Σωτήρης Λυκουργιώτης, Για πάντα

Στο σώμα της καλπάζουν οι ορδές των
εξαπατητών της διπλανής πόρτας
τυχοδιώκτες των υπεραστικών καραβανιών
που έχασαν το χάρτη τους στα Βαλκάνια
μέτοικοι που πλήρωσαν το ναύλο τους σε
πρωινές εφημερίδες και ψυχοτρόπα διόδια
άνεργοι έμποροι προσδοκίας με μάτια
σκοτεινά και δύσβατα
αεριτζήδες μικρόμυαλοι ανεκτίμητης
κοινωνικής χρησιμότητας
έφηβοι ευνούχοι με την αγωνία της στιγμής
να τους κενώνει το στομάχι

μέσα σε αυτούς και εγώ
ένα ασήμαντο τίποτα που χαμηλώνει τα
μάτια του μπροστά στο φως της
που ξενυχτά τις μνήμες του σαν ιερές
προσευχές στα σεντόνια της εργατικής τάξης, βράδια
χωρίς λύτρωση πασπαλισμένα με ξύσματα
μικρομεσαίου μεγαλείου – όνειρα και
έρωτες γελοίων
εγκλωβισμένος σε ένα σώμα αδρονίων που
υπονομεύει κάθε του στύση
ποιητής χωρίς πίστη, νικημένος εξ αρχής
ένας ξένος

και αυτή,
μια μελαγχολική προσδοκία που ξεπουλιέται
στην αγορά του εφήμερου
σαν αφρικάνικο όνειρο ραντισμένο με
αστρόσκονη μιας σαβάνιας νύχτας
λουσμένη στα διάφανα βράδια του αρκτικού κύκλου
ανάμεσα στις εκβολές του μπαμπού και της ελονοσίας
ταξιδευτής στα μήκη και τα πλάτη
στους μοναχικούς ωκεανούς της Νέας Υόρκης
και στα ψυχρά γραφεία των χρηματιστών
άπατρις θηρευτής μιας λαχανιασμένης ευτυχίας
γεμάτη σιγουριά για το μέλλον

αλίμονο, το σώμα αποσυντίθεται
και η ορμή του Δούναβη που κάποτε το
σμίλευε τώρα λιμνάζει
λίγο πριν αντιδρομήσει στην τελική του μοίρα
προς τους καταρράκτες

Αυτό το σώμα θα υμνήσω,
το μαρμάρινο
το παρόντα και αιώνιο
που το δέρμα του αγκαλιάζει ένας μεταξένιος ηλεκτρισμός
και που οι αδένες του αναβλύζουν μέλι και γάλα

αυτό το σώμα,
της επαγγελίας
που μας υποσχέθηκε να δούμε έστω από μια
κορφή τον παράδεισο
και που για χάρη του ταξιδέψαμε σαράντα
ατέλειωτους χειμώνες
κυνηγώντας ανεμόμυλους ή θυσιάζοντας αμνούς

αυτό το σώμα,
που κοχλάζει μέσα στο ανυπόμονο μάγμα
της οδύνης
αγκομαχώντας να αναδυθεί μαζί με το θειάφι
στα ουράνια
απέραντο στο λυκαυγές
στιγματισμένο με δαντέλες γαλανές
και μαργαριταρένια βότσαλα
φωνάζει
με τα κατακόκκινα χείλη του παγωμένα
μπροστά στο επόμενο θήραμα
“είμαι εδώ – και θα ‘μαι για πάντα”

Για πάντα…
μόνο στη φαντασία των ποιητών υπάρχει το
“για πάντα”

*Από την “Ιερουργία της Άνοιξης”.

Αριστομένης Λαγουβάρδος, Δύο ποιήματα


Αποβροχάρα μια γαλήνη…

Αποβροχάρα μια γαλήνη είχε ξεμείνει,
στου δάσου τα δεντρά, στα μονοπάτια,
του βουρκωμένου σύγνεφου τα μάτια,
της γής τον πόνο είχε απαλύνει.

Τέτοια ώρα ο λογισμός διψά και πίνει,
της γής τα πλούτη, από χρυσά κανάτια,
κι΄ ως βάρκα κυλά, με γερά ξάρτια,
και της ζωής την πίκρα αργοσβύνει.

