Michel Menache, Δύο ποιήματα

0 χορευτής στα χαλάσματα

Χορεύεις ή πεθαίνεις
Ahmad Joudeh

Θα πρέπει το χάος να φέρουμε εντός
για να γεννήσουμε το άστρο που χορεύει

Friedrich Nietzsche

Με τον φόβο στα σωθικά
και το κεφάλι ψηλά
ορθώνεται στο στρατόπεδο της Γιαρμούκ
στοχάζεται τη ρημαγμένη Δαμασκό
πέτρες που αιμορραγούν
και το σκυρόδεμα να καταρρέει
και τη βαρύτητα προκαλεί
και τις βόμβες
και τους ελεύθερους σκοπευτές
πρηνηδόν στο σκοτάδι
αγνοεί

Η Χομς αγωνιά
και το Χαλέπι μήνες
τη μανία των τρελών του Θεού υπομένει
τη λύσσα των μισθοφόρων και των αεροπλάνων
του Αλ Ασάντ
Στην Παλμύρα ο χορευτής στα χαλάσματα
τις πέτρες ξυπνά
ζωντανεύει
τον Τιβέριο
να δούμε
αφήνει το όνειρο του Αδριανού
ριγούν της Ζηνοβίας τα κοσμήματα
της αστραποβόλας σφετερίστριας
των αιώνων είναι η δόξα
το θάρρος των κατασκευαστών
ανορθώνει τους ναούς
σε τέσσερα βήματα
και το κορμί του το μέλλον σχεδιάζει
με τέσσερις πήδους
στον χώρο του θανάτου
οι μυώνες του είναι οι στήλες
κι οι ώμοι του κιονόκρανα

Απλώνεται, κι άλλο ορθώνεται
μ’ ένα πήδο τις προκλήσεις της Ιστορίας αποκαλύπτει

Ελπίδα στα όρια της χαράς
γυρίζει την πλάτη στην κοιλάδα
των τάφων είναι η χάρις και η ζωή
τα παιδιάτικά μας χρόνια
στη γη που ο θάνατος βίασε

Η Συρία στην καρδιά του χορευτή στα χαλάσματα
χορογραφία της ειρήνης
πορεύεται στο φως
ανοίγοντας πλήρως και ανεπαίσθητα τα βήματά του

Κάθε μετέωρη ανάσα
τον χαμένο κόσμο ξαναφτιάχνει
άδει ξανά το χάος που καπνίζει
στα χαλάσματα
Ο χορευτής στα χαλάσματα
αέρινος ισορροπιστής
στου χρόνου το σχοινί
ατελεύτητη γραμμή διανομής
του αίματος και της στάχτης…

***

Φαντάσματα του Τζιακομέτι

Η διάβρωση του αιώνα
σκάλισε το πρόσωπό του
με τα μπουρίνια
της βαρβαρότητας

Ο άνθρωπος που βαδίζει
δεν υποχώρησε
στους παράφρονες νεκροθάφτες του φωτός
αλλά η μορφή του
άπλωσε
με όλη τη σφοδρότητα
σαν το κόκκαλο
κάτω από το δέρας
της θλίψης
απ’ την πείνα
σπαραγμένο

Τον σκελετό ο Τζιακομέτι
στον άνθρωπο
ψάχνει
βλέπει εντός
αντικρίζει τον εαυτό του
στη δοκιμασία της ύπαρξης
αντίσταση των μυώνων
σε τροχιά γύρω από το μάτι
Όλο αυτό που το ψαλίδι
του καλλιτέχνη αποσπά
από την ύλη
είναι τα κύτταρα
οι νευρώνες
που στον χρόνο
το κορμί αλαφρύνει

Η ηλικία προσμετράιαι
μ’ ό,τι λείπει
μόνον η εμπειρία
παραμένει
θυσία
στις σάρκες

Ο άνθρωπος που βαδίζει
βήμα το βήμα σκάβει
τον μέσα του τάφο
με τη μανία
που τα ρίγη
κάτω απ’ το
δέρμα χαράζουν

II

Ένα σκυλί του τέλους του κόσμου
ένα σκυλί της αποκάλυψης
ένα σκυλί που βαδίζει ίσα μπροστά
μετά την εκατόμβη
ένα σκελετωμένο σκυλί
άδειο απ’ τη λύσσα του
μια σκυλίσια δυστυχία
χαμένη στο μηδέν
των ίσκιων
που άλλοτε
αποκαλούσαμε
οι άνθρωποι…

*Από το περιοδικό “Ένεκεν”.

