Γρηγόρης Σακαλής, Σούρουπο
Σ΄ένα παγκάκι
στην πλατεία
μόνος, σούρουπο
τότε που η θλίψη
γίνεται ανυπόφορη
και τα κλαδιά των δέντρων
σε σκεπάζουν λυπημένα
κοιτάς τον κόσμο γύρω σου
που περνάει αδιάφορος
ψάχνεις να βρεις
κάποιο φίλο ή γνωστό
να μιλήσεις
μα δεν βρίσκεις
τραβάς σ΄ένα μαγέρικο
τρως μια φορά τη μέρα
ένα πιάτο φαϊ
και λίγο κρασί
για συντροφιά
αργά πηγαίνεις μια βόλτα
στο πάρκο
πλήρης ησυχία, ερημιά
γυρίζεις σπίτι
άλλο ένα κρασί
και σκέφτεσαι
ότι όποιος λέει
ότι αγάπησε τη μοναξιά του
απατάται ή εξαπατά.
Συνέντευξη της πρωτοεμφανιζόμενης Fay Ntan στον Π.΄Ενιγουεϊ
Η πρωτοεμφανιζόμενη πεζογράφος μικροδιηγημάτων FayNtan, ως προσωπικότητα, είναι μετριοπαθής, χαμηλών τόνων και απεχθάνεται τη δημοσιότητα, γι’ αυτό και τα κείμενά της δεν τα δημοσιεύει σε περιοδικά και ιστολόγια, παράμόνο στην προσωπική της σελίδα στο Facebook. Με πολύ δυσκολία κατάφερα να μου παραχωρήσει την πρώτης της (και πρώτη μου) γραπτή συνέντευξη. Αλλά, πριν σας τη συστήσω, ιδού ένα δείγμα (ή δήγμα;) της δουλειάς της, τρία μικροδιηγήματα που επέλεξα από τη σελίδα της στο διαδίκτυο. Την ευχαριστώ πολύ.
[Άτιτλο 1]
Την αγαπούσα τη σκατούλα. Είχε δυομάτια αλλήθωρα και κάτι πατομπούκαλα χοντρά, δεν έβρισκε την τρύπα της καλά καλά. Και ο άλλος φλωρούμπας ήτανε, πρώτος στο σχολείο, λευκό γιακαδάκι αλέκιαστο, τρίχα κόκαλο. Πήγαν τα ζαβά κι ερωτεύτηκαν, και, κάθε που σχολούσαμε, κρύβονταν στην αποθήκη, και να δεις πώς έκαναν φιλιά! Ποιος είδε ξένη ευτυχία και δεν τηζήλεψε; Χώθηκα ανάμεσα.«Έλα, Φανούλα, πάνε κατά κει, αυτά δεν είναι σωστά, είπε η δικιά μου η μυγιάγγιχτη. Ε, Θανασάκη, άσ’την αυτήν. Κοίτα, έχω ανάμεσα στα πόδια μου έναν κουμπαρά. Αν καταφέρεις να βγάλεις χρήμα, θα φάμε ένα τσούρμο παγωτά. Να δεις πώς έσκαβε όλη τη μέρα ο Θανασάκης, τι γλώσσα, τι χέρια, τι κλειδιά, πάπαλα λεφτά. Μεταξύ μας, ακόμη κλαίει το Αλικάκι. Μεγάλωσε, πέταξε τα γυαλιά, κι όλο σπαράζει τον Θανασάκη και της πόρνης φίλης την καρδιά.
