Με φόβο και πάθος (Ανοιχτή επιστολή στους εκδότες ποίησης)

ΚΩΣΤΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ

Η ποίηση είναι το ύστατο ανάχωμα της τέχνης και ως τέτοιο συνήθως βρίσκει και βρίσκεται στην πέννα των ταλαίπωρων, πονεμένων, κατατρεγμένων, αποτυχημένων ευαίσθητων ανθρώπων. Συνεπώς οι ποιητές, τις περισσότερες φορές, δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα για να χρηματοδοτήσουν την έκδοση του βιβλίου τους, από το οποίο κάποιοι συνάνθρωποί τους εναποθέτουν τις ελπίδες τους για παρηγοριά, συντροφιά, έκφραση, ελπίδα, έμπνευση, αφύπνιση, αναψυχή, καλλιέργεια και καθοδήγηση, αναζήτηση και άντληση αξιών εντέλει.


Δεν μπορεί ο εκδότης που γνωρίζει τα παραπάνω και μάλιστα πολύ καλά και ο οποίος έχει επίγνωση ότι η δραστηριότητά του είναι εμπορική, με όλα όσα συνεπάγεται αυτό, όπως χρηματική επένδυση, εκμετάλλευση αγαθού (δηλαδή αγοροπωλησία), ρίσκο με σκοπό την κερδοφορία, αλλά και ότι είναι ο μεσάζων και δίαυλος αυτής της μέθεξης, να έχει την απαίτηση από τον ποιητή να χρηματοδοτήσει την έκδοση και πολλές φορές να προσπαθεί να τον σπεκουλάρει κιόλας εκμεταλευόμενος την θέση του αναγκάζοντας τον δεύτερο έως και να πουλήσει υπάρχοντά του ή να δώσει το μηνιάτικό του (μάλλον τρία μηνιάτικα συνήθως), ή να δανειστεί για να εκδώσει και, από την άλλη, να μην έχει δικαίωμα στα κέρδη ή να λαμβάνει ένα μικρό ποσοστό, από την πώληση της δικής του τέχνης ή να παίρνει απλώς ένα μικρό ή ελάχιστο ποσό αντιτύπων και όπου πουλήσει. Δεν είναι δυνατόν λοιπόν κύριε εκδότη να επικαλείσαι την ανωνυμία μου για επιχείρημα, αλλά ούτε και την δικαιολογία ότι έτσι κάνουν όλοι. Ή ακόμα ακόμα το θρασύτατο, πως και εσύ πλήρωσες σαν νέος ποιητής άρα να πληρώσω και ‘γω. Όλα αυτά καθιστούν τους εκδότες επιεικώς ανήθικους ασυνείδητους εκμεταλευτές της ανάγκης για επικοινωνία των ποιητών, ακόμα και αναγνώρισης δεν είναι κακό. Ενώ είναι αποκλειστικό παγκόσμιο φαινόμενο της ελληνικής λογοτεχνίας, αν δεν απατούμαι.


Ακόμα θέλω με πικρία να πω ότι η ποίηση δεν είναι καλοντυμένα καθώς πρέπει κοριτσάκια, ούτε ζουμπουρλούδικα παληκαράκια που δεν έχουν ζήσει, δεν έχουν βιώματα και παραστάσεις, δεν έχουν τα κότσια να δουν στον καθρέφτη, που όμως διάβαζαν ποιήματα από παιδιά και μπορούν να σου γράψουν μια εύγλωτη σονάτα ή μπαλάντα μηρυκάζοντας ωστόσο χιλιοειπωμένα λόγια και νοήματα χωρίς να έχουν έρθει σε επαφή με τη φωνή τους, όμως όλως τυχαίως έχουν γονείς με φουσκωμένα πορτοφόλια. Και για να μην παρεξηγούμαι δεν εννοώ ότι δεν πρέπει να έχεις διαβάσει αρκετή ποίηση, αλλά ούτε αρνούμαι την ύπαρξη εύπορων ποιητών. 


Ο ποιητής λοιπόν θα κάνει επίπονη βαθιά, στα ενδόψυχα του, βουτιά τις πιο πολλές φορές, για να εξορύξει, ή θα αναδυθεί ως εσώτερη φωνή, πολύτιμη πληροφορία και αλήθεια η οποία με τη σειρά της μπορεί να λειτουργήσει λυτρωτικά για τον αναγνώστη διεγείροντας τον νου και το συναίσθημα έτσι όπως μόνο μία τέχνη μπορεί. Πόσο κοστολογείται αυτή η αξία; Και ποιες οι συνέπειες των κατεστημένων συνθηκών που διατηρεί αυτό το καρτέλ των εκδοτικών οίκων;


