Ζήσης Δ. Αϊναλής, από “Τα παραμύθια της έρημος”

Χάριζα μέχρι τώρα τον εαυτό μου αφειδώς κι έπρεπε κάπως να συμμαζέψω κι εγώ τα κομμάτια μου. Το πρόβλημα βέβαια ήταν πως κάθε φορά που τα ’παιρνα πίσω εκείνα ήσαν παραλλαγμένα. Έτσι σιγά σιγά έμαθα να βλέπω τον εαυτό μου μέσα από τα μάτια των άλλων. Κι ήμουνα πράσινος, κίτρινος, λουλακί, ερυθρός και πάντοτ’ αλλοιωμένος ξεχειλωμένος εξαρθρωμένος ένας άνθρωπος εύπλαστος όλο λάσπη σαν ρέμα και κουβαλούσα απάνω μου δέντρα κορμούς και ψοφίμια ένα τουμπανιασμένο μουλάρι και τις μύγες μαύρες κολλημένες απάνω του σαν μικρόβια μάτια. Δε γαμιέται, ψιθύριζα, και το ποτάμι εξακολουθούσε μπρος στα μάτια μου ορμητικά να κυλάει κι εγώ αμήχανος να μην ξέρω πούθε να μπω να το ακολουθήσω να το πάρω από πίσω. Όμως σε τούτη την άμμος σε τούτη την έρημος παραπατώντας σε τούτο τον ήλιο δεν υπήρχαν ποτάμια ν’ ακολουθήσεις παραπατώντας προπορευόσουν τούτο το ρυάκι της άμμος κατάξερο π’ ασύνειδα όργωνες.

Μια χώρα από άμμο μια πόλη από άμμο γιγάντιες πύλες αγάλματα κανένας φρουρός. Ένας κόσμος πηλός διαλυόταν κι εξατμιζόταν. Δεν έμενε τίποτα. Μι’ αγχέμαχη ευθύτητα. Οραματιζόμουν την καμπυλότητα κι εφορμούσα του κύκλου τον εισχωρούσα μαγμάτινος πυρήνας ο οφθαλμός στον πυρήνα του ήλιου. Ανα-σταινόταν το φως και βάδιζα στη σκιά μου. Βάφτιζα λόγχη τη γλώσσα μου κι όξος τα δάκρυά μου. Έφτυνα ένα ένα τ’ αγκάθια μου φραγκόσυκο η καρδιά μου. Μιλούσα τα λόγια μου και κυλούσαν οι λίθοι. Κατέβαινε λευκός επενδύτης ο άγγελος και μοίραζε τα ιμάτιά μου έστρωνε γλώσσα κι έδιωχνε τα υπάρχοντά μου. Με τη γλώσσα τους οι άνεμοι σαρώνανε τους λώρους μου. Το πόδι σκόνταφτε σε κάτι αιχμηρό και αναλαμβανόμουν.

*“Τα παραμύθια της έρημος”, Εκδόσεις Κέδρος, 2017.

Έρμα Βασιλείου, Εστιάδες

Αν δεν καταπιείς τη σιωπή
Μέχρι να μη μείνει
Ούτε το λήμμα της
Δεν είσαι Εστιάς
Είσαι γυναίκα που μοιράζεσαι λόγια
Σκέψη, αγκαλιά, δεν είσαι Εστιάς!
Οι Εστιάδες είναι
Καταρρακωμένες αμύθητης αξίας απώλειες
Αψέλλιστα αόρατες, αγνές στις λέξεις
Και στις πράξεις που γεννούν
Όρθια τείχη, τα σκοτωμένα από τους ήχους
Που έπαψαν να φέρνουν μηνύματα,
Γονατιστές υπάκουες κολώνες
Βουβές γλαύκες, θορυβώδεις
Κάθετες ευθείες
Στά μυστικά των χρόνων
Που κινδυνεύουν να λιθοβολιστούν στη λέξη
Παράδεισος
Αν είσαι όπως το λες μια Εστιάδα
Οι πλαστικές οι κάρτες στο πορτοφόλι σου
Η αντρική κολόνια που άρπαξαν τα ρούχα σου
Η ευωδιά στη σιτοδεία της ανάγκης
Για συντρόφιασμα
Στο λένε φωναχτά πως σέρνουν
Την παρουσία σου στα πεπραγμένα
Των εξαρτώμενων του ήχου, του φωτός…
Είσαι μια τέλεια κι απελιπιστικά απίθανη
Γυνή, ενός θαυμαστικού και θαυμασμού ανυπολόγιστου,
Μ’ ακόμα… όχι μια Εστιάς
Για να ‘σαι Εστιάς
-θα σου το πω κοφτά-
Θα το μπορούσες να διαβάσεις
Το αλφάβητο των τυφλών
Μ’ ένα ψηλάφισμα στον άνεμο
Θα το μπορούσες να τ’ ακούσεις
Το αύριο του ήχου στο τώρα,
Στο πάντα σου το χθες
Και στο δικό σου γονάτισμα
Το τέλειο κι ελεύθερο βάδισμα
τού ‘Agnus Dei…
Αμνέ του Θεού,
Qui tollis pecata mundi
Που παίρνεις μακριά, κι αφαιρείς
τις αμαρτίες του κόσμου!’

