Φίλιπ Λεβίν (Philip Levine), Μαύρη πέτρα πάνω από το τίποτα

Νηφάλιος ακόμα, ο Θέσαρ Βαγιέχο γυρίζει σπίτι και βρίσκει μια μελανή
κορδέλα

γύρω απ’ το κτίριο του διαμερίσματός του να καλύπτει τη μπροστινή
είσοδο.

Αφήνει κάτω το μπαστούνι του, βγάζει το κετσεδένιο του καπέλο, και
ξεκινά

να ξεμπερδεύει αυτό το χάλι. Οι γείτονές του κάνουν ουρά ξοπίσω του

διερωτώμενοι τι να συμβαίνει. Μία μεσήλικη γυναίκα κουβαλώντας

ένα καρβέλι φρέσκο ψωμί τού ζητάει να κάνει τόπο ώστε αυτή

να μπει, ν’ ανέβει τα δυο απότομα πατώματα ως το διαμέρισμά της,

και ν’ αρχινίσει το καθημερινό μαγείρεμα του μεσημεριανού για τον
Μεσιέ της.

Ο Βαγιέχο προσποιείται τίποτα πως δεν ακούει ή ίσως πράγματι να μην

ακούει τόσο απορροφημένος που ‘ναι με τούτη την παράδοξη ασχολία
που τού τρώει
όση ώρα έμεινε από το πρωινό του. Ξέχασα μήπως ν’ αναφέρω ότι
κανείς άλλος

δε μπορεί να δει τη μελανή κορδέλα ή να μαντέψει γιατί τα δάχτυλά του

φαίνονται τόσο επίμονα να ξετυλίξουν κάτι που δεν υπάρχει εκεί;
Θυμηθείτε

όταν ήσασταν μόλις έξι και στις ιδιαίτερα ζεστές μέρες θα

κατεβαίνατε τα σαθρά σκαλιά του κελαριού ελπίζοντας στην αρχή

πως κάποιος, ίσως η μάνα σας, σταδιακά θα

καταλάβαινε την απουσία σας και θα την έζωνε ένα αιφνίδιο συναίσθημα

αγωνίας ή τρόμου. Φυσικά κανείς δεν πήρε μυρωδιά. Η μάνα

καθόταν περιμένοντας ώρες ολόκληρες δίπλα από το τηλέφωνο, και κάπου κάπου

ατένιζε την καλοκαιρινή λιακάδα που λαμπίριζε μέσα απ’ της σάλας τις κουρτίνες

ενώ από κάτω, ψυχραμένος και μονάχος, καθισμένος στο νοτερό
τσιμέντο

παρατηρούσατε τον ίδιο ήλιο να φιλτράρεται μέσα απ’ τη σκόνη που
σηκωνόταν

από τα δυο ψηλά παράθυρα. Δίπλα στο φούρνο μια αράχνη

δούλευε έξοχα την πορεία της κατεβαίνοντας απ’ τον καμένο, κρεμαστό
λαμπτήρα

μ’ έναν σκοπό που εσείς σε αυτήν την ηλικία μπορούσατε ακόμη να
συλλάβετε.

Το 1937 θα κράταγε μόνο άλλους έξι μήνες. Ήταν μια Πέμπτη.

Είχαν υποσχεθεί βροχή αλλά ποτέ δεν ήρθε. Η καφετιά αράχνη
εργαζόταν

με ή χωρίς ελπίδα, αν κι όταν το σκονισμένο φως του ήλιου πιάστηκε

στον ιστό εσείς είδατε εμπρός σας ένα σχέδιο τέτοιας τελειότητας που
έμεινε

στη θύμησή σας σαν πρότυπο νοήματος. Ο Θέσαρ Βαγιέχο

ξεμπέρδεψε τη μελανή κορδέλα που κανείς άλλος δεν έβλεπε και
αναρριχήθηκε

προς τη σοφίτα του και ατένισε έξω τις αγέλαστες σκεπές

που εκτείνονταν νότια κατά την Ισπανία όπου η καρδιά του πέθανε.
Ετούτο το γνωρίζω.

