Πήρα το δρόμο της αυτογνωσίας
μα ήταν δύσκολος, οδυνηρός
πολλά σκουπίδια είχαν μαζευτεί
στο μυαλό και την ψυχή
κόπρος Αυγείου κανονικός
κι εγώ δεν ήμουν Ηρακλής
είμαι ένας άνθρωπος απλός
αδύναμος και δυνατός
τολμηρός μα και δειλός
περπάτησα σε δρόμους ατέλειωτους
δρόμους της φωτιάς
για να γνωρίσω τον εαυτό μου
τώρα νιώθω
πως πλησίασα το στόχο μου
αφού έφτιαξα μόνος
το πιστεύω μου
αφού βρήκα εκείνους τους ανθρώπους
που συμμερίζονται τις ιδέες μου
τους συντρόφους για το κοινό καλό
είναι λίγοι το ξέρω
μα πάντα το καλό και το νέο
από λίγους ξεκινάει
πήρα το δρόμο της αυτογνωσίας
και βγήκα στο φως.
“Je suis fils de marin qui traversa la mer
Είμαι γιοός ναυτικού που διέσχισε την θάλασσα
Je suis fils de soldat qui déteste la guerre
Είμαι γιος στρατιώτη που σιχαίνεται τον πόλεμο
Je suis fils de forçat, criminel évadé
Είμαι γιος κατάδικου εγκληματία που απέδρασε
Et fils de fille du Roy, trop pauvre à marier
και γιος της κόρης του Ροΐ που ήταν πολύ φτωχή για να παντρευτεί.
Fils de coureur des bois et de contrebandier
Γιος λαθροκυνηγού και λαθρέμπορου
Enfant des sept nations et fils d’aventurier
Παιδί επτά εθνών και γιος τυχοδιώκτη
Métis et sang-mêlé, bien qu’on me l’ait caché
Μιγάς κι ανάμεικτο αίμα παρ’ ότι μου το ‘κρύψαν
C’était sujet de honte, j’en ferai ma fierté
Ήταν αντικείμενο ντροπής αλλά θα το κάνω περηφάνια μου
Je suis fils d’Irlandais, poussé par la famine
Είμαι γιος Ιρλανδού διωγμένου από τον λοιμό
Je suis fils d’Écossais venu crever en usine
Είμαι γιος Σκοτσέζου που ήρθε να πεθάνει σ΄ εργοστάσιο
Dès l’âge de huit ans, seize heures sur les machines
Από τα 8 μου, 16 ώρες στις μηχανές.
Mais dieu sait que jamais je n’ai courbé l’échine
Αλλά ο Θεός ξέρει ότι ποτέ δεν προσκύνησα
Non, je suis resté droit, là devant les patrons
Όχι, έμεινα όρθιος μπροστά στ’ αφεντικά
Même le jour où ils ont passé la conscription
ακόμα και την μέρα που έκαναν την στρατολόγηση
Je suis fils de paysan, et fils d’ouvrier
Είμαι γιος αγρότη και γιος εργάτη
Je ne prends pas les armes contre d’autres affamés
Δεν παίρνω τα όπλα ενάντια σε άλλους πεινασμένους.
Ce n’était pas ma guerre, alors j’ai déserté
Δεν ήταν ο πόλεμός μου και λιποτάκτησα
J’ai fui dans les forêts et je m’y suis caché
Το έσκασα και κρύβομαι στα δάση
Refusant de servir de chair à canon
Αρνούμενος να γίνω κρέας για τα κανόνια τους
Refusant de mourir au loin pour la nation
Αρνούμενος να πεθάνω στα ξένα για το έθνος
Une nation qui ne fut jamais vraiment la mienne
Ένα έθνος που δεν ήταν ποτέ πραγματικά δικό μου
Une alliance forcée de misère et de peine
Μια εξαναγκασμένη συμμαχία της φτώχιας με την ανάγκη
Celle du génocide des premières nations
Εκείνη της γενοκτονίας των πρώτων εθνών
Celle de l’esclavage et des déportations
Εκείνη της σκλαβιάς και των απελάσεων.
Je n’aime pas le lys, je n’aime pas la croix
Δεν αγαπώ τον κρίνο ούτε τον σταυρό
Une est pour les curés, et l’autre est pour les rois
Ο ένας για τους παπάδες κι ο άλλος για τους βασιλιάδες
Si j’aime mon pays, la terre qui m’a vu naître
Κι αν αγαπώ την χώρα μου, την γη που μ’ είδε να γεννιέμαι
Je ne veux pas de dieu, je ne veux pas de maître
Δεν θέλω ούτε θεό ούτε αφέντη
Je ne veux pas de dieu, je ne veux pas de maître!
Δεν θέλω ούτε θεό ούτε αφέντη!
Από το παραβολικό διήγημα «Βαραββάς» και τον θεατρικό διάλογο «Μαρία Μαγδαληνή» μέχρι τα ποιήματα σε πεζή μορφή όπως η «Μεταμόρφωση του Κακού» και η «Εγκατάλειψη», η πρόζα του Τρακλ αποκαλύπτει τον σκοτεινό ψυχισμό και τη συγγραφική ιδιοφυία μιας μοναδικής περίπτωσης στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία.