[Άτιτλο 2]
Πρώτος μάγκας ήταν ο Μιμάκος, κι ας καμιά φορά του ’φευγε λίγο χτυπητά η δεξιά πλευρά. Ήταν από το πολύ σουράτι. Έξι δεκαετίας να αλαλιάζει τον ντουνιά, εύκολο πράγμα δεν ήταν. Τον είχε γκόμενο μισή ζωή η γιαγιά. Την πηδούσε, κι όταν δεν την έκανε πια κέφι – είχε γίνει θρήσκα, βαριά, ασήκωτη κι υστερική–, πήγε και μπερδεύτηκε με τη μάνα μου. Φοράδα την ανέβαζε, φοράδα την κατέβαζε. Δώσ’ του και μούγκριζε αυτή και χτυπιόταν σαν δαμάλα στο κρεβάτι. Όταν πήραν να σκαν’ τα στήθια μου, για έλα κοντά εσύ, είπε, και τις έκανε και τις δυο στην άκρη. Έβγαλε, είχε στην τσέπα έναν αιχμηρό σουγιά. Ή θα κάτσεις στον Μιμάκο ή θα σου χαράξει μια σειρά. Γω το νάζι το’χα εύκολο, άρχισα να κουνιέμαι πίσω μπρος σαν τρικυμιασμένο βαπόρι, έτριβα την κιλότα μου στο γόνατό του, ήρθε και θόλωσε ο Μεμάς. Μ’ άρπαξε απ’ το λαιμό. Αυτά κάνεις, μωρή κοκότα, σε όλους; Όχι, θείε Μιμάκο. Εγώ εσένα μόνο αγαπώ. Τη γλίτωσα εκείνη τη φορά, μα, αν κανείς ποτέ με ψάξει, θα βρει στο αριστερό καπούλι μου επάνω χαραγμένο ένα σταυρό.
[Άτιτλο 3]
Πω, Φανούλα, τι άντρας αυτός ο Αντρέας, τρεμούλιαζαν μικρές μεγάλες. Μένα δεν ήταν ποτέ ο τύπος μου. Εγώ κάτι Άκηδες γυπαετούς στην πίστα πήγαινα χρόνια μετά και τον Πάγκαλο όταν φορούσε μπουρνούζι. Μα εκείνο το νεύμα στη Μιμή που εμίσησαν, εγώ κόπηκα! Και να ’σαι η Μιμή και να ’ναι ο άντρας που γουστάρεις μπροστά σε τηλεοράσεις, σε γυναίκες, παιδιά, ανίψια, κάθε ηθικοπουριτανικό ανθρωπάκι της χώρας, και να κάνει το νεύμα. Εκεί παραδέχτηκα κι είπα αυτός είναι άντρας με βάρος και ταμπέλα. Κι αν κι ήμουν, πόσο να ’μουν, παιδί μια φορά, άκουγα να τον κατηγορούν κι έλεγα μέσα μου μπράβο, μάγκα, μπράβο, μάγκα μπεσαλή, γιατί σαν τον έρωτα δεν έχει στην παλιοζωή.
(3/9/2018)
Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σου συγγραφείς; Από ποιους έχεις επηρεαστεί;
Τα Άρλεκιν πιάνουν; Δεν θυμάμαι βέβαια τους γραφιάδες των, αλλά ένα εσωτερικό εκτόπισμα, που πήρε χρόνια να ξεθυμάνει, το είχαν. Άντε και ποίηση. Άγνωστων, άσημων και ξεχασμένων. Έβρισκα τα βιβλία τους σε ξεφτίλα τιμές. Τα αγόραζα από οίκτο. Κάποιος έπρεπε να τα διαβάσει. Ύστερα ήρθαν οι Ρώσοι – όχι οι Ρώσοι δεν ήρθαν ποτέ, αμοιβαία αντιπάθεια και βάλε. Βαριέμαι τους κλασικούς ανά τον κόσμο. Μικρή εξαίρεση ο Τζον Ντον Πάσος, αλλά αυτός είναι κλασικός; Το κούρασα. Δεν ήταν ένας. Αλίμονο αν ήταν ένας. Δεν είμαι μονογαμική. Ούτε κάποιοι. Αλίμονο αν ήταν κάποιοι. Ήταν πολλοί. Αρκετοί για να χωρέσουν μέσα μου. Αρκετοί να αφήσουν κάτι, κάτι να μου πάρουν. Μόνο έτσι λειτουργεί η ανάγνωση. Οδυνηρά αμφίδρομα.
Τι καινούριο μας προτείνεις να διαβάσουμε;
Δεν έχω ιδέα. Δεν παρακολουθώ τις τάσεις – μόδες της εποχής. Εκτός απ’ τα παπούτσια. Αντιπαθώ τα κακόγουστα παπούτσια, αν και συχνά τα φορώ. Α, αυτή Η Κάρι μας, δενείναι καινούριο βιβλίο, αλλά τελευταία έσκασε, μ’ αρέσει, νομίζω.
