Κουράστηκα στην άκρη της αγκαλιάς σου
Κρεμάμενος
απ’ την επιφύλαξη
να αφεθούμε σε μνήμες χορτασμένες
από ένσημα βαρέων ανθυγιεινών ερώτων
Κουράστηκα
να προφέρω τα ονόματά μας
κρυφά
απ’ τις φωτογραφίες σου
που
με κοιτούν θολές απ’ το πάτωμα
Θέλω να κοιμηθώ βαθιά.
Γαλήνια.
Χωρίς τον φόβο των ερειπίων.
Στο κοιμητήρι μου
να ακούγεται
η ανάσα μου θεραπευμένη.
Κι όχι σαν κόχλασμα
απ’ την κόλαση.
Είμαι έτοιμος;
Καληνύχτα δύσθυμη νύχτα
Μαζεύω τα γύρω μου
να τα πνίξω στη λήθη
αυτού του Μαρτιάτικου ύπνου.
Εμένα θα με ξανάβρω
«εν τω μέσω της νυχτός»
Αύριο
θα ασχοληθώ με την κούραση
απ’ τις βροχές
που μου έτυχαν…
***
Ξερόκλαδα
Παιδικό κλάμα
με τους γαλήνιους λυγμούς σου
Το δικό μου
στο νάρθηκα.
Σήμερα
και αύριο
και χτες
έμεινα
μένω
και θα μείνω,
μόνος,
σιωπηλός
ξαγρυπνισμένος,
νηστικός
και πεινασμένος
για ελευθερία.
Οι σβησμένες ζωγραφιές μου
Η λησμονιά του προσώπου σου
Και τα χέρια μας
που έγιναν ξερόκλαδα.
Αυτά είναι που ζώνουνε τον vου
και τον λυγίζουν
Τώρα εσύ όποτε σωπαίνω,
Κλαις
Παιδικό κλάμα
με τους γαλήνιους λυγμούς σου
Και το δικό μου στο νάρθηκα
***
Μελαγχολία
Δυόμιση ώρα, της νύχτας το δώρο – ένα γλυκό ενθύμιο
– μια κλεψύδρα δακρύων.
Σκάψιμο βαθύ στις ρυτίδες της συνεχιζόμενης μοναξιάς,
η ανάγνωση των βρεγμένων απ’ το πρωτοβρόχι στίχων.
Πανάθεμα τις αλήθειες που στάζουν απ’ τις κόγχες των ματιών της.
Από της νύχτας τα μάτια,
από της νύχτας τα βαριά βλέφαρα,
στον απατηλό ύπνο,
με τα σκοτεινά να μαραίνομαι άστρα
και το σκληρό στήθος να μαλακώνει
και να ημερώνει τη θλίψη.
Να ονομάζει αυτήν …μελαγχολία.
*Από τη συλλογή “Διάφανα χρόνια”, Εκδόσεις Ναυτίλος, Θεσσαλονίκη, Δεκέμβρης 2017.
Είναι κουρασμένος. Δεν ξύπνησε κάπου στο χώμα της πόλης.
Έσκαψε ο πόνος το σώμα. Ακίνητο το πρόσωπο. Κατέχεται ακόμη από τη νοσταλγία. Ένα κοτόπουλο μισοφαγωμένο καθορίζει την ώρα. Και μια λίμνη αίματος με οδηγίες, γεύσης, οσμής,
Τροφή για πλάσματα πεινασμένα. ~ Alexmil
Το ευλύγιστο μουρμουρητό της νύχτας, η σκέψη, το πράγμα, , το μέλλον επιταχύνεται στο επόμενο γράμμα, καμία απόσταση εντωμεταξύ δεν προκύπτει, παραμένουμε όπου μας βρίσκεις, κανένας και σήμερα, κανένας κι εγώ, χρησιμοποιούμε τη λέξη για να αποφύγουμε το σώμα, που συρρικνώνεται σε αυτό ακριβώς που σημαίνει, να είσαι οτιδήποτε μπορεί να λεχθεί, με ήχο, χρώμα και σιωπή, στο ανόητο κόσμημα της ποίησης.
