Βασίλης Βασιλειάδης, μία γυναίκα καθόταν δίπλα μου

Σήμερα στό μπάρ
μία γυναίκα καθόταν δίπλα μου
όσο μιλούσαμε γελούσε κάπου κάπου δυνατά
αλλά τό γέλιο της δέν μπορούσε νά κρύψει
τίς βαθιές ουλές πού άφησαν οί ματαιώσεις στό βλέμμα της
ή απελπισία ονομάτιζε περιγελαστικά τά όνειρα της ψευδαισθήσεις
εσύ τί ψάχνεις; μέ ρώτησε
λίγα πράγματα χωρίς εκζήτηση, απλά, τής χαμογέλασα
όπως
μία απροσποίητη δόνηση ζωής
μία πηγαία ανυπομονησία
μία άρνηση αδιαμεσολάβητη
ίσως μία απαίτηση νά σταματήσει ή φαιδρότητα τής λογικής νά υποδύεται τήν αυθεντία
ή
έστω κι ένα βήμα αντικοινωνικό
ένα χλευαστικό γέλιο
ό,τι μού τύχει από αυτά
γιά κοίτα τό βλέμμα, μου είπε
βλέπεις τά σημάδια πού άφησαν οί ματαιώσεις τών ονείρων μου;
ή αυτογνωσία της μέ ακύρωσε
δέν ήμουν εγώ ό έμπειρος εκτιμητής τής ζωής της
θά τ’ αποκτήσεις κι εσύ,συνέχισε
μόνο πού τά δικά σου σημάδια
γιατί είσαι απονήρευτος
θά χαράξουν τό βλέμμα τού μυαλού σου βαθύτερα
αλλά σού εύχομαι νά μήν καταντήσεις σάν κι εμένα
απαυδισμένη
πού κοροϊδεύω τά όνειρα μου μέ τό παρατσούκλι τους “ψευδαισθήσεις”
ακόμη κι αν σέ τυφλώσουν οί χαρακιές τών ματαιώσεων
πείσμωσε
καί συνέχισε νά όνειρεύεσαι μέσα στό σκοτάδι
γιατί τό όνειρο
είναι λίγες στιγμές τρελού ερωτισμού
ενός μεγάλου έρωτα γιά τή ζωή
κέρασε τό ποτό μου
κι έφυγε.

*Ημερομηνία δημιουργίας 1989, τόπος Μιλάνο /Γκαλέρια, 29 χρόνια πρίν, τώρα ενταγμένο στήν ενότητα “Ριπές Γραφής”.

Πέτρος Σκυθιώτης, Οι ακαδημαϊκές σημειώσεις του Ίαν Μάρκεζιτς

ΕΠΙΤΡΑΠΕΖΙΟ



Ο Αλμπέρτο είχε μία τσάντα, όπου έλεγε πως κουβαλούσε

όλο το Παρίσι.

Όταν πίναμε καφέ στη βεράντα, την άνοιγε, τα άπλωνε

στο τραπέζι κι έδειχνε: τώρα έπρεπε να ήμασταν εδώ, μετά

θα πηγαίναμε εκεί, στις έντεκα θα τριγυρνούσαμε εκεί.

Δεν είχα δει ως τότε άνθρωπο να χωράει τρεις γειτονιές

σε μια τσάντα, πόσω μάλλον μια πόλη.

Μόνο που η τσάντα δεν περιείχε τίποτα άλλο εκτός από

κουδούνια. Συνδεδεμένα με καλώδια χτυπούσαν το ένα

μετά το άλλο· πάντα με την ίδια ακριβώς σειρά.

Η ζωή είναι η ακολουθία κουδουνιών που χτύπησες,

είπε. Κι η μνήμη το Παρίσι, αλλά μπορεί

και όχι.
​

*Ο Πέτρος Σκυθιώτης γεννήθηκε το 1992 στη Λάρισα. Σπούδασε Παιδαγωγικά. Έχει εκδώσει μία ποιητική συλλογή, τη Συνθήκη Ισορροπίας (Εκδόσεις Θράκα, 2014). Το 2015 συμμετείχε στο 2ο Φεστιβάλ Νέων
Λογοτεχνών, στο πλαίσιο της 12ης Δ.Ε.Β.Θ. και στην ανθολογία “New Voices of Greece” που εκδόθηκε από το Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού και παρουσιάστηκε στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Φρανκφούρτης.