Τα μικροδιηγήματά σου δεν ξεπερνούν ποτέ τις διακόσες λέξεις. Μερικά είναι δύο ή τριών προτάσεων. Συγκαταλέγονται στην υποκατηγορία «υπερ-μικρόδιήγημα», που, προσωπικά, τη θεωρώ πολύ δύσκολη. Το επιλέγεις συνειδητά ή απλώς σε εκφράζει καλύτερα;
Γιατί να θέλεις να διαβάσεις κάτι που βαριέμαι να γράψω; Γιατί να ζοριστώ παραπάνω από δέκα σειρές; Κι έπειτα, αν είναι να το πιάσεις, θα το πιάσεις με το που ανοίξω το στόμα μου. Στα μαθηματικά ο δάσκαλος με έπαιρνε κοντά του. Κοίτα να δεις, Φαίη, μπλα, μπλα, μπλα, αναλύσεις επί των αναλύσεων. Είχε νόστιμα χνότα, διάφανα μάτια. Πριν από τις εξετάσεις με πήδηξε. Πάτωσα στα μαθηματικά. Πάτωσα στο γαμήσι. Αν μου την έπεφτε απ’ την αρχή, θα γλιτώναμε χρόνο και εγκεφαλικά κύτταρα.
Θα ’θελα να μου σημειώσεις κάτι δικό σου. Το αγαπημένο σου μικροδιήγημα, ας πούμε.
Δεν έχω αγαπημένο, αλλά είναι μικρό. Αυτό ίσως:
[Άτιτλο 4]
Σε νοιάζει μόνο ο κώλος σου! Αλήθεια είναι. Με νοιάζει μόνο ο κώλος μου. Μόνο που θέλω κάποιον να μου τον ακουμπά, κάποιον να μου τον σκεπάζει όταν κοιμάμαι τις νύχτες. Τα βυζιά μου τα θέλω ξέσκεπα. Κάποιος ξέμπαρκος, μπορεί και να πεινά.
Συχνά λέγανε στον Μπουκόφσκι ότι είναι ο αρσενικός Fay Ntan, τι έχεις να σχολιάσεις;
Χαχα! Καλό!
Θυμάμαι, μικρή, που έλεγαν σε σταρίτσες του σινεμά «Είσαι η νέα Βουγιουκλάκη, η νέα τάδε», κι όλες θίγονταν. Ήθελαν να ’ναι κάτι νέο, κι ήταν μάλλον, γιατί κανείς δεν τις θυμάται πια. Θα ’θελα πολύ να ’μαι ο Μπουκόφσκι, αλλά δεν είμαι. Δεν έχω τις μπάλες του, τα κότσια του, το συκώτι του. Τον γουστάρω. Δεν με κουράζει ποτέ. Κάποιοι τον λένε ψεύτικο. Τι με νοιάζει; Μαγκιά είναι να κάνεις το ψέμα σου αλήθεια. Για κοίτα με!
Το θέμα σου είναι (σχεδόν) πάντα ο έρωτας. Το ύφος σου όμως από μικροδιήγημα σε μικροδιήγημα τολμώ να πω πως είναι ετερόκλητο: άλλοτε καυστικό και σατιρικό, άλλοτε φεμινιστικό (ή αντιφεμινιστικό), λυπητερό, ειρωνικό, διδακτικό, δηκτικό, υπαινικτικό… Πάντα όμως σπιρτόζικο…
Κράτα το αντιφεμινιστικό κι είμαστε εντάξει. Διώξε το διδακτικό και θα ’μαστε καλύτερα. Τα άλλα ωραία ακούγονται. Με φτιάχνουν. Οι διαθέσεις κλίμα τροπικό. Ή οι λέξεις σέρνουν τις διαθέσεις; Δεν έχω ιδέα.
Δυστοπία: ζωή χωρίς έρωτα, όαση χωρίς νερό, μπαρμπέρικο με φαλακρούς πελάτες, και τέτοια.