Αν σου αρέσει λοιπόν η συλλογή και την πιστεύεις, φίλε εκδότη, με όχι μόνο εμπορικά κριτήρια, αλλιώς πήγαινε πούλα πορτοκάλια, γιατί υποτίθεται ότι νοιάζεσαι για την ανάδειξη της τέχνης, επένδυσε σε αυτήν και προώθησέ την. Και φυσικά, μοιράσου τα κέρδη με τον δημιουργό της, όπως οφείλεις. Και αν δεν βγαίνεις, πάλι άλλαξε δουλειά, αφού όπως είναι γνωστό η τιμή τιμή δεν έχει…

Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ «Αναρχία στη Βαυαρία»

4,9,10,11 Νοεμβρίου 22:30, Παράσταση “Κ.Ι.Ν.Η.Μ.Α.” από την ομάδα 1nexistente

Η ομάδα 1nexistente παρουσιάζει το Κ.Ι.Ν.Η.Μ.Α., μια παράσταση βασισμένη στο θεατρικό έργο του
Σε μια χώρα όπου όλα εξελίσσονται κανονικά, όπως και σε κάθε χώρα, το Κ.Ι.Ν.Η.Μ.Α. (Κοινωνική Ιδιοφυής Νίκη Ηλιακού Μηχανισμού Άμυνας), με σύνθημα «Μην πηδάς για να μην πέσεις», αποφασίζει να αλλάξει το παλιό σύστημα και να το αντικαταστήσει με κάτι φρέσκο, νέο και εναλλακτικό.

Απελευθερώνουν την ελευθερία, καταργούν τα σύνορα, την εργασία, τα χρήματα, τους θεσμούς, καθαρίζουν συνειδήσεις…

Πώς θα δεχτεί ο λαός αυτήν την αλλαγή;

Θέατρο ΕΜΠΡΟΣ

https://www.embros.gr/491011-noembrioy-22-30-parastash-k-i-n-h-m-a-apo-thn-omada-1nexistente.html

Dylan Thomas, Ποίημα του Οκτώβρη

Ήταν το τριακοστό μου έτος στον ουρανό
Σαν ξύπνησα στο άκουσμα του λιμανιού και του γειτονικού δάσους
Και τη συναγωγή των μυδιών και του ερωδιού
Την ιερωμένη ακτή
Το πρωινό νεύμα
Με την υδάτινη προσευχή και το κάλεσμα του γλάρου και του κόρακα
Και τον χτύπο των ιστιοφόρων πάνω στον μεμβρανώδη τοίχο
Έτοιμος εγώ να πατήσω το πόδι μου
Τη στιγμή εκείνη
Στην κοιμωμένη πόλη και το ταξίδι μου να ξεκινήσει.
Τα γενέθλιά μου ξεκίνησαν με το νερό –
Πετούμενα κι όλα τα πετούμενα των φτερωτών δέντρων ταξίδευαν το όνομά μου
Πάνω από τις φάρμες και τα λευκά άλογα
Κι εγώ ξύπνησα
Ένα βροχερό φθινόπωρο
Και περπάτησα έξω στην μπόρα όλων των ημερών μου
Πλημμυρίδα κι ο ερωδιός βούτηξε σαν πήρα τον δρόμο
Πέρα από την επικράτεια
Ενώ οι πύλες
Της πόλης έκλειναν καθώς η πόλη ξυπνούσε.
Ένα σμάρι κορυδαλλοί σ’ ένα σύννεφο
Που κυλούσε κι οι θάμνοι στην άκρη του δρόμου γεμάτοι τιτιβίσματα
Κοτσυφιών κι ο ήλιος του Οκτώβρη
Καλοκαιρινός
Στον ώμο του λόφου,
Εδώ το κλίμα ήταν ήπιο κι οι τραγουδιστές γλυκείς όταν ξάφνου
Φάνηκαν το πρωί εκεί που τριγυρνούσα κι άκουγα
Τη βροχή να στίβει
Τον άνεμο τη ριπή το κρύο
Στο δάσος πέρα εκεί κάτω.
Ξεπλυμένη βροχή πάνω στο λιμάνι που αχνόσβηνε
Και στη θαλασσόβρεχτη εκκλησία στο μέγεθος σαλιγκαριού
Με τις κεραίες ορθωμένες μες στην ομίχλη και το κάστρο
Καφετί σαν κουκουβάγια
Μα όλοι οι κήποι
Της άνοιξης και του καλοκαιριού άνθιζαν ανάμεσα σε φανταστικές ιστορίες
Πέρα από την επικράτεια και κάτω από το σύννεφο γεμάτο κορυδαλλούς.
Εκεί θα μπορούσα να καμαρώνω
Τα γενέθλιά μου
Ακόμα μα ο καιρός άλλαξε.
Τράβηξε μακριά από τη χαρμόσυνη πατρίδα
Κι ο άλλος αγέρας κι ο γαλανός αλλαγμένος ουρανός
Άφησαν να κυλήσει ξανά εκεί κάτω ένα θαύμα καλοκαιριού
Με μήλα
Αχλάδια και κόκκινα μούρα
Κι είδα στην αλλαγή τόσο καθαρά ενός παιδιού
Τα ξεχασμένα πρωινά σαν περπατούσε με τη μητέρα του
Ανάμεσα στις παραβολές
Του ηλιόφωτου
Και τους θρύλους των πράσινων παρεκκλησιών
Και τους διπλοειπωμένους αγρούς της νηπιακής ηλικίας
Που τα δάκρυά του έκαψαν τα μάγουλά μου κι η καρδιά του σκίρτησε στη δική μου.
Τούτα ήταν τα δάση ο ποταμός κι η θάλασσα
Εκεί που ένα αγόρι
Στο φιλήκοο
Καλοκαίρι των νεκρών ψιθύρισε την αλήθεια της χαράς του
Στα δέντρα και τις πέτρες και τα ψάρια του αλμυρού νερού.
Και το μυστήριο
Τραγουδούσε ολοζώντανο
Ακόμα μες στο νερό και το τιτίβισμα των πουλιών.
Κι εκεί θα μπορούσα να καμαρώνω τα γενέθλιά μου
Ακόμα μα ο καιρός άλλαξε. Κι η αληθινή
Χαρά του πολύχρονου νεκρού παιδιού τραγουδούσε φλεγόμενη
Στον ήλιο.
Ήταν το τριακοστό μου
Έτος στον ουρανό κι εγώ στεκόμουν εκεί στο καλοκαιρινό μεσημέρι
Παρ’ όλο που η πόλη κάτω κειτόταν φυλλοσκεπής με το αίμα του Οκτώβρη.
Είθε η αλήθεια της καρδιάς μου
να τραγουδηθεί ξανά
Σε τούτον εδώ τον ψηλό λόφο και του χρόνου” .

