Ιωάννης Ζουμπιάδης, Πρόσωπο της έλλειψης

Θα τυλίγομαι

σαν αλυσίδα χοντρή

γύρω θα δένομαι σφιχτά

από ανθρώπους

διότι της έλλειψης είμαι πρόσωπο.

Θα στέκομαι στην κρύα άκρη

για μία ματιά να εκλιπαρώ

σαν παιδί μικρό να αναμένω την αγκαλιά

η αποδοχή επάνω μου ευχάριστα να βρέχει.

Το αντίο θα δυσκολεύομαι

να εκφέρω
ο νους θα το απωθεί

μα πώς να προφέρω το αντίο

πώς στα χείλη τη λήξη να σταλάξω

πώς το τέλος να πιω;

Μα θα το πίνω άθελα ή μη

σαν το κώνειο θα εισέρχεται

θα νεκρώνουν τα αισθητήρια όργανα

οι μυϊκές δυνάμεις θα υπολείπονται

σπασμοί θα με κατακλύζουν, μετά ο ύπνος
και ως κατακλείδα ο θάνατος.

Σαν πρόσωπο

το οποίο δεν κατάφερε ουδέποτε

την έλλειψη να τιθασεύσει

και να εξουσιάσει την επάρκεια.

Σαν πρόσωπο που χωλαίνει

που δεν αποδίδει καλά τη ζωή

και με μόνιμη ψυχής αναπηρία πορεύεται.

* Ο ποιητής διατηρεί την ακόλουθη ιστοσελίδα: http://johnjohn22.wixsite.com/zoumpiadis-ioannis

Δημήτρης Τρωαδίτης, Τωρινές υπομνήσεις

τα μηνύματα που εξακοντίζει
ο αγέρας της άνοιξης
είναι κάλπικα
δεν φτάνουν στις ακρογιαλιές σου
το σώμα σου βολοδέρνει
αιωρείται σε πελάγη
αισθήσεων με αιθαλομίχλη
βάφεται κόκκινη η καρδιά σου
ελάχιστοι ανακυκλωμένοι ορίζοντες
πελαγοδρομούν σαν αντίκες
σε μπλάβες ανταύγειες
και υπολείμματα μνήμης

οι ανάσες σου μορφές ακαθόριστες
νησιά ανεξερεύνητα
με ονόματα που δεν ξέρεις
δεν μπορείς καν να τα προφέρεις
δεν υπάρχει ούτε ένα ανανήψαν νεκροταφείο
οι παλιοί μεγαλοπρεπείς σταυροί εξαφανίστηκαν
μεταμορφώθηκαν σε ψαράκια του γλυκού νερού
που εμφανίζονται κάθε τόσα χρόνια
γεμίζοντας φωσφόρο τα βλέφαρά σου
και σκόνη τα πνευμόνια σου

Αλέξης Γεωργαντάς, Γράφοντας στης Πολυδούρη τα Χαμένα

πρώτη γραφή/
Ευρέθη στα χαμένα/οι μοίρες δεν ενοχλούν πια/μακρεμένο χελιδόνι/ξέρεις,δεν ξέρεις/αν ήρθε,αν φεύγει/ευρέθη στα χαμένα/ένα Φθινόπωρο που άλλαξε/και αντι για το Φθι συνέχισε το καλο το καίρι

η ελπίδα ανταμώνει/ζυγώνει /θα σε ανταμώνει στου χρόνου την σωτηρία/στο ηλιοβασίλεμα της ίασης/στο φως-μεδούλι που ξεπλένει τα πρόσωπα το πρωί/ταξιδεύω στην αχρονη στάση του καιρού /εκεί που ΄ναι αποθηκευμένα όλα τα ξεχασμένα/ζωντανα τα βρήκα και μου ΄πανε πολλά/ένα γράμμα στην Μ.ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ πρωινό Σαββάτου/θα ψάχνω στην σωτηρία να βρω αν άφησες/ίχνη σου κάποια