Gjoko Zdraveski, Δύο ποιήματα

Άστεγα βλέμματα

δεν ξέρουμε τίποτε ο ένας για τον άλλο
δεν ξέρουμε τίποτε για προαίσθημα του κακού και το έλλειμμα
που στη ρυτίδα κρύβεται
από το γέλιο που πέτρωσε

αυτού απ’ την άλλη πλευρά, στον ιδρώτα της παλάμης
δεν μπορούμε να πούμε
τον φόβο του θανάτου
και όλους τους άλλους
προσωρινούς αποχαιρετισμούς

στο «πώς είστε;», λέμε
«καλά, ευχαριστώ»
και εντός μας συνεχίζουμε
να λέμε την ιστορία

που μας ξερίζωσε απ’ τ’ όνειρο,
άστεγα τα όνειρά μας, απ’ τους περαστικούς
ψωμί
εκλιπαρούν.

***

Aς δραπετεύσουμε απ’ τον χρόνο

Ας δραπετεύσουμε απ’ τον χρόνο
που μας απειλεί με το τέντωμα του τόξου
και με το μικρό του βέλος μας στοχεύει

Αυτό θέλω να σου πω:
Αν το χέρι μου πάνω απ’ τον χάρτη περάσω
δεν θ’ αγγίζω τα βουνά ούτε τις κορφές

Δεν θα βραχώ κι ούτε τα χέρια μου θα σκονίζω
έτσι απόψε όταν το χέρι σου μέσα απ’ το σώμα μου περνά
δεν θα ’βρεις σκόνη ή άνεμο
ούτε τ’ όνομά μου
που πάντα ξαναγεννιέται

γιατί δεν ξέρω πόσος χρόνος
πέρασε απόψε
λεπτά, ώρες, χρόνια, ολάκαιρη ζωή
μπορεί

Μερικές φορές
όταν ψηλά κοιτώ και χάμω
δεν ξέρω ποια αυλακιά μοιάζει μακρύτερη
των αεροπλάνων στους αιθέρες
ή του σαλιγκαριού η γραμμή

* Ο Gjoko Zdraveski γεννήθηκε το 1985 στα Σκόπια και είναι ποιητής, διηγηματογράφος και δοκιμιογράφος. Διδάσκει στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου της Νις. Δημοσίευσε τις ποιητικές συλλογές «Palindrome with Double Ν» (2010) και «House For Migratory Birds» (2013). Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε πολλές ανθολογίες και μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες. Τα δυο ποιήματα (ανα)δημοσιεύονται εδώ από το περιοδικό «Ένεκεν», τεύχος Απριλίου-Μαΐου-Ιουνίου 2017.

Στάθης Ιντζές, από το Gadium

Τo σχέδιο πόλεως της Μιλήτου, που έμοιαζε με σχάρα.
έγινε το βασικό σχέδιο για τις Ρωμαϊκές πόλεις.

Στον εμφύλιο πόλεμο ανάμεσα στον Καισαρα και τον Πομπήιο.
ο Κικέρωνας πήγε με το μέρος του Πομπήιου.
Όμως ο Καίσαρας αφού νίκησε, του έδωσε αμνηστία.

(Κικέρωνος 1ος και 2ος κατά Κατιλίνα λόγοι.
μετάφραση: Ευστράτιος Τσουρέας)

Η Μίλητος που πλούτισε
εις βάρος της Λυδίας,
στην Κόρινθο που χτίσανε
τα τείχη
τ’ α π ρ ο σ π έ λ α σ τ α
κι οι μισακάρηδες
ελεύθεροι do joure
μα και de facto δούλοι.

Ο δεξιός τοίχος δεν τελείωνε,
κι ο αριστερός δεν έμοιαζε
με π α ρ α σ τ ά δ α.
Και το καθήκον να σφυρηλατείς
δύο σελίδες σαχλαμάρες
την ημέρα…
και να ’χεις τον Σκαύρο πρόθυμο
στα λόγια των Ισαύρων.
την ομοσκηνία στη Fidena για μήνες,
τα φίδια ίσα με τις λόγχες,
και το διάταγμα —ανήμερα Λουπερκαλίων—
ben veggio
or si come al popol tutto?

