Γιάννης Αλεξανδρόπουλος, Τέσσερα ποιήματα

Αυτό το κρύο
που έρχεται από μακριά
ψυχραίνει, παγώνει τους δρόμους της πόλης
Υγρασία νερουλιάζει το αίμα μας
6 Μάη 2010
Μια αργοπορημένη σταύρωση
στο μέστωμα της άνοιξης
Στα στήθη μας ένα πλάκωμα
Αγκαλιά με τους ληστές ο λαός
ραγιάς ξεχνά την ανάσταση λαών

***

Όλα καταρρέουν σε μια σκόνη ομίχλης
Εμείς, ταριχευμένοι από καιρό, δεν μπορούμε να αντιδράσουμε
Ο χρόνος πέτρινος έχει στοιχειώσει στο κάδρο
Η πινελιά του δημιουργού μισοτελειωμένη
Αταίριαστη απορία
Σπασμός ζωής

***

Χοροπηδούμε
κάλπικα νομίσματα στο τραπέζι της συναλλαγής
στην αγορά του κόσμου
Αόρατοι βρίγχοι
πνίγουν τις πνοές της ζωής μας
ενώ για πολλοστή φορά τα μπουλούκια των κυνηγημένων
γεμίζουν το φευγαλέο σκηνικό μιας γλιστερής πορείας

***

Δεν φοβάμαι αυτό που έρχεται
θλιβερό και σκοτεινό
Μια αμπούλα αίμα
χυμένη στα μάτια μας
Δεν φοβάμαι το σκότος
Τα τοπία και τα χρώματα
τα ‘χω περισώσει μέσα μου
Τραβώ την κουρτόνα
Σταυροδρόμι εποχών
Η επιλογή δική μας

*Από τη συλλογή “Χυμένο κόκκινο”, Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2016.

Λίνα Βαταντζή, Δύο ποιήματα

Κίνηση

Έξοχα
Απαράμιλλα ταξίδια
Πνέω σε άλλους ανέμους
Τώρα
Φυσά δυνατά
Δεν με τρομάζει
Η αίσθηση της ανάσας σου
Έρχεται γρηγορότερα
Κοντά μου

***

Ρητορική ερώτηση

Πληγές αόρατες
Μα υπαρκτές
Πληγές κρυμμένες
Κάτω από χαμόγελου
Το πέπλο
Τα ερωτήματα φραγγέλια
Στην αξιοπρέπεια
Ποια ειλικρίνεια βασίλευε
Ανεπαρκείς οι σκέψεις-
Ανεμοστρόβιλος,
Σαρώθηκε η λογική.
Αμετανόητη
Βαδίζω στην περήφανη
Αλήθεια της καρδιάς.
Οι πληγές αιμορραγούν
Τα ερωτήματα, οι λέξεις
Σπαθιά, βέλη που χειρίζεσαι
Γιατί;
Παιχνίδι, κοροϊδία
Ανάγκη ή έρωτας;
Αγάπη η αλήθεια μου
Ανερμήνευτη η αλήθεια σου-
Οι πληγές αόρατες
Μα ζωντανές.
Ζω τραυματισμένη
Μια παρενοχλητική εισβολέας
Της γραφής

Διαβάζοντας την ποιητική συλλογή «Δίοδος διαφυγής»

α’ ποιητική συλλογή -Η μοναξιά του χρόνου-
β’ ποιητική συλλογή -Με μια κόκκινη ανάταση-

——

Διαβάζοντας την τρίτη ποιητική συλλογή «Δίοδος διαφυγής» του Δημήτρη Τρωαδίτη (Δ.Τ.), δύο λέξεις ήρθαν στο μυαλό μου, αποστασιοποίηση και αποδοχή.