Κάθε κόκκος άμμου σ’ αυτή
την κόκκινη γη
είναι ένας πόρος του δέρματος
της Οικογένειάς μου
Κάθε φτερό στο έδαφος αυτής
της θαμνώδους χώρας
είναι ένα πνευματικό μήνυμα
των Απογόνων μου
Κάθε αγριολούλουδο που φυτρώνει
σ’ αυτή την έρημο του κόκκινου
είναι ένα σημάδι ελπίδας
από τον Λαό μου
***
Faiku
Πίνω στο δρόμο
ζητάω λεφτά κάθε μέρα
η μισαλλοδοξία είναι δωρεάν
όταν πεθάνω
μόνη κάτω από τη γέφυρα
αγριόχορτα θα φυτρώσουν
στο στόμα μου
ένας φτωχός τάφος
νεκρά λουλούδια
γέρνουν πίσω
μαραμένα από αμέλεια
***
Τόποι δολοφονιών
τους σκότωσαν εδώ;
ρωτάω την οδηγό
ρίχνοντας ήσυχα το βλέμμα
στην απόσταση
πάνω από την παραλία. γιατί; αισθάνεσαι κάτι;
με ρωτάει με τρόμο μπα! λέω σκοτώθηκαν μόνο
σε κάθε άλλο μέρος
που επισκέφθηκα
όχι εδώ
γελάει
με περηφάνια
***
Το βουνό
τα χείλη είναι σκασμένα και ματώνουν
η λαλιά μου κείτεται
στεγνή κάτω από τη γλώσσα μου
στα χέρια μου έχουν φυτρώσει φουσκάλες
οι δεξιότητες των προγόνων μου
είναι αδέξιες στα δάχτυλά μου
ωστόσο τα μάτια μου ακόμα λάμπουν
το βουνό με κοιτάει
σέρνοντας πάντα το βλέμμα μου πίσω
για ν’ αρπάξω την όψη του
τι μου δείχνει;
τι θα μάθω;
κάθομαι
και
βλέπω
και
περιμένω
*Τα ποιήματα αυτά περιλαμβάνονται στη συλλογή “Love dreaming and other poems”, Vagabond Press, Sydney 2014.
**Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.
***Η Ali Cobby Eckermann είναι Αυστραλή ποιήτρια ιθαγενικής καταγωγής, από τη φυλή Yankunytjatjara/Kokatha, η οποία γεννήθηκε στη Γη Kaurna της Νότιας Αυστραλίας. Είναι επίσης ακτιβίστρια για τα δικαιώματα των ιθαγενών.
Visual poetry by Collective Effort Press & Friends is currently on show as part of ‘RingWORD’ an exhibition celebrating the power of creative exploration with language. The exhibition is open daily until March 26th at REALM’s ArtSpace which is the exciting new Maroondah City Council gallery and performance space in Ringwood Town Square (opposite the station). The exhibition features visual poetry by TT.O, Jeltje Fanoy, Peter Murphy, Sandy Caldow, thalia, Arjun Von Caemmerer & Tom Samek. Here are a few photos. Hope you come to see the exhibition.
κόκκινα τα μάτια μας
όχι από την αγρύπνια
όχι από τον φόβο του θανάτου
αλλά γιατί πάνω στα τραγούδια μας
σκοποβολή παίζουν
στρατιωτικοί και ταγματασφαλίτες
μαζί με αυτούς που τα μελοποίησαν
και μπιρ παρά τα ξεπουλούν
σε ανίερες συναλλαγές κι επικοινωνίες,
όχι σύντροφε, μην ανησυχείς
κόκκινα δεν είναι τα μάτια μας
από τον φόβο του θανάτου
έτσι κι αλλιώς, όλοι κάποτε θα πεθάνουμε
και οι βασανισμένοι και οι βασανιστές,
κόκκινα είναι απ’ την ντροπή
που δεν τα προστατέψαμε
από τους νοσταλγούς της Μακρονήσου
***
αντιεθνικιστικό
πρωί Κυριακής στην πλατεία
κουλούρι Θεσσαλονίκης, τσιγάρο, καφές ελληνικός
φωτίζει ο ήλιος τα σκοτεινά πρόσωπα
ψάχνοντας σε μέρες πονηρές
μια δόση ελευθερίας,
στρίβω το βλέμμα, λίγο πιο ‘κει
μεγαλέξανδροι, παπάδες, σοβαροί καθηγητές
λόγους βγάζουν πύρινους, χριστιανικούς
για πόλεμο μιλούν και για αίμα,
α, κι εγώ που κάποτε νόμιζα
πως όλα αυτά ήταν πια μόνο ιστορία
στα κρυφά λαδώνω το περίστροφο
-ποτέ δεν ξέρεις που θα χρειαστεί-
κι ευθύς πάω περιφρούρηση
στην απεργία
***
αποκαθήλωση
η ζωή τραβάει την ανηφόρα
σε εθνικιστικά συλλαλητήρια
χέρι χέρι με απογόνους ταγματασφαλιτών