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, Ο Ανθρωπος με το ένα μάτι και το ένα πόδι: Σταθείτε! Σταθείτε!

Στούς δρόμους, όπου τα πρόσωπα σαν βάρος περιττό ΄ναι, τα πρόσωπα λές κι είναι ίδια μοιάζουν, κι ο γέρο -χρόνος μόλις γέννησε, ένα λαγό μεγάλο σα σκαντζόχοιρο: Ανυπόταχτο!
Για γέλια είναι! Μπρός στο πρόσωπο των χρόνων
πού βγήκανε με χέρια και με πόδια,
ο κάθε κάτοικος της γής βουβάθηκε
και η εκδίκηση εφούσκωνε τίς φλέβες,
στα πρόσωπα τών πόλεων,
ποταμια πού ξεχείλιζαν στούς λόφους.
Κι αργά του λεπτοδείχτη
με φρίκη σηκωνότανε η τρίχα
στο φαλακρό τών εποχών κρανίο
και ξαφνικά αρχίσαν μανιασμένα,
ουρλιάζοντας ,πνιγμένα από το βήχα
όλα τα πράματα:να γδύνονται
και να πετάνε τα κουρέλια
τών ονομάτων πού πολύ φορέσαν.
Οι βιτρίνες μιάς ταβέρνας ,
σα νά΄βαλαν το χέρι τους διαβόλοι,
χτυπήσανε στούς πάτους τα μπουκάλια.
Ενός ράφτη πεθαμένου:τα παντελόνια
κίνησαν κι αρχίσανε να περπατούν-
μοναχά τους στούς δρόμους,
χωρίς ποδάρια ανθρώπινα!
Μεθυσμένο,
με στόμα μαύρο ανοιχτό,
τρεκλίζοντας πετάχτηκε
το κομοδίνο έξω.
Ενας κορσές σαν διάβολος
κατέβαινε προσεχτικά μήν πέσει
απ΄την επιγραφή”Robes et modes”.
Οι μπότες αυστηρές καμαρωτές ,
κοκέτες κάλτsες κάνουν νάζια
κλείνοντας το μάτι.
Εγώ πετούσα σαν βρισιά,
με το΄να πόδι στο σοκάκι
να τρέχει πίσω μου για να με φτάσει.
Γιατί με μένανε γελάτε,
γιατί φωνάζετε
σακάτη λεγοντάς με?!-
Εχθροί μου είσαστε,
εσείς οι αποβλακωμένοι,
πού στάζει η φαλάκρα σας
ξύγκι και λίπος!
Σήμερα
σ΄ολόκληρο τόν κόσμο δέν θα βρείτε
κανένα άνθρωπο
με δυό ίδια
κάτω άκρα!

Μαρία Ξενουδάκη, στίχοι

I
Κάνω διάγνωση καθαρή και απροσδόκητη,
ακουμπώ τη ράχη στο τυφλό σύμπαν,
στο μεγάλο φινάλε
τραβώ μαύρη γραμμή αίματος
και ξαναρχίζω να χαιρετώ
το απόλυτο τίποτα.

