Des milliers et des milliers d’années Ne sauraient suffire Pour dire La petite seconde d’éternité Où tu m’as embrassé Où je t’ai embrassèe Un matin dans la lumière de l’hiver Au parc Montsouris à Paris A Paris Sur la terre La terre qui est un astre.
Και να ‘μαι
εξήμιση το πρωί
αγουροξυπνημένος
κάνοντας αυτές τις ηλίθιες σκέψεις
για τη χειραφετημένη γυναίκα
έχοντας κάψει
τις δύο σπανακόπιτες που μούφερε
η μάνα μου από το χωριό
που μάλλον τις έφτιαξε η θεία μου.
Ξύπνησα καπως άσχημα
ανάμεσα σε καπνούς
έχοντας πάλι δει
το όνειρο με το έντομο
που περπατάει στο ταβάνι
και εγώ
απ΄ ό,τι φαίνεται
έχω όλη την καλή διάθεση
να κρυφτώ σε ένα κομοδίνο
***
Νο 29
μικρά ζώα στα παπούτσια μου
ανακατανέμουν τα χρόνια
αναμένουν μικρές αλλαγές
σε ελάχιστα ποδοσφαιρικά πρωταθλήματα
τις νύχτες
πιάνουν τα δόντια τους και φωνάζουν ουώου
***
το ποτήρι τη νύχτα
Ήρθε ένα κίτρινο πουλί
και με το ράμφος του
μου έκλεψε μια ιδέα
και παρά τις όποιες προβλέψεις
και την μακρά ιστορία των αγώνων
η επανάσταση ήδη μεταδίδεται
σε ζωντανή σύνδεση
με τις οθόνες μας.
πες « ζήτω η επανάσταση »
μην φοβάσαι ρε
ποτέ μου δεν περίμενα ότι θα νικήσουμε
ανεργία με ταμείο, άφθονο πιε
και κάνα ιδανικό να μας συγκεντρώνει που και που
συμβασούλες για το χειμώνα και πάλι ήλιος. Όλε
ζούμε σαν τους ήρωες που διαβάζαμε
μπορεί και καλύτερα
οι άλλοι εξάλλου είναι στις τρύπες τους
ευτυχώς κατά την διάρκεια των αιώνων
υπήρξαν ευλογημένοι άνθρωποι
που δεν κατάφεραν ποτέ
να σηκώσουν κεφάλι
από τον μόχθο τους
γλυτώνοντας μας
από ακόμα περισσότερη ποίηση
Ροζάρια νύχτας.
Αστέρια που κρεμάστηκαν διάπυρα.
Πουκάμισα σιωπής
φορεμένα
στη μικρή αυτή γιονιά του κόσμου
που όλες κι όλες οι αγυρτείες
είναι να στήνεις δόκανα
σε σκιές αλεπούδων
που έρχονται για το έθιμο.
Φεύγουν όπως ήρθαν
ξεκαρδισμένες σε φασματικά γέλια.
Λεχώνες ελιές
φορούν γαλαζωπά τις νύχτες
πίνοντας αψέντι από φεγγάρι.
Το δύστροπο βέλος του εαυτού
ησυχάζει τις νύχτες τούτες
και δεν φορώ
κανένα δαχτυλίδι προδοσίας
στα δάχτυλα
που άρμεξαν
τους μικρούς θεούς
των φυλλωμάτων.
Και
Το ποίημα το ξέρει.
Και γεννιέται ατάραχο.
***
Το λάλημα
Το λάλημα του πετεινού
το σταυρώσαμε εκεί πέρα
στα ομιχλιασμένα χωριά
εκεί που θάψαμε ιστορίες
όσες αλήθειες δεν αντέχαμε.
Εκεί που αφήσαμε μόνο κι έρημο το φεγγάρι,
να ξερογλείφει τα σκελετωμένα σπίτια.
