1111111 = 1 + 1 = 1 = 0

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Ο ένας σταδιακά είναι κανένας
όπως κι οι δύο είναι ένας

όπως κάποιοι γίνονται τρεις
και τέσσερις κι εκατομμύρια χιλιάδες

για να ξεφύγουν
απ’ την αδιαπέραστη λήθη
του μηδενός

για να αναβάλλουν
το αναπόφευκτο

View original post

Δημήτρης Τρωαδίτης, … καλά κάναμε

καλά κάναμε και φύγαμε
καλά κάναμε και μισέψαμε
καλά κάναμε και μοιράσαμε τα υπάρχοντά μας
καλά κάναμε και δεν επιστρέψαμε
στις καιόμενες πόλεις
τα γεφύρια είχαν κοπεί πίσω μας
τα δάση είχαν γίνει στάχτη
κι οι εαυτοί μας χάθηκαν
με την έλευση του απόβραδου
τα ταξίδια μας ήταν νηστικά
και διψασμένα
δεν είχαμε νερό πια
δεν είχαμε τόπο να κουρνιάσουμε
δεν είχαμε καρδιά να νιώσουμε
καλά κάναμε και αποστατήσαμε

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Πυγολαμπίδες

Α΄
Της φωτιάς

Ι

Μπροστά η φωτιά
και πίσω η θάλασσα.
Καμιά ελπίδα.

ΙΙ

Φρικτό το τέλος.
Σε αγκαλιά καμένη
παιδί και μάνα.

ΙΙΙ

Σώζει τη γάτα
μέσα από τις φλόγες.
Καίγεται αυτός.

IV

Μαύρα τα δέντρα.
Σφυρίζει ο αγέρας.
Τοπίο νεκρό.

V

Μίσος κηρύττουν
στα πτώματα ασελγούν
οι δεσποτάδες.

Ιώ Αρματά, Δύο ποιήματα

1.
Τα ιδρωμένα χέρια μην τα γελάς
αναζητούσαν πάντοτε
το δρόμο να βρουν
τον εαυτόν τους

Τσαπί, μυστρί, pc
λαβές λεωφορείων
στις πλατείες ψίχουλα
πώς να στο πω επίγεια
μας ‘χέσαν τ’ ουρανού τα ποντίκια
Μη μου προσφέρεις ομπρέλα
προτιμώ να βραχώ
Θα κυνηγήσω την ουρά
μιας τράπεζας

2.
Κοπάναγε. τα πλήκτρα πάνω του
με τη φυσούνα άνοιγε και έκλεινε δρόμο
στο κορίτσι με το κύπελλο – πού και πού
του ‘ριχνε και καμία κλωτσιά – Σιγά μπαμπά
θα μου φας την κοτσίδα τσίριξε, και τότε
σύσσωμο το βαγόνι σήκωσε και από παλάμη
σε παλάμη γύριζε το κορίτσι με την αλογοουρά ή ποτέ
τίποτε από όλα αυτά δε συνέβη και κανένα κέρμα σε κανένα
κύπελλο δεν έπεσε και κανένα σχολείο κανένα
χαμόγελο κοριτσιού δεν είδε εκείνη τη μέρα μόνο εκείνος που
συνέχιζε να κοπανά τα πλήκτρα και τα βαγόνια
στο συρμό πηγαινοέρχονταν και ο συριγμός
πλεκότανε μες στα μαλλιά της ασθμαίνοντας
τ’ ακορντεόν προσπάθησε, να κρύψει κάπως
τα πληγωμένα του πλήκτρα

*Από τη θεματική ποιημάτων junk stories [ανθυγιεινές ιστορίες πόλης] Εμείς τα πήραμε από το περιοδικό “τσακμάκι” τεύχος άνοιξηκαλοκαίριφθινόπωρο 2017.

