Σε
μια κρίση φτερνίσματος
την είδα,
κατάπια πρώτα
την αναπνοή,
κοκκίνισα,
μα πως κατεβαίνει έτσι το αίμα αναρωτήθηκα,
είπα δεν μπορεί,
τότε
θυμήθηκα πως πρέπει να πάρω ψωμί,
ήμουν στη γωνία προς
Τσιμισκή,
κοινή η
σκέψη μας:
με προσπέρασε,
την προσπέρασα.
Κάπως έτσι,
μετά έβαλα τον ανεμιστήρα στο τρία,
στο
σπίτι,
υπήρχε στον αέρα κάτι
που με ήθελε,
με έτρωγε.
~
(alexmil)
Ντέμης Κωνσταντινίδης, Τρία ποιήματα
Υπνωτιστικά
Επέρχεται η φθορά
Ανεπαισθήτως!
Ξυπνάς μια μέρα
Χωρίς να αισθάνεσαι
Αυτός που ήσουν.
***
Από τ’ ακροθαλάσσι
Γεμάτος κόσμο
και πάλι τόσο άδειος
Ο πεζόδρομος
Εκείν’ η κλήση
Μέχρι τέλους θα μείνει
Αναπάντητη
***
Tanka
Μπάλες κανονιών
Πέφτουν γύρω οι μέρες
Εκδικούμενες.
Τέτοια πολιορκία
Θέλει γερό στομάχι.
*Από τη συλλογή “Περίπολος για τους εναπομείναντες”, Εκδόσεις 24 Γράμματα, Θεσσαλονίκη 2016.
Λίνα Βαταντζή, Αποχωρισμός
Στης ζωής τη ρευστότητα
μια σταθερά η αλήθεια.
Μια μέρα σε ξύλα θα μεταφερθώ
αρωματικοί καπνοί θα με καλύπτουν
φιλιά που έδωσα θα επιστραφούν
το λευκό κορμί θα σκεπάζουν
άνθη ιεροί προσκυνητές
στολισμός της ψυχρής ομορφιάς μου.
Μα όλα τα δάκρυα σπονδές
δεν είναι κάθαρση ικανή
για το φιλί που δεν χάρηκα
για την αγάπη που αποχωρισμός
γεννήθηκε και ήταν.
Ειρήνη Καραγιαννίδου, Παραθαλάσσιο οικόπεδο
Τις νύχτες που μεγαλώνουνε οι φεγγαράδες / παίζουμε τις
παντρειές της ξέρας με τη θάλασσα / είναι καλό παιχνίδι /
παίζεται βουβά / κι όποιον τον πάρει το σκοτάδι / καίγεται
Πρώτα ο άνεμος
Ύστερα το λιμάνι
λεπτομερέστατο κάτω απ’ τον ήλιο
τη λογική των πραγμάτων
Μονορούφι καπνίζουμε τις αντοχές
Σκεπάζουμε το στήθος σημαίες καταστρώματος
Τη μνήμη τη φυλάμε στα πιο χλωρά τριφύλλια
δίχως κουκούτσι ελιάς
Είναι φορές η νύχτα βρεγμένη αλισίβα
Πρώτα ο άνεμος
Ύστερα ο άνεμος
Γυρίζω εδώ λιγότερο πουλί.
*Από τη συλλογή “Παραθαλάσσιο οικόπεδο”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Ιούνιος 2017.
Ιουλία Τολιά, Από τις “Περιπέτειες ενός τυφλού”
Το κορίτσι κάθεται στο παγκάκι.
Δίπλα στον τυφλό.
Τον ρώτησε κάτι.
Δεν θυμάται τι.
Περισσότερο θυμάται το χρώμα της φωνής της.
Σαν να μην τον απασχολούν πια τα νοήματα,
οι συγκεκριμένες διατυπώσεις.
Αυτός
ζει σε έναν κόσμο ασαφών αισθημάτων
με την ανάμνηση μόνο των σχημάτων.
Το κορίτσι
φάνηκε να θέλει να εμπλακεί σε μια συνομιλία μαζί του.
Εκείνος
το μόνο που ήθελε
ήταν να ψηλαφήσει το πρόσωπό της.
Ο τυφλός
έχει εμμονή με τα σχήματα.