*Από τη συλλοή “Εστιάδες 1999-2018”.

Χρήστος Διαμαντής, Πέντε ποιήματα

1.

βαρύτητα

βαρύτητα
δεν ανασαίνω

άλγος
φλεγμονή πάλι

γυμνότητα

μετα-έλληνας
μουνί που δεν squirtαρει

χωρα
ήχος μαγνητικού τομογράφου

2.

Η κουλτούρα μας

Η γυναίκα
Η γυναίκα
Η γυναίκα

Η γυναίκα πολιτισμός
Η γυναίκα υπάρχω
Η γυναίκα καμπύλη

ακίνητη άντρας ανασαίνω

3.

Η κουλτούρα τους

Ο άλλος
Ο άλλος
Ο άλλος

Ο άλλος σκύλος
Ο άλλος φοβάμαι
Ο άλλος μαχαίρι

θόρυβος γυναίκα δεν ζει

4.

αττικό φως
πεντελικό μάρμαρο
πακιστανοί ξαπλωμένοι
πάνω

καμία γυναίκα

5.

(κι έχει συνέχεια
η διαφορά μας)

εγώ είμαι εγώ
και η μάνα μου

τους βλέπεις

*Από τη συλλογή “Λευκότητα”, εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Νοέμβρης 2017.

Χουάνα ντε Ιμπαρμπούρου, Γυμνή σου δίνω την ψυχή μου

Γυμνή σου δίνω την ψυχή μου, να μπεις, να κατοικείς,
γυμνή σαν άγαλμα πουν καν δεν το κοσμεί το φύλλο της συκής.

Γυμνή αν το αποκορύφωμα της αναιδείας
ενός καρπού η ενός άστρου μες στον κήπο της ευδίας –

πραγμάτων τέτοιων μα και τόσων, που τηρούν με σέβας
την άπειρη ηρεμία της αμαρτησάσης Εύας.

Τα πράγματα όλα αυτά, που φτιάχνουν μέγα πλήθος
κι έχουνε καρπών, αστέρων ή και ρόδων ήθος,

δεν νιώθουνε ντροπή, να της σκεπάσουνε την άψη
με ρούχα που κανείς ποτέ δεν τόλμησε να ράψει.

Χωρίς καλύπτρα, σαν κορμί θεαίνης, σου τη δίνω,
και ως είναι: πιο λευκή και από τον άσπιλο τον κρίνο.

Γυμνή και ορθάνοιχτη σ’ τη δίνω (τι άλλο νά ’πεις;)
με όλο τον πόθο που ’χει μέσα της αγάπης.

*Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
**Από εδώ: https://poiimata.com/2018/10/06/gymni-psychi-juana-de-ibarbourou/

Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης, Δύο ποιήματα

ΕΚΕΙΝΟ ΠΟΥ ΔΕ ΘΕΛΗΣΕΣ

Τίποτε πιο δικό σου από εκείνο
που δε θέλησες.

Ζούμε ονειρευόμενοι
ο ένας για τον άλλον. Γιε μου,
είσαι τι όνειρο της Γέρμας,
κι είσαι το όνειρό μου
ταξιδιώτη.

Χρύσα Ελένη Δάφνη
-χείλη σκληρά, ανενδοίαστα-
τι έφταιξε και ποτέ δε σσας είχα;

*

FUTURISSIMO

Εξόριστος από ποιους
Ποιαν είχε πατρίδα;
Μην ήμουν άγγελος κι ο ίλιγγος
της πτώσης τσάκισε τη μνήμη μου;
Αδύνατον.
Αντάρτης και δειλός δε συμβιβάζονται.
Πέρα είμαι τυχάρπαστη
σαν όλα εδώ.
Γι’ αυτό
τα γουρουνάκια τραγουδούν
αγγελικά
κι η πόρνη
διαφεντεύει τον αιθέρα.