Γιώργος Βασιλείου, από τις “Επτά Ελεγείες για την Ελλάδα”

Ελεγεία πρώτη

ΘΡΗΝΟΣ

Ο δρόμος προς το νεκροταφείο είναι φραγμένος με δύο
σειρές βαθυπράσινα ψηλά κυπαρίσσια…
Η νεκροφόρα με το σαρκοφάγο φέρετρο
κυλά επάνω στο άρμα αργά, με τελετουργικό ρυθμό.

Οι ιερείς ψάλλουν τις θλιβερές
και μακάβριες ευλογίες
που αρμόζουν στην τιμή και
την υπόληψη του νεκρού.

Η πύλη του νεκροταφείου είναι ανοιχτή —
το άρμα μπαίνει με τον νεκρό στη τελευταία του
επίγεια κατοικία, ακολουθούμενο από το λαό

Κάθομαι στο πρεβάζι του παραθύρου
και τους κοιτώ, καθώς μια άλλη πομπή κηδείας
αρχίζει να κυλά από την αριστερή μεριά μακριά στον κάμπο.

Διαφορετική κατεύθυνση,
ίδιος προορισμός…

Όμως αυτή η κηδεία δεν έχει επισημότητα.
Δεν υπάρχει ιερέας.
Και λίγοι οι ακόλουθοι.

Είναι το αποτέλεσμα της αυτοκτονίας
μιας θλιβερής ύπαρξης.
Οι ιερείς αρνούνται να ευλογήσουν δημόσια
να συμμετάσχουν στο θρήνο —

Αυτός ο αυτόχειρας
δεν είναι ιδανικός —
είναι η πατρίδα που πεθαίνει…
Όχι για την τιμή της λευτεριάς
όχι από ήθος και περηφάνια
αλλά από αυτοκαταστροφή
στην ίδια της την εξαθλίωση

Και ο χορός)
— « Ω μπόρα, κατεβαίνεις από την κορφή τού Ολύμπου
και συντρίβεις τη δόλια πατρίδα σε χαλάσματα ».

Οι Άβαροι μπαίνουν στην Πόλη
σκορπούν αίμα και κλέβουν τους θησαυρούς
της Αγίας Σοφίας και του παλατιού

— Οπως όταν οι δολοφόνοι κλέφτες τής
περσικής στρατιάς
λυμαίνονταν τη χώρα.
Οι βάρβαροι δεν ικανοποιούνται με τον Λεωνίδα.
Θέλουν τον Παρθενώνα,
την Αγορά και το Θέατρο,
τους θησαυρούς της γνώσης

Γιατί τ’ αστραφτερά τους άρματα
δεν μπορούν να τους
ικανοποιήσουν, σαν τη ζωή αυτών που ήξεραν τι είναι να ζεις…

— Ο Απόστολος Παύλος
στο βωμό του Αγνώστου Θεού
βρίσκει μπροστά του τους σοφιστές
κι αδυνατεί να τους πείσει.

Η κατάρα πέφτει
στην όμορφη στεφανωμένη γη της Ελλάδας
σαν την πανούκλα μέσα στα ξύλινα τείχη —

Το ήθος χάνεται —
Το πνεύμα της ευθύνης απωλέσθη κι αυτό.
Η θυσία στην ελευθερία
χάνεται στη δίψα του φτηνού εκσυγχρονισμού
και των μάταιων και εύκολων αγαθών.

Οι υποκριτές κυβερνούν
και οι μέτριοι γίνονται πρώτοι.

*Από τη συλλογή “Επτά Ελεγείες για την Ελλαδα”, Εκδόσεις Απόπειρα, 2016.

