Αηδία

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Η πολιτική, το χρήμα, σε αρκετές περιπτώσεις
και το σεξ
δεν είναι παρά απλές προσόψεις
της βαθιάς αηδίας που τρέφουμε
ο ένας για τον άλλον.
Η λίστα οφείλει να συμπληρωθεί
με πολλές ακόμα λέξεις
που χαριτωμένα ξεστομίζεις ολοένα
με την ελπίδα
να μην αγοράσεις όπλο.
Ή τουλάχιστον να μην αγοράσει ο γείτονας.

View original post

Ιουλία Τολιά, Τρία ποιήματα

Έκανε έναν απολογισμό της ζωής του.
Στον ένα δίσκο του ζυγού,
ακούμπησε του παρελθόντος τα απτά συμβάντα.
Στον άλλο,
αφηρημένα απογεύματα
ενός αφηρημένου βίου.
Και παραδόξως,
υπήρξε εμφανής η κλίση προς αυτόν.

***

Το παρελθόν μου,
αντικατοπτρισμός.
Ίσως και να το έζησα.
Ίσως μόνο να το φαντάστηκα.
Πιθανόν να το οικειοποιήθηκα,
παρασυρμένη από τη μαγεία
ενός δεινού αφηγητή.

***

Είχε συνδέσει την ισορροπία του
με τον ανεμοδείχτη του απέναντι σπιτιού.
Μια μέρα δεν τον είδε
και ταράχτηκε.
Πώς θα προσανατολιζόταν τώρα,
δίχως να βλέπει την κατεύθυνση των ανέμων;


*Από τη συλλογή “Στου παρελθόντος την αντήχηση”, εκδ. Στοχαστής, 2018.

Χρήστος Κεραμίδης, Τρία ποιήματα

ΟΠΤΑΣΙΕΣ

Συγκρατώντας τα δάκρυά του
γύρισε το βλέμμα
στις πεδιάδες των ταξιδιών
που τρέχουν
πάντα αντίθετα
και χάνονται.

***

ΘΑΛΑΣΣΙΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ

Επουλώνοντας τις κρυφές μου πληγές
ταξίδεψα με ποντοπόρα πλοία
στην ακατανίκητη γεωμετρία
οριζόντων και ωκεανών.

Διέσωσα όμως
το πρόσωπο της ψυχής μου!

***

ΚΥΜΑΤΑ ΟΡΓΗΣ

Κύματα οργής
χτυπούσαν το κορμί τους,
Και πάνω σε βραχίονες
υφάλων κρατήθηκαν.

Των άλλων οι φωνές,
-οι αδύναμες φωνές-
χάνονταν στην ομίχλη,
στέλνοντας απεγνωσμένα
το τελευταίο τους μήνυμα
σ’ αυτούς που άργησαν…

Και άδοξα επιστρέφουν
στου λιμανιού τα σκοτεινά
τ’ ακίνητα νερά!

*Από τη συλλογή “Ένα ποτάμι φως”, εκδ. Στοχαστής 2018.

Tamistas Mhnymal, Ποιήματα

YUE Minjun, Execution (1995)

καθώς
εκείνος βάδιζε
ήταν ακατανόητος ο ήχος
δεν θα τονε παρομοιάσω με το άκουσμα
που αφήνουνε δυο κεραμίδια όταν χτυπιούνται
λέγανε πάντως ότι πως τα πόδια του
δεν ήτανε σαν τα δικά μας πόδια
ήτανε πήλινα ξερά
ήτανε ξένα

ύστερα πια
δεν έχει σημασία
των άστατων ποδιών το υλικό
όταν κανείς τραβάει για το απόσπασμα
αλλάζει λένε φύση γίνεται ολόκληρος νεόπλασμα
οι αδένες αγριεύουν να προλάβουν
τις κάννες τις ψυχρές αντάμα
προτού πυρώσουνε
εν ριπή το σώμα

το ίδιο αλλιώς
οι νεοπλασματικοί αυτόχειρες
νικάνε τη θρασεία επιβουλή
πηδώντας λαχταρώντας
το κενό

σε κάθε περίπτωση
η έλξη ανοίγεται γυμνή στη θέλξη
δεν λέει άλλο μονάχα τέλος ασταμάτητα
όταν σηκώνονται οι κάννες όταν ογκώνει το κενό
καίγεται το κεφάλι καίγεται το μυαλό πάει να βράσει
φέρνουνε τα φτερόλεπτα καρσί την παγωνιά
χαϊδεύουνε τα κύματα του τέλους
τον τελευτή τον κατοικούν
τον τρώνε

