Γιώτα Αργυροπούλου, Τρία ποιήματα

Νεραντζούλα

Τα παιδικά μας χρόνια
κοιμούνται σε άνθη νεραντζιάς
σε τρυφερά σεντόνια
και σε αναπαίσθητο άνεμο
αναδεύονται
ξυπνάνε.

Κι ο ύπνος μας είναι ελαφρύς
κι όσο περνούν τα χρόνια
λιγοστεύει.

Σε παρακαλώ βοριά μου
φύσα ταπεινά.

***

Γερακίνα

Μάτι γερακίνας
καθαρό πετράδι
μοίραζε ουρανό.

Παλιά το δίκαιο του ουρανού
το είχαν ορίσει τα πουλιά.

***

Ομόνοια 1980

Κλείνουν στου Μπακάκου
ραντεβού
η Σπάρτη και τα Γιάννενα
ο Βόλος και η Ξάνθη.

Γωνία
κεντρική ιδέα της Ελλάδας.

*Από τη συλλογή “Νερά απαρηγόρητα”, Εκδόσεις Πλανόδιον, 2004.

Πόπη Γιόκαλα, Δύο ποιήματα

Αιωνιότητα

Από μακριά ακούγεται το θρόισμα της αιωνιότητας
Χαμένη στο άπειρο
Πιστεύει στο Απίστευτο που είναι η πιο αληθινή μας ιστορία.
Πιστεύει στο φεγγάρι όταν πέφτει στη θάλασσα
Και τή βροχή που μιλάει για τα θλιμμένα βράδια.

Βόλτα

Το ποίημα είναι νύχτα!
Μία περιπλάνηση σε έρημους δρόμους…
Όπου η ζωή χορεύει το δικό της Ρυθμό.
Σκορπισμένα όνειρα στα πόδια…
Περπατά απαλά…
Γιατί μπορεί να τα πατήσει.
Κοιτάει ψηλά πολλές φορές
Για να μπορέσει να δει τον ουρανό στολισμένο.

Ρί­τσαρντ Μπρό­τιγ­καν (Richard Brautigan): Ὁ ἐ­πι­ταγ­μέ­νος πα­ρα­μυ­θάς

planodion's avatarΠλανόδιον - Ιστορίες Μπονζάι

Ρί­τσαρντ Μπρό­τιγ­καν (Richard Brautigan)

Ὁ ἐ­πι­ταγ­μέ­νος πα­ρα­μυ­θάς

(The Conscripted Storyteller)

«ΤΡΥΠΟΚΑΡΥΔΟΣ εἶ­σαι;» ρώ­τη­σα.

            «Ὄ­χι», εἶ­πε. «Εἶ­μαι κο­ρι­τσά­κι. Ποῦ χά­θη­κες τώ­ρα τε­λευ­ταῖ­α, Κύ­ρι­ε;»

            Στε­κό­μουν στὸ τμῆ­μα λο­γο­τε­χνί­ας τῆς δη­μο­τι­κῆς βι­βλι­ο­θή­κης καὶ δι­ά­βα­ζα ἕ­να βι­βλί­ο τοῦ Γου­ό­τσον Τ. Σμὶθ Μπρά­ουν­λι στὸ ὁ­ποῖ­ο δι­α­τύ­πω­νε, μὲ ἀ­πο­λύ­τως λο­γι­κὸ τρό­πο, τὴν ἰ­δέ­α ὅ­τι ὅ­λοι οἱ συγ­γρα­φεῖς καὶ ποι­η­τὲς θὰ ἔ­πρε­πε νὰ στα­μα­τή­σουν νὰ γρά­φουν κι ἀν­τὶ γι’ αὐ­τὸ νὰ ἐ­πι­δο­θοῦν στὸ χτί­σι­μο μὲ τοῦ­βλα. Ἤ­μουν πά­ρα πο­λὺ ἀ­πορ­ρο­φη­μέ­νος ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο, τὴν ὥ­ρα ποὺ κά­ποι­ος ἄρ­χι­σε νὰ μοῦ χτυ­πᾶ ἐ­λα­φρά το πό­δι. Ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ ἐ­νῶ δι­ά­βα­ζα κά­ποι­ο βι­βλί­ο στὴ βι­βλι­ο­θή­κη κά­ποι­ος μοῦ χτυ­ποῦ­σε τὸ πό­δι. Ἤ­μουν πε­ρί­ερ­γος νὰ δῶ τί συμ­βαί­νει. Κοί­τα­ξα πρὸς τὰ κά­τω καὶ εἶ­δα ἕ­να κο­ρι­τσά­κι μὲ ξαν­θὰ μαλ­λιά, πρά­σι­νο φό­ρε­μα καὶ μπλὲ μά­τια νὰ χτυ­πᾶ ἐ­λα­φρά το πό­δι μου μὲ τὸν δεί­κτη τοῦ χε­ριοῦ του.

            «Ποῦ ’­ναι ἡ μη­τέ­ρα σου, κο­ρι­τσά­κι;» ρώ­τη­σα.