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Σε κοιτώ και σκέφτομαι ένα στίχο
Έναν ακόμη στίχο σαν όλους αυτούς
Που σκέφτομαι όταν σε κοιτάζω
Και ξέρω πως δεν σε ενδιαφέρει
Αν φτιάξω ένα ή χίλια ποιήματα
Αρκεί να μην πάρω τα μάτια μου
Από πάνω σου. Ξέρω ακόμη πως
Αυτό που θες πραγματικά είναι
Να μην πάρω τα μάτια μου από
Πάνω σου μέχρι να ξεχάσω πως
Φτιάχνονται τα ποιήματα.

View original post

Τι είναι ο Ντανταϊσμός και τι θέλει στη Γερμανία

(Δεκέμβριος 1919)

Ι. Ο ντανταϊσμός απαιτεί:

1. Τη διεθνή επαναστατική ένωση όλων των δημιουργικών και πνευματικών αντρών και γυναικών στη βάση του ριζοσπαστικού κομμουνισμού.

2. Τη σταδιακή εισαγωγή της ανεργίας δια του συστηματικού εκμηχανισμού κάθε δραστηριότητας. Μόνο δια της ανεργίας το άτομο θα κατακτήσει τη δυνατότητα να αυτοπραγματωθεί και να κατακτήσει την αλήθεια της ζωής. Μόνο δια της ανεργίας θα καταφέρει να εξοικειωθεί με το βίωμα.

3. Την άμεση απαλλοτρίωση της ιδιοκτησίας (κοινωνικοποίηση) και τη δημόσια σίτιση όλων• ακόμη, την ανέγερση πόλεων του φωτός και κηπουπόλεων που θα ανήκουν σε όλους, και θα προάγουν την ανθρώπινη ελευθερία.

ΙΙ. Τo κεντρικό συμβούλιο προτάσσει τα ακόλουθα:
α) Καθημερινά γεύματα που θα γίνονται δημοσία δαπάνη για όλους τους δημιουργικούς και πνευματικούς άντρες και γυναίκες στο Ποτσνταμερ Πλατς (Βερολίνο).

β) Κατήχηση των κληρικών και των εκπαιδευτικών στα άρθρα πίστεως του ντανταϊσμού.

γ) Αμείλικτο αγώνα ενάντια σε όλες τις τάσεις των λεγόμενων “εργατών του πνεύματος” (Χίλερ, Άντλερ), ενάντια στο συγκαλυμμένο τους αστισμό, ενάντια στον εξπρεσσιονισμό και την μετακλασική παιδεία όπως αυτή προτάσσεται από την ομάδα “Στουρμ”.

δ) την άμεση ανέγερση ενός κρατικού κέντρου τέχνης, την εξάλειψη της έννοιας της ιδιοκτησίας από τη νέα τέχνη (εξπρεσσιονισμός)• η έννοια της ιδιοκτησίας αποκλείεται παντελώς από το υπερ-ατομικό κίνημα του ντανταϊσμού που απελευθερώνει το σύνολο της ανθρωπότητας.

ε) Εισαγωγή του αυτοματικού ποιήματος ως κομμουνιστικής κρατικής προσευχής.

στ) Επίταξη των ναών για την παρουσίαση μπρουϊτιστικών, αυτοματικών και ντανταϊστικών ποιημάτων.

ζ) Εγκαθίδρυση ενός ντανταϊστικού συμβουλίου σε κάθε πόλη της οποίας ο πληθυσμός υπερβαίνει τους 50.000 κατοίκους, με σκοπό την αναδιαμόρφωση της ζωής.

η) Άμεση διοργάνωση μιας μεγάλης κλίμακας ντανταϊστικής καμπάνιας προπαγάνδισης από 150 πλανόδια τσίρκα, με σκοπό τη διαφώτιση του προλεταριάτου.

θ) Έλεγχο κάθε νόμου και κάθε διατάγματος από το κεντρικό ντανταϊστικό συμβούλιο.

