Αγγελής Μαριανός, Δύο ποιήματα

Θεσπέσιος

Μια τρύπα στο καϊμάκι του εσπρέσο μου
Σε μένα έτυχε, που επαίρομαι για τη τέχνη μου;
Θαορείς και ξύπνησε πριν από μένα.
να κρυφοκοιτάξει τον ουρανό, να δει
τις μυρωδιές να αχνίζουν, να δει
κορνίζα τα μούτρα μου να παίζουν
στης γεύσης του το πέταγμα.
Μια τρύπα αντίκρυ στο χείλος της σύγκρουσης.
Μια τέχνη αφομοίωσης η συνήθεια.
Μια πέρλα ενσωμάτωσης η γεύση.
Στα χείλια, καφέ χρόνια από στιγμές μου
Καφέ παρακαλώ!

***

Η συναυλία

Κυλιέμαι στους κάτω λόφους μέτρο το μέτρο
μόνο και χάριν στη μουσική που σαλπίζει εκείνος.
Οι αγαπημένοι, φίλοι μαζεμένοι
κι ανάμεσά μας μαύρες τελείες.
Άνθρωποι, στριμωγμένοι κάτω από το φως της νύχτας η σκηνή
και η μουσική παράξενα κινητική,
σαλεύει ολάκερη καλντέρα χορευτών.
Παίζει το αγαπημένο όλων μας
και χανόμαστε, στραγγίζουμε.
Από τα θέλω και τα είμαι φτάνω
στο λιώνω κάτω από σκιές ιδρώτα
και οι μυρωδιές μου απλώνονται
στο πλήθος των συνεπαρμένων.
Μια συναυλία ακόμη θλίψης
του να περνάμε υπέροχα κι αξέχαστα.

*Από τη συλλογή “Πεζολίβαδα”, Εκδόσεις Θράκα, 2017.

Emília Cerqueira, At distance of a sigh / Στην απόσταση ενός στεναγμού

At distance of a sigh,
Flying between mountains,
Crossing all the seas,
Overcoming the loneliness, without walls
where all the tenderness is called.

And if there was doubt,
all the tears analysed,
there would be another genome,
unmistakable mark of the wanderers,
eternal lovers of the impossible

And if living is an illusion,
when lighting is the light,
flying between seas,
crossing all the mountains,
overcoming the fear, without bars,
where all (the possible) love is.

Στην απόσταση ενός στεναγμού,
που πετούν ανάμεσα στα βουνά,
διασχίζοντας όλες τις θάλασσες,
να ξεπεράσει την μοναξιά, χωρίς φυλακές,
όπου ονομάζεται όλη η θρυφερότητα.

Και αν υπήρχαν αμφιβολίες,
αν τα δάκρυα αναλυθούν
θα υπήρχε ένα άλλο γονιδίωμα,
αδιαμφισβήτητο σήμα των περιπλανώμενων,
αιώνιοι λάτρεις του αδύνατου.

Και αν η ζωή είναι ψευδαίσθηση,
αφήστε το φως να είναι ελαφρύ
που πετούν μεταξύ των θαλασσών,
διασχίζοντας όλα τα βουνά,
ξεπεραστεί ο φόβος, χωρίς τοίχους,,
όπου όλα (πιθανή) αγάπη είναι.

cantus in memoriam

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Σα σβήσουμε, θα ίπταται
η αιθέρια τύρφη μας
σαν απ’ ενός
κεχριμπαρένιου ηφαιστείου τις εκρήξεις•
ένας ναυτίλος των άστρων και των Συναγωγών,
να ζωντανεύει
μια στο Στρόμπολι
και μια στο Πινατούμπο,
χρόνια και χρόνια
ενώ θα ολοκληρώνει
το έσχατο
υπερπόντιο ταξίδι της•
κι η σύναξη των – κάτωθεν- ανίσχυρων,
το αγλαές φτερούγισμα,
με ζήλεια θα αγναντεύει.
Διαυγές ηφαίστειο,
άσε με να καώ στο κεχριμπάρι σου,
σαν ένας εφημέριος
του παγωμένου αρχιπελάγους
των Λοφούτεν•
και κάθε που θα συναντιέμαι με τη λάβα σου
να σφάλλω από έρωτα κι από γαλάζιο παφλασμό,
κι ας μ’ υποδέχεται
η απατηλή
υποκίτρινη κερκίδα
ως ένα ποταπό φλανέρ
των ποιημάτων,
που πλένει πιάτα στο Μαραί
κι αειφορεί τις νύχτες του
με το Spiegel Im Spiegel._

ΚΛ – 13/07/2018

photo: Jacqui Stockdale
Duel of the Mount 1
2018
C Type Print
130 x 100 cm

View original post

102 βήματα

ηλέκτωρ's avatarLos Innuendos

σφραγίδα·

πιστοποιητικό

που είμαι;