Όμως
το μόνο που μπορεί
είναι να τα υποθέτει.
Πώς να ήταν άραγε το πρόσωπό της;
Προχωρά τώρα στη μεγάλη αλέα της γειτονιάς του.
Έμαθε να προσανατολίζεται.
Ίσως πιο καλά κι από πριν.
Τότε συνήθως ήταν αφηρημένος
Σαν να ήταν η αφηρημάδα η αιτία της τύφλωσής του.
περπατά στην αλέα
ακούγοντας τον μονότονο ήχο της βακτηρίας του.
Ο πλέον οικείος ήχος.
Σαν προέκταση της φωνής του.
*“Περιπέτειες ενός τυφλού”, Εκδόσεις Στοχαστής, 2012.
Χ. Π. Σοφίας, Τρία ποιήματα
ΚΙ ΗΡΘΕΣ
Κι ήρθες
Κι ήρθες όπως το παιδί που χαμογελάει
όταν κάνει σκανταλιά
Κι ήρθες
Κι ήρθες όπως η λέξη στο ποίημα
πληγωμένη από το ξημέρωμα
Κι ήρθες
Κι ήρθες με μια αγκαλιά σαν άνθρωπος
Κι ήρθες
Κι ήρθες από ένα ταξίδι μακρινό
Κι ήρθες
Κι ήρθες κι ήρθες αργά
Κι ήρθες
Ήρθες τώρα που οι λέξεις σε είχαν ξεχάσει
Τι κρίμα
ΘΛΙΜΜΕΝΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ
Παραφυλάω να δε δω να φεύγεις
Και τότε μπαίνω κρυφά στο σπίτι σου
Και με τα δάκρα μου ποτίζω τα λουλούδια σου
Γι’ αυτό όταν γυρίζεις τα βλ΄πεις θλιμμένα
ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ
Αυτή η πεταλούδα στο δωμάτιό μου
που ανασαίνει τρομαγμένη μοναξιά
θα τη βαλσαμώσω και θα στη στείλω
με το ταχυδρομείο
*Από τη συλλογή “μουσώνες τα δένδρα δυσκολεύονται να ανασάνουν”, Εκδόσεις Κουκίδα, 2018.
Χρήστος Μαρτίνης, από το “ξένο φως”
3.
/ να γράψουμε / πριν μας τελειώσει η εποχή / όσο οι πόρτες στο
μετρό ανοιγοκλείνουν / όσο τσακώνονται για τα σκουπίδια οι
γείτονες / θα πουν ότι δεν είχαμε ιδέα / ότι δε βλέπαμε / όμως
/ πώς να κρατήσεις βράχο με τα χέρια σου / πώς να δεθεί ο
χείμαρρος με το σχοινί / το φως πώς να κλειδώσεις / ξυπνήσαμε
/ στο τέλος του καλοκαιριού / και ζούμε απ’ τα σπαράγματα /
του ρόδου / να γράψουμε / ακόμη τα φανάρια λειτουργούν /
και έχουν τα περίπτερα ορθάνοιχτα ρολά / τώρα να γράψουμε /
τώρα που η πανσέληνος βουλιάζει στο κρασί μας / που ο χώρος
για τις πινακίδες δεν μας φτάνει / και η τηλεόραση μπορεί να
μένει ανοιχτή / όμως / μάθαμε / ο χρόνος δεν έχει άλλη αξία /
παρά τη δύση του / θέλαμε / όμως / πώς κρατάς τα σύννεφα /
πώς φυλακίζεις τον καπνό / όλοι το βλέπαμε / και γράφαμε / με
τη μανία του σεισμού / ορδές γραμμάτων στίχων εννοιών / με
τον ρυθμό της αποκάλυψης / για όσα χάνονταν / να κρατηθούν
οι κλειδαριές / στη θέση τους / κι αυτή μας την ψευδαίσθηση /
κρατήστε / για το μέλλον /
*“το ξένο φως”, Εκδόσεις Υποκείμενο, Απρίλης 2017.
Γρηγόρης Σακαλής, Ταξίδι
Χθες όλη τη νύχτα ταξίδευα.