II
Εφαρμόζω χωρίς επιείκεια
το μέτρο της κριτικής
και θυσιάζω τη ζωή
στο φως και την αλήθεια.

III
Καθορίζω εγώ τον εαυτό μου,
θετικιστής-πεσσιμιστής,
στον ύποπτο ιδεαλισμό στοχεύω,
δραπετεύω απ’ τη ζωη,
εξαπατώ τους φανατικούς
και οπαδούς μου έχω το ευγλωτο τίποτα
και την ερημιά του αγώνα.

*Από τη συλλογή “Αλτρουίτα”, Εκδόσεις Γκοβόστη, 1991.

Χαμόγελο (Ντέμης Κωνσταντινίδης)

greek-translation's avatarΠΟΙΗΜΑΤΑ

Υπάρχω κάτω απ’ τον έναστρο ουρανό.
Η λάμψη των αστεριών – αντανάκλαση
της ξαφνικής μου ευδιαθεσίας.
Ίσως αυτά τα αστέρια να είναι χαμόγελα
κάποιων παιδιών.

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Χαμόγελο: Από τη συλλογή Διαθέσεις (2008)

View original post

Γρηγόρης Σακαλής, Θα πεταχτεί σαν βέλος

Μέρες της φωτιάς
είναι οι μέρες μας
όποιος αδρανεί καίγεται
έρχονται νύχτες εξέγερσης
όποιος δεν το βλέπει
είναι τυφλός
ή έχει συμφέρον
από την ακινησία
ο Χρόνος θα συμπυκνωθεί
μέρες θα μοιάζουν με αιώνες
και το καινούργιο
θα σπάσει το τσόφλι του
θα πεταχτεί σαν βέλος
χωρίς πόνους γέννας
δίχως μεταβατικές περιόδους
που γεννάνε τέρατα
οι άνθρωποι
θα ωριμάσουν με μιας
νέοι θα προπορεύονται
οι προνομιούχοι θα λουφάξουν
στα σπίτια τους
ευχόμενοι την αποτυχία
μα θα ΄ναι αργά γι΄αυτούς
και την κοσμοθεωρία τους.

Αλέξης Αντωνόπουλος, Το Πρώτο Θαύμα

Ούτε από γάμους ξεκίνησαν
ούτε για περισσότερο κρασί ξεκίνησαν.

Από οργή ξεκίνησαν.
Από τι άλλο να είχαν ξεκινήσει;
Από τους λυγμούς ενός που δεν φοβόταν
να σταθεί οργισμένος μπροστά σ’ έναν θεό.

Και ανάμεσα στα ίδια του τα δάκρυα
έντεκα λέξεις χώρεσε ο λεπρός:

Όχι να μην μπορούν να με αγγίξουν.
Μόνο εκεί Σε βρίσκω.

*Για περισσότερα ποιήματα του Αλέξη Αντωνόπουλου: http://www.alexantonopoulos.com

Νίκος Βαρδάκας, Δύο ποιήματα

Vincent van Gogh, Τοπίο στη βροχή


Ηλιαχτίδα

Έλα μαζί μου ηλιαχτίδα, να ταξιδέψουμε μακριά
από αυτή την γκρίζα παγίδα. Να πετάμε μαζί, σαν δυο πουλιά
να διασχίζουν τον ουρανό μέσα απ΄τα σύννεφα.
Γελώντας ξένοιαστα να ξεπεράσουμε τα σύνορα της γης
με το διάστημα. Να αντικρίζουμε τους ωκεανούς από ψηλά
και να αγγίζουμε τις κορυφές απ΄τα ψηλότερα βουνά.
Να λιώσουμε χούφτες από χιόνι, και να ποτίσουμε με βροχή
την διψασμένη έρημο. Και όταν στις δυο Άρκτους αφήσουμε
τα όνειρα μας που ζωγραφίζαμε στο χαρτί, έπειτα θα εκτοξεύσουμε
στο άπειρο το παρελθόν κρατώντας μαζί ένα φυλαχτό που αγοράσαμε
από έναν πλανόδιο έμπορο.
Σαν υπόσχεση για το μέλλον, έναν σπόρο που θα σπείρουμε σε κάθε κρύο πλανήτη.

***

Νανούρισμα

Γλυκό μου μωρό σε φυλάνε αγγελούδια
πάνω απ΄την κούνια.
Κάθε σου δάκρυ στο σκουπίζουν γλυκά και
στο κλάμα σου πάνω μου ζεστά σε κρατώ.
Την νύχτα κοιμάσαι, και εγώ από δίπλα στέκομαι.
Καλό ύπνο να έχεις, να μην ξυπνάς και φοβάσαι.