ζήσει
Μηδέ από καταιγίδα ή άνεμο θα μπορούσε να ξεριζωθεί.
Ο δικός μου αγαπημένος έρωτας, είναι η καρδιά μου όλη —
Κι εύχομαι από κάποιον νάχε πυροβοληθεί.

***

Ένα τέλειο ρόδο

Από τη στιγμή που γνωριστήκαμε, ένα μου έστειλε
λουλούδι απλό.
Τον αγγελιοφόρο του διάλεξε προσεκτικά·
Ένα τριαντάφυλλο τέλειο, αγνό-
Βαθύκαρδο, υγρό, βρεγμένο ακόμη από δροσιά.

Του μικρού λουλουδιού ήξερα τη λαλιά·
«Τα εύθραυστα φύλλα», έλεγε, «κλείνουν τη δική του καρδιά»
Η αγάπη έχει πάρει από καιρό
Ένα ρόδο τέλειο, για δικό της φυλακτό.

Γιατί όμως κανείς, υποθέτεις, μου έστειλε σπανίως
Μια τέλεια λιμουζίνα; Α όχι!
Ένα τέλειο ρόδο να παίρνω αιωνίως
Η τύχη μου τόχει!

*Από το βιβλίο “Ντόροθι Πάρκερ Ποιήματα”. Σε μετάφραση Ασημίνας Λαμπράκου. Ψηφιακή έκδοση, Οκτώβρης 2017.

Τάσος Ρούσσος, Η νύχτα

I

Νύχτα, νύχτα, βάθος του έβένου
πίκρα μοναχή σαν κυπαρίσσι
κολυμπάει στις φλέβες μας ό κόσμος,
φεύγει καί γυρίζει γύρω άπό ’να
σκοτεινό κι άκίνητο μαγνήτη.

Όμως πάντα υπάρχει μες στο αίμα
μια φωνή τυφλή πού μάς ορίζει.
Τήν άκοΰς για λίγο, μά ύστερα τό ψέμα:
τα κομμένα χέρια μας πού ψάχνουν
άετούς γιγάντιους στον άγέρα.

Αγρυπνούμε στά βιβλία καί διαβαίνουν
τ’άστρα γυμνωμένα, ό κόσμος όλος
λαμπερός σά βότσαλο στον ήλιο.
Ένα φως σκληρό πού μεγαλώνει
καί μάς κρύβει τ’ άστρα καί τον κόσμο.

Δεν υπάρχει φως όπως τό βλέπουν
τά θαμπά μας μάτια. Είναι καθρέφτης
όπου άποδημούνε σαν πουλιά
οί αισθήσεις διψασμένες καί γυρίζουν
φορτωμένες μια πορφύρα μαύρη.

Έχουμε τά χέρια μας κι ύπάρχουν
δέντρα καί καρποί, κορμιά στον ήλιο.
Σέ σκιές άπλώνουμε τά χέρια,
δίνουμε τό σώμα μας στήν πίκρα.
Δεν υπάρχει φως. Αύτό πού λάμπει
καί σηκώνεται στα μάτια μας σά δέντρο,
σά βουνό καί σάρκα, είναι ό καιρός.
Ξέφυγε άπ’τά βάθη μας καί τώρα,
θήκες τού κακού, παραπατάμε
μες στις ίδιες μας στιγμές μονάχοι.

II
…………………………………………….
Σάρκα καί ψυχή. Σά γεννηθούμε,
μίσος άξεδιάλυτον ορίζει
κατοικία τής γής τον ούρανό.
Τό κακό περνάει σαν καβαλάρης
μες στις φλέβες πού άρχισαν να φέγγουν.
Παίρνει φως ή νύχτα, ξημερώνει
έρωτας, άγάπη καί καημός.
Οί άνθοί γεννιούνται όπως απλώνει
φλογισμένη ό ίλιγγος παλάμη,
δέρμα τής ζωής καί τού θανάτου.
Ξενυχτάει στά χέρια μας ή πλάση
λάμπουνε τα δέντρα σαν άστέρια
τα πουλιά βαστούνε τήν καρδιά μας.
Ύστερα χορεύει, σκοτεινός
με τά σάπια φύλλα ενας άγέρας.
Πέφτει ό ήλιος, ξίφος τροχισμένο,
στα κορμιά πού λάμπουν σά γυαλί.
Ίσκιος δεν υπάρχει να σωθούμε,
ζωντανοί νά γίνουν οί καθρέφτες.

Νύχτα, τής ψυχής βαθύ νερό,
θρόμβοι των άστερισμών άνοίγουν
τις πλατιές άκτές των ουρανών,
έρχονται πουλιά σά φλόγες κι όλο πέφτουν,
πέφτουνε στο γήινο χιόνι.

III

Θέλεις νά φωνάξεις, μά ή κραυγή σου
στο νερό βυθίζει πού θηλάζει
τον παλμό τής πλάσης καί τού ονείρου,
σκοτεινό κι άμίλητο νερό.