Σημείωσέ μου κάνα δυο από τα κείμενά σου.
[Άτιτλο 5]
Η μάνα μου όλο ήθελε σκυλί, αλλά ο γέρος μου δεν γούσταρε. Πάρε αυτήν, είπε, και μας κουβάλησε μια μέρα ένα λουρί. Μου πήγαινε έλεγαν και η γιαγιά και η θεία κι οι ξαδέρφες μου. Να δεις χάδια που μου ’καναν όλοι με τη σειρά! Τα δύσκολα άρχισαν όταν πήγα σχολείο και δάγκωνα τα παιδιά.
Αδέσποτη με φωνάζουν πια στη γειτονιά.
[Άτιτλο 6]
Ερχόταν κάθε Αύγουστο απ’ το Αμέρικα. Μιλούσε για μεγάλες μπριζόλες, που τις έλεγε στέκια, για τις οικοδομικές μπίζνες του. Το λάμδα στα χείλη του ήταν παχύ, θεόπαχιο. Έλλλα κοντά μου, Φαίη! Aυτός μου αναβάθμισε το Φανή. Mεγάλλλη κοπέλλλα που έγινες! Έλλλα πάρε! Kι άδειαζε την τσέπη του να γεμίσει τη δική μου. Ήταν πολλά τα δολάρια, πολλοί οι τρόποι του που δεν έμοιαζαν στου μπαμπά, κι εγώ ήθελα πάντα έναν άλλον πατέρα. Την αγάπη την τσοντάρουμε, Φαίη. Όλα τα τσοντάρουμε. Το τζάμπα κανείς δεν το εκτιμά. Θείε Τζον, μυρίζουν ωραία τα ντόλαρς σου. Έχεις άλλα; Χαχουχα! Γκουντγκερλλλ, γκουντγκερλλλ! Θα τα πάμε καλλλά, πολύ καλλλά εμείς. Και τα πηγαίναμε πρίμα, μέχρι έναν Αύγουστο που πήγε και πέθανε και πάει ο θείος Τζον, μαζί και τα ζεστά του ντόλαρς.
Με μια γρήγορη ματιά θα έλεγε κανείς ότι τα μικροδιηγήματά σου δεν ενδιαφέρονται για την πολιτική. Όμως, αν κοιτάξεις στο βάθος των ερωτικών σου υπόσκαφων, θα βρεις πολιτικό λόγο, και μάλιστα μπόλικο. Ούτως ή άλλως όλα είναι πολιτική. Πόσο μάλλον η τέχνη…
Για δες! Πόσους πεθαμένους γνωρίζεις να υπάρχουν δίπλα σου; Αντί να δείχνουμε τα απόκρυφά μας, δείχνουμε τα αμάξια, τα σπίτια, τα πυρηνικά μας. Παγκόσμια άσκηση επιβολής κι εξουσίας. Όταν ερωτοτροπείς, δεν έχεις καιρό για τέτοια. Το πολύ πολύ να συγκρίνεις το πουλί σου. Δεν τραβάς το όπλο σου.
Εγώ έχω τρεις τορπίλες. Τα βυζιά και το χέρι μου.
Μερσώ.
