Απ’ το πεπρωμένο
δεθήκαμε στα πετρωμένα δάκρυα
(καταμεσήμερο)
και τιμωρηθήκαμε
γιατί θελήσαμε λίγο φως
κι έναν άλλον κόσμο.
Οι θρήνοι μας δεν έφτασαν
ως τη νύχτα,
σκεπάστηκαν απ’ την άρνηση
(κοντά στο δειλινό).
Χάθηκαν μες στις λειψές επιθυμίες.
Ω, λέξεις άηχες γίνανε,
αγεωμέτρητα μερίδια μελαγχολίας.
Μια προσφορά
(ασταμάτητη)
στον λήθαργο
και τη θλίψη.
Δύο ποιήματα για το Ολοκαύτωμα

Ιστορική φωτογραφία από τα Ιωάννινα. Εβραίοι μαζεύουν τα πράγματά τους, για ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή. Πηγή: XYZ Contagion
Νανά Κόντου, Το έγκλημα του 20ού αιώνα
Γεμίζει το είναι μου μ’ αναμνήσεις
του χθες…
ενώ ο άνεμος λυωνίζει τα φυλλώματα
μέσα στη καλοκαιρινή λάβα…
Ταξιδεύω στην φριχτή αυτή χοάνη,
βουλιάζω συνεχώς στο σκοτεινό
μονοπάτι του τρομερού
παραλογισμού…
Κομματιάζει την ψυχή μου ο βαθύς
πόνος, το ζωντανό μαρτύριο,
η αγωνία, ο τρόμος, οι φωνές…
ενώ μεγαλώνει ο δρόμος της μνήμης…
Ξαναζώ στον τραγικό κύκλο
της εικόνας της φρίκης με
την μακάβρια συμφωνία
της εξαφάνισης μυριάδων ψυχών…
Μαύρη καπνιά πνίγει τα γύρω
απαίσια μυρωδιά… οι καμινάδες
τα κρεματόρια, το αιμάτινο ποτάμι
κυλά… θρέφοντας την πληγωμένη γη.
Μέσα στα σύμπαν του κενού συγκεντρώνονται
τα κομμάτια του χρόνου που
κομμάτιασαν από τ’ αμάρτημα
του εγκλήματος…
Το αληθινό παρελθόν, με το πονεμένο
παρών σκεπάζει τα γύρω ενώ προχωρώ
στα στρατόπεδα του Άουσβιτς, του Νταχάου
με την αυθεντική εικόνα της φρίκης…
Κάθε χόρτο στη γη λες και είναι ψυχή
που δακρυσμένη ζητά απάντηση
ενώ ψηλά στον τόπο του μαρτυρίου
ένα ΦΩΣ μένει άσβεστο…
Είναι τα εκατομμύρια ψυχών που θα
λάμπουν αιώνια… αυτές που
δεν κομματιάστηκαν από το απαίσιο Έγκλημα..
Είναι οι ψυχές που θα φέρουν στην
μνήμη όλης της ανθρωπότητας την
άφαντη τραγωδία, την τρομερή γενοκτονία,
το μεγάλο έγκλημα των Ναζί…
***
Μανώλης Αναγνωστάκης, Αντί να φωνασκώ…
Αντί να φωνασκώ και να συμφύρομαι
Με τους υπαίθριους ρήτορες και τους αγύρτες
– Μάντεις κακών και οραματιστές –
Όταν γκρεμίστηκε το σπίτι μου
Και σκάφτηκε βαθιά με τα υπάρχοντα
(Και δεν μιλώ εδώ για χρήματα και τέτοια)
Πήρα τους δρόμους μοναχός σφυρίζοντας.
Ήτανε βέβαια μεγάλη η περιπέτεια
Όμως η πόλις φλέγονταν τόσο όμορφα
Ασύλληπτα πυροτεχνήματα ανεβαίνανε
Στον πράο ουρανό με διαφημίσεις
Αιφνίδιων θανάτων κι αλλαξοπιστήσεων.