τι είμαι;

κινούμαι·

πώς μπορώ;

το κουτί;

102 βήματα

δίχως να με παρατηρήσουν

102 βήματα

δίχως  να πάρω πίσω

102 βηματα

δίχως να λησμονήσω

102 βήματα

θα μου δείξει Αυτός τα επόμενα βήματα

View original post

Πελαγία Φυτοπούλου, Κούκος

στη ζωή μου
δε θέλησα ν’ αφήσω
κάτι
πίσω

ούτε στεριά
ούτε θάλασσα

τα βράδυα μοναχά
ένα μονόγραμμα στα χείλη μου
σαλεύει
μικρό κήτος εκπαιδεύει
τη βροχή μου

μια φτερούγα Διόσκουρη
ανεμίζει
στο ύστερο της τύχης
που ξέχασα να κουρντίσω

οι τρόφιμοι με λένε
Κούκο
γιατί περνώ πρόστυχα
τον τοίχο

τους διασκεδάζει έπειτα
ένας χωρικός να μελοποιεί
την αδιάλλακτη ανυπαρξία μου

ένα βαλσάκι του ’30

εγώ τους λέω παραμύθια
για να μ’ ευχαριστήσουν οι αθεόφοβοι
κατουράνε τις αλυσίδες τους
να γίνει το ποδάρι τους
κυπαρίσσι σκαλιστό
να ‘χω κι εγώ
κάπου να κλάψω

στις ντουζιέρες μοιράζουν σταυρουδάκια
και οι ψείρες σαλιώνουν τα καρφιά

*Από τη συλλογή ¨Κούκος”, Εκδόσεις Θράκα, 2016.

Τέσσερα ποιήματα του Αρθούρου Ρεμπώ

Κατά πρότυπο του ΤΙΣΙΑΝΟΥ (π. 1488-1576), Κοιμωμένη Αφροδίτη, Λάδι σε μουσαμά © The Pittas Collection: Mythology

Μετάφραση: Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος**

Ο κοιμώμενος στην κοιλάδα

Υπάρχει μια τρύπα στην πρασινάδα απ’ όπου τραγουδά ένας ποταμός∙
στην χλόη υπερβολικά πιασμένα ασημένια κουρέλια·
εκεί που ο ήλιος, στα περήφανα βουνά,
λαμπυρίζει: είναι μια μικρή κοιλάδα που ακτινοβολεί.

Ένας νεαρός στρατιώτης, μ’ ανοιχτό στόμα, το κεφάλι του γυμνό,
κι τον αυχένα βρεγμένο απ’ την δροσιά του μπλε νεροκάρδαμου,
κοιμάται· ξαπλωμένος στο χορτάρι, κάτω απ’ τον ουρανό,
χλωμός στο πράσινο κρεβάτι του λουσμένος από το φως.

Τα πόδια έχει επάνω στις γλαδιόλες, κοιμάται. Χαμογελώντας όπως
χαμογελά ένα άρρωστο παιδί, παίρνει έναν υπνάκο:
Φύση, λίκνισέ τον ζεστά: κρυώνει.

Οι ευωδιές δεν κάνουν πια τα ρουθούνια του να συσπώνται·
κοιμάται στο φως του ήλιου, με το’ να του χέρι ήσυχο
στο στήθος. Στην δεξιά πλευρά έχει δυο κόκκινες τρύπες.

Η μποέμικη ζωή μου (Φαντασία)

Το’ σκασα με τα χέρια μου στις τρύπιες τσέπες·
το παλτό στην ίδια ιδανική κατάσταση·
προχωρούσα κάτω από τον γαλάζιο ουρανό, Μούσα! Κι ήμουν σκλάβος σου·
Ω! πω πω! Τι μεγαλειώδεις έρωτες ονειρευόμουν!

Το μοναδικό μου παντελόνι είχε μια μεγάλη τρύπα.
Νάνε ονειροπόλε, έπλεξα στιχάκια στα σοκάκια
το χάνι μου ήταν κάτω απ’ την Μεγάλη Άρκτο
τ’ άστρα μου στον ουρανό θρόιζαν γλυκά

και τ’ άκουγα, ξαπλωμένος στην άκρη του δρόμου,
εκείνα τα όμορφα δειλινά του Σεπτέμβρη, κι ένιωθα τις στάλες
της δροσιάς στο μέτωπό μου σαν δυνατό κρασί·

κι ενώ, ανάμεσα στις σκιές των οραμάτων μου, στοιχοπλοκούσα
αίφνης τράβηξα, σαν τις χορδές της λύρας, τα κορδόνια
από τις κουρελιασμένες μου μπότες, ένα βήμα κοντά στην καρδιά μου!

