Μαχμούντ Νταρουίς, Σ’αυτή τη γη υπάρχει κάτι που αξίζει να το ζήσεις

Σ’αυτή τη γη υπάρχει κάτι που αξίζει να το ζήσεις
Ο ερχομός του Απρίλη
Η μυρωδιά του ψωμιού την αυγή
Αυτά που λένε οι γυναίκες για τους άντρες
Τα γραπτά του Αισχύλου
Η αρχή του έρωτα
Το χορτάρι πάνω σε μία πέτρα
Μητέρες που ζούν με το σκοπό της φλογέρας
Και ο φόβος των κατακτητών για τη μνήμη

***

Σ’αυτή τη γη υπάρχει κάτι που αξίζει να το ζήσεις
Το τέλος του Σεπτέμβρη
Μία γυναίκα που ανθίζει μετά τα σαράντα
Η ώρα του ήλιου στη φυλακή
Σύννεφα που σχηματίζουν πελώριες μορφές
Τα συνθήματα του λαού για κείνους που φεύγουν γελαστοί
και ο φόβος στα μάτια των τυράννων

***

Σ’αυτή τη γη υπάρχει κάτι που αξίζει να το ζήσεις
Σε αυτή τη γη, την κόρη της γης
τη μάνα όλων των ξεκινημάτων
τη μάνα όλων των τελειωμών
Τη λέγαν Παλαιστίνη
Παλαιστίνη τη λένε ακόμα
Αγαπημένη μου, μου δόθηκε
μου δόθηκε η ζωή γιατί σε αγαπώ

Χριστόφορος Τριάντης, Στα πλυντήρια

Ξεπρόβαλαν οι πλύστρες
στα καθαρτήρια.
Γρήγορα ετοιμαστήκανε
ν’ αρχίσουνε την εργασία:
καθάρσεις κάθε λογής
προς όλες τις κατευθύνσεις.
Και έτρεξαν πρώτοι
οι παρίες,
λίγες ακολασίες βάλανε στη σειρά
και τελειώσανε αμέσως κι αποτελεσματικά.
Να και οι δυνατοί,
κρυφά χωθήκανε στις υδρορροές,
την προστυχιά ξεπλένοντας,
μήπως και κονομήσουνε
άλλη (διαφορετική)
πιο εύγεστη και σταθερή.
Μα, ήταν άξιο προσοχής
πως οι πλύστρες
δεν κουραστήκανε διόλου
να ξεπλένουνε βρομιές
και οδοντοστοιχίες αδειανές.
Τάχιστα
τους άρχοντες καλέσανε,
μη χαθούνε στις βεσπασιανές
και ξεχάσουνε (από ραθυμία)
το καθήκον προς την κάθαρση.
Ω, κατέφθασαν απαγγέλλοντας
και οι ατακοφόροι λογοτέχνες.
Ήταν πολλοί,
τέκνα της εποχής.
Ήθελαν τα κατορθώματά τους
να καθαρίσουνε,
για να αποκτήσουνε αξία
αιώνια και λαμπερή.
Ω, δεν έλειψαν και τα μειράκια.
Ψόφιες επιθυμίες
κουβάλησαν προς καθαρμό
κάνοντας ευχές
στο πεπρωμένο:
να αποκτήσουνε σώματα καινούργια
(ίδια κι απαράλλαχτα με τα παλιά),
για να χορτάσουνε τύρβη και χασούρα.
Ω, το θέαμα υπερέβη τις προσδοκίες
των καθαριστριών.
Να, σαν άλλοι Καθαροί
ήρθανε
και οι ιερείς με τους θαυματοποιούς.
Τ’ άπλυτά τους
ήταν πολλά και
θεϊκώς ενδεδυμένα:
μικροεκδουλεύσεις
σε διαβόλους και υπάτους.
Ε, σαν διαφημίστηκαν οι καθαρμοί
(μέσα στην πολιτεία),
δεν σταμάτησαν να ‘ρχονται
οι όχλοι.
Οι αποχετεύσεις γέμισαν
και στα πλέγματα στοιβάχτηκαν οστά
και απορρίμματα,
εμποδίζοντας το έργο (λίγο)
της λευκάνσεως,
μέχρι να ξεκινήσουν πάλι τα πλυντήρια.

Παύλος Καστανάρας, Η προσευχή ενός αναρχικού προσκυνητή

Ω ιερή αναρχία
που βάζεις σε πρωτοκαθεδρία
πόρνες και τελώνες και κάθε λογής
ταπεινωμένο και φτωχό.
κι αυτοί που νιώθουν φρόνιμοι και ευλαβείς
δεν έχουν θέση πια κοντά σου
είναι πιο κάτω κι απ τους λεπρούς, τους πεθαμένους
που αναστήθηκαν και γλύκανε η καρδιά τους .