            «Γιὰ ψώ­νια»…

View original post 796 more words

Ρογήρος Δέξτερ, Σχεδίες

Poor Man’s Blues (IV)

Δε με βαστάει ο τόπος
Είπε η καρδιά του καθώς μεγάλωνε
Για να χωρέσει τόσες θλίψεις
Όσες και τ’ άστρα τ’ ουρανού •
Γιατί γενεές έρχονται και παρέρχονται
Σαν τα φύλλα των δέντρων
Και η σκόνη των άστρων γίνεται γύρη
Και μόνο η καρδιά δε λησμονά
Λόγια σα βέλη που τη γύρευαν
Δυο νύχτες να τη θανατώσουν.

Poor Man’s Blues (X)

Δεν ξέρω
Αν θα τελειώσει κάποτε ο χαμός μου
Ή άλλα μαρτύρια θ’ αρχίσουν να με τριβελίζουν
Και μήπως εμένα τάχα με ξεχάσουν
Για να σωθώ οι Μοίρες
Που κόβουν τις χαρές και ράβουν τις λύπες
Στο ριζικό των ανθρώπων
Γιατί εδώ δεν έχει κοιμητήρι η γαλήνη
Σ’ αυτόν τον ύπνο όπου βαθιά κοιμάμαι
Αγαπημένη θύμηση που έμαθες
Μέχρι και στα όνειρά μου
Καρφί το καρφί
Και αγκάθι το αγκάθι
Να με θανατώσεις.

“Οι εντυπώσεις ενός πνιγμένου” (Β’)

Ακόμη και μέσα στο όνειρο
Η καρδιά μου βαριά
Και το σώμα ασήκωτο
Κανείς δε θα βαστάξει πια
Αυτές τις σκέψεις
Κανένα κλαδί δε θα κρατήσει
Αυτό το βάρος
Αν το κρεμάσω τώρα στα δέντρα
Όπου συνηθίζουν να εκκρεμούν
Πετράδια σα χαμόγελα
Τα κορίτσια τραγουδώντας γλυκά
Τον ίμερο ή την αγάπη •
Είπε μέσα στον ύπνο του
Κι έπεσε πάλι να πνιγεί
Στον ίδιο παλιό καημό.

ΠΑΡΑΜΥΘIΑ (ΙΘ’)

Αυτό ας ήταν το στερνό μου τραγούδι
Αρκεί να με άκουγες μια φορά
Δίχως φωνή να τραγουδώ σα να διαβάζω
Τα τελευταία μου λόγια
Πριν το τσάκισμα τού αιώνα
Γιατί για σένα τραγουδώ
Και ας μην το νιώθεις
Εδώ στο δάσος
Όπου τις νύχτες αηδονίζουν
Πουλιά ή νεράιδες
Μέσα στα χρώματα που άνθισαν
Στη σκέψη τής Άνοιξης που δεν ήρθε ακόμη
Και ακόμη να βρεθώ
Στη λογική τού πλήθους που κυνηγά τον άνεμο
Μήπως με σύρει έτσι το ποτάμι
Στην πιο όμορφη θάλασσα τού κόσμου•
Και τί στ’ αλήθεια γυρεύω
Μετά από τόσο διάστημα και χρόνο
Να θυμηθώ ή να ξεχάσω
Ψάλλοντας κάτω από τις φυλλωσιές
Τη μια χορδή χτυπώντας
Στην ξεχαρβαλωμένη μου κιθάρα
Στο αφτί των χαμένων αισθήσεων
Όπου εσύ δεν ακούς, τυφλή μου καρδιά
Κι εγώ σε λίγο
Ίσως σταματήσω να μιλώ.

Λίνα Βαταντζή, Τρία ποιήματα


Στομφώδες διάγγελμα

Τον θάνατο των αισθημάτων
δημοσιοποίησες

σμιλεμένο ποίημα-φραγγέλιο ήχων.
Αντιληπτός έγινες.

Υποχωρώ.

***

Σθένος

Βάλλομαι πανταχόθεν
Ατελέσφορες οι προσπάθειές σας

Το ρολόι μου
Ακινητοποίησα

Σημαίνει δώδεκα ακριβώς.

***

Φρούδες δράσεις

Φωνήεν σύμφωνο

γέφυρα συμβόλων


Πέταλα φύλλα
κήπος αειθαλής

Λατύπη δίοδος
δρόμος ευθύς


Όχθη ορίζοντα
ακατάληπτο κενό

Μουδιασμένο το αηδόνι
αποχαιρετισμός

Μαρία Αθ. Ροδοπούλου, Δύο ποιήματα

Το βράδυ έρχεται, σκέφτεται
με τα δάχτυλα απασχολημένα στην νεκρή σάρκα,
και πρέπει να ετοιμάσει το δείπνο
μην τυχόν και βρει το δρόμο
το ξεριζωμένο της πλευρό

Είναι η αγαπημένη
της αφορισμένης ψευδαίσθησης

***

Όταν ήταν νέος στάθηκε ακίνητος
ίσαμε να λιώσει μια μικρή νιφάδα
Όσο αυτή καιγόταν εκείνος πάγωνε
Την άφηνε να φύγει
με ένα καρφί στο στήθος
για ν’ αναχαιτίζει την φλόγα
Δεν ήταν τίποτα άλλο
από ένα υποψήφιο όνειρο
που έμεινε μεταξεταστέο στον καρπό του

*Από τη συλλογή “Μοναχικοί Πρωτόπλαστοι”, Εκδόσεις Εδέμ Μηδέν, Αθήνα 2014.