Αναδυόμενη Αφροδίτη

Λες και μέσα από πράσινο τσίγκινο φέρετρο, ένα γυναικείο
κεφάλι με καστανά μαλλιά υπερβολικά μυραλοιμένα
προβάλλει αργά και χαζά από μια παλιά μπανιέρα,
με γυμνά μπαλώματα λιγάκι κακοκρυμμένα·

πρώτα, ο χοντρός γκρίζος λαιμός, η φαρδιά ωμοπλάτη
που προεξέχει· κοντά στην πλάτη της όλων των ειδών τα εξογκώματα·
έπειτα, τα φαρδιά στρογγυλά της οπίσθιά που μοιάζουν δίχως τέλος·
το λίπος που κινείται κάτω από το δέρμα της·

η σπονδυλική της στήλη είναι λιγάκι κοκκινισμένη, και βρωμάει
ολόκληρη· μα πάνω απ’ όλα, μπορείς να παρατηρήσεις κάτω απ’ τον φακό κάποιες ιδιαιτερότητες…

δύο λέξεις είναι χαραγμένες κατά μήκος των μηρών της: Κλάρα Αφροδίτη·
– κι όλο της το σώμα μετατοπίζεται και τεντώνει τα πλουμιστά της τα καπούλια
για να φαίνεται καλύτερα το έλκος στον πρωκτό της.

Η πανούργα

Στην σκούρα τραπεζαρία, που μυρίζει
Βερνίκι και φρούτα, στην βολή μου μέσα
Άρπαξα ένα πιάτο με ποιος ξέρει τι είδους βελγικό
Φαΐ, και θαμπώθηκα στην τεράστια καρέκλα μου.

Τρώγοντας, άκουγα το ρολόι,- ευχάριστο κι ήσυχο.
Η πόρτα της κουζίνας άνοιξε με μια ριπή αέρα,
-κι η σερβιτόρα βγήκε, ποιος ξέρει γιατί,
Με μαεστρία φορεμένο στα μαλλιά, ένα μισοσκισμένο μαντίλι

Κι ενώ περπατούσε άγγιξε το τρεμάμενο μικρό της δάχτυλο
Στο μάγουλό της, ένας βελούδινος γιαρμάς ροζ και μαύρος,
Στραβομουτσουνιάζοντας τα παιδικά της χείλη,

Τακτοποίησε τα πιάτα, κοντά μου, για να με βοηθήσει∙
Έπειτα, όπως ακριβώς – για να πάρει ένα φιλί, στα σίγουρα,-
Ψιθύρισε: «νιώσε, έχει παγώσει το μάγουλό μου…»

*O Αρθούρος Ρεμπώ ήταν Γάλλος ποιητής. Θεωρείται ένας από τους μείζονες εκπροσώπους του
συμβολισμού, με σημαντική επίδραση στη μοντέρνα ποίηση, παρά το γεγονός πως εγκατέλειψε
οριστικά τη λογοτεχνία στην ηλικία των είκοσι ετών.

**Ο Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος γεννήθηκε στο Καρπενήσι το 1989. Ασχολείται με τη
δημοσιογραφία, την κριτική λογοτεχνίας και την ποίηση. Η Βαβέλ (εκδόσεις Anima,2017) είναι η
πρώτη του ποιητική συλλογή.

Γρηγόρης Σακαλής, Παγίδα

Ένα μοιρολόϊ τις νύχτες
βγαίνει απ΄τα χείλη μου
είναι ο θρήνος για το παρελθόν
που δεν έζησα
για τις μέρες που φύγαν άδειες
για τα συναισθήματα που έπνιξα
και γίναν απολιθώματα
θρηνώ το χθες
μα έτσι ακυρώνω επίσης το σήμερα
είναι η παγίδα του μυαλού
η πανουργία του χρόνου
να την καταλάβεις αν δεν μπορείς
χάνεις και το παρόν
χάνεις και το αύριο.

Γιώργος Αναγνώστου, Διγλωσσία αλά ελληνοαμερικανικά

Φερνάν Λεζέ, «Σύνθεση με τρεις μορφές», 1932

Να δημοσιεύσω είπα κι εγώ
δυο δίγλωσσα στιχάκια
πόρτες χτυπώ εκδόσεων Aρgo
κουφότητα πικρά σφηνάκια.

Πού ‘ναι οι δίγλωσσοι θεσμοί,
η δίγλωσση κοινότης;
Πού των ντ και d οι καλπασμοί,
της ποικιλίας ο πότης;

Μονόκλ αγγλικής αγαπητοί
διπλή ’ναι μυωπία
ξένοι εξόριστοι Ε.Τ.
ελλείψει ήτα κοινωνία.