Μα του ηλιού ο χρωστήρας ξαναρχίζει,
να ροδοβάφει σύννεφα στη Δύση,
κι΄ ειν έγνοια, η βροχή να μην ξυπνήσει.

Στιγμές γλυκές της σιωπής που ανθούνε,
στα σπίτια που η αυλόπορτά τους τρίζει,
κι΄ οι γκιώνηδες αργά μονολογούνε.

***

Σαν κοπάδι…

Σαν κοπάδι πρόβατα τρέχουν τα σύννεφα.
Μαύρα αγριοπούλια- σαν λυκόσκυλα- τρέχουν
από δώ κι΄ από κει, και τα φωνάζουν.
Φουσκωμένα απ΄ το γρασίδι τρέχουν
τα σύννεφα στούς ουράνιους βοσκότοπους.

Τρέχουν πάνω από τις πεδιάδες, τα οροπέδια,
πάνω από τα λαγκάδια, πάνω από τα σπίτια…
Τρέχουν…
Σε μια μοναξιά είναι βυθισμένα όλα,
σε μια γλυκιά νοσταλγία.

Sine Lege, ρεβεγιόν, ο/η

να οργανωθούμε πρέπει κάπως
ώρα συνάντησης σημείο εκκίνησης είδος ποτού
σ’ ένα κατάστημα εστίασης θα αποφασίσουμε
πώς οι επόμενοι δώδεκα μήνες της ζωής μας θα κυλήσουν
συντονιστείτε με χαμόγελο και διάθεση ελάτου γιορτινή
τι ώρα θα βαφτούνε νύχια θα χτενιστούν μαλλιά
πώς θα τσακίσει του πουκάμισου ο γιακάς
κόκκινα τα χείλη να μου βάψεις και μαύρα γυαλιστερά τα βλέφαρα
καλησπέρα σας, πόσο κοστίζει το στριφογύρισμα λαιμών;
κι αν των ετών το μέτρημα επίπλαστα δημιουργήθηκε
εγώ με τον ανθρώπινο πολιτισμό μέρες αγάπης δεν θα συγκρουστώ
μόνο την ώρα που στριμώχνετε φιλανθρωπίες έρωτες
μέθη χορό και αποφάσεις για μια νέα αρχή
μια πράξη μαθηματική θα σας εκλιπαρήσω απόψε μαζί να κάνουμε
από τη νέα όμορφη χρονιά έξω ας τραβήξουμε
μια μόνο εκατονταετία
και τώρα
πριν κατσαρώσουν τα μαλλιά μας
προτού το ουίσκι ξέφρενα αρχίσουμε
ελάτε ομού να θυμηθούμε πριν από εκατό ακριβώς πρωτοχρονιές
έναν οχτώβρη κόκκινο που άλλαξε τον κόσμο
σε σπίτι μπολσεβίκου ελάτε να κάνουμε το ρεβεγιόν
πρωτοχρονιά λευκή φτωχή και παγωμένη – τιμή και δόξα εις τον τσάρον –

***

βάστα φαμίλια γιατί έρχεται του άλικου η χρονιά
θα πολεμήσουμε με θάρρος και θα φτάσουμε ως έξω απ’ το παλάτι
θα μοιραστούμε αίμα, χρυσό, βασιλικούς περίβολους και αχρηστοσύνης τιάρες
και το κεφάλαιο της ανθρώπινης ιστορίας απ’ την αρχή θα ξαναγράψουμε
κι όταν η απληστία μας σε αποτυχία πλήρη μας οδηγήσει
ίσως ακόμα κι έναν ολόκληρο αιώνα ύστερα από μας
μας θυμηθούν οι νέες των επαναστατών γενιές
που θα ‘χουνε για χρόνια από τους εξουσιαστές τους υποφέρει
και θα ‘χουνε το δίχως άλλο για τα λάθη μας βαθιά μετανοήσει
κι ίσως ποιος ξέρει τότε ξανά του κεφαλαίου η σελίδα να γυρίσει

