Από μακριά ακούγεται το θρόισμα της αιωνιότητας
Χαμένη στο άπειρο
Πιστεύει στο Απίστευτο που είναι η πιο αληθινή μας ιστορία.
Πιστεύει στο φεγγάρι όταν πέφτει στη θάλασσα
Και τή βροχή που μιλάει για τα θλιμμένα βράδια.
Βόλτα
Το ποίημα είναι νύχτα!
Μία περιπλάνηση σε έρημους δρόμους…
Όπου η ζωή χορεύει το δικό της Ρυθμό.
Σκορπισμένα όνειρα στα πόδια…
Περπατά απαλά…
Γιατί μπορεί να τα πατήσει.
Κοιτάει ψηλά πολλές φορές
Για να μπορέσει να δει τον ουρανό στολισμένο.
Δε με βαστάει ο τόπος
Είπε η καρδιά του καθώς μεγάλωνε
Για να χωρέσει τόσες θλίψεις
Όσες και τ’ άστρα τ’ ουρανού •
Γιατί γενεές έρχονται και παρέρχονται
Σαν τα φύλλα των δέντρων
Και η σκόνη των άστρων γίνεται γύρη
Και μόνο η καρδιά δε λησμονά
Λόγια σα βέλη που τη γύρευαν
Δυο νύχτες να τη θανατώσουν.
Poor Man’s Blues (X)
Δεν ξέρω
Αν θα τελειώσει κάποτε ο χαμός μου
Ή άλλα μαρτύρια θ’ αρχίσουν να με τριβελίζουν
Και μήπως εμένα τάχα με ξεχάσουν
Για να σωθώ οι Μοίρες
Που κόβουν τις χαρές και ράβουν τις λύπες
Στο ριζικό των ανθρώπων
Γιατί εδώ δεν έχει κοιμητήρι η γαλήνη
Σ’ αυτόν τον ύπνο όπου βαθιά κοιμάμαι
Αγαπημένη θύμηση που έμαθες
Μέχρι και στα όνειρά μου
Καρφί το καρφί
Και αγκάθι το αγκάθι
Να με θανατώσεις.
“Οι εντυπώσεις ενός πνιγμένου” (Β’)
Ακόμη και μέσα στο όνειρο
Η καρδιά μου βαριά
Και το σώμα ασήκωτο
Κανείς δε θα βαστάξει πια
Αυτές τις σκέψεις
Κανένα κλαδί δε θα κρατήσει
Αυτό το βάρος
Αν το κρεμάσω τώρα στα δέντρα
Όπου συνηθίζουν να εκκρεμούν
Πετράδια σα χαμόγελα
Τα κορίτσια τραγουδώντας γλυκά
Τον ίμερο ή την αγάπη •
Είπε μέσα στον ύπνο του
Κι έπεσε πάλι να πνιγεί
Στον ίδιο παλιό καημό.
ΠΑΡΑΜΥΘIΑ (ΙΘ’)
Αυτό ας ήταν το στερνό μου τραγούδι
Αρκεί να με άκουγες μια φορά
Δίχως φωνή να τραγουδώ σα να διαβάζω
Τα τελευταία μου λόγια
Πριν το τσάκισμα τού αιώνα
Γιατί για σένα τραγουδώ
Και ας μην το νιώθεις
Εδώ στο δάσος
Όπου τις νύχτες αηδονίζουν
Πουλιά ή νεράιδες
Μέσα στα χρώματα που άνθισαν
Στη σκέψη τής Άνοιξης που δεν ήρθε ακόμη
Και ακόμη να βρεθώ
Στη λογική τού πλήθους που κυνηγά τον άνεμο
Μήπως με σύρει έτσι το ποτάμι
Στην πιο όμορφη θάλασσα τού κόσμου•
Και τί στ’ αλήθεια γυρεύω
Μετά από τόσο διάστημα και χρόνο
Να θυμηθώ ή να ξεχάσω
Ψάλλοντας κάτω από τις φυλλωσιές
Τη μια χορδή χτυπώντας
Στην ξεχαρβαλωμένη μου κιθάρα
Στο αφτί των χαμένων αισθήσεων
Όπου εσύ δεν ακούς, τυφλή μου καρδιά
Κι εγώ σε λίγο
Ίσως σταματήσω να μιλώ.
