Τόλης Νικηφόρου, Για τον αναρχικό επαναστάτη Μπουεναβεντούρα Ντουρρούτι

Durruti vive! Γεννήθηκε Ισπανός
αν έχει η φλόγα εθνικότητα
ήταν ένας απλός εργάτης
που έζησε σε τρώγλες
σε τρύπες τοίχων
και πίσω από οδοφράγματα
δεν έμαθε πολλά
να μιλάει μοναχά με τον ήλιο
να μην φοβάται τα ερείπια
έτσι να χτίζει καλύτερα
γκρέμισε τον αρχιεπίσκοπο της σαραγκόσα
ο βίαιος
πυρπόλησε τις μητροπόλεις
ο κακοποιός
χτύπησε τον βασιλιά και τις τράπεζες
ο ληστής
περιπλανήθηκε στη νότια αμερική
ο αλήτης
τέσσερα κράτη τον καταδίκασαν σε θάνατο
όμως αυτός
είχε όλα τα κράτη καταδικάσει
όλες τις κυβερνήσεις
κλαίγοντας και γελώντας σαν παιδί
μπροστά στην οδύνη του ανθρώπου
στην Ισπανία γύρισε
να πολεμήσει για την επανάσταση
να κατακτήσει τη ζωή και το μέλλον
γνωρίζοντας πως θάνατος δεν υπάρχει
σκοτώθηκε στη Μαδρίτη
μπροστά στην υποδειγματική φυλακή
για να μην υπάρχουν φυλακισμένοι στον κόσμο
ο Μπουεναβεντούρα Ντουρρούτι
σαν φλόγα καυτή
άναψε πολλές καρδιές.

Πιερ Πάολο Παζολίνι, Προφητεία (απόσπασμα)

Στον Ζαν-Πωλ Σαρτρ, που μου διηγήθηκε
Την ιστορία του Αλή με τα Γαλάζια Μάτια.

Ήταν στον κόσμο ένας γιος
Και μια μέρα πήγε στη Καλαβρία:
Ήταν καλοκαίρι, και ήσαν
Αδειανά τα χαμόσπιτα,
Καινούρια, σαν από ζαχαρωτό ψωμί,
Από παραμύθια με νεράιδες στο χώμα
Των περιττωμάτων. Αδειανά. Σαν χοιροστάσια χωρίς χοίρους,
Στο κέντρο κήπων χωρίς πρασινάδα χωραφιών χωρίς χώμα,
Καναλιών χωρίς νερό. Καλλιεργημένες από το φεγγάρι οι πεδιάδες.
Βλαστάρια μεγαλωμένα μέσα από στόματα σκελετών. Ο άνεμος
Απ’ το Ιόνιο ανακάτευε άχυρα μαύρα
Όπως στα όνειρα τα προφητικά:
Και η σελήνη, στο χρώμα των περιττωμάτων,
Καλλιεργούσε χωράφια
Που ποτέ δεν αγάπησε το καλοκαίρι.
Και ήταν η εποχή του γιου
Που τούτη η αγάπη μπορούσε
Ν’ αρχίσει, και δεν άρχισε.
Ο γιος είχε μάτια
Από καμένο άχυρο, μάτια
Χωρίς φόβο, και τα είδε όλα
Όσα ήταν στραβά: τίποτε
Δε γνώριζε από γεωργία,
Από μεταρρυθμίσεις, από τους
Συνδικαλιστικούς αγώνες, από τα Κοινωφελή Ιδρύματα,
Αυτός. Είχε όμως εκείνα τα μάτια…
Ο Αλή με τα Γαλάζια Μάτια,
Ένας από τους τόσους γιους των γιων,
Θα κατεβεί από το Αλγέρι, πάνω σε καράβια
Με πανιά ή κουπιά. Θα είναι
Μαζί του χιλιάδες άνθρωποι
Μικρόσωμοι και με τα μάτια
Των φτωχών σκύλων των πατεράδων
Πάνω στις βάρκες τις φτιαγμένες στα Βασίλεια της Πείνας.
Θα φέρον μαζί τους τα μωρά,το ψωμί και το τυρί, στα λαδόχαρτα της Δευτέρας του Πάσχα.
Θα φέρουν τις γιαγιάδες και τα γαϊδούρια,
Πάνω στις τριήρεις τις κλεμμένες στα αποικιακά λιμάνια.
Θα ξεμπαρκάρουν στον Κρότωνα, στο Πάλμι,
Κατά εκατομμύρια, ντυμένοι με ασιάτικα
Κουρέλια και με αμερικανικά πουκάμισα.
Μεμιάς οι Καλαβρέζοι θα πουν
Όπως αλήτες σε αλήτες:
«Να οι παλιοί αδερφοί,
Με τους γιους και με το ψωμί και το τυρί!».
Από τον Κρότωνα και το Πάλμι θ’ ανεβούν
Στη Νεάπολη, κι από κει στη Βαρκελώνη
Στη Θεσσαλονίκη και στη Μασσαλία,
Στις Πολιτείες της Διαφθοράς.
Ψυχές και άγγελοι, ποντίκια και ψείρες,
Με σπέρμα της Αρχαίας Ιστορίας,
Θα πετάξουν μπροστά στους νέγρους.
Αυτοί πάντα ταπεινοί
Αυτοί πάντα αδύναμοι
Αυτοί πάντα φοβισμένοι
Αυτοί πάντα κατώτεροι
Αυτοί πάντα ένοχοι
Αυτοί πάντα υπήκοοι
Αυτοί πάντα μικροί,
Αυτοί, που δε θέλησαν ποτέ να γνωρίσουν,
Αυτοί που είχαν μάτια μόνο για να παρακαλούν,
Αυτοί που έζησαν σα ληστές,
Στο βάθος της θάλασσας, αυτοί που έζησαν σαν τρελοί
Στη μέση τ’ ουρανού,
Αυτοί που φτιάξανε
Νόμους έξω από το νόμο,
Αυτοί που προσαρμόστηκαν
Σ’ έναν κόσμο κάτω από τον κόσμο
Αυτοί που πίστεψαν
Σ’ έναν θεό δούλο του θεού,
Αυτοί που τραγούδησαν
Στις σφαγές των βασιλιάδων,
Αυτοί που χόρεψαν
Στους πολέμους των αστών,
Αυτοί που προσευχήθηκαν
Στους εργατικούς αγώνες
καταθέτοντας την τιμιότητα
Των χωριάτικων θρησκειών,
Ξεχνώντας την τιμή
Του υποκόσμου,
Προδίνοντας την ειλικρίνεια
Των βαρβαρικών λαών
Πίσω από τους δικούς τους Αλή με τα Γαλάζια
Μάτια – θα βγουν κάτω από τη γη για να ληστέψουν –
Θ’ ανέβουν από το βάθος της θάλασσας για να σκοτώσουν –
Θα κατεβούν από τα ύψη του ουρανού
Για ν’ αρπάξουν – και για να μάθουν στους συντρόφους
Εργάτες τη χαρά της ζωής –
Για να μάθουν στους αστούς
Τη χαρά της ελευθερίας –
Για να μάθουν τους χριστιανούς
Τη χαρά του θανάτου
Θα καταστρέψουν τη Ρώμη
Και πάνω στα ερείπιά της
Θα καταθέσουν το σπόρο
Της Αρχαίας Ιστορίας.
Ύστερα με τον Πάπα και με το κάθε άγιο μυστήριο
Θα πάνε σαν τους τσιγγάνους
Τον ανήφορο προς τη Δύση και το Βορρά
Με τις κόκκινες σημαίες
Του Τρότσκι να κυματίζουν…