κουρσκ, 31.12.1916

***

γι’ αυτό σας λέω
προτού απόψε οι δήμαρχοι με τεχνητά αστέρια τους ουρανίσκους μας γεμίσουν
πριν οι από πόλεμο κάθε είδους κυνηγημένοι
με χνώτο γράψουν τις ευχές τους στον αέρα
προτού χορέψουμε για να ξεχάσουμε χρέη απλήρωτα και όνειρα ανεδαφικά
ας ανακηρυχθούμε επιτέλους ως οι νέοι της ιστορίας κολασμένοι
κι ελάτε ανεπίσημα ντυμένοι και δικαίως με τον κόσμο εξοργισμένοι
να διεκδικήσουμε μιαν εκατονταετία μετά
όλα εκείνα που γεννηθήκαμε για να μας ανήκουν
και εντίμως ύστερα να τα μοιράσουμε στ’ αδέρφια μας απανταχού στη γη
τούτη τη νέα, όμορφη, άλικη, της δικαίωσης χρονιά

χαλάνδρι, 31.12.2016

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://nullapoenasinelege.wordpress.com/2017/01/09/%CF%81%CE%B5%CE%B2%CE%B5%CE%B3%CE%B9%CF%8C%CE%BD-%CE%BF%CE%B7/

καραμέλα

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Τρέχω προς τα κει
Σωστή αριθμητική
Με καθοδηγεί

Κάθε νόημα
Συμπεριλαμβάνεται
Στο μέτρο του

Νικά ο κόσμος
Που δεν περικλείεται
Στα αίτια του

Γίνονται ένα
Η σιωπή κι η λέξη
Μες στην κραυγή

Το απόγευμα
Βουβοί άδειοι δρόμοι
Σε κατεύθυνουν

Ο νόμος λαλεί
Το νυχτερινό πρωί
Το κυνηγητό

View original post

Το ποίημα, το ποίημα. Το ποίημα.

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Με βαραίνει αυτό το ποίημα
Που μήτε να αρχίσω το μπορώ
Μα μήτε και να τελειώσω.

Με βαραίνει αυτό το ποίημα
Που είναι τόσο μα τόσο λευκό
Μα και συγχρόνως τόσο μαύρο.

Με βαραίνει αυτό το ποίημα
Που θέλει να πει το σ’ αγαπώ
Ολόιδιο με το σε μισώ.

Με βαραίνει αυτό το ποίημα
Που ζει μέσα του ο κόσμος
Μαζί με μένα ή χωρίς.

Με βαραίνει αυτό το ποίημα
Που είναι ο φίλος μου ο καλός
Κι ο αγαπημένος μου ο εχθρός.

Με βαραίνει αυτό το ποίημα
Που όλο να καταλάβω προσπαθώ
Αν ποτέ θα καταλάβω.

Με βαραίνει αυτό το ποίημα
Που χει τη δικιά σου την φωνή
Και το δικό μου όνομα.

Με βαραίνει αυτό το ποίημα
Που χει τη δικιά μου την φωνή
Και το δικό σου όνομα.

Με βαραίνει αυτό το ποίημα
Που δεν έχει φωνή καμιά
Και όνομα κανένα.

Με βαραίνει αυτό το ποίημα
Που…

View original post 51 more words

Ιωάννα Σκλαβενίτη, ποιήματα

ΓΕΝΙΚΟΤΗΤΕΣ

Οι λέξεις παλεύουν με τις γενικότητες.
Νοσταλγώ την Ανάσταση
Εκείνη την οδό όπου συνάντησα το πείσμα.
Ο χρόνος τρέχει,
Χάνονται άτομα στην κλεψύδρα.
Ρουφάω την σκόνη και ξερνάω
Τις ετικέτες με τις τυπικές προσαρμογές.
Όλα γενικότητες,
Σταυροδρόμι συμπτώσεων ή μαγείας τεχνασμάτων;
Φοβάμαι μήπως δεν ξαναδώ εκείνο το κορίτσι να περπατάει πάνω στη
Θάλασσα και να μου φωνάζει, έλα, έλα, κι εσύ μπορείς.
Ξαφνικά βρέχει,
Βλέπω τους αγγέλους να χορεύουν και να τραγουδούν.
Φίλε μου, θα σε περάσουν για τρελό
Μην ξεχάσεις το σπαθί σου να κρατάς ή αν δεν έχεις σπαθί πάρε
Ένα τριαντάφυλλο.
Οι νύχτες είναι μοναχές
Γεμάτες μυστήριο και λατρεία,
Ο πόνος σε πολιορκεί.
Ξεβαμμένο πρόσωπο από μπογιές
Και μάσκες υποκρισίας μην κλαίς
Επειδή όλα τα ρήμαξαν οι γενικότητες.
Εκείνο το σπίτι είναι ακόμα φωτεινό
Τα δέντρα αγκαλιάζουν τους περαστικούς
Οι τάφοι έχουν αρχίσει να μιλούν
Οι μελλοθάνατοι όμως δεν ακούν
Κυνηγούν την σκιά τους ή εκείνη κυνηγάει εκείνους.
Πάμε μια βόλτα,
Θέλω να θάψω ένα φυλαχτό στην άμμο.
Ένα μυστικό πλανιέται χρόνια
Περιμένοντας να βρει σώμα για να κατοικήσει.
Νοσταλγώ την Ανάσταση, αλλά εσύ μιλάς
Σ’ άλλη γλώσσα.

