Άννα Διαμαντοπούλου, Δύο ποιήματα

ΑΤΙΤΛΟ

Τις Κυριακές, όταν ο ήλιος περπατάει πάνω τους
γεννιέται ένας χρόνος ουδέτερος

δεν δείχνει την ηλικία του,
δεν βιάζεται, δεν σπρώχνει στις στάσεις των λεωφορείων,
ορκίζεται πως είναι τόσο ασάλευτος
όσο φαίνεται
ορκίζεται πως τίποτα δεν υπονοεί.

Σαν χθες ήταν που τον κατοικούσε μια πρωτόπλαστη λύπη
και τώρα

γυαλίζουν οι σκεπές των σπιτιών
κι αχνίζει μια ομιλητική σιωπή
τέτοια που βγαίνει από σκοτεινές σοφίτες
όπου παλεύουν προαιώνια διλήμματα
εκεί που στα κρυφά μεγαλώνει ο έρωτας.

Και γίνεται αγάπη.

***

ΤΙΣ ΝΥΧΤΕΣ ΚΛΕΙΔΩΝΕΙ Η ΛΥΠΗ ΚΑΙ ΦΕΥΓΕΙ

Μια μικρή παύση
ανάμεσα σε δυο ανθρώπους,
στη σκιά της γλείφεις τις πληγές σου,
μετράς το μπόι σου με τους πεθαμένους
να δεις ποιος είναι πιο ψηλός στη μνήμη των ανθρώπων.
’Ολη τη μέρα χιόνιζε πάνω στη σιωπή,
μετά ήρθε ο ήλιος, έλιωσε τα χιόνια,
μα η σιωπή ήταν εκεί, άντεχε ακόμα.

Έτσι είναι σε μια αφόρητη λύπη.
Στεγνώνει το δέρμα της ψυχής, το δέρμα των ονείρων.
Αμμόλοφοι σκέψεων φυσώντας θα διαλυθούν
κι ο ξυλοκόπος των ονείρων θα διασκεδάσει την πλήξη του
πληρώνοντας σε τοπικό νόμισμα.

Τις νύχτες κλειδώνει η λύπη και φεύγει.

*Από τη συλλογή “Στρατός ξυπόλητων λέξεων”, Εκδόσεις Βακχικόν, 2018.

Alex Antonopoulos, White marble

I had time to prepare for this; more time than the time that was needed, more time than the time that I wanted.
Apparently, the old clichés held some truth: White marble floor, white marble columns between the white marble walls, and I was walking; walking with my own two feet (was that flesh?) on the white marble floor, through the white marble columns between the white marble walls.
I finally saw. I saw Him? I saw Her? I couldn’t tell; the hair was white –apparently, the old clichés held some truth– but the face was too perfect to belong to sexes. Once upon, that tunic must have been white too; now there was only mud.
I still had a voice, and although my voice was trembling, I spoke.
“Tell me why.’’
God looked me in the eye.
Maybe I had used the wrong word.
“Or how.”
God approached a fish bowl. I hadn’t noticed the fish bowl before. Two purple fish were waiting inside. God’s gaze did not escape my gaze.
“If you send me to that other place, I will understand. I never claimed to be worthy.”
God grabbed the fish. They were writhing in God’s palm.
“Quite an image.” Was that impatience in my voice? “But we all had enough of poetry. Please, tell me.”
God’s palm turned to a fist; the fish were squashed. I hid my disgust with a sigh.
“I am tired. I have been tired since I was young. Just tell me.”
God was now licking the juices; all that had remained from the fish.
“Just tell me the meaning of life, and I’ll go. There must be some words.”
God stood still.
“Give me those words.”
With a sudden laugh, God kicked the fish bowl, smashing the glass on the white marble floor. God’s hand was slapping God’s face. A hysterical laugh.
“Please stop.” I was begging.
God was now screaming; kneeling on the wet marble floor.
“Please stop. I’ll keep on walking.”
I could swear that it was more than one scream. Some of those screams I had heard before.
“Is it this way? Should I go this way?” Everywhere, white fucking marble.
God was crying.
“Please shut – stop it.”
God was holding a gun. I hadn’t noticed the gun before.
God’s gaze did not escape my gaze.
God aimed at the head. Not my head.
God fired three shots; holy blood painted the marble. I ran to God, I grabbed God, I kneeled. I held the Creator in my arms.
I looked at the blood; the skull seemed okay. The skull was okay.
God’s voice –I could barely hear it amongst the sobs– the voice of a child:
“I can’t…”
“What?” My voice – the voice of a child. “What is it that you can’t?” I was holding the Creator in my arms.
God showed me the gun.
“I can’t make it work.”