*Από το βιβλίο “Ποίηση σε σχήμα τριαντάφυλλου”, Εκδόσεις Τυπωθήτω.

Γιάννης Ρίτσος, Η σονάτα του σεληνόφωτος

(Ανοιξιάτικο βράδυ. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού. Μια ηλικιωμένη γυναίκα,
ντυμένη στα μαύρα, μιλάει σ’ έναν νέο. Δεν έχουν ανάψει φως.
Απ’ τα δύο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο.
Ξέχασα να πω ότι η Γυναίκα με τα Μαύρα έχει εκδώσει δύο-τρεις
ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής.
Λοιπόν, η Γυναίκα με τα Μαύρα μιλάει στον Νέο):

Άφησέ με να έρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε!
Είναι καλό το φεγγάρι, – δε θα φαίνεται
που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι
θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις.
Άφησέ με να έρθω μαζί σου.

Όταν έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι,
αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,
ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου
λησμονημένα λόγια δε θέλω να τ ακούσω. Σώπα.

Άφησε με να έρθω μαζί σου
λίγο πιο κάτου, ως την μάντρα του τουβλάδικου,
ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται
η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο,
τόσο αδιάφορη κι άυλη
τόσο θετική σαν μεταφυσική
που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις
πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις
πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κι η φθορά του.
Άφησε με να έρθω μαζί σου…..
Θα καθίσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα,
κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας
μπορεί να φανταστούμε κιόλας πως θα πετάξουμε,
γιατί, πολλές φορές, και τώρα ακόμη,
ακούω τον θόρυβο του φουστανιού μου
σαν τον θόρυβο δύο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν,
κι όταν κλείνεσαι μέσα σ αυτόν τον ήχο του πετάγματος
νιώθεις κρουστό το λαιμό σου, τα πλευρά σου, τη σάρκα σου,
κι έτσι σφιγμένος μες στους μυώνες του γαλάζιου αγέρα,
μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους,
δεν έχει σημασία αν φεύγεις ή αν γυρίζεις
κι ούτε έχει σημασία που άσπρισαν τα μαλλιά μου,
(δεν είναι τούτο η λύπη μου η λύπη μου
είναι που δεν ασπρίζει κι η καρδιά μου).
Άφησε με να έρθω μαζί σου

Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα,
μοναχός στη δόξα και στο θάνατο.
Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.
Άφησε με να έρθω μαζί σου….