Σε λίγο φτάσανε και τα μαντάτα πως
Κάηκαν όλα τα επίσημα αρχεία και βιβλιοθήκες
Οι βιτρίνες των νεωτερισμών και τα μουσεία
Όλες οι ληξιαρχικές πράξεις γεννήσεων
Και θανάτων – έτσι που πια δεν ήξερε
Κανείς αν πέθανε ή αν ζούσε ακόμα –
Όλα τα δούναι και λαβείν των μεσιτών
Από τους οίκους ανοχής τα βιβλιάρια των κοριτσιών
Τα πιεστήρια και τα γραφεία των εφημερίδων.
Εξαίσια νύχτα, τελεσίδικη και μόνη
Οριστική (όχι καθόλου όπως οι λύσεις
Στα περιπετειώδη φιλμ).
Τίποτα δεν πουλιόταν πια.
Έτσι λαφρύς και περιττός πήρα τους δρόμους
Βρήκα την Κλαίρη βγαίνοντας.
Απ’ τη Συναγωγή κι αγκαλιασμένοι
Κάτω απ’ τις αψίδες των κραυγών
Περάσαμε στην άλλη όχθη με τις τσέπες
Χωρίς πια χώματα, φωτογραφίες και τα παρόμοια.
Τίποτα δεν πουλιόταν πια.
*Τα ποιήματα είναι από το συλλογικό «Ελληνική ποιητική ανθολογία για το Ολοκαύτωμα». Εμείς τα πήραμε από εδώ: https://theshadesmag.wordpress.com/2018/02/18/2-poihmata-olokautoma/
Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Δύο ποιήματα
ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΜΟΥ ΑΝΗΚΕΙ
Καθώς πια τίποτα δεν μου ανήκει μέσα στ’ ανάκτορα
ούτε καν το χρυσάφι της οροφής και τα μάρμαρα
και οι κονσόλες παγώσανε και τα μαλλιά σου σέρνονται πίσω από τα σφιγμένα κρύσταλλα
και οι πλαφονιέρες σταλάζουν την τέφρα του χειμωνιάτικου ήλιου
καθώς οι λειμώνες δε βρίσκουνε πια την παλιά τους λαλιά
Βλέπω πως λάθεψα γυρίζοντας έξω από θέρετρα
στο πυκνό δάσος των πολυκατοικιών δίπλα στη θάλασσα
όπου βυθίζομαι για να σ’ αγγίξω μόλις
επειδή σ’ αγαπώ περισσότερο απ’ όλα τα κτίσματα
και αν δε σε γνώριζα θα ’ταν όλα εφήμερα
γιατί οι βιτρίνες είναι μια λάσπη, τα εργοστάσια μια θλίψη και η πόλη
αφήνει να πέσουν οι κάλυκες της πλαστικής μου καρδιάς
πάνω σε φύλλα από δάκρυα
Τίποτα δεν μου ανήκει, καμιά παλινόρθωση
τα μάγουλά σου στο χιονισμένο αυχένα των βουνών
καθώς η ματιά μου βυθίζεται στην άπειρη έκταση
αφήνοντας πια τ’ αυτοκίνητα στα δικά τους τραγούδια
Γιατί η δίψα για το ατόφιο χρυσάφι είναι τα μάτια σου
και η πείνα για καθαρό αλουμίνιο τα χέρια σου
φιλιόμαστε σε σκοτεινές δισκοθήκες και σου εξηγώ
Κι όταν χαράζει πως τάχα θα πάμε αντίθετα
θα γυρίζουμε με ρούχα παλιά στα νεόχτιστα
μια άσπρη κορνίζα, βιβλία και θέρμανση στις γωνιές
***
Ω, ΔΙΟΡΙΣΜΕΝΕ ΠΡΙΓΚΙΠΑ, ΠΟΣΟ ΣΕ ΝΙΩΘΩ
Ω, διορισμένε Πρίγκιπα, πόσο σε νιώθω
δεν υποφέρω το ραγισμένο χαμόγελο σε κατάπληκτα πλήθη
υπογράφεις διαγγέλματα που δε διάβασες, απαγγέλλεις τα ποιήματα που δεν θέλησες, προφασίζεσαι τύψεις
οι πεθαμένοι σού υπαγορεύουν τώρα τη δική τους φωνή
Καλέ μου Άρχοντα, τώρα ισχυρίζεσαι πως δήθεν δεν ένιωσες
το δάκρυ του μικρού οικοδόμου Δευτέρα πρωί
καθώς θα πεθάνει εργάτης, τάχα δεν πρόσεξες
το αίμα του λαβωμένου στις μισόφωτες αυλές
πάλι δεν έτρεξες
στο βογκητό του μουσικού λαού σου σε υπόγεια κτίσματα
και προφασίστηκες αιώνια άνοιξη, αυτό τ’ ορκίζεσαι
Παιχνίδι αυτών που έσκυψαν στο πέρασμά σου ευλαβικά
Πρίγκιπα, πώς δεν άκουσες γέλια ή ψιθύρους των παιδιών
τώρα τις αποφάσεις τους δε γίνεται, πια δεν μπορεί
να τις εγκρίνεις
*Από εδώ: https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=6787.0
Φαίδων Μουδόπουλος Αθανασίου, Στους χαμένους ποιητές
Δεν σου υπόσχομαι τίποτα.