Νικόλας Νιαμονητός, Πέντε ποιήματα

Πύλες

Πύλες οι σιωπές εντός

Όπως πάντα
Και για πάντα στη βουή

Με μια ουλή
Με μια απώλεια

***

Κι ας μην το λέει το χρώμα τους

Τα αστέρια συμμερίζονται
Τα φτερά της πεταλούδας

Τα χέρια θρυμματίζονται
Από βράχους ή από πύλες

Τα κοράκια χαίρονται κι αυτά
Κι ας μην το λεει το χρώμα τους

***

Ένας καβγάς

Ούτως ή άλλως
Όλα και τίποτα
Ένας καβγάς είναι

Μεταξύ κάποιας άγριας θάλασσας
Και της έρημης στεριάς της

***

Σμέρνα δίχως δόντια

Κοιμάται ανήσυχα
Οποιοσδήποτε κοιμάται

Γύρω από τη μέση του Κρόνου
Είναι φορεμένοι εννέα δακτύλιοι

Άραγε ένας δακτύλιος
Δεν έφτανε να κάνει τη δουλειά;

Ο χρόνος είναι ανίκανος
Σμέρνα δίχως δόντια

***

Καναρίνι το μέτωπο

Καναρίνι το μέτωπο
Ράμφος ο αιώνας

Ο χαλκός είναι
Μέταλλο κοκκινωπό

Όπως η γλώσσα σου
Μέσα στο στόμα μου

Λουκάς Λιάκος, Ενδημία

Βρισκόμαστε ένοχοι μιας και τα όνειρα δεν έχουν ταβάνι. Είμαστε
αδιάντροποι κι οι ελλείψεις μας τραγουδούν σε τέλεια αρμονία. Ας
πάμε μια βόλτα. Θα ‘ναι σαν να αλλάζουμε τόπο. Ας περάσουμε
κάτω από τις σημαίες χωρίς τη δυσαρέσκεια του χαμένου. Κάποιος
που περπατάει μαζί μας είναι μια ολόκληρη ήπειρος, μια εποχή σε
εκκρεμότητα. Τα βήματα και οι στάσεις του είναι ο ρυθμός και η
παύση μιας περιφερόμενης πίστης, μιας αμφίβολης συναίσθησης
γούστου και λογικής. Κάποιος που εξομολογείται την αλήθεια το
κάνει γιατί ο πόλεμος τελειώνει κι εσύ θα με αφήσεις για πάντα
μέσα σε ένα μαύρο αυτοκίνητο. Μοιάζεις με ίσκιο σε ξένο κορμί
που δίνει πληροφορίες. Κι εγώ, νιώθοντας κάποιον ενδοιασμό
δεν είμαι άξιος περισσότερο από το να γράφω με την επιείκεια
της επαρχίας. Μ’ εξουθενώνει μια σου και μόνο λέξη πάει να πει,
να άλλος ένας χαμένος. Το βράδυ με λυπάται. Με το λίγο του φως
εμμένουμε στην υπερβολή όχι από ματαιοδοξία, μα από παράόοση.
Το μερτικό μας πέθανε, γεννήθηκε:

*Από τη συλλογή “Στροφορμή”, Εκδόσεις Straw Dogs, 2016.

Ανίλ Μίσρα, Ποιήματα

Στη δίνη των αναμνήσεων

Μνήμες…
απόγευμα φτιαγμένο από το κέλυφός τους
και το πρόσωπό σου
μακριά στον ορίζοντα αχνοφαίνεται—
μαραίνεται χωρίς ικμάδα στο σκοτάδι
κι εσύ δεν βρίσκεσαι κοντά—
αναγνωρίζω ξανά την ανάσα που αναζητώ,
σημάδι πως υπάρχεις.

μια στάλα κάπου πέφτει
και γύρω μου ένα άγγιγμα απαλό—
λίγος καπνός εδώ κι εκεί
με βρίσκει σ’ αυτή την ερημιά,
στον λαιμό ένας κόμπος κατεβαίνει
και σκαλώνει γεμάτος χολή…
τέτοια πένα δεν γράφει στο χαρτί—
στη δίνη των αναμνήσεών σου
η μικρή μου σμαραγδένια καρδιά
θυμάται ξανά και ξανά και ξανά…

***

Ανάμεσά μας

Η νύχτα βαθιά μες στις κλειδώσεις
παίζοντας με το σώμα μου
αγγίζοντας κάθε μου πόρο
με τα μεταξένια της βλέφαρα…

Σήκω αγαπημένε! σήκω!
Το στήθος μου μολύβι
και ο ήχος του κούκου στα κλαδιά
πέρα στο πυκνό δάσος
χιλιάδες ρίγη σηκώνει εντός μου

Άλυτο μυστήριο αυτό το τρέμουλο
και η νύχτα πυκνώνει
παρασύροντας τις όχθες…
μόνο πικράδα γεύτηκα
κι ούτε μια σταγόνα μέλι