*For more works by Alex Antonopoulos, please visit: http://www.alexantonopoulos.com

Νικος Σφαμένος, Καθώς νυχτώνει…

Κοιτάζοντας απ’ το παράθυρο τούτο
το βροχερό απόγευμα
ένας άνδρας απέναντι καίγεται
οι κουρτίνες κουνιούνται θλιβερά
ανασηκώνω τους ώμους και αγγίζω
τα σκονισμένα βιβλία
-δεν μου έμαθαν ποτέ τίποτα-
κι εκείνος εξακολουθεί να με κοιτά
καθώς ακούμε τη βροχή
τίποτα δεν μας ταράζει στο βυθό μας
τίποτα δεν θα συμβεί
μια γαλήνη περιφέρεται

όμως να
κάποτε ξεκίνησες αλλιώς
και ο ουρανός είχε λίγο ίσως χρώμα
μα ο χειμώνας ήρθε γρήγορα
και μας βρήκε απροετοίμαστους

και έτσι θα κοιταζόμαστε όλο το βράδυ
εγώ και εκείνος ο άγνωστος άνδρας
που καίγεται
λίγο πριν η βροχή δυναμώσει

ναι
κάποιες ζωές ξοδεύτηκαν άσκοπα

*Από τη συλλογή “Ανθισμένες νύχτες”, 2010.

Αλήτις Τσαλαχούρη, Το ΚΑΡΟΥΣΕΛ του Τσε Γκεβάρα, Εκδόσεις «Οδός Πανός»

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Σπάνια αναφερόμαστε σ’ ένα βιβλίο, που έχει κυκλοφορήσει παλιότερα και για να ασχοληθούμε μ’ αυτό, θα πρέπει να κερδίσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη από τη αρχή μέχρι το τέλος του.

Είχαμε, λοιπόν, την ευκαιρία να διαβάσουμε την ποιητική συλλογή της Αλήτις Τσαλαχούρη: «Το καρουσέλ του Τσε Γκεβάρα», που κυκλοφόρησε πριν από δύο χρόνια από τις εκδόσεις «Οδός Πανός» και μας κέντρισε το ενδιαφέρον, τόσο για την πρωτοτυπία της, όσο και για την απλότητά της.

«Το καρουσέλ του Τσε Γκεβάρα» είναι μια ποιητική συλλογή εξ’ ολοκλήρου γραμμένη σαν τηλεγράφημα. Οι στίχοι χωρίζονται με παύλες και σύμφωνα με τον υπότιτλο είναι «πεζοποίηση γραμμένη σαν τηλεγράφημα». Όμως, με τον τρόπο, που είναι γραμμένα τα ποιήματα, καταλαβαίνουμε αμέσως ότι πρόκειται για ποίηση καθώς υπάρχει εσωτερικός ρυθμός και χαλαρή ως ανεπαίσθητη ομοιοκαταληξία.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο τίτλος της συλλογής είναι λίγο παραπλανητικός. Η ποίηση της Τσαλαχούρη δεν είναι απλά επαναστατική. Είναι αναρχική, τόσο για τον τρόπο με τον οποίο γράφει και τον αναλύσαμε πιο πάνω, όσο και για το περιεχόμενο των στίχων της.

Τα θέματα, που απασχολούν την ποιήτρια είναι κυρίως κοινωνικά. Η ποιητική της συλλογή ξεκινά με το «κουτσό σκυλί από πριόνι», που όλοι το διώχνουν και «πιάνει η χολή αέρα». Στα επόμενα ποιήματα συναντάμε μια λεπτή ειρωνεία: «Από ‘δώ και πέρα θα συνιστά τρομοκρατική πράξη η δημιουργία ουράνιου τόξου», αλλά και την ελπίδα, που παραμένει ακέραια στην πάλη για μια καλύτερη κοινωνία: «Η βαρβαρότητα κατατροπώνεται από τη θέληση για ελευθερία» και αλλού: «Εκτροχιασμένα βλέμματα – Θέλουν ν’ αλλάξουν τον κόσμο συθέμελα». Οι πρόσφυγες και οι μετανάστες αναφέρονται σε αρκετά ποιήματα από τα οποία ξεχωρίσαμε τα: «Πατημένα γατιά», «Το δωμάτιο του Άδη» και το συγκλονιστικό «Το αγόρι με την μάινα στον ώμο».

Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή της Αλήτις Τσαλαχούρη: «Το Καρουσέλ του Τσε Γκεβάρα» είναι ένα πολύ δυνατό βιβλίο, από εκείνα, που λένε τα πράγματα με τ’ όνομά τους και γι’ αυτό καταφέρνουν να μας εντυπωσιάσουν ευχάριστα.