Το βράδυ έρχεται, σκέφτεται
με τα δάχτυλα απασχολημένα στην νεκρή σάρκα,
και πρέπει να ετοιμάσει το δείπνο
μην τυχόν και βρει το δρόμο
το ξεριζωμένο της πλευρό
Είναι η αγαπημένη
της αφορισμένης ψευδαίσθησης
***
Όταν ήταν νέος στάθηκε ακίνητος
ίσαμε να λιώσει μια μικρή νιφάδα
Όσο αυτή καιγόταν εκείνος πάγωνε
Την άφηνε να φύγει
με ένα καρφί στο στήθος
για ν’ αναχαιτίζει την φλόγα
Δεν ήταν τίποτα άλλο
από ένα υποψήφιο όνειρο
που έμεινε μεταξεταστέο στον καρπό του
*Από τη συλλογή “Μοναχικοί Πρωτόπλαστοι”, Εκδόσεις Εδέμ Μηδέν, Αθήνα 2014.
Δώστο μου, δώσε μου γρήγορα το πιτόγυρο, απόρησα, γύρισα να κοιτάξω σαν ιππότης με πανοπλία αργά αλλά σταθερά, δεν είδα κανένα, πεινώ σκέφθηκα. Nορμάλ αν σκεφτείς πώς βαρούσα ένα ξενύχτι στην πασαρέλα της αναμονής. Έχασα το τραίνο, κατάπια την τρέλα αυτών που με μισούν και βρέθηκαν όλα σε παράξενες αναλογίες. Τώρα στα ακουστικά ακούω τζαζ από την πρώην ΛΔΓ, Έ ψιτ κωλόγερε, τώρα η φωνή ακούγεται σαν από ηχοσύστημα του 70. Και πάλι γυρνώ, πάλι με στυλ και με προσπάθεια να μην τα σκατώσω αυτή τη φορά. Πάλι δεν ήταν κανείς. Τώρα, δεν πεινώ καθόλου.
Μόλις η ιστορία διαπράξει τον ρόλο της
είτε με την θέλησή μας ή χωρίς αυτήν
έχουμε ήδη προσφέρει στην κρίση μας
κάθε πιθανή της αφήγηση
αδυνατώντας να μην συμπεριληφθούμε
στα πιο ζωτικά της μέρη.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο η κάθε ιστορία
αποτελεί μια διαδοχή προσώπων.
Κατά τον ίδιο τρόπο κάθε ιστορία
τελειώνει και αρχίζει με σένα.
κι ένιωσα να μπαίνω πού;
στο Τεκτονείον μέσα
και να κοιτώ από μια γωνιά
τους εβδομήντα δύο μάστορες
να κουβεντιάζουν όρθιοι
σε τράπεζα μακρόστενη
που πάνω της είχαν απλώσει τι;
τη μακέτα της γης
–διαφωνούσαν για το χρώμα του χώματος που θα επέλεγαν–
και τότε κάποιος ξεκλείδωσε το συρταράκι από κάτω
τρίζοντας βγήκε προς τα έξω
κι είδα μέσα με τα μάτια μου τη Σολομωνική
να ξαπλώνει με σαγήνη πάνω στην Παλαιά Διαθήκη
είχανε συμπεθεριάσει για τα καλά
ή μήπως ζευγαρώσει;
πάντως τρόμαξα
ένα επιφώνημα το ‘σκασε απ’ τα σπλάχνα μου
όλοι οι μάστορες γύρισαν προς εμένα
κι είδα τα μάτια τους πέτρινα μέσα
λίθινα τα βλέφαρά τους
ρίξαν ένα σάβανο να κρύψουν τη μακέτα
άρον άρον με διώξανε από κει
[…]»
σελ. 79
ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΟ
«θα σε πάρω τηλέφωνο αύριο», είπες
και απομακρύνθηκες αργά
λες και τραβούσε από απέναντι ο Κιούμπρικ
σε πίστεψα
ανέβαλα τη μέρα μου να κάνω πρόβα
σαν ξεπεσμένος ήρωας του Τζάρμους
αυτό το «σε περίμενα»
όταν θα σήκωνα το ακουστικό
ποτέ μου δεν το σήκωσα
περίμενα για ώρες αμοντάριστος
βάφτισα το οσονούπω ρήμα
μέχρι που απελπίστηκα
κάπου προς το χάραμα εκεί
πάνω στην αλλαγή του ταρκοφσκικού πλάνου
αισθάνθηκα μια προδοσία μικρή
ήταν που σ’ είχα πιστέψει
δε φταις εσύ
δικό μου εντελώς το φταίξιμο
πώς να στο εξηγήσω;
μια προδοσία μικρή
σα να μαθαίνεις ξαφνικά
πως μια αγαπημένη σου ταινία
πηγαίνει
για
όσκαρ