*Το ποίημα και η ζωγραφά της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: http://mhnymal.blogspot.com
**Πηγή της ζωγραφιάς: https://en.wikipedia.org/wiki/Execution_(painting)

φάρσα #2

ένα έτσι's avatarένα έτσι

08 11 14 22 28

Τα παιχνίδια στην κατανόηση τους αποζητάν το κατάλληλο μερίδιο μοναξιάς για όλους του πιθανούς συμπαίκτες. Όσοι περισσότεροι τόσο μεγαλύτερο το μερίδιο.

17 20 23 32 35

Όταν κάτι επιβεβαιώνει τον χαρακτήρα της συνήθειας επικαλείται ένα άλλο όνομα κάθε φορά για να αποζημιωθεί.

07 17 19 20 28

Κι υπάρχει ακριβώς το μεταίχμιο όλων των πιθανών λύσεων της ιστορίας που σε αποπληρώνει για όλες όσες εν τέλει θα αποτύχουν.

10 23 24 36 39

Τώρα όπως άλλωστε τότε είναι η καθημερινή δυσανεξία ενός επιπρόσθετου παρόντος που αδημονεί να κυριαρχήσει από αύριο.

View original post

Νίκος Μιτζάλης, μανάδες

Οι μανάδες μας είναι υποζύγια καρτερικά
που τρέφονται με τ’ αποφάγια της πατριαρχίας
έχουν μάθει στην ταπεινοφροσύνη
γιατί φοβήθηκαν την επανάσταση
Με πρόσωπα που ο χρόνος δεν τραχύνει
ξέρουν να μην σκύβουν το κεφάλι
ακόμα κι όταν υποχωρούν
Οι μανάδες μας
καθαρά σιδερωμένα πουκάμισα και λευκά κολάρα
απλωμένα σε σιδερένιο διπλό κρεβάτι
για τους αφέντες
είναι φλογερές ξανθιές που μυρίζουν πασχαλιά
σε μαγαζιά που βρωμούν θάνατο
πίνουν παρέα με αγνώστους και τον Μπουκόφσκι
ξερνούν την ψυχή τους στην καθημερινότητα
κάνουν πιάτσα στην οδό Αλβαράδο
με ψεύτικα δόντια και πληγιασμένα στήθια
φέρνουν τσιγάρα και σοκολάτες στα προαύλια φυλακών
δε ντρέπονται που μας αναγνωρίζουν
στερούνται για να μη στερήσουν
Οι μανάδες μας
συνεπαρμένες από μεσημεριανές εκπομπές
ψηφίζουν το συμφέρον τους κι ελπίζουν
ψωνίζουν απ’ τη λαϊκή και προσεύχονται για πλούσιες σοδειές
και κυρίως να μην αρρωστήσουν
οι άλλοι
Οι μανάδες μας
είναι ξενύχτια σε υπόγεια και θαλάμους νοσοκομείων
ψιθυριστές κραυγές και παρακάλια
που κρατάν βούρδουλα και παιχνίδια
κερνώντας φως και θάνατο
Οι μανάδες μας
εγκαταλελειμμένα καταφύγια
με προβληματική επανάχρηση
                                                                                                                                                                                                                                                    

«Σκηνές καθημερινότητας του κόμη Αλέξιου Ντε Λα Βέγα» – Σε μία πράξη και πέντε σκηνές

Εκδόσεις Οδός Πανός, Φεβρουάριος 2019
Επιμέλεια Διώνη Δημητριάδου
Σχεδιασμός εξωφύλλου ©Στράτος Φουντούλης

(Mare meum)

Η ζωή μου είναι
μια θάλασσα κλειστή

[τον χειμώνα φοράω ένα μαύρο
παλτό από κασμίρ
Μου το χάρισε ένας συνταξιούχος πρύτανης
που είναι νεκρός εδώ και χρόνια
Έζησε όπως πέθανε· εν ειρήνη
με τον κόσμο και την κυρία Ασπασία]

Εγώ αυτή τη θάλασσα
την ανακατεύω με ένα κουτάλι
Πετάω μέσα της πτώματα
Τις χρυσές λίρες
που δεν έδωσε στον Σαχτούρη
ο νονός του