Ηλίας Τσέχος, Τρία ποιήματα
Τόποι εγερμένοι
Στην Ούρσουλα Grueber
Μας περιμένουν κάμποι της θάλασσας
Θέρη στη Βάθια
Χάρτινοι πύργοι
Στην Καρδαμύλη οι Διόσκουροι
Στολισμένα φραγκόσυκα
Ελαιώνες αδιάδρομοι
Λησμονούμε Ζυρίχη
Το κοσμηματοπωλείο εργασίας σου
Άγευστα πρωινά
Εδώ
Ντόπια κρασιά γευόμενοι
Ψευτοκεφτέδες τρώγοντας
Πράσινο λάδι φετινό στις σαλάτες
Αθλούμενοι με κύματα κρεβάτια
Αρμύρες σκληροτράχηλες ιδρώτα
Απολησμονημένοι τότε
***
Ελάτε ποιητές
Στον Γιώργο Βέη
Ελάτε ποιητές
Και ξένοι
Άστεγες εποχές
Ολίγων μέσες
Ελεόθρεπτα
Κλειδιά αρμαθιές
Ρίξτε στο τζάκι ξύλα
Αρχεία
Επαγγέλματα
Καπνούς στις συγκινήσεις
Καλωροσίσατε μήλα πράσινα
Αγνώστους αναγνώστες
Ελάτε ποιητές
Βάσανο σπέρμα
Πεδία λοίσθια
Λύσσες λυμένες
Κλείνουν σπίτια
Μάνες δεν γεννούν
Καείτε
***
Αργεί ο κόσμος
Στην Αθηνά Ξανθίδου
Ισημερινοί
Ό,τι επιθυμήσαμε
Και δεν ανταμωθήκαν
Χρώματα χάθηκαν
Χώματα υψωθήκαν
Πλάτες γύρισαν
Παράλληλοι
Από την άλλη
Ό,τι συναντήσαμε
Μήκη και πλάτη
Εμείς δήθεν πλάτες γυρίσαμε
Αργεί ο κόσμος πουλί μου ταξιδιάρικο
Πόσο αργεί πουλιά μου αταξίδευτα.
*Από τη συλλογή “Νόμοι Αφιερώσεων”, έκδοση Ούτις, Αθήνα 2012.
Γρηγόρης Σακαλής, Οι δικές μας μέρες
Να τελειώσουμε με τις αυταπάτες μας
πως κάτι θ΄αλλάξει
πως κάτι καλό θα γίνει
δεν πρόκειται ν΄αλλάξει τίποτα
δεν πρόκειται να γίνει κάτι καλό
για τη ζωή μας
όσο αυτοί κυβερνούν
με τις διάφορες ονομασίες
και φορεσιές
με το βλέμμα του θανάτου
στα μάτια
και τα σιδερένια χέρια
πρέπει να δράσουμε
να ΄ρθουν οι δικές μας μέρες
που όλοι οι άνθρωποι
θα ζουν ελεύθεροι
κι αλληλέγγυοι
ν΄αγαπήσουν
να δημιουργήσουν
και να εργαστούν
χωρίς κανένα υπολογισμό.
Χριστόφορος Τριάντης, Λειψές υπάρξεις
Ω, λειψές υπάρξεις
στα πατρογονικά κύτταρα
σκαλώσατε,
πανηγυρίζοντας
που βρήκατε πεδίο
να προβάρετε
τις εντολές της κοινωνίας.
Στην εργασία πέσατε
με ζέση
κι όσες στιγμές
σάς δόθηκαν (κατά συνθήκη)
απ’ τον χρόνο,
τις ανακατώσατε στα
παλιατζίδικα,
μήπως και βρείτε
σακάτικες εντελέχειες
και φτιάξετε νέους σκοπούς
και στόχους
(λογικούς, ως επί το πλείστον).
Ω, από φόβο εγκαταλείψατε
την ηδονή
και κουκούλες φορέσατε,
μήπως και αντέξετε τις κραυγές.
Ω, ήταν η μόνη
ανταμοιβή
που –αποδοτικά- οικονομήσατε
σε τούτον τον κόσμο,
κατά δική σας ομολογία.
Στέλιος Ροΐδης, Δύο ποιήματα
ΑΠΟΓΕΥΜΑ
Δίπλα από το Μουσείο
Η σύνθεση του χρόνου
Σε αντίστιξη με την επικυριαρχία
Οι μοναξιές τοποθετημένες σαν πινακίδες στον χώρο
Μετακινούνται ανεπαίσθητα
από κάποια αόριστη
δύναμη
Σε ένα αδιόρατο χορό μεταξύ τους
που μιλαει για ένα άγνωστο
εδώ
που
συμβαδίζει πάντα μαζί τους,
– Στην σύνθεση του χρόνου –
Καθώς όλοι υποδύονται σε άγνωστους και γνωστούς
Τον εαυτό τους υποδύονται, υποχρεωμένοι
και στους δυο,
μέσα στην τόση τους ησυχία
Σμιλεύοντας κάτι αναγνωρίσιμο και παρηγορητικό
Αντί της μοναξιάς τους,
Την σύνθεση του χρόνου, και την επικυριαρχία,
Πόσο άχρηστο είναι να μην πιστεύω σε αυτό
Όταν είναι τελικά παντού
Πιο απόμακρο
Και από αυτό το ποίημα
Και από τα αγάλματα που για κάποια λειτουργία,
που περιμένεις άσκοπα να γίνει,
Έχουν τοποθετήθει
Μέσα
Καθόλου κρυμμένα
Στο απόγευμα.