δεύτερη γραφή/
μακρεμένο χελιδόνι//ξέρεις,δεν ξέρεις/αν ήρθε,αν φεύγει/με ποιές μοίρες ανταμώνει /δεν σ΄ενοχλεί πια/το Φθινόπωρο που σε αλλάζει/αντάμα/στου χρόνου /στην σωτηρία/στο φως-μεδούλι που ξεπλένει πρόσωπα το πρωί/άχρονη στάση του καιρού/αποθήκη ξεχασμένων/στην σωτηρία ψάχνω να βρω αν άφησες/ίχνη σου κάποια/γράμμα στην Μ.ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ πρωινό Σαββάτου

νεύμα στην Μ.ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ μεσημέρι Σαββάτου/
μακρεμένο χελιδόνι/στα άχρονα τοπία/στις αποθήκες ξεχασμένων/ σε ποιά σωτηρία υπάρχεις να βρω/ποιός ο αριθμός του δωματίου/ή άδειος από καιρό/κατσουφιάζει το περπάτημα μέχρι να βρει αυτό που θέλει/να βάφεις το δωμάτιο είδα σε ανοιχτό τόνο αφημάτων

βιβλίο Μ.ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ/ποιήματα εκδόσεις Γ.ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, σελίδα 33
Χαμένα

Προσμένω,ειν΄ή ψυχή μου ελπίδα,/στην νύχτα την τρισκοτεινή/τον ήλιο τέτοιον που προτοείδα/εκεί αντικρύ μου να φανή///////Προσμένω που σημαίνουν τώρα/στριγγές φωνές το χαλασμό,/προσμένω την γαλήνιαν ώρα,/το βραδυνό χαιρετισμό.////////Στην ξερασιά τώρα το χιόνι/ πώχει σα σάβανο απλωθή,/το μακρεμένο χελιδόνι/προσμένω πως θα ξανάρθη.///////Ολα προσμένω τα χαμένα/κ΄ η ελπίδα μάγισσα μια γριά/μου λέει πως έρχονται ολοένα/οι σκιές που χάνονται μακριά.

*Από εδώ: https://republicasentimiento.blogspot.com/2018/09/33.html

Neringa Abrutyte, Τρελά σοβαρή

ρωτάω αν ο πιωμένος
λέει μόνο αλήθεια
αλλά ο ξεμέθυστος σπάνια λέει αλήθεια
όταν ξυπνάει μετά την αλήθεια
ρώτησα ευθέως
ήτανλήθεια
απάντηση: πολύ αυθόρμητα το ειπες
ευθείς παντήσεις απαιτούν αλήθεια
και η αλήθεια είναι ετσι
δεν σημαίνει τιποτα να πεις ότι αγαπάς
γιατί η αγάπη είναι κάθε ειδου αλήθεια
άμεση και έμμεση
αγάπη για το να αγαπάς
λόγια και θέληση
να αγαπάς
προσπάθεια αν νιώθεις
και νιώθει
γιατί χρησιμοποιείς κάθε ευκαιρία
σκέψου λογικά
για την αλήθεια (αρέσεις: δε σου φτάνει αυτή η αλήθεια;)
όταν αρέσεις
ήμαρτο: τι αλήθεια!

*Από τη συλλογή “Το Φθινόπωρο του Παραδείσου”, Εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Ιούνης 2015.

Γιάννης Τσούτσιας, Σελήνης θρόισμα

Απόφαση ονείρου ανύποπτης ώρας,
τοπίου στιγμών έκρηξη δίνης,
συνόδου παλμών απάντηση αφής.

Σκόνη βροχής άυλου κήπου,
μισάνοιχτο φάσμα γύρης χρωμάτων,
δένδρου αλήθειας σταγόνες φιλιών.

Μετάλλαξης βήμα ήχων Σαββάτου,
ανάγλυφη σπίθα ρομφαίας συνόρων,
ορίζοντα νεύμα διαλόγων ακτής.