[παρακολουθώ την κίνηση
των αυτοκινήτων στη λεωφόρο Μεσογείων
Τις ορδές των ακολούθων του οπίου
καθώς κατηφορίζουν εξερχόμενοι
από το νοσοκομείο «Η Σωτηρία»
χορτασμένοι μεθαδόνη. χαρούμενοι
– κάποια μέρα θα δοκιμάσω κι εγώ]

Η θάλασσα αυτή είναι κάπως ιδιόρρυθμη
φοράει αρώματα, πίνει κρασί,
κερνάει ούζα τον Καρούζο
Πάνω της περιπολούν Ρωμαϊκές γαλέρες
Φρουρούν ένα ναυάγιο
κρουαζιερόπλοιο, με όλη
την ορχήστρα να παίζει

– Ο Βαρβέρης διευθύνει υπέροχα –

Γύρω του κολυμπούν γυμνόστηθες γοργόνες

Λέω σε μια

«Η σχισμή
ανάμεσα στα στήθη σου
ουρλιαχτό θηρίου που επιτίθεται»

Και σε μια άλλη

«Θέλω να γλείφω
τις λέξεις
που στάζουν
απ’ το στόμα σου
στα χείλη
στο σαγόνι
στα στήθη
στην κοιλιά σου»

Αυτές κρυφογελάνε
και αναδύονται για αναπνοή

[το παλτό μου είναι μαγικό]

Το κουμπώνω
ανεβάζω τον γιακά μέχρι πάνω
και κυνηγώ τις γοργόνες, που
τρέχουν πάνω στη θάλασσα

Νίκος Σφαμένος, Από τη συλλογή “Οργή και λουλούδια σε μια χώρα νεκρών”

Μακαριότητα
 
Τα γαλάζια φορέματα και
οι νυχτερινοί ήλιοι
ο ήχος του μπουκαλιού στο
τοίχο και
μουρμουρητά από
γέρους σακάτες
τα ωραία κορίτσια και
τα ξεθωριασμένα βιβλία
 
Ω μα είναι ένας υπέροχος κόσμος
Ω μα είναι ένας υπέροχος κόσμος
 
Υγρά δωμάτια και
καλοκαιρινοί κήποι
σωροί ιδρώτα τα
ξημερώματα
λεηλατημένα μυαλά και
μισές ζωές

Ω μα είναι ένας υπέροχος κόσμος
Ω μα είναι ένας υπέροχος κόσμος

***

Τα νεκρά σώματα του Απριλίου
 
Ζωντανεύουνε εικόνες μέσα
απ’ τα
χέρια μου
ξυπνάνε φωνές
από τα
μάτια μου
τις νύχτες
η θλίψη γίνεται
τόσο μεγάλη
δεν αντέχει
στη κάμαρα
κυλά έξω
στέκεται σε
καμινάδες
καμπαναριά
 
βούισμα σε μια
άκρη
του μυαλού μου
ήχοι μιας
άγνωστης
παλιάς
μουσικής
μια ήπειρος
ανεξερεύνητη
τώρα
η θλίψη
ξαναπλώνεται στη
κάμαρα
με τυλίγει
με πνίγει
γυρνά στη πόλη
σκεπάζει
χώρες
σκόρπιες
εικόνες
λεηλατημένες
πολιτείες
 
η γεύση της
η μόνη
αλήθεια
τα ξημερώματα
λίγο πριν
οι πρώτες αχτίδες λούσουν
τα νεκρά σώματα του Απριλίου
 
***

Για σάς
 
Πολιτείες με
τα διάφανα
νερά και
τους γελαστούς
αυλικούς
τα παντοτινά
φώτα και
τα λαμπερά
κορίτσια
βασίλεια με
τ’ απέραντα
δάση και
τα φωτεινά
πρόσωπα
τις ανοιχτές
καρδιές και
τα δροσερά
γέλια
γαλήνιες χώρες
ανεξερεύνητες πόλεις
δε με σκεφτήκατε
ποτέ
όμως κάθε
βράδυ
ψηλαφούσα
τη μυρωδιά σας
με θολά
μάτια

***

Εσείς
 
Δύο μεταπτυχιακά
θέση σε κεντρική
εταιρεία
ευτυχισμένος γάμος
ξεχωριστές δημοσιεύσεις
και
ακριβό αμάξι
ταξίδια σε ευρωπαϊκές
μεγαλουπόλεις και
ενδιαφέρον για τη
τέχνη και
το σύγχρονο
λάιφστάιλ
μεγάλες γνωριμίες
δείπνα
συνεντεύξεις και
ξαφνικός
θάνατος
ειδικά αυτό το
τελευταίο
πρέπει να σου
δημιούργησε
αίσθηση