Έχω περάσει από το ίδιο κτίριο χρόνο το χρόνο στο αργό απόβραδο

όταν τα χελιδόνια κούρνιαζαν σιωπηρά στα λιγοστά ανάρια δέντρα

δίπλα στο έρημο κανάλι. Έχω έρθει όταν το χιόνι του χειμώνα

τύφλωνε τον μακρινό βαρύθυμο ουρανό. Έχω έρθει ίσα μετά τη
χαραυγή,
έχω έρθει σε άνοιξη, φθινόπωρο, βροχή, κι αυτός δεν ήτανε ποτέ εκεί.

*Μετάφραση: Μαρία Θεοφιλάκου.

Μιχάλης Παπαδόπουλος, Τέσσερα ποιήματα

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

τα ποιήματα που(δεν) διαβάζονται
είναι εκείνα που γράφτηκαν ακριβώς έτσι

Η ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΑΝΟΛΟΚΛΗΡΩΤΟΥ

Πάντα με ερέθιζε
η γοητεία των μισοτελειωμένων φράσεων
που αφήνουν διπλά απρόβλεπτο
και μετεωρισμένο
το αδύναμο του οριστικού νοήματος

ΓΡΑΦΩ…

Σημαίνει, εναντιώνομαι
στη νομοτέλεια του αναπόδραστου

ΕΚΔΟΧΕΣ ΕΝΟΣ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ

Μια πτώση
από δεκαπεντασύλλαβο
μια παραφωνία ομοιοκαταληξίας
το ποίημα γυρνάει μόνο του
δεν ξέρει να διαβάζεται, ούτε να θυμάται
αναδίνει την πενικιλίνη του εαυτού
ένα σχήμα στο χαρτί
και τίποτ’ άλλο

Παρά ταύτα
το ποίημα δεν έχει καμίαν εκδοχή
πάρεξ τη λιποταξία του ανέκδοτου
την αυτοδικία του ανυπόγραφου
την τυφλή δικαιοσύνη
του αναπόδραστου
την ανημπόρια να στέκει
και να κοιτάζεται μόνο
στον αδειανό
καθρέφτη του

*Από τη συλλογή “Εκδοχές ενός ποιήματος”, Εκδόσεις Φαρφυλάς, Ιούλος 2016.

Βασίλης Βασιλειάδης, Από τις “Ριπές Γραφής”

Οί θεματοφύλακες τών κοινωνικών σημαινόμενων
καί τών χειρόγραφων πού τά φυλάγουν σέ καταπακτές σάν νά είναι μάλαμα,
σπίλωσαν τόν άνθρωπο μέσα μας
βίαια καί αλύπητα
χωρίς νά μάς ρωτήσουν
άν θέλαμε τέτοια βεβήλωση τής ζωής μας,
γιατί νά μάς ρωτήσουν;
ξέρουν αυτοί πού μάς βύζαξαν ανοχή κι αποδοχή
πώς δέν θά αντιδράσουμε,
αξεπέραστοι στή μαστορική τών καλουπιών
μάς έφτιαξαν νά απολαμβάνουμε μέ χαρά
τήν υποταγή μας στίς εξουσίες
κι όταν δυσκολεύουν τά πράγματα
μάς έμαθαν νά προτιμούμε τόν αναπαυτικό ρόλο τού θύματος,
ξενυχτάει ή φροντίδα τους επάνω μας
συρρικνώνουν μέ υπομονή τήν γλώσσα
σέ εργαλείο επικοινωνιακής διεκπεραίωσης
τών αναγκών
πού δημιουργεί καί μάς επιβάλλει
ή κοινωνική καί πολιτισμική διάρθρωση τού χώρου τους,
εκεί μέσα
πού τά βιώματα μάς επικυρώνουν αδιαμφισβήτητα δικούς τους,
στίς είπα χίλιες φορές
πώς όσο κι άν σκανιάζεις
φορτωμένοι μέ τόση ανοχή
αποδοχή
ύποταγή
καί επιπλέον
βολεμένοι σάν θύματα
χωρίς γλώσσα
δέν κάνουν έξοδο αυτοί οί πολιορκημένοι.

