ήχος και φως

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Που και που
γυρίζοντας στα όνειρα,
τους συναντώ,
αδίστακτοι μισθοφόροι του χρονικού επέκεινα
που υλοτομούν τα κωνοφόρα
της λήθης μας,
ως σφάγια των βράχων
και σφάγια της αυγής/
Με νύχια και με δόντια παλεύω να αποσώσω
δύο τρεις σταγόνες καθαρές,
όπου να ακινητούν οι στιγμές επάνω στον παλμό τους,
ν’ ανοίγει η άβυσσος για να χωρέσει
όλο τον ήχο και το φως/
κάπως σαν κείνα τα θεάματα
που οργάνωνε ο ΕΟΤ μετά τη μεταπολίτευση
στις διάφορες πόλεις ,
όπου εκδράμαμε με το πούλμαν του Κατσούρη/
Να όπως εδώ,
που η μάνα μου χορεύει
το “Η ζωή εδώ τελειώνει”
όρθια, στη γαλαρία
και σείεται το πούλμαν απ τα σφυρίγματα/
Δεν υπήρχαν τότε βλέπεις,
ζώνες κι άλλα τέτοια πολιτικώς ορθά,
να μας δένουν με τη ζωή,
μη τυχόν και μας τελειώσει._
ΚΛ – 05/05/2018

photo: Josef Sudek
Dans le jardin [In the garden]
1954-1959
Gelatin silver print
17 × 23.3 cm
Musée…

View original post 13 more words

Arzu Toker, από το “Τα κορίτσια του μπαλκονιού ή Έχω την τιμή, κυρία!”

Στην Ανατολία πέρασα τα παιδικά μου χρόνια.
Εκεί και τη ζωή μπορούσε η τιμή να σου στοιχίσει.
Τα νιάτα μου τα πέρασα στην Ιστανμπούλ,
η τιμή εκεί δεν ήταν θέμα.
Απ’ το ’74 ζω μες στην Ευρώπη,
κρυφά και ύπουλα η τιμή μ’ ακολούθησε
«SEN ΒΕΝIΜ NAMUSUMSUN».
Είσαι η τιμή μου.

Και τώρα σου στοιχίζει και πάλι τη ζωή
μες στον πολιτισμό
μες στην Ευρώπη.
«SEN ΒΕΝIΜ NAMUSUMSUN».

Είσαι η τιμή μου.
Η φαμελιά μας,
οι άντρες μας αποφασίζουν τον θανατό μας.
Και οι μανάδες μας υφαίνουν την τριχιά
μακρόβια, γερή.
Η τιμή δένει τον κόμπο
μειλίχια, απαλά.
Κι εμείς πιστεύουμε σ’ αυτά.
Εμείς, τα κορίτσια, οι γυναίκες.
Εμείς, η Τιμή.

Σαφής η ριπή, αναντίρρητη.
Το πέσιμο ασαφές απ’ το μπαλκόνι.
Σαν δεν υπάρχουν μάρτυρες, η πράξη δεν υπάρχει.
Πήδηξε μόνη της; Τη σπρώξανε;
Εμποδίστηκε
το τελευταίο στο κάγκελο
γάντζωμα.
Απορρίφθηκε
το τελευταίο στον πατέρα
γάντζωμα,
στ’ αδέρφι.
Κανείς δεν άκουσε
την τελευταία κραυγή.

Εμείς, του μπαλκονιού τα κορίτσια,
εμείς, η τιμή τους,
πιστεύουμε σ’ αυτά.
Βίασε ο θείος το κορίτσι;
Αυτή τον προκάλεσε.
Στρογγυλεύει η κοιλιά της;
Αυτή τον παρέσυρε.
Μπορεί να μας κουτσομπολεύει ο κόσμος.
Το στόμα δεν είναι σακί,
δεν μπορείς να το δέσεις.

Σήμερα το ξέρει μόνον αυτή,
αύριο θα το ‘χει ακούσει η φίλη της
μεθαύριο όλοι θα το ‘χουνε μάθει:
Η οικογένεια, η υπόληψή μας
πάει η τιμή.
Τι θα γίνει μ’ αυτό το κορίτσι;
Το ξεσκάλωμα του χεριού απ’ το κάγκελο
σιωπηλό, αναίμακτο.
Δεν μιλάει το μπαλκόνι.

