
Ο καθένας προχωράει στο σκοτάδι που αισθάνεται
Μια σκοτεινή πλευρά για κάθε τι υπάρχει
για κάθε στιγμή και μια τυφλότητα.
Τον θρόμβο πόνου που διαλύεται μέσα
στη ζωή να μετατρέψουμε
στην ευτυχία αυτών των ημερών
μέσα στο πάταγο μιας πίκρας παγιδευμένων.
Οι πεθαμένοι δεν επιστρέφουν απ΄τον πέρα κόσμο
θα πρέπει να το μάθουμε οι ζωντανοί εμείς
που να ζούμε δεν ξέρουμε στον εδώ κόσμο.
Ο καθένας εισχωρεί στο σκοτάδι που αισθάνεται
κι όμως το φως δεν απαρνιέται τη ρεβάνς.
Μια ήσυχη παρακμή
Περπατώ σε πλαγιές με την ελπίδα
να πετύχω ένα ευπρεπές τέλος.
Η αποσύνθεση
είναι μια όψη που δηλητηριάζει.
Αυτός είναι νένας πολιτισμός
που προϊδεάζει την αγωνία του
μέσα στην ήσυχη παρακμή
ενός κενού που ξεχειλίζει
με διογκωμένες νέες μορφές χάους.
Οι λέξεις έχουν ανάγκη από μια φωνή
για να αφοπλίσουν τις εκκλήσεις του τίποτα.
Δάκρυα, βλαστήμιες και άγιοι
Κολάσεις μέσα σε λαβύρινθους άλλων…
View original post 781 more words

ΕΝ ΗΘΕΛΑ ΕΥΘΥΝΕΣ. Δὲν ἄντεχα τὸν καιρὸ ἐκεῖνο συναισθηματικὲς ἐντάσεις. Ἡ φίλη μου ἡ Ρουμάνα μὲ τὴν μικρή της γάτα ἀπὸ τὸ Σιάμ, παντρευόταν καὶ θὰ ἔφευγε γιὰ τὴν Ἀμερική. Ὁ καλός της, εἶχε ἕνα σκύλο καὶ καμία συζήτηση στὴν πιθανότητα γιὰ ὑποχώρηση τῆς ἀπόφασης, σχετικὰ μὲ τὴν μικρὴ γατούλα. «Μιὰ χαψιὰ θὰ τὴν κάνει ὁ σκύλος τοῦ ἀγαπημένου μου» ἦταν ἡ ἀπάντηση στὰ λόγια μου, ὅτι δηλαδὴ θὰ τὴν συνήθιζε ὁ σκύλος μὲ τὸν καιρὸ καὶ ἐκείνη αὐτόν. Μὲ κλάματα ἀποχαιρέτισε τὴν Ἀϊσσὰ τριῶν μηνῶν τότε, ἡ πρώτη της Μαμά, ἡ Ρουμάνα. Τὸ γατάκι, ἕνα ἄσπρο μπὲζ πραγματάκι, μὲ καφὲ ἤδη αὐτάκια, μὲ γαλάζια μάτια μὲ μιὰ σαγηνευτικὴ εὐθύτητα, ἦταν πολὺ ἀδύνατο καὶ πλήρως αἰσθανόμενο τὴν μοίρα του.