Κι οι ποιητές πλασμένοι
μόνο από σάρκα
κι αίμα
είναι.
Κι είχε δίκιο ο Βλαδίμηρος.
Κανένας ποιητής δεν αποτολμά
λόγω πολιτικών επιταγών.
Κανένας ποιητής δεν στρέφει
την σκανδάλη
στον κρόταφο
για χάρη της ιδανικής πολιτείας.
(Αυτήν την πλάθει με τις λέξεις του
στην ζωή).
Γι’ αυτό
δεν σημάδεψε
ποτέ
κρόταφο
την αποφράδα
εκείνη
μέρα
δεκατέσσερις του Απρίλη.
Μονάχα στήθος.
Κι ελαφρά κλίση
άνωθεν
έδωσε στην κάννη.
в самое сердце
εκεί όπου πονούσε.
Αφήνοντας στέρνο
διάτρητο.
Να ξεπηδάνε λέξεις
και κόκκινα αισθήματα
Ησυχία.
Κι όχι υποσχέσεις προπαντός.
Βάσω Λεόνε-Καλαμάρα, Δύο ποιήματα
Ξεχαστήκαμε
Τάζαμε
Πως θα πήγαιναν τα πλοία μακριά!
Κι εμείς δεθήκαμε γερά στην αποβάθρα…
Αταξίδευτοι
Πιο θλιβεροί
Κι από ναυάγια τραγικά στα πέλαγα,
ακινητούν οι σκοποί μας!
Με δόσεις πληρωμής
πληρώνουμε καθε φρονιμάδα και τους κόπους μας
Γινήκαμε μοντέρνοι σκλάβοι
συνηθίζοντας στη δυστυχία μας.
Κι οι ελπίδες μας
θελήσαμε
και θα ρέψουμε στην πολύπικρη νοσταλγία.
Ξεχαστήκαμε.
***
Κορόμπερυ
……
Ήσουνα εσύ
Κι ο πόνος που ‘ρχονταν μακριά
θαρρείς βαθύς βγαλμένος
από τα βάθη της ψυχής σου
ακουγόταν να βγαίνει δίχως να σαλέψεις
τα πυκνά λευκά μουστάκια σου
Κι εμείς
Εκεί,
Πιο θλιβεροί κι απ’ την κατάντια σου
ακούγαμε
κάθε φωνή απελπισμένη.
Των θεών σου
που πέθαιναν μαζί με σένα μέσα σου
Περνώντας στη βροντή το ξύλινο γιγάντιο
μακρύ βούκινο
ντιντζεριντού,
ήτανε τρόμος κάθε τους ήχος
ήτανε κραυγή
ανθρώπινη
χανόταν ο λαός σου.
για την αντιγραφή
Τ. Πετρής
14-2-2018
Μανόλης Αναγνωστάκης, Κάθε πρωί…
Κάθε πρωί
Καταργούμε τα όνειρα
Χτίζουμε με περίσκεψη τα λόγια
Τα ρούχα μας είναι μια φωλιά από σίδερο
Κάθε πρωί
Χαιρετάμε τους χτεσινούς φίλους
Οι νύχτες μεγαλώνουν σαν αρμόνικες
–Ήχοι, καημοί, πεθαμένα φιλιά.
(Ασήμαντες απαριθμήσεις
–Τίποτα, λέξεις μόνο για τους άλλους.
Μα πού τελειώνει η μοναξιά;)
*Από τη συλλογή “Η συνέχεια” (1954).