***

ΦΕΓΓΑΡΙΑ ΗΔΟΝΗΣ

Αναθυμιάσεις νεκρής ακολουθίας.
Ορόσημο δοσοληψίας ατέρμονης χαράς.
Πρόσκληση.
Δεν έχουμε ονόματα ούτε οικογένεια.
Κερνάμε δηλητηριώδη δαμάσκηνα
Και δαγκώματα φιδιών.
Μετρούμε πληγές.
Ο καθένας έχει την λέξη του
Ουρανός ή Κόλαση.
Επίκληση στην αστερόεσσα νύχτα!
Θαλασσινά φεγγάρια βυθίζονται
Μέσα στην ηδονή της προδοσίας.
Φιλί στο στόμα, όχι στο μάγουλο.
Επίπλαστη συνουσία συλλεκτικής απογραφής.
Μοιραίο συμβόλαιο.
Ολίγον ράθυμη η διαδικασία.

***

ΑΒΥΣΣΑΛΕΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

Βαθιά
Στο σήμερα των αβυσσαλέων ιδιοτήτων
Ο ουρανός τρέμει
Σκυλί δαρμένο
Από αφέντες προικοθήρες.
Ουδείς αλάθητος προτού να δύσει ο ήλιος.
Φτερά πουλιών
Εναντιώνονται
Σε σαλτιμπάγκων τα αγκάθια.
Θα κοιμηθώ στο πάτωμα
Δαμάζοντας μια χούφτα αμύγδαλα
Κι ένα μπουκάλι αψέντι.
Πενιχρό εγχείρημα
Εύθραυστο φάντασμα
Απέναντι στον καύσωνα
Της ειδωλολατρείας.
Οι άγιες πόρνες
Ανάβουν το πορτατίφ
Των αρμοδιοτήτων.
Στο κομοδίνο
Βιολέτα ασάλευτη
Αναπαύεται η καρδιά τους.
Τωρινές Καρυάτιδες
Βυθίζονται στο ερμαφρόδιτο χώμα
Των διακρίσεων.
Πονάω να βλέπω
Τα χέρια άδεια
Τα νύχια ματωμένα
Σε φιλμ νουάρ.
Άλλοτε οι άνθρωποι
Ζούσαν σε νούφαρα αλεξίσφαιρα
Τώρα σε υπνόσακους λήθης.
Κάλπικοι εραστές
Σε περιτριγυρίζουν
Αποζητώντας τη γαλήνη του φιλιού σου.
Γρηγορείτε
Αλλοπαρμένες οι ιδιότητες
Γλεντοκοπούν
Στους δρόμους.
Ηλιοτρόπια
Σε αρπάζουν
Σε βουλιάζουν
Στου νόστου
Το λημέρι.
Ούριος άνεμος
Τρυπάει το κορμί σου.
Θα κοιμηθώ σε ανθόγαλα
Πίνοντας στην υγειά
Των ξένων δούλων
Εις χάριν
Των αβυσσαλέων ιδιοτήτων.

*Από τη συλλογή “Φεγγάρια Ηδονής”, εκδόσεις Πνοή, 2017.