Ποιός ύπάρχει μέσα στο κορμί μας;
Ποιός μέσα στις πράξεις μας κι άνάβει
την πικρή φωτιά στο πρόσωπό μας;
Βλέπουμε κι άγγίζουμε τά πάντα,
ήλιε, σκοτεινέ γρανίτη πού είσαι;

Είμαστε κλεισμένοι, μες στη φρίκη
δεν μπορούμε, δεν την ξέρουμε, γιατί ’ναι
χέρι φωτεινό καί μας προσφέρει
λαμπερούς καρπούς, κορμιά πού θέλουν
ποταμούς αισθήσεων να χορτάσουν.

Νύχτα, ή νύχτα πρόσωπο τού χρόνου
κατοικία τού χρόνου κι ή καρδιά μας
πέφτει σά γεράκι σ’ ό,τι άγγίζει.
Είμαστε μονάχοι μες στή νύχτα
κι ό,τι ’ναι δικό μας μας χωρίζει
άπό μάς τούς ίδιους. Δεν άργεί
κάρβουνο να γίνει ή κάθε πράξη.

Κάποτε ξαφνιάζει την ψυχή μας
μια σοφή σιωπή πού σβήνει άμέσως.
Λάμπουμε για λίγο, μά καί πάλι
ό εγκόσμιος ρόχθος κι ή καρδιά μας.

IV

Σιωπηλά τά δέντρα καί βαραίνουν
οί καρποί, σταγόνες τού καιρού,
μες στο κούφιο σώμα πού σωριάζει
πλήθος τις στιγμές σά σταλαχτίτες.

Προτομές του χρόνου στή σειρά
τούς άνθούς κοιτάμε νά περνούν,
τά πουλιά νά σβήνουν στον άγέρα.
Ένα μαύρο ρούχο θά σφουγγίσει
το σκαμμένο μάρμαρο καί πάλι
στο θαμπό γρανίτη θά χαθούμε.
…………………………………………….
Φύλλωμα τού χρόνου ή νύχτα φτάνει
στά κλαδιά της φτερουγίζουν οί ποιητές
καί ραμφίζουνε το άσήμι καί το άλάτι.

*Από τη συλλογή “Ο ξεναγός και η νύχτα”, Εκδόσεις Κείμενα, Αθήνα 1981.

Μανόλης Αναγνωστάκης, Επίλογος (από τη συλλογή «Ο στόχος»)

Βίκυ Παπαπροδρόμου's avatarΒίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Κώστας Καρυωτάκης & Μίκης Θεοδωράκης, Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων
(τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / δίσκος: Καρυωτάκης (1984))

Επίλογος

Κι όχι αυταπάτες προπαντός.

Το πολύ-πολύ να τους εκλάβεις σα δυο θαμπούς προβολείς μες στην ομίχλη
Σαν ένα δελτάριο σε φίλους που λείπουν με τη μοναδική λέξη: ζω.

«Γιατί», όπως πολύ σωστά είπε κάποτε κι ο φίλος μου ο Τίτος,
«Κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες
Κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα.»

Έστω.
Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς.

Από τη συλλογή Ο στόχος (1970) του Μανόλη Αναγνωστάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Αναγνωστάκης

View original post

Τάσος Π. Καραντής, Δύο ποιήματα

Απώλειες

Ας το παραδεχτούμε.
Χάσαμε τον εαυτό μας
κι απομείναμε
υπόδουλες σκιές.
Κόπηκαν οι λέξεις μας στα δύο
κι αιμορραγούμε
απ’ το στόμα.
Κόλλησε το όνειρο
στο μυαλό μας,
μες στη λάσπη μιας χημικής βροχής·
Πέσαμε στα γόνατα
γιατί δεν μάθαμε φαίνεται ακόμα
να ζούμε εικονικά.
Φιμωθήκαμε μ ένα χαμόγελο
και κλαίμε στα κρυφά
μη τυχόν και μας καταγράψουν
οι κάμερες.
Εξόριστοι είμαστε
από τη μνήμη μας
σε κατάσταση αφασίας
κι εγκωμιάζουμε
τη σήψη που μας κυβερνά
χαζεύοντας μ ένα τηλεκοντρόλ στο χέρι.

