Κάθε ποίημα που πλαγιάζει
στα τεθλασμένα παράσιτα της μπάντας των βραχέων,
έχει σε κάποια του στιγμή ονειρευτεί,
τη συμφωνική της Βουδαπέστης,
το Liebestraum
απ’ τον Αρθούρο Ρούμπινστάιν
ή τα ρώσικα Ότσι Τσόρνιε,
και τη βουβή φωταύγεια
της
ακτινοβολίας Τσερένκοφ/
έπειτα
πώς ξάφνου μεγαλώνει,
κι από ένας ψίθυρος
γίνεται κλαγγή,
ή
ένα πουλί μεταλλικό
που ασημολάμνει
ακραιφνώς
στην ερημιά των άστρων/
Κι όλο τρέμει,
πως αν δε βρεθεί ο ποιητής να το ματίσει απόγνωση
θα παραμένει,
ένα κούφιο ανδράποδο που κινεί σπασμωδικά
χέρια και πόδια/
ο τράγος στη θέση της Ιφιγένειας εν Αυλίδι,
ενώ η ουσία της θα χειμάζεται εν Ταύροις/
Αστείο,
που φαίνεται να τους έχουμε ανάγκη
τους σύγχρονους ποιητές,
κι ας λένε πχ. Μεγάλη Έκρηξη
όπως ο Καραγάτσης θα έλεγε
Μεγάλη Χίμαιρα/
Άγνωστο άλλωστε, το πόσο θα αλητέψει
κάθε γενιά ποιητών,
στις γνωστικές αλάνες της μεταεφηβείας της,
άγνωστο κι αν υφίστανται πια τέτοιες αλάνες/
Καλύτερα, θα έλεγα,
τα ποιήματα,