Οι μανάδες μας περνάν στον λαιμό την τριχιά,
ο Πατήρ ημών—
η οικογένεια ημών
αποφάσισαν τον θάνατό μας.
…………………………………………
(θα συνεχιστεί)

*Από το βιβλίο “Τα κορίτσια του μπαλκονιού ή Έχω την τιμή, κυρία!”, σε δίγλωσση στα γερμανικά και ελληνικά έκδοση, Εκδόσεις Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2016 (κυκλοφόρησε ως ένθετο στο τεύχος 41 του ομώνυμου περιοδικού). Απόδοση στα Ελληνικά: Νίκη Eideneier.
**Η Arzu Toker (Αρζού Τοκέρ) γεννήθηκε το 1952 και είναι Τουρκάλα συγγραφέας, δημοσιογράφος και μεταφράστρια. Από το 1974 ζει στη Γερμανία και μαζί με την Νίκη Eideneier εκδίδουν την τρίγλωσση Ανθολογία “Καλημέρχαμπα”.

Δημήτρης Βούλγαρης, Σημείωση 2

Άσκοπα παλεύω κάθε πρωί με τα σύννεφα, για τη διεκδίκηση του καθαρού ουρανού. Αφού έρχεσαι εσύ και μου τον γκριζάρεις.

Εισχωρείς στον χαμηλοτάβανο ουρανό τού δωματίου μου και τον σπρώχνεις ακόμη πιο κάτω. Μου πατά το κεφάλι και το στέρνο. Ασφυκτιώ. Είσαι τόσο κοντά στο πρόσωπό μου, αλλά απόκοσμα μακριά. Σε παρατηρώ να στέκεις ψηλά στη δεξιά γωνία και να με κοιτάς. Σαν την αράχνη που ετοιμάζεται να δημιουργήσει και να κατακτήσει το χώρο μου. Προσπαθώ να τραβηχτώ από το κρεβάτι, σέρνοντας το κορμί μου στο πάτωμα.

Είναι όλα τόσο μικρά εδώ μέσα. Το δωμάτιο με πνίγει αλλά εσύ κοιτάς ασάλευτη. Μόνο τα μάτια σου μιλούν τα ίδια πάντα θλιμμένα λόγια. Όνειρα που καήκανε από την υπερβολική έκθεσή τους στο φως. Λάθος τύπωμα.

Κυλιέμαι ως τη γραφομηχανή μου, εκεί όπου θα σε σκοτώσω. Θα σε σπάσω σε λέξεις και θα σε βάλω στη σειρά όπως εγώ θέλω. Θα σε κάνω βιβλίο για να σε κρύψω στο ράφι μου και να σε κατεβάζω κάθε που ο περασμένος χρόνος θα μου χτυπά την πόρτα. Τότε όμως θα έχω ασχοληθεί τόσο με τη μορφολογική σου σημασία που δεν θα φοβάμαι πια να σε κοιτώ. Θα έχω ασχοληθεί και με εμένα. Θα έχω βρει την επεξήγηση των πράξεών μου και της επιλογής τού χρώματος που έκανα για σένα. Θα κοιτάζω με άνεση τα μάτια σου και δεν θα υποκύπτω στους πόθους που κρύβουν, γιατί θα σε έχω κάνει κτήμα μου.
Να φύγεις από αυτή τη γωνία.

Είναι το μέρος που μου αρέσει να κοιτώ όταν είμαι ξαπλωμένος και να προβληματίζομαι με τις διαστάσεις διαφόρων καταστάσεων. Ώρες ώρες ακόμη και της ύπαρξής μου ή του λόγου μου.
Όσο γράφω εσύ μικραίνεις και το δωμάτιο επιστρέφει στο πραγματικό του μέγεθος. Με το τέλος αυτής της πρότασης, το σώμα από λέξεις που σου πλάθω θα εχει μεγαλώσει κι εσύ θα είσαι τόσο μικρή, που πια δεν θα σε προσέχω.

Ο χώρος επανήλθε στα φυσιολογικά του πλαίσια ώστε να μπορώ να σταθώ όρθιος στα πόδια μου. Σου λέω ένα αόριστο καλημέρα, φορώ το παλτό μου και χύνομαι στο δρόμο για τον πρωινό καφέ μου και τα φρέσκα κουλουράκια με κανέλα. Ίσως να κρυφω λιγα ψίχουλα στις τσέπες μου και για σένα.
Αν συνεχιστεί αυτό, νομίζω ότι το δωμάτιο δεν θα αντέξει την καθημερινή συστολή-διαστολή.Ένα πρωι θα μας πλακώσει και τους δυο.

Θα φροντίσω να κοιμάμαι με τη γραφομηχανή στο πλάι μου.

Σου είπα να φύγεις από αυτή τη γωνία.

*Από το βιβλίο “Κονστάνς”, Εκδόσεις Απόπειρα, Αθήνα 2015.