Νο 133 (φωνές)

alexandrosmilioridis's avataralexandros milioridis

Δώστο
μου,
δώσε μου γρήγορα το πιτόγυρο,
απόρησα,
γύρισα να κοιτάξω σαν
ιππότης
με πανοπλία
αργά αλλά σταθερά,
δεν είδα
κανένα,
πεινώ σκέφθηκα.
Nορμάλ αν σκεφτείς πώς βαρούσα ένα ξενύχτι στην πασαρέλα της αναμονής.
Έχασα
το τραίνο,
κατάπια την τρέλα αυτών που με μισούν
και βρέθηκαν
όλα σε παράξενες αναλογίες.
Τώρα στα ακουστικά ακούω τζαζ από την πρώην ΛΔΓ,
Έ ψιτ
κωλόγερε,
τώρα η φωνή ακούγεται σαν από ηχοσύστημα του 70.
Και πάλι
γυρνώ,
πάλι με στυλ
και με προσπάθεια να μην τα σκατώσω αυτή τη φορά.
Πάλι δεν
ήταν κανείς.
Τώρα,
δεν πεινώ καθόλου.

(alexmil)

View original post

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Μόλις η ιστορία διαπράξει τον ρόλο της
είτε με την θέλησή μας ή χωρίς αυτήν
έχουμε ήδη προσφέρει στην κρίση μας
κάθε πιθανή της αφήγηση
αδυνατώντας να μην συμπεριληφθούμε
στα πιο ζωτικά της μέρη.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο η κάθε ιστορία
αποτελεί μια διαδοχή προσώπων.
Κατά τον ίδιο τρόπο κάθε ιστορία
τελειώνει και αρχίζει με σένα.

View original post

Σαμσών Ρακάς, Από το «Ούτις»

«[…]

κι ένιωσα να μπαίνω πού;
στο Τεκτονείον μέσα
και να κοιτώ από μια γωνιά
τους εβδομήντα δύο μάστορες
να κουβεντιάζουν όρθιοι
σε τράπεζα μακρόστενη
που πάνω της είχαν απλώσει τι;
τη μακέτα της γης

–διαφωνούσαν για το χρώμα του χώματος που θα επέλεγαν–

και τότε κάποιος ξεκλείδωσε το συρταράκι από κάτω
τρίζοντας βγήκε προς τα έξω
κι είδα μέσα με τα μάτια μου τη Σολομωνική
να ξαπλώνει με σαγήνη πάνω στην Παλαιά Διαθήκη

είχανε συμπεθεριάσει για τα καλά
ή μήπως ζευγαρώσει;
πάντως τρόμαξα
ένα επιφώνημα το ‘σκασε απ’ τα σπλάχνα μου
όλοι οι μάστορες γύρισαν προς εμένα
κι είδα τα μάτια τους πέτρινα μέσα
λίθινα τα βλέφαρά τους

ρίξαν ένα σάβανο να κρύψουν τη μακέτα
άρον άρον με διώξανε από κει

[…]»

σελ. 79

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΟ

«θα σε πάρω τηλέφωνο αύριο», είπες
και απομακρύνθηκες αργά
λες και τραβούσε από απέναντι ο Κιούμπρικ

σε πίστεψα
ανέβαλα τη μέρα μου να κάνω πρόβα
σαν ξεπεσμένος ήρωας του Τζάρμους
αυτό το «σε περίμενα»
όταν θα σήκωνα το ακουστικό

ποτέ μου δεν το σήκωσα
περίμενα για ώρες αμοντάριστος
βάφτισα το οσονούπω ρήμα
μέχρι που απελπίστηκα
κάπου προς το χάραμα εκεί
πάνω στην αλλαγή του ταρκοφσκικού πλάνου
αισθάνθηκα μια προδοσία μικρή
ήταν που σ’ είχα πιστέψει
δε φταις εσύ
δικό μου εντελώς το φταίξιμο
πώς να στο εξηγήσω;
μια προδοσία μικρή
σα να μαθαίνεις ξαφνικά
πως μια αγαπημένη σου ταινία
πηγαίνει
για
όσκαρ

σελ. 100

*https://www.mixcloud.com/%CF%83%CE%B1%CE%BC%CF%83%CF%8E%CE%BD-%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%AC%CF%82/%CE%BF%CF%85%CF%84%CE%B9%CF%83-the-performance/?utm_campaign=notification_new_upload&utm_medium=email&utm_source=notification&utm_content=html

**Περισσότερα στην ιστοσελίδα των Εκδόσεων Υποκείμενο: http://ypokeimeno.com/parastasi/