*Στους συνδέσμους αυτούς θα διαβάσετε αποσπάσματα της συλλογής που δημοσιεύτηκαν στο Κόσκινο:

Αλήτις Τσαλαχούρη, Αποσπάσματα

Αλήτις Τσαλαχούρη, Τρία πεζά ποιήματα

Αλήτις Τσαλαχούρη, Δύο πεζοποιήματα

Αλήτις Τσαλαχούρη, Δύο πεζοποιήματα

Μην πεις ποτέ σου….

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

IMG_8684

Μην πεις ποτέ σου δεν είν’ όμορφη η ζωή,

Όταν θα δεις το φως να χαμηλώνει

Όταν τα φύλλα τα ξερά θα πέφτουνε στα πόδια σου

Κι όλα τα σήμαντρα θα χαιρετούν τους ίσκιους,

Μην πεις δεν είν’ όμορφη η ζωή.

Ο λόφος θα ντυθεί με των ματιών σου την αχλύ,

Τα χέρια θ’ αγκαλιάζουν την επιτύμβια στήλη,

Και της φωνής σου το πουλί θα μένει πάντα σταυρωμένο.

Όμως μην πεις δεν είναι όμορφη η ζωή.

Της μέρας οι ήχοι δε θα φτάνουν ως τα χείλη σου τα ωχρά,

Ούτε οι ανοίξεις θα τραγουδούν κάτω απ’ τα βλέφαρά σου,

Μόνο ένα σύννεφο καμμιά φορά θα σε δροσίζει την αυγή

Κ’ ένα λουλούδι θα πενθεί μετέωρο τη σιωπή σου.

Χρόνια και χρόνια θα περάσουνε, μα εσύ να μη ζητήσεις

Το χρώμα σου να ξαναδείς μες των αγγέλων το σκιόφως,

Μη λησμονήσεις τ’ άσπρα τριαντάφυλλα,

Μην αμελήσεις τ’ουρανού τη γύρη,

Μην πεις…

View original post 124 more words

Βασίλης Βασιλειάδης, από το “συνέβη στην επαρχία”

4

ήδιστα παραδομένοι στή ζεστασιά τής άρχέγονης τελετουργίας του πάθους για τή ζωή’
έπιτέλους τώρα
είμαστε μ’ αύτούς
πού ξέρουν τήν τέχνη ν ακοΰν τους παλφασμούς τού πέλαγους
μέσα άπο το σιωπηλό κογχύλι
αφήνοντας σέ άλλους διάστροφους,
τούς επίγονους σάπιων γνωσιοπαραγωγών,
νά τον καταστρέφουν
εξηγώντας τον σέ άφόρητα πληκτικές αράδες
-για τον έρωτα μιλάω,
το ρίγος τής ποίησης
κι όχι για τήν κακομοιριά των συστημάτων της ερωτικής λογικής —
Στο σύθαμπο τής άνοιξιάτικης αύγής
μοιάζεις με τοπίο πού άχνίζει τή δροσιά τής αύθεντικότητας
ξέγνοιαστη άπό τις φροντίδες τής φιλαυτίας σου
έγκατοπτρίζεσαι στήν αμοιβαιότητα
προέκυψες μια νέα σύνθεση μέσα άπο αύτόν τον έρωτα
περήφανη κι όμορφη Γυναίκα
ξεφλουδισμένη άπο το πεπρωμένο σου
-ακόμη σέ θυμάμαι Κικο-
Ανιχνευτές τής ελπίδας
μέσα στο πουθενά των ψηφιακών χρόνων
άναζητούσαμε τήν πρώτη γραφή τής ζωής σ αύτό το ταξίδι
εσύ
άμάχητη κι αναντίρρητη
ζούσες τή στιγμή ελεύθερη
ξεχνώντας γιά λίγο
ότι κατάγεσαι άπό γένος ένδοξων απολογητών τής λογικής των έσχατων
μέ βουλιμία τά χείλη σου γεύονταν τήν πικροδάφνη
στυφές φιλοδοξίες
νά νιώσεις ΤRIUMPHALIS μέ παράτα θριάμβου σέ στράτα άνθρωπο-έρημη’
κι όμως
δέν ξεγέλασε τήν άλλοτρίωση ή άπροσδόκητη εύτυχία τής ήδονής.

*“Συνέβη στην επαρχία”, Εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, 2012.

Στρατής Πασχάλης, Τραγούδι για τρία ρομάντσα

Τρίζουνε τά πατώματα,
βαμμένα και μεγάλα.
Οι αίθουσες φοβίζουν.
Τα έπιπλα μόλις χωράνε
αλλού κι αλλού απομόναχα
κι αντίκρυ λες κι αναζητάν
τον άνθρωπο που χάθηκε
στο γύρισμα της σκάλας.
Κλειδί που λείπει.
Στο κομοδίνο μένουνε κλειστές
«η Ραϊσά» «η Ντεζιρέ» κι «η Παναγία
των Σλήπινς».