Όταν λοιπόν κληρονομιές
διθύραμβοι υμνούνε
ομόφωνες τσιριμονιές
κιτάπια γλώσσας πού ‘ναι;

Στο LΑ μόδα έριξα τα παρδαλά στανζάκια
στης Ορλεάνης τα βαθιά το δίστιχον μπλοκάκι
στο Φρίσκο κι αν σπινάρισα οργανικά τιτλάκια
στημένο ραντεβού παντού το δύστυχον ποιητάκι.

Λέω λοιπόν ένα τουίστ του ράιντ
προς βόρεια του East astride
στης λεγομένης διασποράς
οικόπεδα
μην και προφτάσω
τις κόπιες να περάσω
στη λεγάμενη Andromeda
μιας κοπιάζουσας αγοράς.

*Από τη συλλογή “Διασπορικές διαδρομές”, Εκδόσεις Απόπειρα, Αθήνα 2012.

ο καιρός γαρ εγγύς

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Στου ύπνου το ψεύδισμα
ακούγονται
λέξεις όπως

χρόνος
ειρμός
αυτοδιάθεση
πείνα
οργασμός
συνείδηση
θάνατος
καθρέφτης
υπερχείλιση
συχνότητα εκπομπής
διάτρηση
δοκιμή
χελιδόνι

όλες
μα όλες

πρέπει να νοηματοδοτηθούν
το γρηγορότερο

μες στην αλληλουχία στιγμών
που μας συμβαίνει•
δεν είμαστε πλέον πετεινάρια
ώστε να αγνοούμε
τη μελιχρή στίξη
των ψιθύρων
πάνω στης ποίησης το δέρμα._
ΚΛ – 12/07/2018

photo:Marcus Bunyan
Untitled
1994
from the series Études
Silver gelatin print

View original post

Δημήτρης Δούκαρης, Δύο ποιήματα

ΣΤΟΥΣ ΛΟΦΟΥΣ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ

Δεν ήθελα νά κοιτάξω τα μάτια σου
αν δε σε συναντούσα εκεί,
που θα μπορούσα να σε ανακαλύψω
άφησα να κυλήσει το βλέμμα μου αάνέπαφο,
στους πολύπτυχους λόφους των χρυσωρυχείων,
που έλεγες: συγκοινωνούν με τους ουρανοξύστες
της ακατάσχετης πολιτείας,
στο μονότονο πλήθος που ηχούσε αδιάφορα:
—Coca-Cola ή Pepsi, Please,
—τέσσερις πέννες, αν πιείτε εδώ, Thank you,
—δεν είναι της φυλής Ζούλου,
—όχι, δεν είναι,
-—Thank you,
τώρα πια έμαθα να διακρίνω
στις ομοιόμορφες στέγες των χαμηλών σπιτιών,
εδώ Γερμανοί,
εκεί Μιγάδες,
πιο κάτω οι απόγονοι των Μπόερς,
στους τετραγωνισμένους αμείλιχτους δρόμους—
πόση σιωπή αλύγιστη, μέσα στον άδειο θόρυβο,
σωριασμένη σ’ όλους τούς δρόμους—
έμαθα να διακρίνω στη σύντομη διάλεκτο,
την πυκνή απουσία σου,
την ακατάσχετη,
στο μικρό διάστημα των ματιών σου
που σβήνει με τον ορίζοντα
στους Λόφους του Νότου
πού θα μπορούσα να σε ανακαλύψω.

***

Ο ΝΟΜΟΣ

Ακόμη και τώρα που σε συλλογίζομαι
μελαψή πόρνη του Joubert Park,
χωρίς να οχυρώνομαι
πάνω στα ταραχώδη στήθια σου
και η φωνή του κορμιού σου,
το ανυπόμονο αιδοίο σου,
άπλαστος περίβολος του κόσμου μου
μέσα στον οργασμό της νύχτας—
θάθελα να ήξερα ποια ήταν η βαθύτερη ηδονή
άραγε το κορμί σου, τα μάτια σου
κι εκείνο τό σπαραχτικό:
από σήμερα θ’ αγαπώ τους Έλληνες, σερ,
ή μήπως περισσότερο απ’ όλα
μ’ έκανε ακατάσχετο η οργιαστική ελπίδα
πως ίσως, τουλάχιστον απόψε,
ή μις Baxter, ή θυρωρός, δε θάναι μεθυσμένη
και θα σε δει και θα χτυπήσει την πόρτα,
τακ! τακ! ο αμείλιχτος Νόμος—
ύστερα, όταν θα με δείχνουν με το δάχτυλο
οι ευκατάστατοι ομογενείς:
αυτός είναι, που κοιμήθηκε με τη μαύρη,
εγώ θα πορεύομαι υπερήφανος
με το μέτωπο ψηλά, ακέριος κι αλώβητος,
με την άφθαρτη χαρά να σκεπάζει το κορμί μου:
απόψε καταπάτησα έναν ακόμη Νόμο.

*Από τη συλλογή “Ποιήματα της καλής ελπίδος”, Αθήνα 1963.