Τούτο το σπίτι στοίχειωσε, με διώχνει θέλω να πω έχει παλιώσει
πολύ, τα καρφιά ξεκολλάνε,
τα κάδρα ρίχνονται σα να βουτάνε στο κενό,
οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα
όπως πέφτει το καπέλο του πεθαμένου
απ’ την κρεμάστρα στο σκοτεινό διάδρομο
όπως πέφτει το μάλλινο τριμμένο γάντι της σιωπής
απ’ τα γόνατά της
ή όπως πέφτει μιά λουρίδα φεγγάρι στην παλιά,
ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα.

Κάποτε υπήρξε νέα κι αυτή, – όχι η φωτογραφία που κοιτάς
με τόση δυσπιστία
λέω για την πολυθρόνα, πολύ αναπαυτική,
μπορούσες ώρες ολόκληρες να κάθεσαι
και με κλεισμένα μάτια να ονειρεύεσαι ό,τι τύχει
– μιάν αμμουδιά στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη από φεγγάρι,
πιο στιλβωμένη απ’ τα παλιά λουστρίνια μου που κάθε μήνα τα δίνω
στο στιλβωτήριο της γωνίας,
ή ένα πανί ψαρόβαρκας που χάνεται στο βάθος
λικνισμένο απ’ την ίδια του ανάσα,
τριγωνικό πανί σα μαντίλι διπλωμένο λοξά μόνο στα δύο
σα να μην είχε τίποτα να κλείσει ή να κρατήσει
ή ν’ ανεμίσει διάπλατο σε αποχαιρετισμό.
Πάντα μου είχα μανία με τα μαντίλια,
όχι για να κρατήσω τίποτα δεμένο,
τίποτα σπόρους λουλουδιών ή χαμομήλι μαζεμένο
στους αγρούς με το λιόγερμα
ή να το δέσω τέσσερις κόμπους σαν το αντικρινό γιαπί
ή να σκουπίζω τα μάτια μου, – διατήρησα καλή την όρασή μου,
ποτέ μου δεν φόρεσα γυαλιά. Μιά απλή ιδιοτροπία τα μαντίλια….
Τώρα τα διπλώνω στα τέσσερα, στα οχτώ, στα δεκάξι
ν’ απασχολώ τα δάχτυλά μου. Και τώρα θυμήθηκα
πως έτσι μετρούσα τη μουσική σαν πήγαινα στο Ωδείο
με μπλε ποδιά κι άσπρο γιακά, με δύο ξανθές πλεξούδες
– 8, 16, 32, 64, –
κρατημένη απ’ το χέρι μιας μικρής φίλης μου ροδακινιάς
όλο φως και ροζ λουλούδια,
(συγχώρεσέ μου αυτά τα λόγια κακή συνήθεια) 32, 64, –
κι οι δικοί μου στήριζαν μεγάλες ελπίδες στο μουσικό μου τάλαντο.
Λοιπόν, σου λεγα για την πολυθρόνα
ξεκοιλιασμένη φαίνονται οι σκουριασμένες σούστες, τα άχερα
έλεγα να την πάω δίπλα στο επιπλοποιείο,
μα που καιρός και λεφτά και διάθεση τι να πρωτοδιορθώσεις; –
έλεγα να ρίξω ένα σεντόνι πάνω της, – φοβήθηκα
τ’ άσπρο σεντόνι σε τέτοιο φεγγαρόφωτο. Εδώ κάθισαν
άνθρωποι που ονειρεύτηκαν μεγάλα όνειρα,
όπως κι εσύ κι όπως κι εγώ άλλωστε,
και τώρα ξεκουράζονται κάτω απ’ το χώμα
δίχως να ενοχλούνται απ’ τη βροχή ή το φεγγάρι.
Άφησε με να έρθω μαζί σου…
Θα σταθούμε λιγάκι στην κορφή της μαρμάρινης σκάλας του Αϊ-Νικόλα,
ύστερα εσύ θα κατηφορίσεις κι εγώ θα γυρίσω πίσω
έχοντας στ’ αριστερό πλευρό μου τη ζέστα
απ’ το τυχαίο άγγιγμα του σακακιού σου
κι ακόμη μερικά τετράγωνα φώτα από μικρά συνοικιακά παράθυρα
κι αυτή την πάλλευκη άχνα απ’ το φεγγάρι
που ‘ναι σα μια μεγάλη συνοδεία ασημένιων κύκνων
και δε φοβάμαι αυτή την έκφραση, γιατί εγώ
πολλές ανοιξιάτικες νύχτες συνομίλησα
άλλοτε με το Θεό που μου εμφανίστηκε
ντυμένος την αχλύ και την δόξα ενός τέτοιου σεληνόφωτος,
και πολλούς νέους, πιο ωραίους κι από σένα ακόμη, του εθυσίασα,
έτσι λευκή κι απρόσιτη ν’ ατμίζομαι μες στη λευκή μου φλόγα,
στη λευκότητα του σεληνόφωτος,
πυρπολημένη απ’ τ’ αδηφάγα μάτια των αντρών
κι απ’ τη δισταχτικήν έκσταση των εφήβων,
πολιορκημένη από εξαίσια, ηλιοκαμένα σώματα,
άλκιμα μέλη γυμνασμένα στο κολύμπι, στο κουπί, στο στίβο,
στο ποδόσφαιρο (που έκανα πως δεν τα ‘βλεπα)
– ξέρεις, καμιά φορά, θαυμάζοντας, ξεχνάς, ό,τι θαυμάζεις,
σου φτάνει ο θαυμασμός σου, –
θε μου, τι μάτια πάναστρα, κι ανυψωνόμουν
σε μιαν αποθέωση αρνημένων άστρων
γιατί, έτσι πολιορκημένη απ’ έξω κι από μέσα,
άλλος δρόμος δε μου ‘μενε παρά μονάχα
προς τα πάνω ή προς τα κάτω.
– Όχι, δε φτάνει.
Άφησε με να έρθω μαζί σου …
Το ξέρω η ώρα είναι πια περασμένη. Άφησέ με,
γιατί τόσα χρόνια, μέρες και νύχτες και πορφυρά μεσημέρια,
έμεινα μόνη, ανένδοτη, μόνη και πάναγνη,
ακόμη στη συζυγική μου κλίνη πάναγνη και μόνη,
γράφοντας ένδοξους στίχους στα γόνατα του Θεού,
στίχους που, σε διαβεβαιώ, θα μένουνε
σα λαξευμένοι σε άμεμπτο μάρμαρο
πέρα απ’ τη ζωή μου και τη ζωή σου,
πέρα πολύ. Δε φτάνει.
Άφησε με να έρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι δε με σηκώνει πια.
Δεν αντέχω να το σηκώνω στη ράχη μου.
Πρέπει πάντα να προσέχεις, να προσέχεις,
να στεριώνεις τον τοίχο με το μεγάλο μπουφέ
να στεριώνεις τον μπουφέ με το πανάρχαιο σκαλιστό τραπέζι
να στεριώνεις το τραπέζι με τις καρέκλες
να στεριώνεις τις καρέκλες με τα χέρια σου
να βάζεις τον ώμο σου κάτω απ’ το δοκάρι που κρέμασε.
Και το πιάνο, σα μαύρο φέρετρο κλεισμένο. Δε τολμάς να τ’ ανοίξεις.
Όλο να προσέχεις, να προσέχεις, μην πέσουν, μην πέσεις. Δεν αντέχω.
Άφησε με να έρθω μαζί σου…..