Η ποιητική συλλογή «Δίοδος διαφυγής» του Δ.Τ. έχει κύρια θεματική συνιστώσα της την πραγματικότητα. Απαλλαγμένος ο ποιητής από περιττά συναισθήματα και σκέψεις, απαλλαγμένος από ψευδαισθήσεις αντικρίζει την αλήθεια κατάματα και στηρίζει την πραγματικότητα. Ο ποιητής δεν προσπαθεί να επιβάλλει τη βούλησή του. Ο λόγος του καθόλου φλύαρος, λιτός, απλός και κατανοητός, απαλλαγμένος από διδακτισμό και καταγγελτισμό εισβάλει στις ζωές μας και ο ποιητής απόλυτα συνειδητοποιημένος για όσα συμβαίνουν γύρω του και εμφανώς αποστασιοποιημένος, γράφει :

Το φως πνίγεται στη σαπίλα και το κρατητήριο./Οι σκέψεις καυτός αγέρας/στο θειάφι της απομόνωσης./Οδοφράγματα στις ψυχές μας…

Δηλώνοντας την αιτία και το αποτέλεσμα, την ολοκληρωτική απουσία πνεύματος από τις ανθρώπινες τάσεις και δράσεις, εκφωνεί την μοναδική ίσως λύση στα προβλήματα ολόκληρης της ανθρωπότητας,

Ήρθε η ώρα της ανατροπής –/με μια εκρηκτική αναθέρμανση ανθρωπιάς –

Και με την ανθρωπιά εννοεί φυσικά τη συμπόνια, τη συμμετοχή με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στο πάθος, στο δράμα, κάθε ανθρώπου. Το γεγονός ότι η «απαίτηση» της ανθρωπιάς έχει γίνει κοινός τόπος σήμερα, έχει ιδιαίτερη σημασία. Δείχνει πως η οικουμενική ψυχή αισθάνεται βαθύτερα την ταλαιπωρία του ανθρώπου και αναζητεί διέξοδο.

Και συνεχίζει :

Όσα δάση από ψεγάδια/κι αν περάσω/ένας θα είναι ο σκοπός μου,/ένα μικρό φως/τόσο μικρό και παντοδύναμο/όσο ένα κομμάτι αγάπη./Γιατί η αγάπη κι η ευαισθησία/δεν υπόκεινται σ’ εμπορικούς νόμους.

Και ο σκοπός του είναι να μας θυμίσει, την ξεχασμένη δύναμη, την αγάπη. Γιατί η αγάπη και η ανθρωπιά είναι η ευνοϊκή διάθεση και η άδολη προσφορά. Η αγάπη είναι η μόνη δύναμη, η πραγματική δύναμη από όπου αντλείς απεριόριστη ενέργεια.

Κατανοώντας ο ποιητής πως η αγάπη είναι αλήθεια και φως, διεκδικεί το μερίδιό του στην ύπαρξη και προτάσσει την αγάπη σαν στάση ζωής, ενώ δηλώνει πασπαλισμένος αστρόσκονη

Διψώ για πετάγματα/Στις φωλιές των άστρων,

Και μιας και η προσοχή όλων είναι στραμμένη στην ανάγκη για εξουσία, μας ξεκαθαρίζει πως αυτή είναι η βασική αιτία εμφάνισης πολλών ψυχολογικών δυσκολιών και παθολογιών…

Η εξουσία/Έχει άσχημα καμώματα/Σε λειώνει σε βρώμικα κράσπεδα/Σε θυσιάζει σε βωμούς αμφιβολίας/Σε κάνει να οικτίρεσαι /Σε κρύβει από τον εαυτό σου…

Ο ποιητής μας προτρέπει ν’ αντιληφθούμε πως η εξουσία μηδενίζει το παιχνίδι και την ικανότητα της ανταλλαγής. Ο απογυμνωμένος από την φωτιά νους των ανθρώπων δεν είναι πλέον σε θέση να δημιουργήσει, εκτός εάν στρέψει το πρόσωπό του προς… τον έρωτα και την ομορφιά… πολλαπλασιάζοντας την.

Είναι ώρα να ξαναβρώ την πίστη μου στον έρωτα/Να μη στροβιλίζομαι σε ποταπούς διαδρόμους…

Εν κατακλείδι, η ποίηση του Τρωαδίτη, μας γεμίζει εικόνες αληθινές, που πολλές φορές αποφεύγουμε να τις δούμε ή γιατί επιθυμούμε να ζούμε μέσα από ψευδαισθήσεις είτε γιατί εθελοτυφλούμε. Η ποίηση του Τρωαδίτη είναι ανοιχτή στον ουρανό, στη γη, στ’ άστρα. Είναι ανοιχτή να βρει την αγάπη, να χτυπήσει τον πόνο στη ρίζα του, να δώσει σε όλα τα ανήσυχα πνεύματα την δική τους / δίοδο διαφυγής / όπως αρμόζει στον καθένα.