***
Η ΓΗ ΓΥΡΙΖΕΙ ΑΝ ΜΕΙΝΕΙΣ ΑΚΙΝΗΤΟΣ
Ποιος κλαίει τώρα γιατί τίποτα δεν κέρδισε
Γιατί τίποτα τελικά δεν έγινε
Το βράδυ εκείνο είδα
Τη χώρα του τίποτα
Τα είχε κάνει όλα για εμένα
Σε ένα ολόιδιο μέρος
Σε κάποιον άλλον σαν και εμένα
Η μάλλον όχι σαν εσένα εκεί
Την κοιτούσα
Δεν είχα ιδέα πως τα κατάφερε
Νομίζω κάποτε, εγώ μόνο τα κατάφερνα
Εκείνο το βράδυ πήγα εκεί πάλι
Στο ίδιο παλιό μας μέρος
Η χρονιά ήταν ένα έτος αχανές
Τότε η από τότε
Βρέθηκα μπροστά στην υπόλοιπη μου ζωή
Το γιατί, ούτε που θα το ρωτούσε ποτέ κανείς
Και όμως ήταν τόσο απλό
Τα είχε κάνει πια όλα για εμένα
Η χώρα του τίποτα
Δίχως ούτε στιγμή να κουνηθεί
Από εκεί που βρισκόταν
Μπροστά στα μάτια μου, μια ζωή
(Ποτέ μου
Δεν
Σε ξαναβρήκα)
Για μια στιγμή
κάτι
κουνήθηκε
Ήταν αργά.
Ήμουν στην θέση που ήξερε ότι θα με βρει
Ήξερε,
απλά
που
θα με
βρει.
ΧΩΡΙΣ ΑΠΟΣΙΩΠΟΙΗΣΗ – Αλεχάντρα Πισάρνικ, Τζόις Μανσούρ, Αν Σέξτον, Αλφονσίνα Στόρνι, Σίλβια Πλαθ, Μαρίνα Τσβετάγιεβα, Κατερίνα Γώγου, Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν
«Χωρίς αποσιωποίηση», ένας κύκλος 8 συζητήσεων, από τον Οκτώβριο του 2018 έως τον Μάιο του 2019, αφιέρωμα σε 8 σπουδαίες ποιητικές φωνές που σημάδεψαν την εποχή τους και συνεχίζουν και σήμερα να ακούγονται και να μαγνητίζουν τους αναγνώστες με τη δύναμη, την αλήθεια και το εσωστρεφές βλέμμα του λόγου τους. Μία ποιητική διαδρομή από τον ψίθυρο στην κραυγή, σε μια προσπάθεια να αποδοθεί η εσωτερική αγωνία που έθρεψε και όπλισε τις λέξεις καθ’ όλα τα παραγωγικά στάδια της σιωπής μεταμορφώνοντάς την σε ποίηση. Οι ομιλήτριες καλούνται να εισδύσουν σε βάθος στον λόγο των οκτώ ποιητριών, να καταδυθούν στο έργο, να αφουγκραστούν κάθε ίχνος και κάθε συναίσθημα. Σύγχρονες Ελληνίδες ποιήτριες, κάποιες με παρουσία χρόνων και ώριμο έργο, κάποιες νεότερες και πρωτοεμφανιζόμενες, διαβάζουν αυτές τις 8 μεγάλες ποιήτριες και μας ξεναγούν στην ανάγνωσή τους. Η Αγγελική Λάλου, σε ρόλο συντονιστή, συνομιλεί μαζί τους και κάνει μια αναφορά στη ζωή και σε γεγονότα που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της πορείας και του έργου τους.