Τούτο το σπίτι, παρ’ όλους τους νεκρούς του,
δεν εννοεί να πεθάνει.
Επιμένει να ζει με τους νεκρούς του
να ζει απ’ τους νεκρούς του
να ζει απ’ τη βεβαιότητα του θανάτου του
και να νοικοκυρεύει ακόμη τους νεκρούς του
σ’ ετοιμόρροπα κρεββάτια και ράφια.
Άφησε με να έρθω μαζί σου.

Εδώ, όσο σιγά κι αν περπατήσω μες στην άχνα της βραδιάς,
είτε με τις παντούφλες, είτε ξυπόλυτη,
κάτι θα τρίξει, – ένα τζάμι ραγίζει ή κάποιος καθρέφτης,
κάποια βήματα ακούγονται, – δεν είναι δικά μου.
Έξω, στο δρόμο μπορεί να μην ακούγονται τούτα τα βήματα, –
η μεταμέλεια, λένε, φοράει ξυλοπάπουτσα, –
κι αν κάνεις να κοιτάξεις σ’ αυτόν ή τον άλλον καθρέφτη,
πίσω απ’ την σκόνη και τις ραγισματιές,
διακρίνεις πιο θαμπό και πιο τεμαχισμένο το πρόσωπό σου,
το πρόσωπο σου που άλλο δε ζήτησες στη ζωή παρά να το κρατήσεις
καθάριο κι αδιαίρετο.