Δημήτρη Τρωαδίτη, γνωρίζω πως σε λίγες ημέρες επιστρέφεις στην Αυστραλία, σε χαιρετώ λοιπόν, μέσα από τους δικούς σου στίχους, και με το χέρι στη καρδιά σου λέω απλά, χάρηκα που σε γνώρισα.

Καθετί το τελευταίο έχει μια δόση μελαγχολίας
όπως οι τελευταίες ελπίδες που στερεύουν,
ο τελευταίος ασπασμός μιας αγάπης
Ίσως και να χαθώ απρόσμενα
έτσι όπως απρόσμενα βρέθηκα
σ’ αυτούς τους δρόμους.

Λουκία Πλυτά, 13-2-2018

Ποιητής, Δύο ποιήματα από τον “Ξεροπούπουλο”

ΚΟΝΚΟΡΕΣ ΜΕ ΤΡΟΜΠΟΝΙΝ

Όσο αγαπάω το κεφάλι
αγαπάω και το πόδι,
αυτό με σεργιανάει μέσα στην πόλη,
στης εποχής το βόλι,
σκληρόπετσας βολής,
ραδιούργο ερπετό και ένα φιτίλι
και καριοφίλι να μας απειλεί,
το έχουνε οι φίλοι μας,
στου αγνώστου τους του δωματίου την αυλή.
Με σεργιανάει και σε κάτι όντα,
σαν επουράνιας χαράς αναγγελία,
Κόνκορες με τρομπόνιν
μου έρχονται στο αλεξίπτωτο βουνό
στο σάλιο παραλίας,
Κόνκορες με τρομπόνιν,
όντα που αναποδομοιρογνωμιάζουν τη ζωή,
και τι υπάρχει στων Κονκόρων το χωνί;
Κόσμοι γελαστοί σαν χείλια
και μια επιγραφή:
«Με γέλια φέρνουμε ανατροπή,
μαντζούνια για τη φαντασία».
Μα είναι μονάχα μου μια στιγμή, μια οπτασία.
Στο παρατημένο το δωμάτιο
μια κραυγή,
με κατσαρίδας το φαΐ, ξεράζει.
«Βρείτε τα τα μονοπάτια
Όσο σκουντουφλάς, νυστάζεις
Όσο σκουντουφλάς, διστάζεις
Όσο σκουντουφλάς, αράζεις…»
Και η επιγραφή:
«Με γέλια φέρνουμε ανατροπή,
μαντζούνια για τη φαντασία».

***

ROCKER

Τραγουδούσε με δυο φωνές
ο Rocker στα παιδιά,
η μια φωνή να τα ζεστάνει
και με την άλλη
για «ντου» να τα προγκάει.
Παλιά ημερολόγια έκρυβε,
σε υπόγεια καταχθόνιων,
σε καταγώγια υποχθόνιων,
κάποιος κεραυνός ανατροπής τον δονούσε,
στέλνοντας τηλεγραφήματα
κι εκεί που έπαιζε, παθητικές πνοές
γίνονταν στρόβιλοι γιγάντιων ντράμερ,
στήνοντας οδοφράγματα φωτιάς
και σκάγανε μπουκάλια
στους κρανοφόρους, ασπιδοφόρους,
που φύλαγαν το αδυσώπητο,
έναν σκελετό, σε μπαούλο παρακμής.

Τραγουδούσε με δυο φωνές
ο Rocker στα παιδιά,
η μια φωνή να τα ζεστάνει
και με την άλλη
για «ντου» να τα προγκάει.

*Από το βιβλίο “Ο Ξεροπούπουλος και άλλα κείμενα που διαβάστηκαν στις συναυλίες των Αέρα Πατέρα”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, Δεκέμβρης 2017.