Κουράγιο κουράγιο.
Ο τυμβωρύχος ήδη ξεκίνησε
με ψάχνει θα με βρει
θ’ ανακαλύψεις τούτο το φιλέρημο λογάρι
θα.

*Από τη συλλογή ‘Εν καμίνω”, Έκδοση Πλανόδιον.

Ο Κ. Π. Καβάφης στο Ξενοδοχείο Βαλκάνια

85 χρόνια από το θάνατο του Κ. Π. Καβάφη ο Γιώργος Χρονάς
παρουσιάζει το έργο του:

Ο Κ. Π. Καβάφης στο Ξενοδοχείο Βαλκάνια

Στο Θέατρο της Ελληνοαμερικανικής Ενώσεως, 15 Οκτωβρίου 2018, 8.00 μ.μ.

Διάρκεια 70΄ Είσοδος ελεύθερη

Διοργάνωση: Ένωση Αποφοίτων Αμερικανικών Πανεπιστημίων

Μετά την Καβάλα, το Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, Ελευσίνα, Αγριά Βόλου, Κοζάνη, Πτολεμαΐδα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Αλεξανδρούπολη, Polis Art Café, Λάρισα, Ρώμη, Βρυξέλες, Πειραιά, Θέατρο Εκάτη Κυψέλη, Χανιά, τώρα στην Ελληνοαμερικανική Ένωση,

Το εμβληματικό έργο όπου όσα παρουσιάζονται για τον ποιητή και την άφιξή του στο ξενοδοχείο με τέχνη γίνονται αληθινά.
Εξαίσιες μουσικές και ποιήματά του που ανήκουν στην αιωνιότητα.

Θέατρο Ελληνοαμερικανικής Ένωσης, Μασσαλίας 22, 1ος όροφος, Αθήνα, 2103680900

Ρογήρος Δέξτερ, Μία Σχεδία του γυρισμού ή Νόστος στις όχθες τού Hudson

Μοιάζει να κύλησαν μάταια τόσα χρόνια
Στο κούφιο από ιδέες κεφάλι μου
Πού θα με βγάλουν τώρα τα βήματά μου
Οι έμμονες σκέψεις το φύσημά μου•
Μέχρι την ώρα να μετρηθώ με τους φόβους μου
Τους ορκισμένους εχθρούς μου
Τους φίλους που μαχαιρώνουν πισώπλατα
Αγάπες που έχασα σκόρπισα χάλασα
Στα πέρατα τού κόσμου•
Θα νυχτερεύω και πάλι μέσα στην όμορφη σάρκα
Θα λιώσω στον κόρφο
Τής νύχτας που με θήλασε
Τρεχάμενο νερό σε κήπους κρεμαστούς
Σε στέκια σκοτεινά και άθλια
Σε βρώμικα στενά
Γεμάτα ακόμη απ’ τίς φωνές όσων πέρασαν
Και περπάτησαν μόνοι
Παραπατώντας από μεθύσι σε μεθύσι
Μονολογώντας φτύνοντας ξερνώντας
Λόγια φτηνά που τρύπωσαν στο στόμα
Για να σφηνώσουν σα σκέψη στο φτωχό μυαλό
Και όλα να ξεχαστούν ξαφνικά
Σα να κύλησαν αιώνες
Μόλις πιάσω κουπί στα ξένα κάτεργα
Και ξαναγίνω
Το παλιό κορμί
Χαμένο στα κράσπεδα τής Βαβυλώνας.

*Από τις “Σχεδίες”.

Λάζαρος Γεωργιάδης, «Τέλος», Εκδόσεις «Στοχαστής»

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Χρειάζεται αρκετό θάρρος για να εκδώσει ένας ποιητής την πρώτη του ποιητική συλλογή. Είναι η πρώτη του έκθεση στο κοινό, όχι δυναμικά με τη μορφή της απαγγελίας, αλλά στατικά με τη μορφή της ψυχρής αποτύπωσης στο χαρτί. Και αν χρειάζεται θάρρος για να εκτεθεί ο ποιητής για πρώτη φορά στο κοινό, χρειάζεται ακόμα περισσότερο για να δώσει στη συλλογή του έναν προκλητικό τίτλο.

Τέτοιες σκέψεις κάναμε διαβάζοντας την πρώτη ποιητική συλλογή του Λάζαρου Γεωργιάδη «Τέλος», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Στοχαστής».