Θεόδωρος Μπασιάκος, Τέσσερα ποιήματα

ΧΑΛΑΣΜΕΝΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ

Ένα όνειρο τέλεψε

Άλλο όνειρο τώρα αρχινάει.

Αντίο 

(να μας γράφετε)

του χτες γραφειοκράτες.

Χαίρετε 

(άντε χέστε με)

του σήμερα σπεκουλαδόροι.

Γειά σου κι’ εσένα

κότσυφα τραγουδιστή

Αλήτη των χτεσινών ονείρων μου / και των σημερινών.

26/12/2002 

(11η επέτειος της υποστολής της σοβιετικής σημαίας)

***

ΚΑΚΒΙΜΑΡΤΖΟΣ*

Αν είναι δυνατόν

Εγώ

ο ποιητής

να τα πίνω απόψε μαζί μ’ έναν

μπάτσο

(!)

(πρώην, 
στην Ε.Σ.Σ.Δ.)

γερτοί ο ένας στο νώμο τ’ άλλου

τους παλιούς καλούς καιρούς και να κλαίμε

(μπαλαλάϊκες… πού ‘ν’ τες, φέρτε μας μπαλαλάϊκες!)

τότες που
– ο λόγος στον φίλο μου: –
Κάτι χούλιγκαν σαν εσέ,

αδελφέ, ευχαρίστως τους έστελνα στη Σιβηρία διακοπές.

(*) Κακβιμάρτζος: εις υγείαν, στα Γεωργιανά.

***

ΜΕΤΑ ΤΗ ΒΡΟΧΗ…

Μια ψιλή βροχή ήταν μόνο

κι’ άκου! 
τί χαρούμενα τα πουλάκια

λες και τέλεψε κάνας πόλεμος

λες και δεν έχει πια μπόρες άλλες για τη φτώχεια η ζωή.

***

ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΩΝ ΚΩΛΑΔΙΚΩΝ

“Όλες τις πόρτες ξέρω των μελιχρών ναών

Μ’ ευλάβεια μπαίνω και πράττω τα κανονισμένα

Την Ωραία Κυρία εκεί προσμένω… κλπ. κλπ.”

(Αλ. Μπλοκ)

Για δυο-τρία ποτιράκια που την κεράσαμε

-χαλάλι της!-

χτες βράδυ, στο μπαρ με τις ρωσσίδες

η Ωραία Κυρία

μας απήγγειλε / στα ρώσσικα, από στήθους

στίχους

του Πούσκιν

και

του Μπλοκ

και

της Τσβετάγιεβα / η αγκαπιμιένιμιι μυ πιίτρια! μας λέει…

Εγώ (καιρό είχα να βρεθώ σε μια πραγματική ποιητική βραδυά)

Δεν το κρύβω, συγκινήθηκα.
(5.V.1997)

*Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από την ταινία “Good Bye Lenin”.

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, VII σονέτο ᾿97

Ἔζησε σ᾿ ἄλλες ἐποχές. Ὡς νέος δέν τά πήγαινε καλά οὔτε μέ

τό λυρισμό οὔτε μέ τόν κυνισμό –δυστύχησε μετρίως.
Ὡριμάζο-ντας κατάλαβε.

Τά χρόνια πέρασαν. Σκαρφάλωσε τίς δεκαετίες στίχο-στίχο.

Ἔμαθε ὅλα τά τεχνάσματα τῆς ποίησης ἀλλά ἔμεινε ἔντιμος –

κατά τό δυνατόν.

Ἀνθηρός τώρα κι ἑτοιμοπόλεμος. Πρωτοκλασάτος. Ποτέ, ποτέ

κυνικός –ἁπλῶς ἡ πείρα ἐλέγχει τό δάκρυ. Ἔμαθε ὅλα τά
τε
χνάσματα. Κάπου-κάπου, μονάχα, τό σῶμα θυμᾶται τό ἀδέξιο

ποίημα πού ἔγραψε εἴκοσι χρονῶν: ἕνα παλιό μυστικό πού
ἡ τέ-χνη του συλλαβιστά λησμόνησε, γιά νά ἐπιζήσει.


*Από τη συλλογή “Τα ποιήματα του Μανδαρίνου”, Εκδόσεις “ύψιλον βιβλία”, 2002.