Κι αυτός ο Καίσαρας!
δεν του καίγεται καρφί
για των Γετών τις πανουργίες
και τα καμώματα των ισοπολιτών
δεν τον απασχολούν διόλου.
«Με βία και βρισιές
δε γίνεται επανάσταση…»
«…τους κυβευτές!
τους κυβευτές
να πάρετε από μπροστά μου»
διέταξε.
«Εκείνος ο Ελβίδιος κι η ευμένεια του υπάρχου»,
είπα με τρεμμάμενη φωνή.
«Καταραμένε Σύρα! Εσύ,
και το κρασί που μου ‘φερες».
«Οι οινοχόοι αφέντη μου
χειροκροτούσαν με τις γλώσσες».

Τι κι αν ο Πούλχερ
τα ’ψελνε στους ύπατους;
τι κι αν δεν εφαρμόζονταν
οι νόμοι του Πορκίου;
Η σύγκλητος χωλαίνει
και οι dcsignato
είναι προ των π υ λ ώ ν.

*Στάθης Ιντζές “Gadium”, Εκδόσεις Θράκα, 2017.

Κινούμενη άμμος.

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

IMG_7832

Sables mouvants

Démons et merveilles
Vents et marées
Au loin déjà la mer s’est retirée
Démons et merveilles
Vents et marées
Et toi
Comme une algue doucement carressée par le vent
Dans les sables du lit tu remues en rêvant
Démons et merveilles
Vents et marées
Au loin déjà la mer s’est retirée
Mais dans tes yeux entrouverts
Deux petites vagues sont restées
Démons et merveilles
Vents et marées
Deux petites vagues pour me noyer.

Jacques Prévert

Extrait de “Paroles

Paroles 1945

Δαίμονες και θαύματα

άνεμοι και παλίρροιες

μακριά ήδη τραβήχτηκε η θάλασσα

Δαίμονες και θαύματα

άνεμοι και παλίρροιες

Κι εσύ

Όπως ένα γλυκά χαϊδεμένο φύκι

στην άμμο του κρεβατιού κινείσαι ονειρευάμενη

Δαίμονες και θαύματα

άνεμοι και παλίρροιες

μακριά ήδη τραβήχτηκε η θάλασσα

Αλλά μες τα μισάνοιχτα μάτια σου

δυο μικρά παρέμεινα κύματα

Δαίμονες και θαύματα

άνεμοι και παλίρροιες

Δυο μικρά κύματα για να με πνίξουν.

View original post

Η Απάτη

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Σα βγεις στον πηγαιμό για την Απάτη,
να εύχεσαι να μην σε διπλαρώσει κανάς φασίστας.

Τους Πασόκους και τους Συριζαίους,
τον άγριο Μητσοτάκη δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.

Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι
που με τι δυσαρέσκεια, με τι λύπη
θα μπαίνεις σε δημόσια κτίρια πρωτοειδωμένα·
να σταματήσεις σε τρικάκια Παμίτικα,
και τες καλές σκοτούρες ν’ αποκτήσεις,
χρέος και ανάπτυξη, ανεργία και πληθωρισμός,
και ηδονικές υποσχέσεις κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονες ηδονικές υποσχέσεις·
σε πόλεις ρημαγμένες πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ’ τους κολασμένους.

Πάντα στον νου σου νάχεις την Απάτη.
Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.
Aλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει·
και τσακισμένος πια ν’ αράξεις στην κάλπη,
απηυδισμένος με όσα κέρδισες στον δρόμο,
μη προσδοκώντας…

View original post 51 more words

Γρηγόρης Σακαλής, Με το φως του Ήλιου

Στα ποτάμια του Ήλιου
έλιωσε
ένας έρωτας που γεννήθηκε
στο φως του φεγγαριού
μεσάνυχτα δόθηκε
το πρώτο φιλί
η νύχτα ήταν ατέλειωτη
γεμάτη αριθμούς της αγάπης
και τα σώματα ξεψύχησαν
στον τιτάνιο αγώνα
να κατακτήσει ο ένας τον άλλο
έρωτα πανίσχυρε, εξολοθρευτή
πως χάθηκες στο φως της μέρας
κι έλιωσες στα ποτάμια του Ήλιου
εσύ που φάνταζες αιώνιος
μέσα στα σκοτάδια της νύχτας.