ι) Άμεση ρύθμιση όλων των σεξουαλικών σχέσεων –με τη διεθνή ντανταϊστική έννοια–, δια της ίδρυσης ενός Ντανταϊστικού Κέντρου Σεξουαλικότητας.

Το Nτανταϊστικό Eπαναστατικό Kεντρικό Συμβούλιο Γερμανίας

Hausmann, Huelsebech, Golyscheff

*Πηγή: Manifeste und Proklamationen der europäischen Avantgarde (1909 – 1938). Από το https://coghnorti.wordpress.com/txts/dadaismus-1919/

Δημήτρης Γλυφός, Πέντε ποιήματα

Νυχτερινό

Απάνεμος συγχρονισμός.
Δυαδική αρμονία.
Λυπητερά τα χνώτα μας,
μα πιο πολύ τα μάτια.

Έκδοτοι φύσει και πρηνείς
να προσκυνάμε λέξεις.

***

Νεκροφάναρα

Χαρίζεσαι στο άπειρο.
Κατοχυρώνεις ημερομηνία.
Σκαλίζεις ένα όνομα.
Ταιριάζει στο δικό μου.

Επιγραφή στο μνήμα μου:
“Ο εκάστοτε δυνάμει”.

***

Σε Κλίμακα

Αυτό που ζει ατύχησε
να ζει για να με καίει.

Μικροί μου θάνατοι
χαρίστε οργασμό.
Μια στιγμιαία ηδονή
να καταρρεύσω εμπρός σας.

***

Γιασεμί

Απάνθισμα αναστεναγμών
σ’ ένα ποτό από στάχια.
Μισθώνομαι στη μοναξιά,
στερούμαι ορθοστασία.

Το πρωινό.
Το μεσημέρι.
Η νύχτα μου.

***

Ανεμοφάντης

Σ’ ενός λεπτού σιωπή,
μ’ ανάσα ενός λεπτού,
θρυμμάτισες τον κόσμο μας
κι ορφάνεψαν οι μέρες.

*Από τη συλλογή “Παρεστιγμένος”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2015.

Χριστόφορος Τριάντης, Ψηφίδες και ψιμύθια

Ψηφίδες και ψιμύθια σκέπασαν τις λέξεις. 
Η ποίηση μολεύτηκε
απ’ τις σωματικές επιδράσεις.
Το πνεύμα της ηττήθηκε
απ’ τα μασκαρέματα
και  τις απολήξεις.
Φτυαρίστηκε σε περιβόλους και
χρονοπορθμεία.
Ο ποιητής σαν ταγός τής καταλλαγής,
έπλεξε το εγκώμιο του θανάτου,
μιας κι οι ώρες  
ήταν πασαλειμμένες με χρώματα
(κι αρώματα)  ηδονικών καταστάσεων
(κυρίως)
και κάπως μακριά
απ’ τα ναυάγια της αθανασίας.

Δήμητρα Γερογιάννη, Πέντε ποιήματα

δεν υπάρχει
τίποτα
να αγαπηθεί
μέσα σ’ αυτό το σώμα

σ’ ένα διάφανο κουτί
η καρδιά μου
κοιτάζει
τους ανθρώπους
να γλιστρούν
μέσα στο χρόνο

……………………….

συγκρούονταν κόσμοι κι
επιθυμίες
στον κρύο αέρα των ημερών
το ξυπνητήρι
δεν έκανε ποτέ λάθος
μικρές λέξεις
μόνο
και βιαστικά κόμματα
-γεμάτα αγωνία-
κρατούσαν το αρχείο μιας ζωής
που περίμενε την αρχή της

………………………

το γρασίδι είχε την υφή
από τα σύννεφα
κι εσύ δάκρυζες χωρίς
να λυπάσαι
σ’ έναν πλανήτη
χωρίς βαρύτητα

………………………

κατάλευκα
δευτερόλεπτα
αμέτρητα
έπειτα
για μια στιγμή
ο πάγος λιώνει
κι ανοίγουν χίλιες πληγές
γρήγορα
μια θάλασσα
λευκή
καταπίνει
τα πάντα

………………………..