Τώρα που ο ήλιος αποσύρθηκε
κι ο ουρανός τόσο αδειανός
με αμέτρητα αστέρια
το στερέωμα πώς να γεμίσουν
τώρα μου μοιάζει ένα βουνό
τραχύ να υψώνεται ανάμεσά μας

Χαρταετοί
Πολύχρωμοι χαρταετοί
υψώνονται
στον μπλε φθινοπωρινό ουρανό…
κάποιοι γράφουν Ομπόμα
και κάποιοι Μαντίμπα

Κείτονται στις ταράτσες
λουσμένοι στη σκόνη
ή κρέμονται σαν ρούχα απλωμένα
από τα τεντωμένα σύρματα
κι άλλοι λιγότερο τυχεροί
που δεν είδαν τη γη από ψηλά.

Ο ουρανός της πόλης γεμάτος χρώματα,
κίνηση, ρυθμούς και ήχους…
κάποιοι σιωπηλά
στον ουρανό ψηλά
τη γη απωθώντας
όπως οι μαθήτριες πιασμένες
χέρι-χέρι
με κίτρινες και κόκκινες κορδέλες στα μαλλιά

Ένας χαρταετός παίρνει ύψος
και φόρα ορμητική
σ’ άλλονπανω βουτά
και γκρεμίζει κάθε ελπίδα

Πίσω από κάθε πτήση
μια άλλη μεοα στα μάτια κρύβεται
ένα κίνημα ανυπακοής
ενάντια στη βαρύτητα της γης
Εμείς άλλου το φταίξιμο ρίχνουμε
μόνοι μας αν απομείνουμε…
Μήπως ολοι μας δεν πεταξαμε;
Στ’ αλήθεια μόνο οι βάρβαροι
μας κόβουν τον λαιμό
σβήνοντας το όνειρο

***

Λιοντάρια του Τσίρκου

Λιοντάρια του Τσίρκου
Στην επίσκεψή μας στο τσίρκο
τα παιδιά μου ολόχαρα
είδαν τα λιοντάρια

Ο βρυχηθμός τους που κάνει
κάθε φύλλο του δάσους να τρέμει
υποδεχόταν τους θεατές
από την πόλη
κι αυτά στα πίσω τους πόδια
σχιζόταν ο αέρας
ανάμεσα στη μακριά βέργα
του ανθρώπου στο ρινγκ
και στα μάτια του ζώου
δείχνοντας όλα του τα κόλπα
με νάζι

Μαγεμένος στον ήχο του ζώου
διάπλατα το στόμα του ανοίγοντας
καθισμένο σε μια γωνιά
σιωπηλά σαν άγιος σαντού
μια σπηλιά άρχισε να λάμπει
στα ατίθασά του μάτια…
Καμία λόχμη κοντά
ούτε καν ελάφι για θήραμα
τον λαιμό του να γραπώσει
ανάμεσα στα ατσαλένια του σαγόνια

Αυτή είναι η επικράτεια του ανθρώπου, αγαπητέ!
Το τσίρκο τελείωσε
πύκνωσε το σκοτάδι της ζούγκλας
τα παιδιά βυθισμένα στον υπνο
κι ο θηριοδαμαστής ίσως
να χάιδεψε κι αυτός
την πλάτη των ζώων

Αλήθεια προς τι τόσος φόβος
στη θέα της βέργας
όταν το λιοντάρι αφαιρεί ζωές
σε δευτερόλεπτα

Πιθανώς
το πιο ατρόμητο ζωο της ζούγκλας
θα ενέδιδε στη φοβέρα του

Σαφές συμπέρασμα:
πολλά δεν γράφτηκαν
στα βιβλία της Ιστορίας

***

Δίχως έντομα και νυχτοπεταλούδες

Σχην ανία του χωριού μου
καθόμουν με τις ώρες
κοιτάζοντας τις πατούσες μου
έχοντας γραμμές όχι της μοίρας
ή μακρινών ταξιδιών
αλλά σημάδια από σκασμένα πόδια

Δάκρυα γέμιζαντα ματια μου
όταν κάποιο αγκάθι με τρυπούσε
κι αγαπημένα ματια ερωτευμένα
με αυτά τα πονεμένα πόδια

Το καθήκον τους ποτέ δεν απέφυγαν
στο μέλλον να με πάνε
σε λόφους, ποτάμια, δάση πυκνά
στο καθήκον πάντα εκεί