*Συμπεριλαμβάνεται στίς “Ριπές Γραφής”, μια ποιητική ενότητα σέ δημιουργία.

Χρίστος Κασσιανής, Στιγμές

Είπαν μεσάνυχτα και ήλθανε
αρπάζοντας το φως μου
ξανανιωμένες και μ΄ απειλή γεμάτες
έπεσαν στο πρόσωπο και στο χορό μου
κι ύστερα, πριν φωτίσει η πρώτη αχτίδα
ρούφηξαν τους όστινους αυλούς και προφητέψαν:

Μη ρίξεις άγκυρα σε θάλασσα που χάνεται

Μάριος Μαρκίδης (1940-2003), Παραγγελιά

Απόψε λοιπόν μου λες να σε ξανατραγουδήσω.

Περίμενε μόνο να στρώσω λιγάκι τα μαλλιά μου

να καθαρίσω λίγο μέσα στη φωνή μου γιατί, ξέρεις, από τότε

σκούπα δεν ξανάπιασα

-θέλω να πω από τότε που μας έκαναν αήθεις προτάσεις η Καίτη
Χωματά κι ο Μπιθικώτσης κι ο Λάκης Παππάς

και μας πρόφταιναν τα χαράματα

εμένα έναν ποιητή κι εσένα μια ποιήτρια, οπότε δεν είχαμε ιδέα

πού ν’ ακουμπήσουμε τις φεγγαρόπετρες που μαζέψαμε το βράδυ, τόσα
φιλιά στις εξώπορτες των πολυκατοικιών, τόσες υπερβολικές
ψυχρότητες

ανάμεσα στο στόμα σου και την Τετάρτη Διεθνή
Πού ταιριάζανε επί πλέον τόσοι στίχοι όταν τραβιόταν η θάλασσα

και το μελτέμι έπρεπε να καθήσει στο σκαμνί και να λογοδοτήσει

για τη μέρα που πέρασε

για τα κεραμίδια που ξερίζωσε

για την αρμυρήθρα που σήκωσε τα φουστάνια της

-κι είδαμε τότε τις δολοπλοκίες που υποστήριζε του μηνός Αυγούστου 1970
Σα να μου φαίνεται βρε αγάπη πως μου έχουν διαφύγει πια τα λόγια

-που κακό χρόνο να ‘χουνε όπως είπε μια χαμένη σήμερα ποιήτρια-

Πώς αρχίζανε τα λόγια να δεις:

Ξύπνα μωρό μου κι άκουσε…

Είχαμε μια φρεγάδα παιδιά…

Επέσατε θύματα αδέρφια εσείς-

Όχι δα, κανείς μας δεν έπεσε θύμα

ξέραμε μάλιστα πολύ καλά όλοι μας τότε τι κάναμε και τι δεν κάναμε

Ύστερα το τραγούδι που μου ζητάς πήγαινε νομίζω έτσι:

Μικρό κλαδάκι από ρεικιά

πάνω στη γη δεν πρόκειται να ξανασυναντηθούμε πια
Απόψε λοιπόν μου λες να σε ξανατραγουδήσω.

Φόρεσε όμως πρώτα την κορδέλα σου, βάλε λίγο κραγιόν, λίγο ρουζ
στα τραβηγμένα μάγουλά σου

πες μου πάλι πώς κοίταξε η Ίνγκριντ Μπέργκμαν τον Χώμφρεϋ Μπόγκαρτ

Και τι έκανε μετά ζαλισμένος αυτός

Και πώς γύρεψε ο Ξανθόπουλος (αφού απέκρουσε το κακομαθημένο
πλουσιοκόριτσο) από τον φίλο του τσιγάρο

-διάβασέ μου προ παντός μια σελίδα απ’ την Προδομένη Επανάσταση.