Τα χείλη του ποτηριού γυαλίζουν στο φεγγαρόφωτο
σαν κυκλικό ξυράφι πώς να το φέρω στα χείλη μου;
όσο κι αν διψώ, – πως να το φέρω; – Βλέπεις;
έχω ακόμη διάθεση για παρομοιώσεις, – αυτό μου απόμεινε,
αυτό με βεβαιώνει ακόμη πως δεν λείπω.
Άφησε με να έρθω μαζί σου….
Φορές-φορές, την ώρα που βραδιάζει, έχω την αίσθηση
πως έξω απ’ τα παράθυρα περνάει ο αρκουδιάρης
με τη γριά βαρειά του αρκούδα
με το μαλλί της όλο αγκάθια και τριβόλια
σηκώνοντας σκόνη στο συνοικιακό δρόμο
ένα ερημικό σύννεφο σκόνη που θυμιάζει το σούρουπο
και τα παιδιά έχουν γυρίσει σπίτια τους για το δείπνο
και δεν τ’ αφή- νουν πιαν να βγουν έξω
μ’ όλο που πίσω απ’ τους τοίχους μαντεύουν
το περπάτημα της γριάς αρκούδας
κι η αρκούδα κουρασμένη πορεύεται μες στη σοφία της μοναξιάς της,
μην ξέροντας για πού και γιατί
έχει βαρύνει, δεν μπορεί πια
να χορεύει στα πισινά της πόδια
δεν μπορεί να φοράει τη δαντελένια σκουφίτσα της
να διασκεδάζει τα παιδιά, τους αργόσχολους, τους απαιτητικούς,
και το μόνο που θέλει είναι να πλαγιάσει στο χώμα
αφήνοντας να την πατάνε στην κοιλιά,
παίζοντας έτσι το τελευταίο παιχνίδι της,
δείχνοντας την τρομερή της δύναμη για παραίτηση,
την ανυπακοή της στα συμφέροντα των άλλων,
στους κρίκους των χειλιών της, στην ανάγκη των δοντιών της,
την ανυπακοή της στον πόνο και στη ζωή
με τη σίγουρη συμμαχία του θανάτου έστω κι ενός αργού θανάτου
την τελική της ανυπακοή στο θάνατο
με τη συνέχεια και τη γνώση της ζωής
που ανηφοράει με γνώση και με πράξη πάνω απ τη σκλαβιά της.

Μα ποιος μπορεί να παίξει ως το τέλος αυτό το παιχνίδι;
Κι η αρκούδα σηκώνεται πάλι και πορεύεται
υπακούοντας στο λουρί της, στους κρίκους της, στα δόντια της,
χαμογελώντας με τα σκισμένα χείλη της
στις πενταροδεκάρες που της ρίχνουνε
τα ωραία κι ανυποψίαστα παιδιά
(ωραία ακριβώς γιατί είναι ανυποψίαστα)
και λέγοντας ευχαριστώ. Γιατί οι αρκούδες που γεράσανε
το μόνο που έμαθαν να λένε είναι: ευχαριστώ, ευχαριστώ.
Άφησέ με να έρθω μαζί σου….
Τούτο το σπίτι με πνίγει. Μάλιστα η κουζίνα
είναι σαν το βυθό της θάλασσας.
Τα μπρίκια κρεμασμένα γυαλίζουν σα στρογγυλά,
μεγάλα μάτια απίθανων ψαριών,
τα πιάτα σαλεύουν αργά σαν τις μέδουσες,
φύκια κι όστρακα πιάνονται στα μαλλιά μου
δεν μπορώ να τα ξεκολλήσω ύστερα,
δεν μπορώ ν’ ανέβω πάλι στην επιφάνεια
ο δίσκος μου πέφτει απ’ τα χέρια άηχος, – σωριάζομαι
και βλέπω τις φυσαλίδες απ’ την ανάσα μου ν’ ανεβαίνουν,
ν’ ανεβαίνουν
και προσπαθώ να διασκεδάσω κοιτάζοντές τες
κι αναρωτιέμαι τι θα λέει αν κάποιος βρίσκεται
από πάνω και βλέπει αυτές τις φυσαλίδες,
τάχα πως πνίγεται κάποιος ή πως ένας δύτης ανιχνεύει τους βυθούς;
Κι αλήθεια δεν είναι λίγες οι φορές που ανακαλύπτω εκεί,
στο βάθος του πνιγμού, κοράλλια και μαργαριτάρια
και θυσαυρούς ναυαγισμένων πλοίων,
απρόοπτες συναντήσεις, και χτεσινά και σημερινά μελλούμενα,
μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας,
κάποιο ξανάσαμα, κάποιο χαμόγελο αθανασίας, όπως λένε,
μιαν ευτυχία, μια μέθη, κι ενθουσιασμόν ακόμη,
κοράλλια και μαργαριτάρια και ζαφείρια,
μονάχα που δεν ξέρω να τα δώσω όχι τα δίνω,
μονάχα που δεν ξέρω αν μπορούν να τα πάρουν
πάντως εγώ τα δίνω.
Άφησέ με να έρθω μαζί σου….

Μια στιγμή, να πάρω τη ζακέτα μου.
Τούτο τον άστατο καιρό, όσο να ‘ναι, πρέπει να φυλαγόμαστε.
Έχει υγρασία τα βράδια, και το φεγγάρι
δε σου φαίνεται, αλήθεια, πως επιτείνει την ψύχρα;