Την δύση αγγίζοντας,
μέρας σκιρτήματα κομματιών νύχτας,
τελευταίος καθρέφτης… τα μάτια σου.

*Από τη συλλογή “Λέξεις ομόκεντρες”, Εκδόσεις “Ποιήματα των Φίλων”, 2015.

Κατερίνα Κούσουλα, Τρία ποιήματα

ήσυχη

τελείωσαν όλα.
και τα τσιγάρα άκαφτα
και τα χαρτιά αδιάβαστα
άγραφα
οι αναμνήσεις άφαντες

απόηχων βόμβο η φωνή
ανθίζει ακροκέραμα

*

καταφύγιος κόσμος

στα χαρακώματα ξεχνά
ο κόσμος μου τον άλλο κόσμο
μέσα στη σκόνη που σκοτώνει
γλυφό κάτω νερό

δίπλα οι νεκροί κοιτούν συχνά
ή κι οι φωτογραφίες τους

*

πουλί του πρωινού

πουλί πρωί που κομματιάζεις ήχους
πάνω σε δέντρο σκαλωμένο σε κλαδί
ως αναστρέφεις το λαιμό κι αρχίζεις νέα λέξη
διάφανο πάντα αστράφτει το εννέα και μισή!

*Από τη συλλογή “θαυματουργή πλην έρημος”, Εκδόσεις Κουκίδα, 2018.

Νίκος Ζωιόπουλος, Δύο ποιήματα

το τραγούδι των βράχων

Έχεις ακούσει
Το Τραγούδι των Βράχων;
Το γοερό τους κλάμα τό ‘χεις ακούσει;
Τον αναστεναγμό της ακινησίας τους;
Τον άνεμο που αλύπητα τους χτυπά
τον έχεις ακούσει;
Το τρίξιμο λίγο πριν σπάσουν
Το μουρμουρητό τους με το κύμα
Τα χαλίκια που σπαρταράνε δίπλα τους
τα έχεις ακουσει;
Είναι δύσκολο να είσαι Βράχος

***

νεκρός

Νεκρός στους δρόμους
Με μια σφαίρα στο μυαλό
Λουφάζοντας στους υπονόμους
Λίγο κάτω απ’ την κοιλιά της μάνας μου.
Πικρή ανάσα, κόμπιασμα, θάνατος
Αέρας λίγος, φίμωμα, σιωπή
Αναπνοή κοφτή
Νεκρός, στιβαγμένος στα αποκαΐδια της χτεσινής μέρας.
Άνεμε, στα πνευμόνια γιατί δε φτάνεις;

*Από τη συλλογή “αέρας μεταλλικός”, Εκδόσεις t-short, Αθήνα, 2013.

Jacques Prévert, Πάτερ ημών

Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς
Κάτσε εκεί ψηλά
Κι εμείς θα μείνουμε στη γη
Που μερικές φορές είναι τόσο ωραία
Με τα μυστήρια της Νέας Υόρκης της
Κι ακόμα με τα μυστήρια των Παρισίων της
Που αξίζουν όσο κι εκείνο της Αγίας Τριάδος
Με το μικρό κανάλι της του Ουρκ
Το μακρύ τείχος της Κίνας
Τον ποταμό της του Μορλέ
Τις καραμέλες του Καμπρέ
Με τον Ειρηνικό της Ωκεανό
Και τις δύο λίμνες της του Κεραμεικού
Με τα καλά παιδιά της και τα κακά της υποκείμενα
Με όλα τα θαύματα του κόσμου
Που είναι εδώ
Απλώς πάνω στη γη
Στη διάθεση του καθενός
Σκορπισμένα
Όλο έκπληξη και τα ίδια που είναι τόσο θαυμάσια
Και που δεν τολμούν να το παραδεχτούν
Όπως ένα όμορφο γυμνό κορίτσι που δεν τολμά
να δείχνει τα κάλλη του
Με τις φριχτές αθλιότητες του κόσμου
Τις λεγεώνες
Με τους δικούς τους λεγεωνάριους
Με τους δικούς τους βασανιστές
Με τους κυρίαρχους αυτού του κόσμου
Τους κυρίαρχους με τους ιερείς τους και τους προδότες τους
και τους γαλονάδες τους
Με τις εποχές
Με τα χρόνια
Με τα ωραία κορίτσια και τα γέρικα κωθώνια
Με τ’ άχυρα της μιζέριας που σαπίζουν στ’ ατσάλι των κανονιών.