Βασίλης Βασιλειάδης, Θυμήσου…
θυμήσου εκείνη τή νύχτα στήν Πολωνία τών πιστών καί τών εκλεκτών
ή ψευδονείρωξη τού μπάφου
μάς οδήγησε στό πέρασμα πού μάς έβγαλε στό μοναστήρι
ανύποπτοι γιά τά συμβάντα βιώσαμε ξενύχτι αισθησιακό,
θυμάσαι τά λόγια τής μαχαιρωμένης από τήν ηρωίνη άγιας ηγουμένης
ενώ γδυνόταν τήν ιεροσύνη της μέ λαγνεία νωχελική
ό έρωτας, λέει
προκαλεί απόκρημνες αταξίες στά πράγματα
αυτός είναι ό λόγος
πού γιά τό σακάτεμα ή τήν σφαγή του
πληρώνονται αδρά ή λογική καί οί νόρμες,
δέν υπάρχουν πιό στυγνοί ερωτοκτόνοι από αυτές τίς αθλιότητες,
κι εγώ σέ αυτά τά κελιά τής αγιοσύνης
διακονώ τήν αντινομία πρός αυτές μέ ορμονικές παρακαμπτήριους,
αυτά μάς είχε πεί
τά θυμάσαι?
λίγο πρίν γαμήσει τίς ασκούμενες μοναχές
βυζαίνοντας μέ τή γλώσσα της τά τρυφερά βυζιά τών κοριτσιών
καί βυθίζοντας μέ κάβλα παλίνδρομη
τό κάθετο μακρύ σκέλος τού μεγάλου σταυρού στά καυλωμένα τους μουνάκια,
ήταν τότε
πού ζήτησε τή συνδρομή τού φαλλού σου
σ αυτή τήν λειτουργία τών θηλυκών οργασμών
νά χαιδεύεται υγρή ή βάλανος ανάμεσα στούς μηρούς
νά φιλά ολόσωμα τίς κλειτορίδες στητές
καί μέ φούρια ή αρσενική ευθυτένεια
νά σχίζει εναλλάξ τά αναμάρτητα μουνάκια τους
πού φρένιαζαν νά καταχυθεί ή σπερματόρροια στά σπλάχνα τους,
ανάστα ή ευταξία τού Κανόνα από τά ανασκελωμένα βογγητά,
δικανικοί οί άγιοι εγκλωβισμένοι σέ φόρμες αγαλματένιες
άφριζαν τήν ήττα τής εγκράτειας τους από τό πάθος
καί παρόλο πού ούρλιαζαν τήν παρότρυνση τής νομοτέλειας μέ ερωτηματικό
απετάξατω τόν σατανά τής σάρκας?
τήν απάντηση απεταξάμην δέν τήν άρθρωνε ή μουσκεμένη από τόν ιδρώτα αγία συνουσία,
μονάχα οί οργασμοί πού έσκουζαν ακουγόταν σάν απόκριση
στή δήθεν ανίδεη γιά τήν αλήθεια αγιότητα
πώς ή σάρκα δέν έχει μπέσα ,
μόλις ξημέρωσε
αφού μάς ευλόγησε ή αγία ηγουμένη
μουρμουρίζοντας προσευχές ακατάληπτες
καί προσκύνησε μπροστά στόν εσταυρωμένο ζητώντας επείγουσα άφεση αμαρτιών
αναχώρησε μέ καθαρή τήν συνείδηση καί αναμάρτητη γιά τόν πρωινό όρθρο,
εσύ μέ πήρες από τό χέρι
νά περιπλανηθούμε στήν κανονικότητα τής πόλης,
μέ χάχανα κατέβηκα με στά καταγώγια τού μετρό
άδειες οί πλατφόρμες τών τραίνων
εμείς καί μερικοί άραβες γκέι καί τραβεστί
στημένοι στίς τουαλέτες
σέ πόζες ευδιάκριτης ομοφυλοφιλικής σημειολογίας,
ό μελοδραματισμός τους έμφυτος βύζαινε μέ παρακμιακή δεξιοτεχνία τό μεγάλο δάχτυλο στό στόμα
έτοιμοι ν αρπάξουν τό λάφυρο
τόν πούτσο τού φορτγατζή πού μόλις είχε κατουρήσει ,