Δικό μου το σωμα
κάθε μέλος του
δικό μου το κεφάλι και τα πόδια
ακόμη και τα νύχια
κανένα δεν ξεχώριζα
ποτέ δεν καταλάβαινα την καταπίεση
από ανθρώπους καμωμένη,
όχι όπως το σίδηρο που γίνεται χρυσός κι ασήμι
και ο τσίγκος γίνεται ατσάλι,
συχνά τα αριστερά μας μέλη
είναι πιο δυνατά

Και να στη δεδομένη στιγμή
λόγια σαν κι αυτά
από αγαπημένα πρόσωπα
πέφτουν στα αυτιά μου σαν οξύ

‘Το γάλα το παίρνουν τα μικρά κι οι νέοι
μα οι μεγάλοι την υπομονή’

Κι η πολιτική κομμάτι
της καθημερινότητάς μας—
το πνεύμα αρέσκεται ν’ αφήνει
δουλειές για τους άλλους,
τον κουρέα, τον μπαλωματή, τον οδοκαθαριστή
που αγόγγυστα τις κάνουν

Μόνο με λιοντάρια, ελέφαντες και καμηλοπαρδάλεις
καμία ζούγκλα δεν λειτουργεί
δίχως τα έντομα και τις νυχτοπεταλούδες

*Ο ποιητής και δοκιμιογράφος Ανίλ Μίσρα γεννήθηκε στις 25 Δεκέμβρη 1967 στο Σουλταναπούρ της επαρχίας Ουτάρ Πραντές της Ινδίας. Σπούδασε Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Αλαχαμπάντ. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα ταμίλ, τέλογκου, αγγλικά, ορίγια και μερικές άλλες ινδικές γλώσσες. Για το λογοτεχνικό του έργο έχει τιμηθεί με διάφορα βραβεία.
**Επιλογή, μετάφραση: Ευφροσύνη Βυζοβίτου.
***Τα ποιήματα δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Ένεκεν”, στο τεύχος Απριλίου-Μαΐου-Ιουνίου 2017.

Füruğ Ferruhzad, Άλλη γέννηση

Όλη μου η ζωή είναι ένας σκοτεινός στίχος
Που σε παίρνει διαιωνίζοντας
Ώς την αυγή της αιωνίας άνθησης κι ανάπτυξης
Σ’ αυτό το στίχο σε αναστέναξα, Αχ!
Σ’ αυτό το στίχο σε μπόλιασα στο δένδρο, στο νερό και στη φωτιά.

Η ζωή ίσως είναι
Ένας μακρύς δρόμος που κάθε μέρα περνά μια γυναίκα μ’ ένα ζεμπίλι.
Η ζωή ίσως είναι
Ένα σκοινί που το δένει στο λαιμό του ένας άνδρας για να κρεμαστεί από ένα δένδρο.
Η ζωή ίσως είναι ένα παιδί που επιστρέφει απ’ το σχολείο.

Η ζωή ίσως είναι
Άναμμα ενός τσιγάρου στη ναρκωμένη και χαλαρή διάσταση ανάμεσα σε δύο συνουσίες.

Ή, το χαμένο βλέμμα ενός διαβάτη που μ’ ένα ανόητο χαμόγελο, βγάζοντας το καπέλο του, λέει σ’ έναν άλλο διαβάτη “Καλημέρα σας”.

Η ζωή ίσως είναι
Αυτή η κλειδωμένη στιγμή που το βλέμμα μου αυτοκαταστρέφεται στις κόρες των ματιών σου.
(Και σε αυτό διακρίνεται η αίσθηση που εγώ τη συγχωνεύω με την νόηση του φεγγαριού και την αντίληψη του σκότους).

Σε μία κάμαρα, όσο είναι η μοναξιά
Η καρδιά μου, που είναι όσο η αγάπη,
Κοιτά τις απλές δικαιολογίες της ευτυχίας της
Στην όμορφη αποσύνθεση των λουλουδιών στην γλάστρα, στο δενδρύλλιο που φύτεψες στην αυλή μας, και στα τραγούδια των καναρινιών, που τραγουδάνε όσο είναι το παράθυρο.

Αχ,
Τόσο είναι το μερίδιό μου
Τόσο είναι το μερίδιό μου
Το μερίδιό μου
Είναι ο ουρανός που κρύβεται με το κρέμασμα μιας κουρτίνας.