Μόνο αναστάσιμα τα συλλογιόμαστε
εκείνα τα χωριά.
Αναστημένος και ο πετεινός τρις ξανακουδουνίζει.
*Από τη συλλογή “Χαμηλές οκτάβες”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2013.
Ε, ύμνοι που πέφτουν
για την ανθρώπινη εργασία
(την αξία της βεβαίως).
Ω καλοί μου άνθρωποι
όλοι το γνωρίζουν: είναι το μέτρον το άριστον
της προκοπής και της αυτογνωσίας,
“ο μη εργαζόμενος μηδέ εσθιέτω”!
Κι αν υπάρχουν άνεργοι, πάλι καλά,
θα ’ρθει η σειρά τους στα νταμάρια
της εργατικότητας να διακριθούν (συντόμως).
Δεν μπορεί, η τίμια εργασία τούς πάντες
αποζημιώνει με ειλικρίνεια αριθμητική
(λογαριασμών και πληρωμών).
Ναι, αποκτούν ευεργετήματα
του μόχθου οι στυλοβάτες.
Χιλιάδες χρόνια, χιλιάδες (μα την αλήθεια)
τα χέρια και το μυαλό του εργατικού δυναμικού
σήκωσαν πράγματα σημαντικά:
κάστρα και πυροβόλα,
κοιμητήρια και παλάτια,
βόθρους και κλουβιά
(για ζώα κι ανθρώπους).
Και τα θαύματα (επτά ή περισσότερα)
της ιστορίας
τα –εργατικά– χέρια τα ύψωσαν στον χρόνο.
Μα ξέχασαν οι αποκοιμισμένοι κύριοι
(που ηλιοθεραπεύονται ανά τις εποχές)
να πουν για τ’ ασήμαντα μνημεία
που στέριωσαν οι δρόμοι της αγίας εργασίας.
Να, για τα σίδερα μιλώ
(αιώνων και αιώνων)
που αλυσοδένουν γενικά
τον ήλιο, το φεγγάρι και τ’ αστέρια
να μην τα βλέπουνε οι όχλοι
και οπισθοδρομούν,
παρακάμπτοντας των ευνούχων
τις ολοστρόγγυλες διαταγές.
Τα σιδερένια σχοινιά που δένουν τη χαρά,
μέχρι να λιώσει
και πίκρα σαν στέρφα θάλασσα να γίνει.
Τις χρυσές αλυσίδες που σφίγγουν
τις ανάγκες των φτωχών,
μέχρι να γίνουν μακρινές επιθυμίες,
ηδονικά φτιασιδωμένες,
έτοιμες προς πώληση
κι όχι προς αγορά.
Τα σιδερένια μαντίλια που τα μάτια
κλείνουν για να θωρούν το σκοτάδι σαν φως
και τους τυφλοπόντικες
ομορφότερους να βλέπουν απ’ τα χελιδόνια.
Τους σιδερένιους χαλκάδες που τρομάζουν τις ζωές
και πεσκέσι στον διάβολο τις δίνουν,
έτσι για την εύρυθμη λειτουργία των αγορών
και της φύσης (δευτερευόντως).
Τα σιδερένια αυγά που φυλακίζουν
σάρκες και κανόνια μαζί,
μέχρι μπάλες κρεάτινες να γίνουν
και στην ανθρωπότητα να χιμήξουν (με κραυγές),
για να δειπνήσουν οι οπλουργοί
στα πεδία των μαχών (με κόκαλα και αίμα).
Τα σιδερένια κουτιά
που το ψωμί δηλητήριο το κάνουν,
για να τρωγοπίνουν οι καθωσπρέπει κύριοι
σε εκκλησίες και ζυθεστιατόρια
κι ύστερα να σκοτώνουν τους τρελούς
που βρίζουν τους εμπόρους (των ψυχών)
σαν σκυλεύουν τους αθώους.