στό μεταξύ
ο παπάς μέ διακριτικότητα διάλεξε τόν έφηβο
τού χάιδεψε τρυφερά τά πυκνά μαύρα μαλλιά
καί κρατώντας τον από τό χέρι προχώρησαν στά ενδότερα
γιά νά ασκήσει τήν εγκληματική διαστροφή τής παιδοφιλίας
στό βάθος
οί μπάτσοι σακατεμένοι κερδομανείς
μοιράζονται μέ τούς ντά κάπο τής κοκαίνης τά λάφυρα από τή διακίνηση
μετά τή μοιρασιά
ακράτητοι δήθεν γιά εφαρμογή τής νομιμότητας οί αλήτες
περνούσαν τίς χειροπέδες σ έναν τρομαγμένο χρήστη
πού δεχόταν άφωνος τίς κλωτσιές στό στομάχι καί στό πρόσωπο
βουλιαγμένος στήν ενδοφλέβια εξάρτηση,
ξάφνου
ενώ τόν έσερναν ξυπόλητο
σπαρτάρισε ή αιμοδυναμική στά αγγεία του
καί ό ρόγχος του άρθρωσε
“μεθαδόνη…..δέν μού δίνουν μεθαδόνη”,
τότε ό μπάτσος γαυγίζοντας παραλογισμό
άφησε τήν παράσημοφορεμένη βλοσυρότητα νά χυμήξει
σακατεύοντας μέ τό γκλόπ τό κεφάλι
“άκου τής πουτάνας τό παιδί τί λέει
θέλει μεθαδόνη ό μπάσταρδος
νά τόν χάσουμε από πελάτη δηλαδή
νά πεινάσουμε θέλεις χθεσινό ψωλόχυμα ”
“σεβαστείτε τά δικαιώματα μου” ψέλλισε ό χρήστης αιμόφυρτος
τότε χωρίς νά χάσει στιγμή ή αφρισμένη βία τών μπάτσων
τόν έσπρωξε στό δάπεδο
καί πατώντας τον στό κεφάλι
τόν έφτυνε καί τόν κατουρούσε γελώντας μέ ηδονή
πώς αλλοιώς μπορούσε νά είναι
αφού ή άσκηση εξουσίας είναι μία κιτς
φαλλοκρατική επίδειξη,
όσο συνέβαιναν αυτά τά συνηθισμένα
τόσο πολύ συνηθισμένα
πού τά μάτια τού μυαλού αρνούνται νά τά δούν,
ή ρεπόρτερ τής τηλεόρασης
αυθεντικό αρπακτικό τής επικαιρότητας
σέ στιγμή ερωτικού μαγνητισμού μέ τήν κάμερα
μεταδίδει μέ ισχυρισμένη αντικειμενικότητα τά γεγονότα
επαινώντας παρατεταμένα τή σύλληψη τού τόσο επικίνδυνου γιά τήν κοινωνία ναρκομανή,
γράφτηκε σέ σκοτάδι άπατο ή συναλλαγή τής μοιρασιάς
αφού είχαν σβήσει επιλεκτικά καί μιλημένα οί μπαταρίες τής κάμερας,
έχει γίνει βούκινο πιά
πώς ή κερδοφορία δέν μένει αφύλαχτη
πάντα καρφώνει τήν αλήθεια πισώπλατα
τήν κάνει νά σωπάσει,
θυμάμαι
στάθηκα δίπλα στόν εραστή
ακουμπούσε τό κεφάλι του στή κολόνα τής πλατφόρμας
ξοδεμένος σέ βραδυνό γαμήσι
ή ορθοστασία του παραμιλούσε δυνατά
“μέ κακογάμησε ή καριόλα
κι εγώ περίμενα να μέ κουρσέψει,
αλλά γυναίκα ανδρική
αλλοτροιωμένη
ματαιόδοξη καί γραφική,
τί παθαίνουν οί μαλακισμένες καί ακυρώνουν τή θηλυκή γυναίκα μέσα τους
τήν καθαρόαιμη καί αυθεντική μαγεία στόν κόσμο?
τό μουνί, τό βυζί καί τό τάλαντο στίς πίπες
δέν φτάνουν από μόνα τους γιά νά είσαι γυναίκα
πού σημαίνει νά έχεις τή γυναίκα ξεκλείδωτη μέσα σου.