Ω ιερή αναρχία
συναντηθήκαμε στα μέρη των φτωχών,
στα σκοτεινά σοκάκια
στις ζωντανές αγίες τράπεζες
που είναι πιο βαρύτιμες
κι από τον ναό που ήρθα να προσκυνήσω

Ω ιερή αναρχία
που η φιλανθρωπία σου πολύτιμη
κι απ το χρυσό όλου του κόσμου
σκοπό σου η ανελέητη εκμετάλλευση
να τσακιστεί από τη ρίζα
να εκβληθούν οι χρόνιοι «ευεργέτες» μας
που όπιο κάνανε την πίστη

Ω ιερή αναρχία
στερέωσε τα μέλη μας
στο θάρρος της αγάπης
που δεν τρομάζει από απειλές και θάνατο
που δεν υπολογίζει τα χτυπήματα
που δεν αντέχει την υποκρισία

Ω ιερή αναρχία
δώσε μαστίγιο στο λόγο μας
να δικαιώνουμε άλλους όχι ομοίους
αντί να λέμε για φτωχούς
την εκκλησία μας να σύρουμε στη φτώχια
τα αυτοκίνητα, τα σπίτια μας και τα άμφια
εμπυρισμός στο έργο της αγάπης

Ω ιερή αναρχία
όλοι μαζεύουν σπίτια και αγρούς
και τόπο πια δεν έχει ο ταπεινός
και τη μπουκιά στερήθηκε και σύρθηκε στη βία
σαπίζει ο πλούσιος και θάνατο μυρίζει
ήρθε ο καιρός να κλάψει γοερά
γιατί με τη ζωή του
καταδίκασε κάθε αθώο

Ω ιερή αναρχία
δεν τους ζητάμε να θρέψουν τους φτωχούς
μονάχα να μας πουν γιατί πληθαίνουν

*Αναδημοσίευση από τη Θράκα στο http://www.thraca.gr/2018/05/blog-post_25.html

Νικόλας Νιαμονητός, Τέσσερα ποιήματα

Πύλες

Πύλες οι σιωπές εντός

Όπως πάντα
Και για πάντα στη βουή

Με μια ουλή
Με μια απώλεια

***

Κι ας μην το λέει το χρώμα τους

Τα αστέρια συμμερίζονται
Τα φτερά της πεταλούδας

Τα χέρια θρυμματίζονται
Από βράχους ή από πύλες

Τα κοράκια χαίρονται κι αυτά
Κι ας μην το λεει το χρώμα τους

***

Ένας καβγάς

Ούτως ή άλλως
Όλα και τίποτα
Ένας καβγάς είναι

Μεταξύ κάποιας άγριας θάλασσας
Και της έρημης στεριάς της

***

Σμέρνα δίχως δόντια

Κοιμάται ανήσυχα
Οποιοσδήποτε κοιμάται

Γύρω από τη μέση του Κρόνου
Είναι φορεμένοι εννέα δακτύλιοι

Άραγε ένας δακτύλιος
Δεν έφτανε να κάνει τη δουλειά;

Ο χρόνος είναι ανίκανος
Σμέρνα δίχως δόντια

*Από τη συλλογή “Ανθηρή ερήμωση”, Εκδόσεις Εκάτη, 2018.

σύντροφοι

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Αν κάποιος είναι νεκρός, αυτός είναι νεκρός
καθώς εσύ τρέχεις να μάθεις
πως αυτός είναι νεκρός, κάποιος είναι νεκρός
καθώς εσύ τρέχεις να μάθεις
γιατί κάποιος είναι νεκρός, αυτός είναι νεκρός
καθώς εσύ τρέχεις να μάθεις
Αν αυτός είναι νεκρός, κάποιος είναι νεκρός

View original post

Θωμάς Δ. Τυπάλδος, Πεθαμένοι / Ζωντανοί

Τώρα που οι ποιητές, από τον Όλυμπο για τα καλά έχουν κατεβεί,
τώρα που ο Ορφέας έκανε τον Άδη ερέβινο λημέρι,
ενώ η Ευριδίκη, κλώθει στις αρτηρίες της επωδούς κοντοκουρεμένους.
Τώρα το σώμα ατελέσφορα, με τάφους είναι στρωμένο.
Ουρητήρια που στις τρύπες τους μπεζ πηκτό υγρό μπολιάζει.
Η σύλληψη μιας ιδέας που εξανθήματα σαυροειδή εκθειάζει.