Jeltje Fanoy, launch of “Flying into the hands of strangers”

As part of the Melbourne Spoken Word and Poetry Festival (mswpf.com.au),
I hope you can join collective effort press/ftloose on

Friday, May 18 from 6-8.30pm

for the launch of my new collection Flying into the hands of strangers

at the iconic Collective Works Bookshop (1st Floor, Nicholas Building, 37 Swanston St.)…

with highlights from the book and intriguing guest performances by Anna Fern, Peter Murphy and Sjaak de Jong. The book (plus CD by jeltje + friends) will be introduced by John Hawke. MC: Loran Steinberg

Les Wicks wrote: “Words running across the keys” characterises the collection – energy, fascination, belief.

Anna Couani wrote: Forceful, unpredictable and playful, truly Australian, referencing the post war migrant experience, connecting to current asylum seeker policy and what it is to live in Melbourne today

Ali Alizadeh wrote: Melbourne and its windy skies, its beaches and its homeless, are the backdrop and also participants in Jeltje Fanoy’s interrogations of her life and memories as an immigrant and an artist. The poems are sharp and experimental, but also gentle and accessible.

Claire Gaskin wrote: Poetry that is never separate from a consciousness of language and sound, as utterance, as brought forward by the breath, by the sensate body. This, along with the mastery in lineation, lends a timelessness and tenderness to the political statement.

Έφη Καλογεροπούλου, Ποιήματα από το “Έρημος όπως έρωτας”

Είναι ένα καρότσι
οι ρόδες του υπόσχονται την αιώνια φυγή
ο μπροστινός τροχός τρίζει
το σπρώχνω σταθερά
βαδίζοντας στην άκρη του δρόμου
μέχρι που
ο δρόμος χάνεται
δεν υπάρχει δρόμος
δεν υπάρχει κανείς
μόνο αέρας.
*
Ξήλωνε
το φαρδύ ρούχο της στέρησης
με τις τεράστιες άδειες τσέπες.
Γυμνώθηκε τελείως.
Νήματα είναι τα σώματα, είπε,
να τα υφάνεις περιμένουν.
*
Η πέτρα που ονειρεύεται τους χαμηλούς γκρεμούς
γαντζώθηκε στην άκρη.

Πριν γκρεμιστεί
ότι πετάει ονειρεύτηκε η πέτρα
που τους χαμηλούς γκρεμούς φοβάται.
*
Ξεκλειδώνει τα υπόγεια
ξηλώνει πατώματα αυτή η νύχτα
το δάπεδο βουλιάζει
οι τοίχοι τρέμουν
οι αρμοί της σκάλας λύνονται
η στέγη υποχωρεί
τα γείσα πέφτουν.

Τρέξε! σου φώναξα,
τρέξε!
όσο είναι καιρός
προλαβαίνεις ακόμα
να σωθείς!

*
Χαράματα σε φόντο μπλε
σκουπίζει.
Το σκουπάκι της γράφει
τετράγωνους κύκλους στον αέρα
στο βυθό τα σκουπίδια
στο βυθό τα σκουπιδάκια, τραγουδάει.

Το φως τρέχει ανάμεσα
σαν τρομαγμένο ελάφι.
*
Στην παγωμένη επιφάνεια του καθρέφτη
ανύποπτη
ήσυχα πλέει προς την κοιλιά του κήτους
τροφή για ψάρια
δίχως κουπί δίχως σκαρί
ταξιδεύει.

Στην παγωμένη επιφάνεια του καθρέφτη.
*
Χιλιάδες μυρμήγκια γλιστράνε σε πάγο·
η ανεξάντλητη σιγουριά του άσπρου.
*
Το άδειο
τρύπα από σιωπή
κρεμασμένη στο σκοτάδι

πάντα
άσπρο.

*“Έρημος όπως έρωτας”, δίγλωσση έκδοση σε αγγλική μετάφραση Γιάννη Γκούμα, Εκδόσεις Μετρονόμος, Σειρά Ποιείν, Αθήνα 2015.

Η τρέλα είναι πάντα ένα σπίτι

Η τρέλα είναι πάντα ένα σπίτι
με αναμμένες όλες τις συσκευές
το ρεύμα να τρέχει στη διαπασών
τις βρύσες ανοιχτές, τα ρολόγια
κολλημένα στην πιο κοινή ώρα
γατιά, σκυλιά να λυσσάνε
το μπαλκόνι να κρέμεται στην
άβυσσο, άφθαρτοι τοίχοι
γυαλισμένα τζάμια, ευθυγραμμισμένα
έπιπλα, στρωμένα κρεβάτια
τακτοποιημένοι λογαριασμοί
το κλειδί στην πόρτα
ένας ολόκληρος κόσμος να
περιμένει να μπει μέσα, να ζήσει
κι αυτός, να φάει, να γαμήσει
να χέσει, να δει τις ειδήσεις
να πει τα νέα του, να κάνει
σχέδια για το μέλλον, να
αναβιώσει το παρελθόν
να σε πιάσει απ’ το λαιμό
να σε πετάξει στο δρόμο
να πας στο διάολο, να φύγεις
να μείνεις μόνος, μακριά από
όλους, φοβισμένος, ήσυχος
πεινασμένος, κουρέλι, μόνος
ελεύθερος, βρωμιάρης, άρρωστος
κι ευτυχισμένος.