– 11/10, 19.00 Αλεχάντρα Πισαρνίκ: Εύη Μαυρομμάτη, Ελευθερία Τσίτσα
– 15/11, 19.00 Τζόις Μανσούρ: Άννα Γρίβα, Μαρία Κουλούρη Αρίστη Παπαλεξάνδρου
– 13/12, 19.00 Αν Σέξτον: Ειρήνη Γιαννάκη, Ειρήνη Παπακυριακού
– 10/1, 19.00 Αλφοσίνα Στόρνι: Αντιόπη Αθανασιάδου, Λένα Καλλέργη
– 7/2, 19.00 Σίλβια Πλαθ: Κατερίνα Ηλιοπούλου, Παυλίνα Μάρβιν, Δανάη Σιώζου
– 14/3, 19.00 Μαρίνα Τσβετάγιεβα: Κωνσταντίνα Κορρυβάντη, Λίνα Στεφάνου, Κατερίνα Χανδρινού
– 4/4, 19.00 Κατερίνα Γώγου: Έλσα Κορνέτη, Ειρήνη Μαργαρίτη
– 3/5, 19.00 Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν: Μυρσίνη Γκανά, Αναστασία Γκίτση, Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη
Επιμέλεια: Αγγελική Λάλου
Free Thinking Zone: Σκουφά 64 και Γριβαίων, 106 80 Αθήνα, 210 3617461, F: Free Thinking Zone, T:@freethinkinzone, Y: Free Thinking Zone, I: Free_Thinking_Zone
Θεόδωρος Αγγέλης, από τη “Στάχτη στον ουρανίσκο”
Ι
Συναντώντας κάποτε στα ερείπια
μιας ξεχασμένης οικοδομής
ένα δέντρο δειλά να ξεθαρρεύει
στέκω μπροστά του σα να περιμένω
πως αυτό το φτωχό λυχνάρι
με το βουβό του φως
θα προλάβει προτού σβήσει
να με ζεστάνει.
Όταν κόπηκε η φροντίδα
είδα μια σκλήθρα
να πέφτει απ’ τον ουρανό
και να βυθίζεται στη γλώσσα –
είναι όλοι μ’ ένα στόμα
που η απώλεια το ’χει καψαλίσει,
η απελπισία σκορπά τα δίχτυα της
μα κανείς δεν τα μαζεύει.
Η γεύση της σκουριάς
άπλωσε στις λέξεις
σπυριά με την υφή της θλίψης
λάβωσαν την κλεψύδρα
και σβήσαν του πελάγους
τη μουσική.
Σαν χθες ήταν νωπό το μελάνι
που ενώ μας κράτησε συντροφιά
στους χαλεπότερους καιρούς
τώρα μας αντικρίζει ξερό.
Έκτοτε χάσαμε τόσα
που φαντάζει σχεδόν μάταιο
ίχνη έστω ν’ ανασύρω απ’ τη λήθη
το νήμα υπομονετικά να υφάνω.
Πώς αψηφάς τον κίνδυνο
και μέσα σ’ ανάερη βαρυχειμωνιά
στην αγωνία σου κλεισμένος
το μοτέτο αναπολείς
και υπομένεις καρτερικά
τη σιγή γύρω σου χυμένη·
πώς με κόπο ό,τι αφήνει
η ζωή σμιλεύεις –
αυτό που παραδίδει η μοναξιά –
και όταν αναπάντεχα βραδιάζει
όταν μάτια τρυφερά
γλαρώνουν
ήρεμος υποδέχεσαι
και με αγάπη τη σκιά.
* “Η στάχτη στον ουρανίσκο”, εκδόσεις Σμίλη, Ιούλιος 2017.
Πόπη Γιόκαλα, Μετανάστης
Νοσταλγία
Μάτια αναζήτησης ελπίδας
Βλέμμα απείρου προσδοκίας
Καρτερικότητα θανάτου
Πνοή δαρμένη ανελέητα στα κύματα
Σφυγμοί που τρέμουν στην
απεραντοσύνη του κόσμου
Όνειρα που δεν ξυπνούν ποτέ
Ραγισμένη ψυχή
Κλάμα βουβό στο βυθό
της θάλασσας.