Γιώργος Γκανέλης, Πέντε ανέκδοτα ποιήματα

ΠΡΟΣ ΑΣΦΑΛΕΙΣ ΠΟΙΗΤΕΣ

Αυτή εκεί που ολοφύρεται
με τίποτα δε χαμπαριάζει
φοράει τακούνια δεκάποντα
και ξεχύνεται στα σκυλάδικα
είναι μια ολόκληρη αντίφαση
και δώστου να καμώνεται
πως έχει ακόμη πατρίδα

Αλλά μη νομίζεις πως εγώ
διαθέτω πυρασφάλεια
να σβήνω τις ανασφάλειες
κομιστής αβεβαιότητας
ήμουν απ’ τα δεκάξι μου
δεν το κάνω αυτοβούλως

Έχει αντιφάσεις η Ποίηση
γι’ αυτό μην την πιστεύεις

***

ΩΔΙΝΕΣ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

Επειδή ο ήλιος συνεπάγεται λύπη
και τα αντικαταθλιπτικά κοστίζουν
επένδυσα σ’ ένα πλαγιαστό σύννεφο
όλοι καταλάβατε ποιο και τι εννοώ
αλλά δεν είναι της ώρας να μιλήσω
γιατί κλωτσάει το παιδί στην κοιλιά
και ο γιατρός απουσιάζει με άδεια

Λυπάμαι που πρέπει να σας αφήσω
δεν υπάρχουν ποιητικά μαιευτήρια
κι άλλα λογοτεχνικά κουραφέξαλα
οι ωδίνες του τοκετού όταν πιάσουν
πηδάνε οι στίχοι από το παράθυρο

***

ΟΛΑ ΣΤΗ ΦΟΡΑ

Είναι που λιγοστεύουν οι λέξεις
δημόσια τροφή για σιωπητήρια
πρώτη φράση δεξιά το ανομολόγητο
και στο βάθος της σκέψης η αφωνία

ή αντίστροφα πληθαίνουν τα ψεύδη
να αγκαλιάζεις παθιασμένα το σκότος
και να σου βγαίνει μια λευκή θύελλα

Τον χρόνο δεν τον συντρίβεις με τρικ
ώσπου να πεις ότι ξεμπερδέψαμε
νάσου τα νεογέννητα δευτερόλεπτα
και μην κοιτάς τα ινστιτούτα ομορφιάς
που βασανίζουν σκληρά τις ρυτίδες

Η αλήθεια δεν είναι σινικό τείχος
να κρύβονται από πίσω οι ατέλειες
εδώ που φτάσαμε όλα στη φόρα

να λες ουρανό και να εννοείς ουρανό

***

ΩΣΕΙ ΠΑΡΩΝ

Ε λοιπόν, επειδή βαρέθηκα
δεν απαντώ πια σε ερωτήσεις
του στυλ ποιος είσαι, υπάρχεις
πόσο απέχεις απ’ τον ουρανό;

Κι ούτε υποδύομαι τον φιλόσοφο
που θεωρεί την ανυπαρξία ζωή
επειδή ερωτοτροπεί με τις σκιές

Κατά βάθος διαθέτω αισθήματα
και μια ποίηση αεροδρόμιο
που απογειώνονται ετοιμοθάνατοι
για να κρυφτούν στο υπερπέραν

Τι άλλο θέλεις πια να μάθεις
δεν καταλαβαίνεις ότι είμαι απών;

***

ΤΟ ΠΟΥΛΙ ΠΟΙΗΜΑ

Με αρπάζει ο χρόνος
και με βουτάει σε δοχείο
με κάτι μαύρα πουλιά
αυτά συνεχώς τιτιβίζανε
ώσπου πιάνω ένα απ’ τον λαιμό
«με ενοχλείς» του λέω
αυτό άνοιξε την αγκαλιά του
και με κατάπιε

Στο Ειρηνοδικείο
μας περίμενε ο Θεός:
από το πουλί έβγαλε τα φτερά
και μου τα φόρεσε
σ’ αυτό έδωσε τα ποιήματά μου