Κι εγώ τότε θα δω.

*Από την ενότητα “Παραγγελιά”, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Σημειώσεις”, τεύχος 42, Δεκέμβρης 1993. Εμείς το πήραμε από τον ‘Χαρτοκόπτη” του Γιώργου Χ. Θεοχάρη.

η οντολογία των Ταρκόφσκι

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Βλέπεις ότι το ποίημα
γεννήθηκε από μια γέννα
οδυνηρή,
εκεί όπου γλιστρώντας
στ’ ανάποδο πηγάδι,
αντί να κατακρημνίζεσαι
ανάλαφρα αιθεροβατείς,
ή όταν
του Αι Λάζαρου ανήμερα,
περνώντας απ’ το
γκρεμισμένο κουρείο,
ακούς τα ψαλίδια να χτυπούν
μ’ ακρίβεια χιλιοστού και τα μαλλιά σου ιδρώνουν
ένα πηχτό λάδι
που μυρίζει περγαμόντο•
τότε συνηθως
το τέλος υπόκειται στην ανάκριση
του χρόνου
κι ας λαχταρά να παραμένει
μια εκδοχή της αρχής
κι αντί
οι λέξεις να σκορπίζονται
για να χαϊδέψουν τη σαχλή ύπαρξη
ή τις χαδιάρες γάτες,
αρχίζουν να υπερασπίζονται
την απόγνωση
των ποιητών
ενόσω η Άρκτος περιστρέφεται γύρω απ’ τον πολικό αστέρα
καθ’ όλη τη διάρκεια
του αιώνα
τρίζοντας•
τότε
ακόμη και σαν ξυπνάς,
δε σταματάς να ονειρεύεσαι,
με την απλότητα ενός παιδιού,
όλες τις τούρτες γενεθλίων
να είναι φτιαγμένες με λέγκο τουβλάκια,
και τα κεριά να ακροβατούν στις φλόγες τους
σα σινικοί εναερίτες
που επισκευάζουν την ίδια τη ζωή•
παύεις πλέον…

View original post 43 more words

Μιχάλης Παπαδόπουλος, Τέσσερα ποιήματα


ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

τα ποιήματα που (δεν) διαβάζονται
είναι εκείνα που γράφτηκαν ακριβώς έτσι

Η ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΑΝΟΛΟΚΛΗΡΩΤΟΥ

Πάντα με ερέθιζε
η γοητεία των μισοτελειωμένων φράσεων
που αφήνουν διπλά απρόβλεπτο
και μετεωρισμένο
το αδύναμο του οριστικού νοήματος

ΓΡΑΦΩ…

Σημαίνει, εναντιώνομαι
στη νομοτέλεια του αναπόδραστου

ΕΚΔΟΧΕΣ ΕΝΟΣ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ

Μια πτώση
από δεκαπεντασύλλαβο
μια παραφωνία ομοιοκαταληξίας
το ποίημα γυρνάει μόνο του
δεν ξέρει να διαβάζεται, ούτε να θυμάται
αναδίνει την πενικιλίνη του εαυτού
ένα σχήμα στο χαρτί
και τίποτ’ άλλο

Παρά ταύτα
το ποίημα δεν έχει καμίαν εκδοχή
πάρεξ τη λιποταξία του ανέκδοτου
την αυτοδικία του ανυπόγραφου
την τυφλή δικαιοσύνη
του αναπόδραστου
την ανημπόρια να στέκει
και να κοιτάζεται μόνο
στον αδειανό
καθρέφτη του

*Από τη συλλογή “Εκδοχές ενός ποιήματος”, Εκδόσεις Φαρφυλάς, Ιούλος 2016.