Στέλιος Ροΐδης, Δύο ποιήματα

ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ

Υπάρχει ένα οριακό ενδιαφέρον στον έρωτα
Παραπέρα δεν μπορώ να πάω.
Παραπέρα υπάρχουν οι αθεράπευτες πληγές σου.
Υπάρχει το πένθος σου.
Το πένθος σου για τις πληγές
Που ούτε ο έρωτας γιατρεύει.
Και το μόνο που με σώζει τελικά
Είναι ότι η ανεπάρκειά μου είναι
Ισοδύναμη με την ανεπάρκειά σου.

***

ΤΟ ΑΙΣΘΗΜΑ

Κάποιοι άνθρωποι είναι
Καταδικασμένοι στην μέτρια ηδονή
Καταδικασμένοι στην μέτρια οδύνη
Καταδικασμένοι
Να ανταλλάζουν
Τις ελπίδες τους
Με το αίσθημα του φθόνου.

*Από τη συλλογή “Ανοιχτοί χώροι”, Εκδόσεις Έψιλον, 2006.

Γεωργία Τρούλη, Tα lego 12 με έξι

Η μνήμη ήρθε μαζί με την ιστορία
Και μας άλλαξε δέρμα
Τοποθετούμε ένα lego πάνω σε μια χορδή που
Την λέμε προσωπικότητα
Ο χαρακτήρας πηγαίνει από το
1 στο 10
Το 100 τον πνίγει
Μετά πάλι η μνήμη
Η ανέχεια
Η ιστορία
Έρχονται και αλλάζουμε βλέμμα
Το βλέμμα πηγαίνει από το άσπρο στο μωβ
Παλινδρομεί
Το μαύρο το πνίγει
Μετά έρχεται πηγάδι ευρωπαικό
Κι αλλάζουμε πάτημα
Πήδημα
Βάθος
Νερό
Η αναπνοή γίνεται μέχρι το εξήντα
Σιγή
Για ένα λεπτό
Ασθμαίνει
Το 62 την πνίγει
Μετά αρχίζουμε να κόβουμε ανάσα από
Το γέλιο
Το κλάμα
Την ομιλία
Την σιωπή
Η καταγωγή τους ορίζει
Δεν κυκλοφορούν ποτέ την νύχτα με ανοικτό το σακάκι
Κουμπώνουν τα κουμπιά από το 1 ως το 4 ή έξι
Όσα τα κανάλια της τηλεθέασης
Το εφτά τους πνίγει
Ανοίγουν και μια τρύπα στο δέρμα
Για να εφαρμόσει
Ο φόβος
Η ανοχή
Ο πνιγμός που μας πνίγει
Έρχεται η μνήμη
Η ιστορία η αποφράδα της αορτής
Αλλάζουμε κοιλότητα
Πρόσωπο
Πλευρό
Δίνουμε σάρκα
Συλλέγουμε νου
Αραδιάζουμε λέξεις
Όλα αυτά συμβαίνουν τις
Πρώτες
Αυγερινές
Σαρκοφάγες
Λυκανθρώπινες
Ώρες

*Το σχέδιο της ανάρτησης είναι της ποιήτριας.

Ιωάννα Διαμαντοπούλου, Στρατός ξυπόλητων λέξεων

1

Αγαπώ τα δέντρα
κι ας ψηλώνουν σκόπιμα.
Καθένα μού κρύβει ένα κομμάτι ουρανού,
καθένα με καρφώνει στο παρόν.

Ή

Έσφαξα το παρελθόν,
γέμισε η αυλή με αίματα
και ασήμαντες λεπτομέρειες.
Άλλη εκδοχή δεν υπάρχει.

*Η Ιωάννα Διαμαντοπούλου γεννήθηκε το 1960 στην Αθήνα. Φοίτησε στο Τοσίτσειο Αρσάκειο και στη συνέχεια σπούδασε Μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Αποφοιτώντας έφυγε για τη Γερμανία όπου και εργάζεται ως Μαθηματικός στο Πολυτεχνείο της Heilbronn. Αγαπώντας το θέατρο, έλαβε πολλάκις μέρος σε σεμινάρια όπως στο Πειραματικό του Τριβιζά. Πραγματοποίησε επίσης σπουδές ξένων γλωσσών στο Γαλλικό Ινστιτούτο, στο Αρσάκειο και στο Ινστιτούτο Γκαίτε. Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές: Παραμύθι στερνό και παράλογο για απογευματινές ώρες (εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος), Άστεγη Μέρα (εκδόσεις Μελάνι). Είναι παντρεμένη και μητέρα δύο παιδιών, ζει εδώ και χρόνια στη Heilbronn της Γερμανίας.