Άσε να σου κουμπώσω το πουκάμισο τι δυνατό το στήθος σου,
– τι δυνατό φεγγάρι, – η πολυθρόνα, λέω κι όταν σηκώνω
το φλιτζάνι απ’ το τραπέζι
μένει από κάτω μιά τρύπα σιωπή, βάζω αμέσως την παλάμη μου επάνω
να μην κοιτάξω μέσα, – αφήνω πάλι το φλιτζάνι στη θέση του,
και το φεγγάρι μια τρύπα στο κρανίο του κόσμου
μην κοιτάξεις μέσα,
έχει μια δύναμη μαγνητική που σε τραβάει μην κοιτάξεις,
μην κοι- τάχτε,
ακούστε με που σας μιλάω θα πέσετε μέσα.
Τούτος ο ίλιγγος ωραίος, ανάλαφρος θα πέσεις, –
ένα μαρμάρινο πηγάδι το φεγγάρι,
ίσκιοι σαλεύουν και βουβά φτερά, μυστιριακές φωνές δεν τις ακούτε;
Βαθύ-βαθύ το πέσιμο,
βαθύ-βαθύ το ανέβασμα,
το αέρινο άγαλμα κρουστό μες στ’ ανοιχτά φτερά του,
βαθειά-βαθειά η αμείλικτη ευεργεσία της σιωπής, –
τρέμουσες φωταψίες της άλλης όχθης,
όπως ταλαντεύεσαι μες στο ίδιο σου το κύμα,
ανάσα ωκεανού. Ωραίος, ανάλαφρος
ο ίλιγγος τούτος, – πρόσεξε, θα πέσεις.
Μην κοιτάς εμένα,
εμένα η θέση μου είναι το ταλάντευμα ο εξαίσιος ίλιγγος.
Έτσι κάθε απόβραδο έχω λιγάκι πονοκέφαλο, κάτι ζαλάδες…

Συχνά πετάγομαι στο φαρμακείο απέναντι
για καμμιάν ασπιρίνη,
άλλοτε πάλι βαριέμαι και μένω με τον πονοκέφαλό μου
ν’ ακούω μες στους τοίχους τον κούφιο θόρυβο που κάνουν
οι σωλήνες του νερού,
ή ψήνω έναν καφέ, και, πάντα αφηρημένη,
ξεχνιέμαι κ ετοιμάζω δυο ποιος να τον πιει τον άλλον; –
αστείο αλήθεια, τον αφήνω στο περβάζι να κρυώνει
ή κάποτε πίνω και τον δεύτερο, κοιτάζοντας απ’ το παράθυρο
τον πράσινο γλόμπο του φαρμακείου
σαν το πράσινο φως ενός αθόρυβου τραίνου
που έρχεται να με πάρει
με τα μαντίλια μου, τα στραβοπατημένα μου παπούτσια,
τη μαύρη τσάντα μου, τα ποιήματα μου,
χωρίς καθόλου βαλίτσες τι να τις κάνεις;
Άφησέ με να έρθω μαζί σου….

Α, φεύγεις; Καληνύχτα. Όχι, δε θα έρθω. Καληνύχτα.
Εγώ θα βγω σε λίγο. Ευχαριστώ. Γιατί, επιτέλους, πρέπει
να βγω απ’ αυτό το τσακισμένο σπίτι.
Πρέπει να δω λιγάκι πολιτεία, – όχι, όχι το φεγγάρι
την πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια της,
την πολιτεία του μεροκάματου,
την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί και στη γροθιά της
την πολιτεία που μας αντέχει στη ράχη της
με τις μικρότητες μας, τις κακίες, τις έχτρες μας,
με τις φιλοδοξίες, την άγνοιά μας και τα γερατειά μας, –
ν’ ακούσω τα μεγάλα βήματά της πολιτείας,
να μην ακούω πια τα βήματα σου
μήτε τα βήματα του Θεού, μήτε και τα δικά μου βήματα. Καληνύχτα…

(Το δωμάτιο σκοτεινιάζει. Φαίνεται πως κάποιο σύννεφο θα έκρυψε το φεγγάρι. Μονομιάς,
σαν κάποιο χέρι να δυνάμωσε το ραδιόφωνο του γειτονικού μπαρ, ακούστηκε μια πολύ γνωστή
μουσική φράση. Και τότε κατάλαβα πως όλη τούτη τη σκηνή τη συνόδευε χαμηλόφωνα η
“Σονάτα του Σεληνόφωτος”, μόνο το πρώτο μέρος. Ο νέος θα κατηφορίζει τώρα μ’ ένα ειρωνικό
κι ίσως συμπονετικό χαμόγελο στα καλογραμμένα χείλη του και μ’ ένα συναίσθημα
απαιλευθέρωσης. Όταν θα φτάσει ακριβώς στον Αη-Νικόλα, πριν κατέβει τη μαρμάρινη
σκάλα, θα γελάσει, – ένα γέλιο δυνατό, ασυγκράτητο. Το γέλιο του δε θ’ ακουστεί καθόλου
ανάρμοστα κάτω απ’ το φεγγάρι. Ίσως το μόνο ανάρμοστο να είναι το ότι δεν είναι καθόλου
ανάρμοστο. Σε λίγο ο Νέος θα σωπάσει, θα σοβαρευτεί και θα πει: “Η παρακμή μιάς εποχής”.
Έτσι, ολότελα ήσυχος πια, θα ξεκουμπώσει πάλι το πουκάμισό του και θα τραβήξει το δρόμο
του. Όσο για τη γυναίκα με τα μαύρα, δεν ξέρω αν βγήκε τελικά απ το σπίτι. Το φεγγαρόφωτο
λάμπει ξανά. Και στις γωνίες του δωματίου οι σκιές σφίγγονται από μιαν αβάσταχτη
μετάνοια, σχεδόν οργή, όχι τόσο για τη ζωή, όσο για την άχρηστη εξομολόγηση. Ακούτε; Το
ραδιόφωνο συνεχίζει.) …

Πάνος Καπώνης, Δύο ποιήματα

Το αρχαίο τείχος

Συννεφιασμένο το αρχαίο τείχος
κι η μέρα συντηρούσε το πέτρινο γεφύρι
ν’ ανέβουν οι προσκυνητές
με τη βροχή να έρχεται με χίλια χρώματα
κι οι πέτρες παγωμένες.