Το μερίδιό μου
Είναι το κατέβασμα από παρατημένες σκάλες, και μεταμόρφωση σε κάτι σάπιο και ξένο.

Το μερίδιό μου
Είναι μια θλιβερή βόλτα στον κήπο των αναμνήσεων, και στο ξεψύχισμα στη θλίψη μιας φωνής που μου λέει
“Αγαπώ τα χέρια σου”

Φυτεύω τα χέρια μου στον κήπο,
Θα φυτρώσω, το ξέρω, το ξέρω, το ξέρω,
Και τα χελιδόνια στο βαθούλωμα των μελανιασμένων δάχτυλων μου
Θα γεννήσουν τα αυγά τους.

Κρεμάω στα δύο μου τα αφτιά δυο δίδυμα κεράσια
Και τα νύχια μου τα επιστρώνω με πέταλα από ντάλια

Εκεί υπάρχει ένα σοκάκι,
Τα αγόρια που με είχαν ερωτευτεί, ακόμα,
Με τα ίδια ανακατωμένα μαλλιά, λεπτούς λαιμούς και αδύνατα πόδια,
Σκέπτονται το αθώο χαμόγελο του κοριτσιού που, ένα βράδυ, την πήρε ο άνεμος.

Υπάρχει ένας δρομάκος που η καρδιά μου έχει κλέψει από τις παιδικές μου γειτονιές.

(Ταξίδι του όγκου στην γραμμή του χρόνου
Κυοφορία της γραμμής του χρόνου από τον όγκο.
Όγκος από μια συνειδητή εικόνα
Που επιστρέφει από τη γιορτή κάποιου καθρέπτη).

Και έτσι είναι που, κάποιος πεθαίνει, και
Κάποιος παραμένει

Κανένας ψαράς δε θα ψαρέψει μαργαριτάρια σε φτωχό ρυάκι που καταλήγει σε χαβούζα.

Εγώ
Γνωρίζω μία μικρή θλιμμένη νεράιδα
Που ζει στο ωκεανό
Που παίζει τη μελωδία της ψυχής της με μία φλογέρα.
Παίζει, μαλακά, μαλακά
Μικρή θλιμμένη νεράιδα
Που πεθαίνει το βράδυ με ένα φιλί
Και στη χαραυγή θα ξαναγεννηθεί με ένα φιλί .

*Η Φορούγ, μια λέφτερη, αδέσμευτη κι αισθαντική φωνή απ’ την Τεχεράνη της δεκαετίας του 1960. Μετάφραση απ’ τα φαρσί: Καμάλ Ν. Ραχιμί.
**Από τη σελίδα του Θεόδωρου Μπασιάκου στο Facebook.

ένα έτσι's avatarένα έτσι

όμορφα χρόνια πέθανα
μαζί μ’ όλο τον κόσμο

μες στην καρδιά το κτήνος μου
στα γόνατα η αγάπη

και συ γλυκιά μου ανόητη
ξάστερο κυπαρίσσι

κι ο φίλος πίνει μια γουλιά
το χώμα για να φτύσει

View original post

Ελένη Μοσχοβάκη, Και μια μέρα θα γράψει Χασάπικο

Είχε μάθει να διαβάζει
σ’ εφημερίδες, στους τοίχους, τον ουρανό
στο λίπος και το άπαχο
-μην παραλείψετε το δεύτερο-
Πρώτα υπάρχει το A
που προφέρεται με έναν τρόπο.
Για πριν και για μετά.
Ανεβαίνεις και κατεβαίνεις,
σκαλίτσα – γλιστράει το πάχος.
Από την αλφάβητο ήθελε να μάθει
πότε υπάρχει το Μ
που του άρεσε περισσότερο
γιατί έμοιαζε μ’ οροσειρά
και ήταν ευτυχής όταν το έβλεπε.
Ήταν σα να είχε συναντήσει
ένα βουνό τουλάχιστον
πάνω στη μωβ σφραγίδα των σφαχτών
που κρέμονταν συστάδα
στο τσιγκέλι πάνω απ’ το κεφάλι του.
Μια μέρα δεν είναι ποτέ βαρετή
γι’ αυτόν που διαβάζει.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “τσακμάκι” τεύχος άνοιξηκαλοκαίριφθινόπωρο 2017.