Πήγα στη Νέα Υόρκη
στο Μανχάταν, τη γέφυρα του Μπρούκλιν
έψαξα να βρω την παρέα των μπητ
μου είπαν πως μετακόμισε δυτικά
στην Καλιφόρνια
πήγα λοιπόν στο Σαν Φρανσίσκο
συνάντησα ένα τεράστιο φεστιβάλ Ποίησης
κάθισα και κοιτούσα μαγεμένος
πήγα στο City Lights
βρήκα τον γέρο – Λώρενς
χωμένο στα βιβλία του
μου είπε πως ο Τζακ
είναι στα τελευταία του
κατεστραμένος απ΄το πιοτό
και οι άλλοι κάνουν ταξίδια
σε εξωτικά μέρη
μερικοί με το μυαλό τους
βουτηγμένοι στις ουσίες
μου έδωσε μερικά βιβλία
και μου είπε “καλή τύχη”
θα τη χρειαστώ, σκέφτηκα
και πήρα το δρόμο της επιστροφής.
Jean Baptiste Clément «Η εποχή των κερασιών»
Την επιμέλεια έκανε η Χρ
«Η εποχή των κερασιών», είναι ένα τραγούδι που γράφτηκε στη Γαλλία το 1866, με λόγια του Jean Baptiste Clément και μουσική του Antoine Renard. Εξαιρετικά δημοφιλές στις γαλλόφωνες χώρες. Είναι συνδεδεμένο με την Κομμούνα του Παρισιού το 1871.
Ο Clément κομμουνάρος και ο ίδιος, πιστεύεται πως το αφιέρωσε το 1882 στη γενναία νοσοκόμα Louise που πολέμησε και σκοτώθηκε στη Semaine Sanglante «αιματηρή εβδομάδα»
Έχει περάσει στην ιστορία σαν επαναστατικό τραγούδι και αφηγείται πως θα είναι η ζωή όταν το σύστημα θα έχει αλλάξει και οι συνθήκες της ζωής θα είναι ανθρώπινες και δεν θα υπάρχουν διαφορές μεταξύ των ανθρώπων.
Έχει γνωρίσει πολλές εκδοχές και έχει τραγουδηθεί από πολλούς, μεταξύ των οποίων και ο Yves Montand.
Όταν τράβηξα αυτή την φωτογραφία, το μυαλό μου πήγε κατευθείαν εκεί. Τα κόκκινα, γλυκά δροσερά κεράσια που μας μεταφέρουν σε μια εποχή που θα είναι γλυκιά κι ανθρώπινη.
Τους στίχους…
View original post 419 more words
Άννα Νιαράκη, Δύο ποιήματα
ΜΕΤΑΒΛΗΤΕΣ
Απεκδύεσαι εαυτούς,
όπως τα ρούχα κάθε βράδυ
κι ό,τι απομένει εσύ
σαν την εκπνοή
Σκέψη και αέρας και γράμματα
μίλια μακριά σε ένα
συρτάρι
Όλα τα μικροατυχήματα οδήγησαν εδώ
εφτά το πρωί να ακούς τις καμπάνες του Σαν Λαζάρ
Πρωινά λυτρωτικά
γεμάτα σχέδια, προγράμματα
και οδηγίες χρήσεως
Καπέλα που αγόρασες
και ποτέ δε φόρεσες
οι μέρες που θα ζούσες αν
***
ΕΞΟΔΟΣ
Άσε με να σε φιλήσω μου είπες
να χαϊδέψω τα μαλλιά σου
να βυθιστώ στα μάτια και στο σώμα σου
άσε με, μου είπες, να σε αγαπήσω όσο
το έχω ανάγκη – είσαι η γέφυρα προς τον εαυτό μου
Μόνο μέσα από το σώμα σου μπορώ να με αγαπήσω
έλεγες και ξανάλεγες, μέσα σε αναφιλητά, κλάματα
βρισιές και παρακάλια
Άσε με να σε φιλήσω φώναζες
κάτω από τη βροχή, κάτω από τον ήλιο
άσε με ούρλιαζες και με κοίταζες με αυτή
τη μισοάγρια μισοήμερη ματιά
Κι εγώ στεκόμουν με το βλέμμα αυτού
που έχει ήδη φύγει
αυτού που έχει ένα μόνο εισιτήριο
στην τσέπη
και κανέναν πια εαυτό για να χαρίσει.
*Από τη συλλογή “Ιχθυόφωνο”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2015.