Κάτω απ’ το θόλο τον φθαρμένο
οι φιγούρες των τεσσάρων εποχών
κι ο άνεμος θλιμμένος κι έπειτα,
άλλαζε σε καταχνιά και σούρουπο
το λαξευμένο πρόσωπο της ιέρειας πόρνης
ως είδωλο επί σφαγήν
και πώς να φυλαχτεί απ’ τ’ ανεμόβροχο
στο τείχος το αρχαίο.

Στο τέλος ήρθε το φεγγάρι
που ελευθέρωνε σιγά σιγά τους ίσκιους
κι άναψαν τα κεριά στις βίγλες
και το κορμί της ξαπλωμένο στα ρίγη
του διεφθαρμένου δαπέδου.

Ακούστηκαν σκουριασμένα βήματα
και αυλοί μακρινοί απ’ τα δώματα
και αντίλαλοι στις άδειες κόχες
και η κυρά του κάστρου έκλεισε την πόρτα
με πέπλα στο χρώμα της δύσης
και διάφανα κρίνα πλησιάζοντας
τον αγαπημένο της απόηχο παλιών ερώτων
και των ήχων από όργια
έσβησε φωσφορίζουσα πάνω στις επάλξεις.

Κηφισιά, Απρίλης 2006

***

Εικόνα σε βίντεο

Γραμματείς φαρισαίοι υποκριτές
το άλφα, το βήτα, το γάμμα, το κόμμα
ζεσταίνονταν μπροστά στις οθόνες
με τον καπνό να συναντάει τον καπνό.
Οι κρανοφόροι στον κρανίου τόπο
με τις ασπίδες και τα ρόπαλα
ερέθιζαν τις κόκκινες επιφάνειες
των ματιών με δακρυγόνα και βρισιές
και δίπλα οι πολίτες φώναζαν
Ωσαννά εν τοις υψίστοις, αίσχος, αίσχος.
Κι εγώ έβλεπα το πλιάτσικο της Ελλάδος
τα σιντριβάνια να πωλούνται
τις γωνίες των δρόμων να φλέγονται
τις καφετέριες να γεμίζουν αίματα
τα ισχνά δέντρα να πετούν πέτρες.
Λωρίδες λαού ανεβαίνουν και κατεβαίνουν
πανό αντιστέκονται στις σφαίρες
πάνω από ενταφιασμούς παιδιών
διαδηλώσεις δηλώσεων να περιφέρονται
ως κύματα αναλγησίας και θράσους
ως καύχημα των ημερών του Δεκεμβρίου.
Και τότε πυροβόλησαν
και τότε διεκομίσθη πάραυτα
και τότε διαπιστώθηκε ο θάνατος
και οι δημοσιογράφοι είπαν
Αυτός δεν ήταν θάνατος. Είναι Αθάνατος.

*Από τη συλλογή “Κύβος”, Εκδόσεις Κοινωνία των (δε)κάτων, Μάρτιος 2011.

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Δεν προσδοκούσε τα γόητρα της πλατείας.
Η ικανοποίηση του βρίσκονταν στη στιγμή
που ο σκοτεινός κι απόμακρος δρόμος
θέριευε τα βήματά του και δικαίωνε
την ανάσα του, πείθοντας τον πως αυτή
ήταν η μόνη θέση για οποιονδήποτε,
ακριβώς όπως κι αυτός, μπορούσε
να αγαπήσει οποιονδήποτε, μα και να
αγαπηθεί από οποιονδήποτε τύχαινε
να βρεθεί μια τέτοια στιγμή σε μια θέση
σαν κι αυτή. Μέχρι τώρα δεν ήταν λίγες
οι άγνωστες και δυσδιάκριτες φιγούρες
που ερωτεύθηκε παράφορα και που
ένιωσε βαθιά μες στην καρδιά του
να του ορκίζονται αιώνια αγάπη.