*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2018/05/04/2937/

Γρηγόρης Σακαλής, Επιλογές

Η ανία, ως γνωστόν
είναι αριστοκρατικό συναίσθημα
πλήττει κυρίως τους αστούς
μεγάλους και μικρούς
πως να ξοδέψουν τον χρόνο
καθώς και τα λεφτά τους.
Το συναίσθημα των κολασμένων
είναι η απελπισία
κι αυτήν την πολεμάει ο καθένας
όπως μπορεί
άλλοι αγωνίζονται καθημερινά
άλλοι αφήνονται
πέφτουν στα ναρκωτικά
την πορνεία, το αλκοόλ
βλέπεις το σύστημα
σου δίνει πολλές δυνατότητες
για να καταστραφείς
αλλά καμμία για να σωθείς
σώζονται μόνο αυτοί
που έχουν δύναμη μέσα τους
κουράγιο κι αντοχή
να παλέψουν γι΄ αξιοπρέπεια
κι ελευθερία.

Ζήσης Δ. Αϊναλής, Από “Τα παραμύθια της έρημος”

Σε γενικές γραμμές δεν έπαιζε να ρυθμίσω τον ουρανό
μες στη φτέρνα μου. Τόσες χαρακιές μες στα χέρια μου
ξαφνικά ξηρασίες ένας τόπος έρημο δέρμα που φαντα-
σιωνόμουν να διαβιούνε καμήλες. Τις έβλεπα μπρος
στα μάτια μου να ξεδιπλώνονται αργά κομπολόι στο
χέρι μες στο καμίνι του ήλιου. Στα μάτια μου ζάρωνε
η ανάμνηση της φωτιάς και στο χέρι μου κρεμότανε
βόνασος ο πέλεκυς του θανάτου βαρύς ένα τσιμέντο
κρέας. Πού να πιάσει ρίζα στην άμμος; Το σήκωνες και
μετεωριζότανε το στερέωμα. Τ’ ακούμπαγες σκουλήκι
κανένα κι η αποσύνθεση δύσκολη αχρείαστο φύραμα.
Γινόταν πέτρα το κορμί και άμμος θρύμματα. Γενειο-
φόρος ο άνεμος κουβαλούσε την τέφρα μου να χτίσω
την πυραμίδα μου να στεγάσω το σπέρμα μου.

***

Έπεφτα και πατούσα τη γλώοοα μου. Πίσω απ’ την
κουρτίνα της άμμος υπήρχα εγώ και πίσω από μένα
δεν υπήρχε κανένας. Αγκάλιαζα την κραυγή μου και
την παρηγορούσα. Κι όμως ήμουνα σίγουρος πως κάτι
υπήρχε εκεί έξω πέρ’ από μένα. Φανταζόμουνα ένα
τέρας με πράσινα δόντια. Φοβόμουνα κι έκρυβα το κε-
φάλι μου στην άμμο. Κάτω από την άμμο έσφυζ’ ένας
ολόκληρος κόομος. Παζάρια ντελάληδες διαλαλουσα-
νε την πραμάτεια τους γυναίκες τραβούσαν απ’ το χέρι
τους τα παιδιά τους κι εκείνα στρέφοντας το κεφάλι
δείχναν με το δάχτυλο κάτι στον πάγκο και ο χασάπης
ακονίζοντας με στριγκλιές τα μαχαίρια του χαμογελού-
σε χαϊδολογώντας το μουστάκι. Γελούσε ο ψαράς με
την πελάτισσα. Πάνω στον πάγκο σπαρταρούσαν τα
ψάρια γεμάτα ζωή. Ανέβαιναν καπνοί κι ο ψήστης μες
στην τσίκνα. Στην είσοδο με τις ποδιές οι λοκαντιέρη-
δες τσούγκριζαν τα ποτήρια. Χόρευ’ η ατσιγγάνισσα
πόσα τσακίσματα στον πάγκο παθητικά να γουργουρί-
ζουν ναργιλέδες. Δάκρυζα με χαρούμενους λυγμούς και
με το μανίκι σκούπιζα τα μάτια μου γελώντας.

*“Τα παραμύθια της έρημος”, Εκδόσεις Κέδρος, 2017.