***

Παιδικά φαντάσματα

Γέμισε ο ουρανός
παιδιά.
Κλαμένα περπατάνε
μ’ ένα αστέρι στο χέρι τους.
Φωνή δεν έχουν,
την άφησαν
κάτω στη γη
κλειδωμένη
πίσω από τα παγωμένα τους χειλάκια.
Άδειασε ο κόσμος από τα λαμπερά τους βλέμματα.
δίχως φως
θα ’ναι πια
οι μέρες μας,
χωρίς χαμόγελα
θα σέρνεται
η ζωή μας
βουτηγμένη στη σκιά
ενός μαχαιρωμένου απ’ τα χέρια μας
ήλιου
βουλιαγμένου
σε μια λίμνη από αίμα.
Τυφλές θα ’ναι οι νύχτες μας
χωρίς όνειρα
και το αύριο.
ανέλπιδο
θαμμένο
κάτω απ’ τα ερείπια
της ανελέητα βομβαρδισμένης
ψυχής μας.
Τώρα θα φοβόμαστε
μέρα και νύχτα
τα φαντάσματα
γιατί θα φορούν σαν μάσκα
το δικό μας παιδικό πρόσωπο
καταματωμένο
και θα κλεινόμαστε
ερμητικά
στα διαμερίσματά μας
προσπαθώντας
να γλυτώσουμε
απ’ τα ίδια μας τ’ αβάσταχτα βογκητά
βάζοντας τις τηλεοράσεις μας
στην διαπασών.
Νέοι ήχοι
από πολεμικά αεροπλάνα
θα κατακλύζουν τώρα
τ’ αυτιά μας.

*Από τη συλλογή “Υπήκοοι”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2008.

Kent MacCarter, The 2018 Event Horizon of Micro Press Poetry Publishing in Australia

An abridged version of this report,‘They will oxidise before you even finish reading’, first appeared in Overland 227. It is reproduced here with kind permission from the editor. It is an ur-follow-up to ‘Australian Print Poetry and the Small Press: Who’s Doing the Books?’ published in this journal in 2012.

I begin with cosmic censorship conjecture, a formally observed tête-à-tête that coils between astrophysicists whenever they get worked up over space and matter. Einstein’s theory of general relativity predicts that matter can cataclysmically implode to a state where a given density and the space-time curvature split towards infinite values. This is referred to as a singularity, and is, for our purposes, a distillation of how a black hole forms. If our sun were compressed to have a radius of 3 km, instead of its roomier 695,700 km, yet sporting the same oomph, then here we’d be. Extending out from a black hole’s near-unfathomably dense centre and extraordinary gravity is a finite volume of space that ends in an event horizon: a demarcation – a line in the cosmic sands – from which nothing inside can escape: rock, metal, Judas Priest, photons, alliteration, and so on. The closer that matter gets to a singularity, the more the laws of physics (as humans have defined them) fail, no longer compute, or completely dissipate. It has been proposed that a grip of physical governance must be afoot, defining how much this volume is and why it’s there at all. Hence … the conjecture.

Now, to superimpose my rudimentary take on astrophysics onto the heavens of Australian poetry, there have been a number of singularities – literary black holes, far from vacuous, and dense with the churning storms of career prestige and literary recognition – of late: John Kinsella’s The turnrow Anthology of Contemporary Australian Poetry; the Langford, Beveridge, Johnson and Musgrave firm’s Contemporary Australian Poetry; John Leonard’s The Puncher and Wattmann Anthology of Australian Poetry; Tracy Ryan and John Kinsella’s The Fremantle Press Anthology of Western Australian Poetry; annual tractor beams of Best Australian Poetry; the perplexingly unsung Contemporary Australian Feminist Poetry, edited by Bonny Cassidy and Jessica Wilkinson; and Cordite Publishing Inc.’s own 20 Poets. These are the tomes that Australia’s trade market masses will assume as benchmarks. No set of publishing laws govern them. Their commonality is that they are zeitgeist end zones – even if some of these publications suffer from hyperopia or are plainly myopic, their recent creation still necessitated creators to reverse engineer who were the special young poets in 1993, what was best-of in 2007, who was Wheat Belt – worthy and, ostensibly, why – that attempt to plot the wending trajectory of our national poetic at qualified intervals. They are the literary apotheoses – tumbling batteries of black holes and resultant event horizons – proffered by small press publishers. These anthologies have one lever of (literary) physics that matter does not: editors. Yes, this is an important variable. Yet, blithely, I set aside this distinction henceforth. To keep things simpler, I aggregate these anthologies into one meta-singularity, a cluster of literary black holes, for a primary reference point. Make no mistake, the gravity of these anthologies is required and important. How does their power pull on creative intention and professional function? Where does that begin, and in what format?

Continue reading →

υπολόγισε

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Είναι γνωστό πως υπάρχουν
Δισεκατομμύρια θύματα στον κόσμο αυτό
Κι άλλοι τόσοι στίχοι που τα υπερασπίζονται
Κι οι δύο κατάλογοι μακραίνουν συνεχώς
Και μοιάζει λες και ανταγωνίζονται ο ένας τον άλλον.
Ελάχιστοι προσπαθούν να κάνουν κάτι πραγματικά
Για να σταματήσει αυτή η ιλαροτραγωδία.
Φυσικά, ούτε κι αυτοί οι στίχοι προσφέρουν κάποια λύση
Μα σε τι μπορείς να ελπίζεις εξάλλου
Αν ακόμη πιστεύεις στην υπόληψή σου;

View original post