Το μεσημέρι, χτυπούν οι κάργες τα κεφάλια τους στης πυράς
το αυλάκι.
Μετά από πέντε αναστεναγμούς
δυο με έξι δεήσεις,
μια ιερομόναχη στέρηση, μια απέλπιδη ρίμα.

Αν στον παρακείμενο, υπερσυντέλικος χορταριάσει,
το ρήμα θα μείνει άβαφτο,
το ουσιαστικό, θα γυμνωθεί στα πόδια του επιθέτου.

Ένα φάρμακο αναρριχούμενο
– σε άναρχα βυζιά
– σε γυμνοσάλιαγκα σαλιέρα
στωϊκά, ένα σύνδρομο μαζοχιστικό
να βρει και ν’ απανθρακώσει.

Τώρα που τα ποιήματα βρήκαν στουπί,
τώρα που βρήκαν σπίρτα,
τώρα που βρήκαν το σθένος – την ορμή,
τώρα θα γίνει της πουτάνας.

Paul Croucher, Δύο ποιήματα

Μεσάνυχτα στο Λάος

Προσπαθώντας να διαβάσω
Kafka σε μια

καλύβα
στο πόδι

ενός απότομου
βουνού, αυτή

η λάμπα του κρεβατιού
διασχίζει περισσότερα

έντομα
παρά κείμενο.

Midnight in Laos

Trying to read
Kafka in a

hut
at the foot

of a steep
mountain, this

lamp-lit
page more

insect
than text.

***

“Τα συνηθισμένα …”

Τα συνηθισμένα
πράγματα όπως

ένα βουβάλι του νερού
με μια ντουζίνα

πουλιά
στην πλάτη του

“The ordinary …”

The ordinary
things, like

a water buffalo
with a dozen

birds on
it’s back

*Από το βιβλίο “The Landing”, Transit Lounge, Melbourne 2017.
**Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Γεώργιος Σ. Αλεξάνδρου, Ένα ποίημα

Με πόνεσε ο καιρός στα κόκαλα μου.
Κι ας λένε πως γιατρεύει τις πληγές.
Γυρνούσα σα τρελός στη γειτονιά μου.
Να γαληνέψω κάτι από το χθες.
Πετούσα μακριά την πετονιά μου.
Με πνίγανε χαράματα οι κραυγές.

Μα Τώρα βλέπω το σκοτάδι.
Και δεν φοβάμαι πια τον Άδη.
Εγώ κατάφερα να βλέπω δίχως μάτια.
Πέρασα ψέματα κι αλήθεια.
Μου ‘πανε ζήτα τη συνήθεια.
Μα δεν βαδίζουμε στα ίδια μονοπάτια.

*Από τη συλλογή “Ο τοξότης”, Εκδόσεις Όστρια.

Γιάννης Λειβαδάς, από τα “Κενά τεκμαιρόμενα”