πίσω απ’ τα χέρια μας
στέκεται
ο θάνατος
οι διαφορές βρίσκονται
στις ερμηνείες

*Από τη συλλογή “μπορεί να υπάρχει και χωρίς όνομα”, Εκδόσεις Θράκα, 2016.

Αγγελής Μαριανός, Τρία ποιήματα


ΤΑ ΦΤΙΑΧΤΑ

Ανακάτεψα καλούδια του κήπου
με λάδι, μπαχάρια και τυριά.
Αγάπησα σε όλη την πορεία το φτιαχτό,
χωρίς σκοπούς και τέτοια.
Δεν είναι η γεύση που με ξεσηκώνει.
Δεν είναι η μυρωδιά που με σκαλώνει,
είναι ένα πόνημα σιωπηλό κι επίπονο.
Δεν είναι τέχνη, δεν είναι ανάγκη.
Δε φτάνει να είναι το παρακολούθημα την ημέρας.
Προτεραιότητα σημαντικής επιβίωσης δεν είναι,
καθώς όλα τα υλικά μαραίνονται, πεθαίνουν.
Παντού χρώματα που αλλοιώνονται,
χυμοί που εξατμίζονται,
μύριες χημείες εσώκλειστες στο φούρνο μου καμώνονται.
Δεν είναι χαρά, είναι η γιορτή του φτιαχτού
που σαν όλα τα φτιαχτά δε μένει, δε πετυχαίνει πάντα.
Ένα πιάτο φαί και δυο ποιήματα
Μου φτάνει σήμερον.

***

ΤΑ ΜΗΝ

Τα όμορφα Μην περνούν αδιάφορα
με πρόσχαρο το λίκνισμα από μπροστά μας
Και δες, τα χέρια απλώνουν ανοιχτά,
σα σ’ όνειρο δουλεύουν ακούραστα,
αρπάζοντας από ένα Μην για να το βάλουν
τρόπαιο στη κρυσταλλιέρα της φαντασίας.
Τα όμορφα Μην πάσχουν και ίπτανται
ως αιωρούμενες φούσκες περνούν
από χέρι σε χέρι και σπουν αθόρυβα πάνω στα μούτρα μας.
Τα όμορφα Μην ειν’ άπιαστα,
εις μάτην το παλεύουν μιας και δε ξέρουν
τι πα’ να πει το Μην στην ώρα του.

***

ΤΟ ΦΕΥΓΙΟ

Προσεκτικά σε φτιάχνω, σε σάζω τακτικά,
τρίχα να μη πετά και την εικόνα σου χαλά.
Προσεκτικά σε ομορφαίνω σαν φεύγεις τώρα μακριά
μα με πειράζει που δεν είσαι πια δικός μου.
Δηλώνω πως για πάντα θα ήθελα μόνο
σε μένανε να ανήκεις
μα εσύ φεύγεις, ταξιδεύεις για να πας
σ’ ένα πολύβουο γραφείο τακτικό,
να γίνεις ένα και να ξεχυθείς,
με τους πολλούς φακέλους να αναμετρηθείς.
Ομολογώ πως μου λείπεις ήδη, πριν αρχινίσει το φευγιό
Να ξέρεις, ίσως το πετύχεις να γίνεις φάρος λαμπερός
ένας μικρός θεός λειτουργικός, ο σπουδαίος διερχόμενος.
Ίσως μια μέρα γίνεις το φως
εκεί που αχνοφέγγει η απελπισία
Ίσως για άλλους να είσαι δείλι η της σιωπής η ομίχλη
Ίσως να είσαι η χαμένη ανάμνηση αγνώστου παραλήπτη.
Να φύγεις ατσαλάκωτος, άλλο να σε κρατώ, δε πρέπει.
Σ’ αφήνω εδώ στον πάγκο
με ένα γραμματόσημο για φυλακτό.

*Από τη συλλογή “Πεζολίβαδα”, Εκδόσεις Θράκα, 2017.