Σίδερα αόρατα που κι εμένα δένουν,
τις λέξεις να ξεχνώ
και τα αφεντικά της χυδαιότητας
να ευλογώ,
παρέα με τους δήμιους
με τα σημαδεμένα πρόσωπα.
Ναι, είναι γεγονός πως τους δήμιους
(και τους εκτελεσμένους)
κάθε μέρα τους δείχνουν στα παιδιά
τον θάνατο και την αισχρότητα
να συνηθίσουν.
5.
Ελα να μετρήσουμε απώλειες.
Διάλεξε χρώμα στο μάρμαρο
να δούμε πόσα ονόματα θα γράψει ο καθένας
Ελα να στήσουμε τα μνημεία μας,
να σηκώσουμε σημαίες,
να κρατήσουμε άλλες στη μέση τους,
να γεμίσουμε μάτια,
να φτιάξουμε νεκροταφεία έρωτα,
να διαλέξουμε σύνορα νέα.
Έλα να τραβήξουμε γραμμές από σύρμα να πλέξουμε αγκάθι.
Ελα να λιώσουμε το μέταλλο να δεις τι κράμα
θα γεννήσει η φωτιά κι ο καπνός.
Ελα να σε μάθω πως χτίζεις απ’ την αρχή.
Κι ας μυρίζει η στάχτη.
δύο,
τρεις,
τέσσερις.
«Ταφόπλακες είναι,
δε θα πάνε πουθενά,
τις μετράμε κι αργότερα»,
θα σου πω δήθεν κυνικό,
όταν δήθεν λυγίσεις.
Κι άσε κάτω τις γραμμές,
δε σου έχω πει πως τον κοσμο μας
τον ονειρεύομαι χωρίς σημαίες και σύνορα
Στεφάνια να πλέξεις μονάχα.
όσο εγώ, θα βάζω τη φωτιά.
Θα χρειαστεί αναστημένους ο κόσμος,
πρώτα και κύρια εμάς τους δύο,
γιατί δεν ξέρω αν στο είπα μωρό μου,
πρέπει πρώτα να πεθάνουμε.
Δεν είναι κάτι,
μη μου φοβάσαι.
Ο κέρβερος κοιμάται,
τον εκπαιδεύω χρόνια.
Σ’ το υπόσχομαι,
όσο θ ανεβαίνουμε,
δεν θα κοιτάξω πίσω.
Θα δέσω τις κόρες μου,
θα τις βγάλω αν χρειαστεί
αρκεί να ξέρω
πως έμαθες να μένεις.
Κι αν πάλι φύγεις,
την αθανασία σου θα σπαταλήσεις
κι εγώ
τον Κέρβερο θα κάνω οδηγό,
πίσω να με ττάει,
τυφλό ζητιάνο,
σ’ έναν κόσμο
που θυσιάστηκα,
να μην μπορέσω να δω.
Η επανάσταση,
τζόγος στον έρωτα είναι.
Τις μπλόφες σου όλες
τις έμαθα απ’ έξω.
Μα,
η βασίλισσα
για τον βασιλιά φτιάχτηκε
κι αν οι βαλέδες
κάνουν παρέλαση μπροστά απ’ τα πόδια σου
εγώ θ’ ανακαινίζω τ’ ανάκτορα
να μην κρυώνεις τις νύχτες.
Κι όταν τελειώσω,
φωτιά θα βάλω,
φωνάζοντας στους χωρικούς για εξέγερση.
Αυτή που φοβήθηκες να κάνεις.
Όλους θα τους κάψω,
μαζί και σένα
κι ίσως
αν είμαι πολύ τυχερός,
στη λαμπερή σουθ θράκα,
να μπορέσω να δω τα όνειρά σου
να παίρνουν σχήμα.