**Από εδώ: https://ekdoseis.vakxikon.gr/shop/ekdoseis/vakxikon-poetry/stratos-xipolitwn-leksewn/

Ανν Σέξτον, Η μπαλάντα του μοναχικού αυνανιστή

Το τέλος μιας σχέσης είναι πάντα θάνατος.
Αυτή είναι το εργαστήριό μου. Μάτι που ξεγλιστάει
και βγαίνει από τη φάρα μου, η πνοή μου
σε βρίσκει φευγάτο. Προκαλώ φρίκη
σ’ εκείνους που στέκονται πλάι μου. Είμαι ταϊσμένη.
Τη νύχτα, μονάχη, παντρεύομαι το κρεβάτι.

Δάχτυλο το δάχτυλο, τώρα είναι δική μου.
Δεν αργεί πολύ. Είναι η κόντρα μου.
Τη χτυπώ σαν κουδούνι. Γέρνω προς τα πίσω
στο μπουντουάρ όπου συνήθιζες να την καβαλικεύεις
Με πήρες σαν κάτι δανεικό πάνω στο λουλουδάτο κάλυμμα.
Tη νύχτα, μονάχη, παντρεύομαι το κρεβάτι.

Δραπετεύω απ’ το σώμα μου μ’ αυτό τον τρόπο,
ένα ενοχλητικό θαύμα. Θα μπορούσα άραγε
να βγάλω στη φόρα το παζάρι των ονείρων;
Απλώνομαι. Σταυρώνω.
Λουκουμάκι μου, έτσι με είπες.
Τη νύχτα μονάχη, παντρεύομαι το κρεβάτι.

Πάρε για παράδειγμα τη νύχτα αυτή, αγάπη μου
όπου κάθε μοναχικό ζευγάρι ενώνει
αναποδογυρίζοντας αγκαλιασμένο, χαμηλά, ψηλά,
τη δυάδα της αφθονίας πάνω σε σφουγγάρια και φτερά
γονατίζοντας και σπρώχνοντας, κεφάλι το κεφάλι.
Μονάχη τη νύχτα, παντρεύομαι το κρεβάτι.

Τότε η μαυρομάτα αντίζηλός μου κατέφτασε.
Η λαίδη των υδάτων αναδυόμενη απ’ την πλαζ
ένα πιάνο στις άκρες των δαχτύλων της, ντροπή
στα χείλη της και φλάουτου μιλιά.
Κι εγώ ήμουν η στραβοπόδαρη σκούπα.
Μονάχη τη νύχτα παντρεύομαι το κρεβάτι

Σε πήρε έτσι όπως παίρνει μια γυναίκα
από τον πάγκο ένα φουστάνι σε τιμή ευκαιρίας
κι εγώ έσπασα έτσι όπως σπάζει μια πέτρα.
Επιστρέφω τα βιβλία σου και τη βελόνα του ψαρέματος.
Η εφημερίδα σήμερα γράφει πως νυμφεύεσαι.
Μονάχη τη νύχτα παντρεύομαι το κρεβάτι.

Αγόρια και κορίτσια απόψε γίνονται ένα.
Ξεκουμπώνουν μπλούζες. Ανοίγουν φερμουάρ
Βγάζουν παπούτσια. Σβήνουν το φως.
Τα φεγγοβόλα πλάσματα είναι γεμάτα ψέματα.
Τρώνε το’ να τ’ άλλο. Είναι παραταϊσμένα.
Μονάχη τη νύχτα παντρεύομαι το κρεβάτι.

*The Ballad of the Lonely Masturbator, Anne Sexton (Η μπαλάντα του μοναχικού αυνανιστή, Ανν Σέξτον, Μετάφραση: Κλεοπάτρα Λυμπέρη.

**Από εδώ: https://poiimata.com/2018/02/01/mpalanta-monahikou-aunanisti-anne-sexton/