πάνω από τα πτώματα των εξόριστων
πάνω απ’ τους βασανισμένους
φτύνοντας εκεί που κάποτε προσκυνούσε
στη Γυάρο, στη Μακρόνησο, στην Ικαριά,
ας είμαστε όμως ειλικρινείς, αδερφέ μου
όταν μια ολόκληρη ζωή
υμνείς το λαϊκοπατριωτικό έναντι του ταξικού
στο τέλος πάντα καταλήγεις
ουρά του φασισμού
***
πλατεία Βικτωρίας
ο καπνός σου ανεβαίνει στο φεγγάρι
με λίγα κέρματα στην τσέπη
ανάλαφρα να κουδουνίζουν
αναρωτιέσαι αν σ’ αγαπά, αν σε θυμάται,
ο Νικ Κέιβ στο ραδιόφωνο αναπαράγει τη σκέψη σου
ή μήπως εσύ αντιγράφεις αλλότρια συναισθήματα
αναρωτιέσαι, αέρας σηκώνεται βαρύς, αφρικάνικος
σαρώνει υπόστεγα και σκηνές μεταναστών στην πλατεία
τρέχουν να κρυφτούν οι άνθρωποι
αλλά δεν έχουν τόπο
βρέχει, αργά, σιγά και βασανιστικά, σβήνει το τσιγάρο
χάνεται ο καπνός, υγρή σκόνη γίνεται
στους ώμους των φτωχών
χλωμό το φεγγάρι, ένα ροκ κομμάτι
σε βυθίζει περισσότερο στη μελαγχολία σου
τρέχεις, βοήθεια δίνεις όσο μπορείς, ένα παιδί αγκαλιάζεις
το παιγνίδι του χαμένο στη λάσπη
σαν νεκρός στρατιώτης στα χαρακώματα
σαν γεροντική ανάμνηση, σαν αγνοούμενος πολέμου
κλαίει το παιδί, ξαπλώνει στην αγκαλιά σου, κρυώνει
τραγικές φιγούρες μέσα στη βροχή,
δυο σώματα σ’ ένα, τρέχετε
η φωτογραφία σας αύριο πρωτοσέλιδο θα είναι
στα διεθνή πρακτορεία
κι εσύ, με τσιγάρο και πάλι,
σε κάποια συνέλευση αλληλέγγυων
μόνη θα σκέφτεσαι πως αν αντέξει το παιδί
τότε υπάρχει ελπίδα
***
παρακμή
έγινε η Ποίηση
ντεκόρ
στις νεοφιλελεύθερες ανησυχίες σας
έχασε την ψυχή της
παιγνίδι έγινε θυσία στους ισολογισμούς
προϊόν προς πώληση
και ανταλλαγή
με νέους ποιητές
που με το παλιό συντάσσονται
με την παρακμή
λίγα ψίχουλα αναγνώρισης
ζητιανεύοντας
απ’ τους καταξιωμένους
που ποντάρουνε
στον θάνατο
μήπως και το έργο τους
αποκτήσει αξία
για να διδάσκεται
αύριο στα σχολεία
ως έργο εθνικό
ως έργο αναγκαίο
για τις επόμενες γενιές,
έγινε η Ποίηση
παρηγοριά του εγωισμού σας
έχασε την φωνή της
στα μονοπάτια του κόσμου
ξυπόλυτη, με σημαία της
μια φούστα γαλανόλευκη
ψάχνει να βρει
τον άνθρωπο
αλλά άνθρωπος πια δεν υπάρχει
αυτό το μελαγχολικό κορίτσι που βαδίζει
πάνω στις ασφάλτινες κοίτες των αστικών φαραγγιών
σημαδεμένη από έρωτες ατάκτως
τετριμμένους
μπλεγμένη στα γενικά αδιέξοδα
μιας γενικής αφασίας
είναι η πατρίδα μας
στα χαϊμαλιά της σέρνει
τα απομεινάρια της παλίρροιας
και το ναυάγιο βλέμμα του Άμλετ
την ακολουθεί
ώσπου να γίνει πάλι νεκρή — στιγμή
στο αδιαχώριστο του χρόνου καρναβάλι
για ό,τι ακόμα εξαγγέλλεται
θα αρκεστούμε στη σιωπή
αφού το κορίτσι αυτό
είναι το μόνο που απομένει
***
ΠΑΡΑΔΡΟΜΗ
το στενό
που οδηγούσε τη φαντασία μας
στο σπίτι με το κόκκινο το φως
έγινε τώρα πεζόδρομος εμπορικός
γεμάτος καφέ και καταστήματα
καριέρες, πόζες και σαχλά ενσταντανέ
και μας αφήσανε τον έρωτα αμανάτι
να παίζει σα φάλτσα νότα, ντεμοντέ
αυτό θα πει: επικρατήσανε
σα ζόμπι
οι μπλαζέ
***
ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ
να πνίγεσαι απ’ τον ήλιο,
να μουρμουράς
σαν τα τζιτζίκια
τον καημό του καλοκαιριού
ντάλα μεσημέρι•
ύστερα
να ενώνεις δύο φέτες καρπούζι
αντικριστά και
ιδού να φτιάχνεις μία ωραία πανσέληνο
μένει τώρα
κάποιος θαρραλέος
να την κρεμάσει το βράδυ
μπουγάδα στην ταράτσα
*Από τη συλλογή ‘Αστικά λήμματα”, Εκδόσεις Anima Libri, Πάτρα 2017.