***

Μια μεγάλη νύχτα
 
«Δεν υπάρχει διέξοδος», είπε
«μας είπαν για την αγάπη, μας
μιλήσανε για την ελπίδα, δεν
υπάρχει διέξοδος».
«ας πιούμε», απάντησα
«και πως θα γίνει;»
«ας πιούμε».
«γράφεις όμως».
«ναι αλλά δε βοηθάει».
«το βλέπω στα πρόσωπά τους,
στα νεκρά βλέμματά τους,
ολόκληρη η ιστορία του
ανθρωπίνου γένους βρωμάει».
 
Άδειασα το μπουκάλι μου.
Βγήκα στο μπαλκόνι.
Κορναρίσματα
συζυγικοί καυγάδες
μυρωδιά γυναικείου αρώματος.
Ένας αλήτης πέρα παραμιλούσε.
Ο κόσμος υπήρχε για πολλά χρόνια.
«Όσο πάει φίλε»
Θα ’ταν άλλη μια μεγάλη νύχτα.
Κρατήθηκα γερά στα κάγκελα και
χαμογέλασα

***

Η Νάντια
 
μιλούσε πιο
όμορφα από
όλες
περπατούσε πιο
όμορφα από
όλες
έλαμπε στα
βρώμικα στενά
τα παιδιά τη
κοιτούσαν από
τα παραθύρια
οι πιο
θαρραλέοι την
ακολουθούσαν
σπουδές
ξέγνοιαστα χρόνια
και τώρα
τρία παιδιά
υπάλληλος
παιδικά πάρτυ
ημιαργίες
διακοπές στα
νησιά
εκδρομές
 
η Νάντια
άρχισε να
ξεθωριάζει
και όταν τα
βράδια της
έβλεπε το
φως να
σκουραίνει
κάτι υποψιαζόταν 
 
***

Ζαν Ντυβάλ
 
Οι πόλεις
εκρήγνυνται
τα άνθη
τινάζουν στο
σώμα μου
πολύχρωμο
νερό
και αυτή η
νύχτα
θα σημάνει
άλλον έναν
αγώνα
 
το φεγγάρι
γέρνει πάνω
μου
χαμογελώντας
πέρα στα
βουνά να
κυματίζει η
σημαία του
καλοκαιριού
και στα νυχτοπούλια
που θα
φτερουγίσουν
μικρές εκρήξεις
θα στιγματίσουν
ατελείωτες ώρες σιωπής

***

Ένας άνδρας
 
Βάδιζε ανήσυχα στη
κάμαρά του ένα
βράδυ του Ιούλη
πίνοντας κρασί
ήταν πολλοί εκείνοι
που
δεν τον γνώριζαν
μυστήριες μέρες
λίγες παράξενες
λέξεις
έβραζαν στο
κεφάλι του
και τώρα
κοιτούσε
κοιτούσε τα
άδεια χέρια του
 
θυμήθηκε
την ερημιά του Καρυωτάκη
τα δάκρυα του Ουράνη
τις οπτασίες του Λαπαθιώτη
τις στιγμές θανάτου της Γώγου
τις κραυγές ζώου του Χαλεπά
 
ήτανε περασμένα μεσάνυχτα
και ένας
άνδρας
κοιτούσε
κοιτούσε τα
άδεια χέρια του

***

Η Νύχτα που συνάντησα τον Τζιμ Μόρισον
 
Παραπάτησα σε μια
γωνιά
και στεκόταν σκυμμένος
μ’ ένα μισοάδειο
μπουκάλι
βρώμικη ανάσα
 
«Απέτυχα φίλε
κοίτα τους όλους
τα φώτα
τα ποιήματα
τα ζόρικα κορίτσια
και τα καινούργια τους αμάξια .
Ουρλιάζουν.
Δεν υπάρχει λύση φίλε
δώσε μια γροθιά και
γκρέμισε τους σάπιους
τοίχους αυτού του
γελοίου ονείρου».
 
Άδειασε το μπουκάλι του
το φεγγάρι άλλη μια νύχτα
στεκόταν εκεί
φωτίζοντας
βρώμικα στενά .
 
Ακολούθησα
τα ίχνη του
τραγουδώντας

*”Οργή και λουλούδια σε μια χώρα νεκρών”, 2007.