View original post

Χρήστος Μαρτίνης, Τρία ποιήματα

16.
αυτός ο χειμώνας μας διέλυσε
ίσως το χιόνι και δε βλέπαμε ο ένας τον άλλον
ίσως το κρύο και δεν ακουστήκαμε
ίσως που περπατούσαμε σκυφτοί

τώρα
στον ήλιο στρέφουμε τα μάτια μας
ξέφτια πολύχρωμα εγώ εδώ εσύ εκεί
να κυματίζουμε στο φως

***

17.
εσείς όλοι εσείς
εσείς όλοι που τρέχετε
συνεχίστε
στο τέλος του δρόμου δε θα βρείτε θάλασσα
ούτε εκδίκηση ούτε επιστροφή
στο τέλος του δρόμου πάλι εμένα θα βρείτε
να φωνάζω
εσείς όλοι εσείς
εσείς όλοι που τρέχετε
συνεχίστε

***

18.
αν σας ρωτήσουν
να πείτε κάτι ποιητικό
πως τράκαρε καβάλα σε μια μηχανή
στην άγρια κόντρα με το χρόνο
ή πως τον έσφαξαν σ’ ένα κωλόμπαρο της εθνικής οδού
κάποια θλιμμένη πέμπτη
να βρείτε κάτι πειστικό
μην πείτε απλώς πως πέθανα
μην πείτε την αλήθεια

*Από τη συλλογή “το ξένο φως”, Εκδόσεις “Υποκείμενο”, Απρίλης 2017.

Νικόλας Αλ. Σεβαστάκης, Δύο ποιήματα

Το φορτίο

Ζεστό το βράδυ
από τον πυρετό
ή κάποια φλόγωση του έρωτα
κοχλάζει η μοχθηρία των μπαλκονιών
που χάσκουν στο κενό
πλοιάρια που κάθισαν αιώνες
στις πίκρες κάποιας καραντίνας
Σιγούν για τα καλά τα πράγματα
ο κλονισμός δεν φαίνεται στην όψη τους
καθώς περνούν αγόγγυστα στη λήθη
φορτία ασυνόδευτα σε ξεχασμένα μπάρκα

***

Ημερήσια εκδρομή

Σπίτια που ροδίζουν ομοιόμορφα
στους άνυδρους λοφίσκους
κάποιου εχθρικού εδάφους
που άλλο δεν κρατάει τα προσχήματα:
Ο ήλιος με την πράσινη βερμούδα του
άφησε τις ρακέτες
στον πιο γελοίο χορτοτάπητα
όπως ο καταδότης που δίνει ενα χαρτί
με τα ονόματα των καταδικασμένων

*Από τη συλλογή “Οι χειμώνες της μνήμης”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2010.

Χρήστος Μπράβος (1948-1987), Τέσσερα ποιήματα

Προγραφή

Ζυγιάζεται γκρίζο, γεράκι. Σάπιο
αγεράκι πώς τα καίει τα μαλλιά
σου!
Δε θα γλιτώσεις Ιφιγένεια· αυτά
που ήξερες για σύννεφα πονετικά να
λησμονήσεις. Κορμί φιδιού θα
δέρνεσαι στο χώμα, δίχως κεφάλι
πετεινός και θα χιμάς. Και τα
καράβια θα ξεχάσουν τα νερά.
Μέσα σε μπαρ οι ναύτες θα
σαπίζουν

13-15/4/82

*Από την Ενότητα «Ξύλινα τείχη».

***

Ουράνιο ψάρι

Στον Γιώργο Κακουλίδη

Η σκοτεινή της μήτρα αναδεύει
και σάμπως μπάσταρδο κι απόψε σε ξερνά·
στον κύκνο σου λαιμό θηλιά περνά
το χέρι της Σειρήνας· και σε ζεύει.
Τα πόδια σου πριόνισε η προπέλα
κι όλη τη νυχτα αλυχτάς σκυλί λυτό·
πάλι θα λεν τη μάνα σου Λητώ
και τη σπασμένη κάμα σου Μαρκέλλα.
Σε ποιο λιμάνι τ’ ουρανού να σκάψω τάφο,
να σε ρουφήξει ποια θεόρατη κοιλιά;
Θα πνίγεις στο σκοτάδι τα σκυλιά
κι εγώ απ’ τον πάτο της ζωής μου θα σου γράφω.

18/6/83

*Από την ενότητα «Μετά τα μυθικά».

***

Απόκρυφο

Μ’ άλογο μαύρο και τυφλό
να μπω στον ύπνο σου. Ριγμένος
σταυρωτά. Με τα καρφιά μου.
Εσύ από χιόνι. Με το κάρβουνο
στα μάτια. Τα πέταλα ν’ ακούς
και τα φτερά. Το τζάμι του θανάτου
που θα σπάζει.
Να τιναχτείς-νύφη που ξύπνησαν
τα δάκρυα του γαμπρού ανοίγει
το ταβάνι ανεβαίνουν.
Να μη θυμάσαι τίποτα μετά-
μόνο του δαίμονα το χέρι
που ευλογούσε.

***

Το νερό

Να μην την πει κανείς αυτή τη νύχτα
που έπνιξε το θάνατο στην κούνια.

* Από το βιβλίο «Μετά τα μυθικά», εἰκόνες Χρόνης Μπότσογλου, πρόλογος Μιχάλης Γκανάς, ἐπιμέλεια και ἐπίμετρο Μισέλ Φάις.εκδ. Πατάκη, 1996 (μεταθανάτια έκδοση). Αναδημοσίευση από εδώ: http://www.poiein.gr/archives/19087/index.html