όχι……δέν φτάνουν
είσαι θηλυκή, πές το γυναικεία βιολογία
αλλά όχι Γυναίκα. ..”
τό τραίνο δέν άργησε νά έρθει
ξεμακραίναμε
είχε αγριέψει τό μυαλό
τόσο πολύ
πού άφαντες οί λέξεις,
μονάχα τήν αγκαλιά σου θυμάμαι
πού μέ γλυκοφιλούσε,
κατεβήκαμε στό τέρμα
στήν υγρή ερημιά τής Πολωνίας
από τό παράθυρο τής βίλας είδαμε τόν δικαστή
αυτόν μέ τή φήμη τού αδέκαστου καί ανεξάρτητου
πού ή τιμή του δέν πατήθηκε ποτέ ώς τώρα δημόσια
εκεί πίσω από τίς μισόκλειστες κουρτίνες
ή κατρακύλα τού δοξασμένου νά ασελγεί διακριτικά επάνω στή νομιμότητα
-αυτός πάντα μιλάει γιά δικαιοσύνη-
σπρώχνοντας χωρίς τούς δισταγμούς τού νεοσύλλεκτου
μέ κινήσεις λεπτές καί γρήγορες βαθειά στή τσέπη του
τό γενναίο αντίτιμο γιά τήν αυριανή δίκη,
έχει οικογένεια νά θρέψει ό δικαστής
ή επιθυμία του θέλει κι ένα εξοχικό,
επικαλείται δικαίωμα κατοχής αυτοδίκαιης
αυτών τών λίγων
μετά τήν τόσα χρόνια παγίδευσης στήν αφιλοκέρδεια,
κι άς πάει νά λένε πώς δέν κάνει αθλιότητες ή υπεροψία μετά τούς όρκους της,
είναι φορές πού δέν μπορείς νά μάθεις
κανείς δέν μαθαίνει
τήν αιτιότητα γιά τό πώς γίνονται τά πράγματα καί ή αγριότητα τους,
τό ξέρει καλά αυτό ή Αλεξάνδρα εδώ στήν Πολωνία
πού τό πείσμα της ξοδεύεται στά κακουργοδικεία
έχοντας φορτώσει από βραδίς τή δικανική της διάνοια μέ ποίηση
τή φλόγωση πού άκόμη κι άν είναι αμίλητη
δέν τήν αφήνει νά κουρνιάξει
ακούγοντας από τήν έδρα τήν ετυμηγορία
αθώος παρότι ένοχος
ένοχος παρότι αθώος,
λένε πώς κάποιος τή ρώτησε
πού τήν σφάζουν τήν δικαιοσύνη
αυτή βουβαμένη τόν έδειξε μονάχα
τήν αίθουσα μέ τήν έδρα
κι έφυγε βιαστική
νά προλάβει τόν θρόμβο πρίν χτυπήσει τούς λοβούς τού εγκεφάλου
πέσαμε μπρούμυτα φοβισμένοι
νά μήν μάς δούν οί φονικές περίπολοι
πού κρατούν μέ ζήλο τό άβατο στά εσώτερα
εκεί πού πορνεύεται τό λειτούργημα,
ή εντολή είναι επιτελική
μέ κάθε θυσία πρέπει πρός τά έξω νά δεσπόζουν ή οσιότητα τού λειτουργήματος καί ή αγιογραφία τής βιογραφίας,
κατεβήκαμε σαίτες τά σκαλιά στό πίσω μέρος τής βίλας τού δικαστή
ξάφνου ένα τούνελ
πέρασμα υπόγειο καί μυστικό πού μάς οδήγησε στήν έπαυλη,
μάς αποσβώλοσε ό ζόφος τής πορνογραφίας
είδαμε
τόν πολιτικό τής Πολωνίας στά τέσσερα επάνω στό μάρμαρο πού γυαλοκοπούσε
νά παίρνει πίπες καί νά χαστουκίζεται αυστηρά από τήν όρθια πλουτοκρατική αλαζονεία
καί από πίσω τόν γαμούσε στόν κώλο μαστιγώνοντας μέ μανία τά κωλομέρια του
βοηθός πληρωμένος τού τιμωρητικού βιασμού ό διάσημος δημοσιογράφος,