Χαμένος μέσα σ’ αυτό που απουσιάζει,
αυτή είναι η άπταιστη κουβέντα.
Όχι δα απών μέσα στης άγνοιας την τάξη.
Μεσολάβηση τελεολογίας που σαφρακιάζει
την παραμέληση των θεωριών.
Το άπειρο να προσκυνηθεί στο πέρασμά του,
απ’ το μηδενικό’
υποδεκτικός ο ένας που ανεγείρει τον παλμό του,
αποσβολωμένος στη δημιουργία που τον κατατρώει.
Φρονώ πως θέλησα να δημιουργήσω ετούτο
να εμφανιστεί πραγματοποιημένο μετά από πενήντα
επτά χρόνια συνειδητοποιώντας φημολογίες σχετικά με το
εκδιδόμενο ρεύμα της προφητικής του
περιπετειογραφίας. Ένα τικ. Μία σύσπαση.
Έτσι, εντελώς συνθλίβεται αυτή
τη στιγμή εκείνο που θεωρώ πως υφίσταται.
Ακόμη και αν στον χρόνο της ερχόμενης στιγμής μπορώ
να είμαι πολύ σίγουρος, αφού είμαι στιχόθεν
εκδιωγμένος, ότι ο πολιτισμός που αντιμετωπίστηκε
με τέχνες υπήρξε αξιολύπητος.
Τα ενδεδειγμένα δεν είναι για το μεγαλείο
των περιστάσεων, για όσα σμίγουν βελτιωμένα
από τέτοιο έργο φυσικών καθηκόντων.
Προς το παρόν, ωστόσο, εκεί που ζει η μέρα κι
εκεί που επισημαίνεται η νύχτα,
κείται η τόσο στενή σχέση με το χθες.
Ενεργητικό που μετριέται ως επιρροή.
Είχα ένα θέλημα, συσπειρωμένος αμυδρά, προβλέποντας
όσα αναπόφευκτα συντήρησα
σε επόμενη μαθητεία μου,
ώστε μαζί τους να ασχοληθώ:
επιχείρηση κατανόησης συμφερόντων.
Τέτοια είναι η γονιμότητα της μελέτης ενος
εντυπωσιακού φαινομένου για μία περίοδο τελειότητας
που μαρτυρά την ηλικία της μέσω αυτονομίας.
Η κενότητα που με διέπει δεν καταπεφτει σε ερημιά.
Μ’ έκανε ο εαυτός εξοικειωμένο
με τη λιγούρα του τίποτα.
Αυτό που εντόπισα, τα κίβδηλα το μιλούν
απερίφραστα.
Και το διαβάζω τώρα λεκιασμένος απ’ τα τόσα τσιγάρα.
το πρώτο και τελευταίο χειρόγραφο του πρώτου
και τελευταίου ποιήματος ανεξαρτήτως ενδιαφεροντος που,
σκέψου να, έγκειται σε αποθεραπεία υποκειμένων.
Λες κι έχει σημασία να καταρρέεις με σπινθήρες.
Υλικώς ευημερών, έχει γούστο’ αναφανδόν αφιλόδοξος,
λίαν παραστρατημένος ως εκδορά
κακοφορμισμένου ύφους.
Παντελώς μοναχικός κατα μήκος της γραμμής
αφηρημένων ιδεών.
Λέω στον κόσμο πράγματα που δεν αποδεικνύονται
από κόσμο,
τα οποία είναι αδύνατον να πω.
Δύσκολο τη σήμερον να βρω κάποιον
που δεν υποκύπτει σε επιπλοκές.
Σημειωτέον, ας όψονται κι ας ήδονται οι γνωμοποιήσεις
της νευρικής κατάπτωσης.
Βάλε τον δείνα να αντεξει τις κλίσεις του.
Τον βάζω με το παραπάνω.
Ουδέποτε θεωρώ αξιοσημείωτη την απεικόνιση μιας
ασυνήθιστης κατάστασης του νου.
Δες που τους είναι τόσο πολύτιμο εκείνο το φιάσκο,
το πρόστυχο εκείνο χαχανητό,
στο οποίο στηρίζονται οι μερικές τους ολισθήσεις.

* “Κενά τεκμαιρόμενα” (Παρίσι 2013-2015), Εκδόσεις Κουκούτσι 2017.

John P. Portelli, Δύο ποιήματα

Είδα

Είδα τριαντάφυλλα ν’ ανθίζουν και να μαραίνονται,
ένα προς ένα
Είδα τους γλάρους να πετούν ψηλά και να πεθαίνουν,
έναν προς έναν

Είδα κι εσένα ν’ ανθίζεις σαν τριαντάφυλλο
και χαμογέλασα
Είδα κι εσένα που φτερούγιζες σαν γλάρος
κι ήμουν ευτυχισμένος

Σ’ είδα, επίσης, να επιμένεις ακολουθώντας το παράδειγμά τους.

I saw

I saw roses bloom and wither,

one by one
I saw seagulls hover and die,

one by one.

I saw you blossom like rose

and I smiled,

I saw you flutter like a seagull

and I rejoiced.
I saw you also persevere following their example.

***

Αγκάλιασέ με

Αγκάλιασέ με
στο χιόνι
τόσο που ίσως ξεχάσω
αυτή τη μάσκα
της λευκότητας
που σκεπάζει
και στεγνώνει
την καρδιά,
δίδαξέ με
την υπομονή
μες στην τραχύτητα
μιας γης
τρελής
για κέρδος
σπρώχνοντας πέρα μακριά
το κλάμα
των φτωχών
καταπιεσμένων·
πάνω απ’ όλα
παράσυρέ με
να ενωθώ
με την οργή
τόσο που να σπάσουμε
την αρρωστημένη
μάσκα
παλεύοντας όπως πάντα
μέσα στην ατελεύτητη
πάλη.

Cradle me

Cradle me

in the snow

that I may forget

this mask

of whitnes
s
which conceals

and dries up

the heart,
teach me

to be patient

in the bitterness

of an earth
crazy
for gain

shoving aside

the cry

of the poor

oppressed;

above all

entice me 

to be united

with wrath

that we may bust

the diseased

mask

struggling as always

in the eternal

struggle.

*Μετάφραση Ματίνα Τσιμοπούλου από την δίγλωσση συλλογή του Luggage/Bagage των εκδόσεων Word and Deed Publishing (2016). Η μετάφραση των αγγλικών ποιημάτων του στα γαλλικά έγινε από την Elizabeth Grech.