Κι αν σχήμα δεν παίρνουν τα μπάσταρδα
θα μείνω επάνω τους,
και με τη μασιά
θα φτιάξω όνειρα καινούρια,
θα τα πλάσω,
σε κορμιά που θα θυμίζουν το δικό σου,
να με κυνηγά η εικόνα σου,
με φτιάχνει να σε κάνω στοιχειό,
γουστάρω να παίρνεις θέση
στο ταβάνι μου.
Η μοναδική μου αντίσταση:
Εκείνες οι ώρες
που κοιτάζω το ταβάνι
και δίνω σχήμα στο μέσα μου.
Τι κι αν δεν μπορώ πια όνειρα να βλέπω,
μου φτάνει να τα φτιάχνω.
*Από τη συλλογή “Αντάρτικο”, Εκδόσεις Κουρσάλ, Νοέμβρης 2016.
φυσάει γεράκια στον κόλπο της Αυδήμου εμφανίζοντας νερολέοντες στ’ άσπιλο μάτι ξημερώνει ο φλοίσβος ηχοκράτορας η σελήνη δύεται θαλάσσια έναν κρυφό της έρωτα ένας ψαράς κι οι γλάροι του τοποθετούνται στην όραση η μάνα μ’ όλα της τα μποφόρ χαϊδεύει τα ματοτσίνορα σύνορα τα φρύδια της τεθλασμένες βεβαιότητες καταγράφουν στην κόρη βογκητά χαλαμάντουρων σέρνουν άβγαλτες ψυχές στο τσίρκο του σύμπαντος ό,τι ορίζει ο άνθρωπος τρέφεται τοκογλυφικά από τους πράκτορες του Άδη η οχιράνια επικοινωνία δεν χολοσκάζει με δήθεν χαφιέδες δορυφόρους καγχάζει γλιστρώντας αυστηρά στον ύπνο ποιητών που άνεργοι ζητιάνοι γυρίζουν τις τσαρλατάνικες μαντείες τα βερίκοκα σκαλοπάτια τσιμεντώνουν τον καρπό μιας πυρωμένης κατασκευής ασιατικές προφορές χωνεύουν παράφωνα ακατάληπτες προσευχές κατεβασμένες σιδεριές εγκυμονούν μολύβι μία ξυσμένη στρατιά αφαιρεί το ουρλιαχτό του ωκεανού ταφικά υλικά λαξεύουν την άνοδο της αναπόφευκτης πτώσης αχερούσιες πλεύσεις φανερώνουν απρόσμενα μια μέγκενη κλειτορίδα όπως η συκιά αγκαλιάζει το φοίνικα κι οι γάτες χαριεντίζονται στα γόνατά του η θηλυκή κίνηση των δαχτύλων επιτρέπει στον άνεμο να σαυρώνει την πλάτη αποφεύγοντας καλοτοπιές ή αντωνυμίες
*Από τη συλλογή “Ο κρατήρας του γέλιου μου”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2009.
Ν΄αφήναμε ένα διάστημα ουρανό
Ανάμεσα στους ανθρώπους,
Ανάμεσα στα λόγια
Και στο ζευγάρι τους,
ανάμεσα στα πόδια
Ανάμεσα στην εικόνα και στον καθρέφτη
Ν΄ανασαίνουν,
Να μπαίνουν εκεί μέσα ακούσια ή άθελα
Να βλέπουν την κλωνοποίηση
Του ίδιου τους του προσώπου,
Να βλέπουν το τρεχιό,
Τις συναντήσεις,
Τις εγκαταταλείψεις,
Την αυταπάτη
Και κάπου να συνέρχονται και να λένε
Πώς μοιάζω σ΄ εκείνον, σ΄ εκείνον
Στον παραδίπλα
Σε αυτόν,σε αυτόν, σε αυτόν
Σ΄εαυτόν
Και πάλι να γλιστρούν, να ξεφεύγουν
Ν΄ αναλαμβάνουν ρόλους
Και να λένε
Δεν χρειάζομαι ούτε αναπνοή,
Ούτε γαλάζιο