Γι’ αυτό κι οι λέξεις μου ίπτανται
σ’ έναν θεοσκότεινο ουρανό

Γεωργία Τρούλη, Ε9 και τα πολλαπλάσια του 3

Έχω μια στεναχώρια μεταφρασμένη στην πλάτη μου
Έχω μια φυγή κρεμασμένη στο στήθος
Έχω αποφάσεις με χέννα σ’ όλες τις φύτρες των μαλλιών
Κάθε μέρα κάνω ζύμη την χαρά στα χέρια μου
Την απλώνω στους δικούς και στους χώρους
Κάποια στιγμή απολαμβάνω τη συνήθεια να στηρίζομαι στα δύο ποδια
Κι εκεί κάτω κάτω βρίσκω τις ρόδες της κόρης μου
Με κρατά απ’ το χέρι για να ρυθμίσει δύναμη στην κοιλιά και στα μάτια της

Έχω μια διπλή τομή στο τέλος του κορμού
Μαζί κάνουμε βόλτα και κάθε τρεις μήνες την βλέπω να μεγαλώνει
Κόβει το νήμα το μεταξωτό
το τοποθετεί στα μαλλιά στα πλευρά και στα γόνατα

Έχω μια αντίδραση κάθε μέρα από τον γιο
Μαζί συζητάμε και κάθε τρεις μήνες φτύνει τις λέξεις
που του ‘μαθα να μιλά και να γράφει

Όπως τώρα το καλοκαίρι δεν καταπίνει από το καρπούζι κουκούτσια
Έχω ένα κιλό νεκταρίνια σε κάθε μια από τις έξι μασχάλες μου
και φτιάχνω μούστο από σύκα με εννιά πατούσες
Κάθε 3 του μήνα βγάζω τα ε από τις τροφές
Έχω ένα τηλέφωνο κι ένα αγκίστρι στο αυτί και στη μύτη μου
Αλλάζω φωνή θέση και ύψος κατά βούληση
Κυρίως ακροατή και ψαρά
Έχω μια περόνη περασμένη στην κνήμη μου και μια κλείδα στον κάθε σύντροφο
Έχω ένα τέλος παρτίδας σε κάθε παιχνίδι κι ένα παιχνίδι χωρίς τέλος

Έχω μια γάτα που με κάνει να κλαίω. Και με κάνει να γελώ ενώ νευριάζω
Έχω δύο νησιά και δύο πόλεις γεμάτες φραγκόσυκα
Είμαι η κτήση της διαδρομής μου
Κι έχω ένα πρόστιμο αστικό που δεν πλήρωσα
Είπα -σε αγαπώ Κι άλλαξε ο χώρος στα μάτια μου
Εκεί κουβαλούσα θυμό όταν πασάλειψα με φόβο τα νύχια
Τώρα δεν βάφω τίποτα. Παρά μόνο έναν τοίχο που Είναι_
Η επιμέλεια μιας μορφής που αντιστοιχεί στις φορολογικές δηλώσεις
και σε όλα τα πολλαπλάσια του τρία

*Το σχέδιο της ανάρτησης είναι της ποιήτριας.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Ένα φεγγάρι μικρό περιπολεί στον ύπνο μας

Φτάνει να δεις μια χαραμάδα
μια χαρακιά στην ομίχλη
τη σπίθα στη χόβολη.

Θυμάσαι
όταν κολλούσαμε τα μάτια στο τζάμι
μες στο λευκό Γενάρη
και χιόνιζε ο νους;

Εκείνο το ρίγος
ποτάμι που κυλούσε αφανέρωτο
καθώς μπαίναμε σ’ άλλους ουρανούς
περνούσαμε σε θάλασσες άλλες
ψιθυρίζοντας τρυφερά
ανοίγοντας την αγκαλιά μας στα φιλιά των ονείρων;

Θυμάσαι το κρακ από μέσα;

Τίποτα δεν τέλειωσε Λυδία
κι ας γέρνουμε
όσο γέρνει η λιανισμένη ψυχή μας
στο ξεριζωμένο χορτάρι

κι ας βαδίζουμε
κυκλωμένα αγρίμια
επί ποδός θανάτου.

Τίποτα δεν τέλειωσε
δεν μπορεί να τελειώσει

ένα μικρό παράξενο σύννεφο
στροβιλίζει στην άπνοια
κρατώντας ζωντανή τη βροχή

ένα φεγγάρι μικρό
μικρό φεγγαράκι
περιπολεί στον ύπνο μας
μην αφήνοντας τη φλόγα να σβήσει.