Ο τίτλος της συλλογής μπορεί να έχει δύο ερμηνείες: 1) Ο ποιητής αρχίζει ανάποδα από το τέλος προς την αρχή σε μια διαλεκτική σχέση με την ποίηση. Κάθε τέλος του παλιού περιλαμβάνει την αρχή του νέου. Αν δεν υπάρχει τέλος, τότε δεν υπάρχει ούτε αρχή, αφού το ένα προϋποθέτει το άλλο σε μια αέναη σύγκρουση αντιθέτων. 2) Όταν εκδοθεί μια ποιητική συλλογή, ο ποιητής έχει τελειώσει την ενασχόλησή του με την επεξεργασία της. Βάζει μια τελεία και από εκεί κι έπειτα, η συλλογή περνάει στους αναγνώστες. Ο καθένας θα την εκλάβει με τον τρόπο της δικής του ανάγνωσης, αλλά ο ποιητής δεν θα μπορεί να επέμβει και να αλλάξει κάτι. Και άρα εδώ ο τίτλος «Τέλος» παίρνει τη μορφή του τελεσίδικου.

Η ποιητική συλλογή του Λάζαρου Γεωργιάδη «Τέλος», είναι γραμμένη σε ελεύθερο στίχο αν και δεν λείπει σε ορισμένα σημεία η ρίμα έστω και με ηθελημένα λανθάνουσα εμφάνιση. Τα νοήματα είναι συνήθως σαφή, αν και μερικές φορές ο ποιητής χάνεται σε δαιδαλώδεις διαδρόμους της φαντασίας του. Σε αρκετά σημεία, που ο Λάζαρος Γεωργιάδης γράφει κάπως πιο ρεαλιστικά, θα λέγαμε ότι δίνει τον καλύτερο εαυτό του.

Η ποίηση του Λάζαρου Γεωργιάδη είναι ανατρεπτική και αρκετές φορές αγγίζει τα όρια της αναρχίας. Έτσι, όλα είναι OK εκτός από τη φαντασία, που πέθανε. Το γένος των ανθρώπων είναι τόσο καταστροφικό για τον πλανήτη, έτσι ώστε φτάνουμε στο σημείο να λέμε πως αν ποτέ εκλείψει ο άνθρωπος: «Η ζωή μετά τους ανθρώπους / θα είναι μια / όμορφη ζωή».

Στη σύγχρονη κοινωνία η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο οδηγεί σε έναν κανιβαλισμό άνευ προηγουμένου: «Εδώ / όπως τα ήξερες / ή μάλλον / δεν ήξερες / τρωγόμαστε ζωντανοί». Στα παραμύθια μας μαθαίνουν ότι ο λύκος είναι πάντα ο κακός έτσι ώστε να γινόμαστε πρόβατα, ενώ το παιδί, που ξεκίνησε με όνειρα κι ελπίδες «είχε ήδη πεθάνει / από την ώρα που γεννήθηκε.» Ο ποιητής θρηνεί για την Πρωτομαγιά και την χαμένη άνοιξη: «σε έναν κόσμο που τόσα πολλά θα μπορούσαμε / μα φτιάχνουμε έναν άλλον / που τίποτα δεν θα μπορούμε τελικά» και περιγράφει την «αγαπημένη» οικογένεια, που καταλήγει να παίρνει Xanax.

Και πώς μπορεί να αντιμετωπίσει κανείς όλα τα παραπάνω; Ο Λάζαρος Γεωργιάδης εκφράζει μεγάλο μίσος για τους εκμεταλλευτές: «δεν είναι τα λεφτά σας αυτά που ζητάμε / αλλά το αίμα σας», ενώ για την επανάσταση θα γράψει: «Αν όχι τώρα πότε…» και θα κάνει το ίδιο ερώτημα στον εαυτό του.

Στην ποιητική συλλογή του Λάζαρου Γεωργιάδη «Τέλος» υπάρχουν και ορισμένες ερωτικές πινελιές. Ο ποιητής βλέπει την αγαπημένη του σαν την Αφροδίτη της Μήλου, ενώ η αληθινή αγάπη κρύβεται πίσω από τα φερμουάρ και όχι στα κινηματογραφικά στερεότυπα.

Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή του Λάζαρου Γεωργιάδη «Τέλος» είναι ένα πολύ σημαντικό πρώτο βήμα στο δύσκολο δρόμο της ποίησης. Περιμένουμε τα επόμενα.

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Ήταν εύστοχη
η φρίκη
ακριβώς όπως
σου ανήκει
με το γέρικο αμόνι
που στον ουρανό
φυτρώνει
και κανείς μας
δεν γλιτώνει
είτε κλαίει
είτε γελά
το κεφάλι του
όπως σπα
και απλώνει
τα μυαλά
και ριζώνει
την καρδιά
μια χαλκομανία
στο χώμα
ένα σκίτσο
δίχως χρώμα.

View original post