μυξοκλαίει γιά νά κρατήσει τά προσχήματα ό κοινοβουλευτικός
δέν τό πολυπίστευε ώς τώρα
πώς οί ανυπακοή στίς εντολές
ματώνει τό μυαλό μέχρι νά εμπεδωθεί ό κώδικας διόρθωσης
πού δέν είναι τίποτε άλλο
παρά μία απλή τροχιοδρόμηση επάνω στίς ράγες τής νομοτέλειας
νά μήν μιλάει χωρίς πρώτα νά ρωτάει γιά τίς λέξεις
γιατί δέν τήν χαλάς,τήν γενεές τών γενεών τάξη ,γιά χάρη τής ανοησίας
παρορμήσου ακάθεκτος καί μέ ό,τι κόστος στήν ευθύτητα
εκτός κι άν είσαι κόπανος
καί θέλεις νά καταλήξεις αυτόχειρας επιδεικνύοντας συμπεριφορά μειοψηφικής εντιμότητας
καί τέλος
πάνω από όλα ή ομερτά
δέν είναι νά τά ξέρει αυτά ό κοσμάκης,
αμέσως μετά τίς εκσπερματώσεις στό πρόσωπο καί στήν κωλοτρυπίδα,
διορθωμένο πιά καί υπάκουο
τόν πήραν σηκωτό οί βαστάζοι
τόν έριξαν στό πίσω κάθισμα τής κρατικής λιμουζίνας
καί διέταξαν τόν οδηγό ντουγρού γιά τό κοινοβούλιο,
νά τόν αμολήσει στήν αίθουσα γιά νά ψηφίσει τό νομοσχέδιο
από τά πρίν
τόν είχαν βάλει νά ορκιστεί μέ ενέχυρο τή καριέρα του
ότι δέν θά ξαναπεί από τό βήμα τήν ασυναρτησία
πώς τό αυγό τού φιδιού εκκολάπτεται μέσα στή μήτρα δημοκρατίας διεφθαρμένης
εν γνώσει της καί μέ ευθύνη δική της,
μόνο πού ξεχνάει ή έρμη
πώς τό φίδι αυτό είναι μητροκτόνο
καί κάθε φορά
πληρώνει τή γέννα του μέ τό αίμα της τό πολύτιμο,
τότε σέ παρακάλεσα
νά πάρουμε άρον άρον τόν έρωτα μας καί νά φύγουμε
νά μήν ξαναπερπατήσουμε τέτοια μονοπάτια
νά τά αγνοήσουμε
νά μήν ξέρουμε πώς υπάρχουν γιά μάς
μπάς καί βγούμε αχάραγοι από όλα αυτά,
μά μού είπες πώς εμείς τά χτίζουμε τά μονοπάτια
ξέρουμε καί καταπού πέφτουν οί προορισμοί τους,
ακόμη καί νά μήν τά ξαναπερπατήσουμε
καί νά αρνηθούμε πώς υπάρχουν
αυτά μένουν
είναι δικά μας,
ακόμη κι άν γυρίσουμε τήν πλάτη μας στήν Πολωνία
όπου καί νά περπατήσουμε στόν κόσμο
επάνω της θά πέφτουμε
ή αυτή θά πέφτει κατεπάνω μας…..
tata ta ta
BDIN XIV, Ivan Khristov | μτφρ. Μαρία Δούμπα

Στον Τζον Λένον
«Πού πάμε, παίδες;»
«Στην κορυφή, Τζόνυ!»
«Και πού ’ν’ αυτή, παίδες;»
«Από το πολύ ψηλά-λίγο
πιο πάνω !»
(δημοτικό τραγούδι του Bdin*)
Κάθε μέρα
καθώς κατεβαίνω από το τραμ
στη γειτονιά των απελπισμένων
που διόλου τυχαία ονομάστηκε «Ελπίδα»,
συναντώ τον Τζον Λένον:
Καλημέρα, Τζόνυ!
Καλημέρα, κύριε!
Πώς είσαι, Τζόνυ;
Καλά, ευχαριστώ, κύριε !
Πάντα μ’ αυτό το χλωμό αγγλικό πρόσωπο,
πάντα μ’ αυτά τα γυαλιά και τα μαλλιά –
ο Τζον Λένον στην «Ελπίδα» ζει
και ποδήλατα πουλάει.
View original post 105 more words