Μες στο υπόγειο νεκροί
και ζωντανοί κοιμούνται
αντάμα δούλοι και άρχοντες
μοιράζονται τη φτώχεια.
Τ’ άλλα δωμάτια βαρέθηκαν
όλες τις εποχές να μένουνε
τα πράγματα σαβανωμένα.
Έξω η φύση σκηνικό.
Κηδεία μες στο σπίτι.
Μα στα συρτάρια με τις σελίδες τους υγρές
«η Ραϊσά» «η Ντεζιρέ» κι «η Παναγία
των Σλήπινς».

Πέθαναν όλοι χάθηκαν
τα έπιπλα πουλιούνται.
Κανείς στα πρόθυρα
στην πίσω αυλή και στο λουτρο
κανείς. Γκρεμίζεται το σπίτι.
Μόνο που μένει ζωντανό
ακέραιο ξαναγυρνάει στο νου
στο στόμα σου όταν πλήττει
είναι οι τρεις μισοσχισμένες χάρτινες θεές
«η Ραΐσά» «η Ντεζιρέ» κι «η Παναγία
των Σλήπινς».

*Από τη συλλογή “Ανασκαφή”, Εκδόσεις Ίκαρος, 1984.

Γιώργος Γκανέλης, Βρέχει πάλι

Κόσμος πάει κι έρχεται, χρόνια άπορα
μια μοίρα καρφωμένη σε παράλυτους αιώνες
στάχτες ποιητών περιπλανιούνται στους αιθέρες
σήμερα που η βροχή υποδύεται τη Μητέρα
όλων των μικρών ονείρων
μια λάσπη σκαρφάλωσε στα καμπαναριά
μια λιτανεία χωρίς να είναι γιορτή
αποκεφαλισμένα αγάλματα γέμισαν τα μουσεία
και πίσω απ’ το χαμόγελο ενεδρεύει η φθορά.
Αποτσίγαρα σε τασάκια χάρτινα, σκληρή η πίκρα
αυτών των στίχων που δύσκολα ξεδιπλώνεται
υπόγεια χωρίς πόρτα εξόδου.

Κίτρινη η πόλη σήμερα, σημάδι του πυρετού
γνώριμα χέρια στο κέντρο του τυφώνα
αμείβουν τους καιροσκόπους επιβήτορες
χαλάσματα γηροκομείων – η αφανής απώλεια.
Βρέχει πάλι, ο κήπος ακούμπησε στον τοίχο
επινοήσεις και τεχνάσματα στη σκιά της σελήνης
οι τύχες μας στις βουλές άλλων θεών.

*Από τη συλλογή “Ο Σκοπευτής της Μνήμης”, Εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα 2013.

Π. Ένιγουεϊ, Απρόοπτα

Ζωγραφική: Rafal Olbinski

στην Μαρία Σύρρου

Χθες βράδυ δεν προσευχήθηκα μετά από πολλά πολλά χρόνια.
Χθες βράδυ δεν έκανα σεξ μετά από πολλά πολλά χρόνια.
Χθες βράδυ δεν είδα τηλεόραση μετά από πολλά πολλά χρόνια.
Χθες βράδυ δεν βγήκα απ’ το σπίτι μετά από πολλά πολλά χρόνια.
Χθες βράδυ δεν αυνανίστηκα μετά από πολλά πολλά χρόνια.
Χθες βράδυ δεν έγραψα ούτε ένα στίχο μετά από πολλά πολλά πολλά χρόνια.

*Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. http://frear.gr/?p=21968

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Η διαφήμιση σιμώνει απειλητικά.
Έχει γίνει σχεδόν ένα με το σύμπαν
και δείχνει έτοιμη να καταβροχθίσει και τις ιδέες των θεών.
Στα εναπομείναντα κενά διαστημάτα
στραφταλίζουν τα κουφάρια κάποιων λέξεων.
Ελάχιστες εξ αυτών νοηματοδοτούν κάτι.
Οι περισσότερες παραπαίουν στην αδιάσειστη θλίξη
ενός κόσμου υπό κατάρρευση.
Προσπαθώ να διαφυλάξω την λέξη κρότος
μέσα στο στόμα μου, γυρνώντας τη με την γλώσσα μου
πάνω κάτω, δεξιά κι αριστερά
και ταπώνοντας τη στις κουφάλες των δοντιών μου
μα και αυτό πάλι προυποθέτει
κάποιοι να διασώζουν ένα σωρό από άλλες λέξεις
όπως γεύση και θάρρος.

View original post