Λουκάς Λιάκος, Τέσσερα ποιήματα

Κρυφτό

Ένα δύο, τρία
μετρώ τα βήματα που τρέχω
ένα, δύο, τρία
στο μέτρημα κλέβω σπαθί
γελώ
με βλέπω παιδί σωβρακάκι
φτου!
και με ξελεφτερώνω

***

Το μυστικό

Έχω ένα μυστικό,
θαμμένο βαθιά, φυλαγμένο χρυσάφι.
Έχω ένα μυστικό, το δικαιούμαι
κρυμμένο απ’ το Θεό και τους ανθρώπους.
Έχω ένα μυστικό,
μη μ’ αγαπήσεις
αυτό έχω να σου πω.

***

Υπάρχεις

Κι εσύ πάντα εμφανίζεσαι
ακανόνιστα εξωπραγματικά σαν σήμα ομίχλης
αν και τα χρόνια που μας μένουν δεν είναι πολλά
αναπνέεις μαζί μου και ‘γω σε έχω ανάγκη. Δυο μάτια!

***

Κόρη του χαμού

Μου χαμογελάς
νιώθω τη μανία του κορμιού σου
να με πνίγει
ότι μου πετάς,
ένα γδαρμένο φιλί
μια ψυχή,
γδαρμένη.
Ξέρω ποιον αγαπάς
εμένα με μισείς
μισείς και τα παιδιά μας
κόρη του χαμού,
της κακιάς γιορτής
ξέρω για πού το ‘βαλες
για πού θέλεις να πας
όπου σε κλαίνε τα σκυλιά
και δε πατούν οι ξένοι.

*Από τη συλλογή “Στο Δεύτερο Κόσμο η Μοίρα”.

**Το τραγούδι των “Χωρίς Περιδέραιο” μπαίνει στη μνήμη της ψυχής του συγκροτήματος Νίκου Αγγελή, που μας άφησε.

Antonio Machado, Δύο ποιήματα

Η ΠΛΑΤΕΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΦΛΟΓΙΣΜΕΝΕΣ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΕΣ…

Η πλατεία και οι φλογισμένες πορτοκαλιές
με τους στρογγυλούς και χαρωπούς καρπούς τους.
Φασαρία μικρών σχολιαροπαίδιων
που όταν βγαίνουν ακατάστατα απ’ την τάξη
πλημμυρίζουν τον αέρα της σκιερής πλατείας
με την οχλοβοή από τις νέες φωνές τους.
Μια παιδική χαρά στα σταυροδρόμια
των νεκρών πολιτειών!…
Και κάτι απ’ το δικό μας χτες, κάτι που ακόμα
βλέπουμε να πλανιέται στα παλιά δρομάκια!

***

ΠΕΣ ΜΟΥ, ΕΥΧΑΡΙΣΤΗ ΑΥΤΑΠΑΤΗ…

Πες μου, ευχάριστη αυταπάτη,
πού άφησες τη δίδυμη αδελφή σου
με τα στραφταλιστά της μάτια
θρυμματισμένου ήλιου σε παγωμένη γούρνα;
Ήτανε πιο ξανθή κι απ’ το ξανθό λινάρι,
ήτανε πιο λευκή κι απ’ τα ολόασπρα ρόδα.
Ένα θερμό πρωινό χαμογελούσε στη χιονισμένη σάρκα της
μειλίχια στα απαλά φιλιά.
Πιανίσιμο από μακρινές κιθάρες,
θλιμμένο σαν το στεναγμό του δάσους
όταν στο κρύο απόγεμα περνάει ο άνεμος,
είχε η φωνή της. Και φως ανθού και σκιάς
χρυσής στραφτάλιζε στα ντροπαλά της φρύδια.
Την ερωτεύτηκα σαν όνειρο
κάποιου μακρινού κρίνου·
στ’ αργά τ’ αποσπερνά, όταν σημαίνουν
γλυκύτερα οι καμπάνες,
και λευκά σύννεφα ξαίνουν το μαλλί τους
πάνω στο γαλανό αφρό του βουνού.

*Από το βιβλίο “Antonio Machado – Ποιήματα”, δίγλωσση έκδοση (Ισπανικά – ελληνικά), μετάφραση: Ρήγας Καππάτος, Εκδόσεις Εκάτη, 2009.