*Mετάφραση: gerontakos

Μια άλλη μετάφραση

Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς
Μείνε κει
Κι εμείς θα μείνουμε στη γη
Που ’ναι φορές φορές τόσο όμορφη
Με τα Μυστήρια της Νέας Υόρκης της
Και με τα Μυστήρια των Παρισίων της
Αντάξια με τα Μυστήρια της Τριάδας
Με το μικρό κανάλι της στην Ουρκ
Με το μεγάλο σινικό της τείχος
Τον ποταμό της στο Μορλέ
Με τις μέντες του Καμπρέ
Με τον Ειρηνικό της Ωκεανό
Και τις δυο στέρνες του Κεραμεικού
Με τα παιδάκια τα καλά και με τα κωλοπαίδια
Μ’ όλα τα θαύματα του κόσμου
Που ’ναι εδώ
Απλά πάνω στη γη
Χαρισμένα σ’ όλο τον κόσμο
Σκορπισμένα
Μαγεμένα κι αυτά τα ίδια με την ομορφιά τους
Και που δεν τολμούν να τ’ ομολογήσουν
Όπως κορίτσι όμορφο
Που δεν τολμά να δείξει το κορμί του γυμνό
Με τ’ ανυπόφορα κακά του κόσμου
Λεγεώνες ολόκληρες
Με τους λεγεωνάριούς τους
Με τους βασανιστές τους
Με τους αφεντάδες τούτου του κόσμου
Τους αφεντάδες με τους παπάδες τους, τους χαφιέδες
Και τους καραβανάδες τους
Με τις εποχές
Με τα χρόνια
Με τα όμορφα κορίτσια και τους μάπες
Με το σαράκι της μιζέριας που σαπίζει μέσα στ’ ατσάλι
Των κανονιών.

*Μετάφραση: Δημήτρης Καλοκύρης.

No 132 (ευχαριστώ)

alexandrosmilioridis's avataralexandros milioridis

Πήρα
μια τυρόπιτα,
κερασμένη,
όχι δεν έκανα τίποτα,
ούτε βαθιά ούτε πιο μέσα,
απλά τριάντα χρόνια τώρα από το μαγαζί της την αγοράζω.
Αυτή σαν Βατικανό,
μια τελετή:
πλήρωνα,
γυρνούσε τον κώλο για να ρέστα,
ξαναγυρνούσε
για να μου τα δώσει.
Ολόκληρες λίστες εγώ με τα κυλοτάκια της,
μέγεθος,
χρώμα,
ύφασμα.
Τα μάτια μου,
Τούμπα – Βαρδάρη,
τίμια και πρόστυχα.
Και σαν αναπάντητη κλίση
πριν λίγο καιρό,

χαστούκισα ένα γιατρό,
τσίμπησα και μια νοσοκόμα για χάρη της,
να την εξετάσουν πριν να
είναι αργά,
έπαθε ένα ελαφρύ εγκεφαλικό.
Έτυχε να είμαι στο μαγαζί.
Και είναι σήμερα που
μου είπε,
ξέρεις,
από μένα η τυρόπιτα.
Έφυγα τροχάδην,
για γενική αίματος και ούρων τουλάχιστον,
για το κορμί μου;
μπα,
για τη ψυχή μου μόνο.

(alexmil)

View original post