Τα πεζά κείμενα του Τρακλ είναι το σημείο μέγιστης ενέργειας της διάνοιάς του και ο θεμελιώδης βαθμός ελευθερίας στο γλωσσικό του σύστημα.
Όπως ο ίδιος περιέγραψε αυτή την ελευθερία: «Αισθάνθηκα, οσμίστηκα και άγγιξα τις πιο τρομερές δυνατότητες εντός μου, και άκουσα τους δαίμονες να ουρλιάζουν μες στο αίμα μου, χιλιάδες δαίμονες με τα καρφιά τους που τρέλαναν τη σάρκα μου. Τι φριχτός εφιάλτης! Μα πέρασε. Και τώρα ακούω μαγεμένος τις μελωδίες από μέσα μου, και το βλέμμα μου, συνεπαρμένο, επινοεί δικές του εικόνες – καλύτερα, παρά οτιδήποτε πραγματικό! Ο δικός μου όμορφος κόσμος κατακλύζεται από απίστευτη αρμονία».
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Κάποτε πρέπει να συλλογίζομαι ξανά τις βουβές εκείνες μέρες, που μοιάζουν με θαυμάσια, όμορφα ξοδεμένη ζωή, την οποία μπορούσα αναμφίβολα να χαρώ ως δώρο από μεγαλόψυχα, ξένα χέρια. Και εμφανίζεται πάλι στη μνήμη μου η μικρή πόλη στην κοιλάδα με τον φαρδύ κεντρικό της δρόμο, όπου εκτείνεται μεγάλη αλέα από εξαίσιες φλαμουριές σε όλο του το μήκος, και τα γωνιακά δρομάκια του σφύζουν από την κρυμμένη επαγγελματική ζωή των μικροπωλητών και των μαστόρων – και με το συντριβάνι στην παλιά πόλη, στο κέντρο της πλατείας, που αναβρύζει τόσο μαγευτικά στο φως του ήλιου, και όπου το βράδυ ακούγονται ψίθυροι ερωτευμένων στο μουρμούρισμα των νερών. Η πόλη, όμως, μοιάζει να ονειρεύεται τα περασμένα.
Και γέρνουν απαλά οι λόφοι, που πάνω τους απλώνεται βουβό, αυστηρό το ελατόδασος, και κόβουν την κοιλάδα από τον έξω κόσμο. Κουρνιάζουν ανάλαφρα οι κορφές στον μακρινό, λαμπερό ορίζοντα και σε αυτή την ένωση Ουρανού και Γης το Σύμπαν μοιάζει με κομμάτι πατρίδας. Αμέσως μου έρχονται στον νου ανθρώπινες μορφές και μπροστά μου αναβιώνει ο περασμένος τους βίος, με τις μικρές χαρές και λύπες του, που οι άνθρωποι τόλμησαν να εκμυστηρευθούν χωρίς αιδώ ο ένας στον άλλον.
Οκτώ εβδομάδες πέρασα σε αυτή την ερημιά· οκτώ εβδομάδες που μου φαίνονται σαν ξεχωριστό, ολόδικο κομμάτι της ζωής μου −ζωή από μόνο του−, γεμάτο ανείπωτη, νεανική ευτυχία, γεμάτο φοβερή λαχτάρα εκ των υστέρων, όμορφα πράγματα. Εδώ η ψυχή του αγοριού που υπήρξα δέχτηκε την επίδραση σπουδαίας εμπειρίας.
[Από το διήγημα «Η Χώρα του Ονείρου: Ένα επεισόδιο»]
Στοιβάζεις λάθη,
σκορπάς την οίηση με ισομοιρία,
εξαφανίζεις την αποτυχία
παρατηρώντας στο στεκάμενο νερό
τους κύκλους που αυγατίζουν ξεμακραίνοντας
απ’ το τρεμάμενο, ξερό κλαδάκι σου.
***
Σώματος αφήγηση
Εκεί που πριν διαπερνούσε αύρα
χάσκουν οι αυλακιές
στοχαστικού προσώπου.
τα ακροδάχτυλα που ψηλαφίζανε
ακμής τεκμήρια
πασχίζουν να κρατήσουμε ισορροπία
σε ένα τρέμουλο που πάσχει για αθανασία.
“Ουδέ ποτ’ ην, ουδ’ έσται
επεί νυν έστιν ομού παν,
εν, συνεχές”
προειδοποίησε εκείνος.
***
Γεύση τέλους
Σαν τελειώσει η αφήγηση
στον ουρανίσκο μένει πάντα λίγη πίκρα
γι’ αυτά που δεν ειπώθηκαν
από αβελτηρία ή και άγνοια.
Κι είναι για τούτο ακριβώς που γιγαντώνεται η λύπη,
αφού ξαναβιώθηκαν τ’ ανθρώπινα όρια
απέναντι στη θεωρητική συζήτηση περί πρακτέου.
*Από τη συλλογή “12 μικρά ποιήματα απαντοχής σε μικρόψυχους καιρούς”, ΑΩ εκδόσεις, 2013.
Τους αγαπημένους της ας αφήσουμε,
όταν θάναι νεκρή,
να γράψουν αυτό στα οστά της πάνω:
«Πια δε ζει να μας δίνει άρτο
Ποιος ζήτησε μόνο πέτρες απ’ αυτή».
##Ο Αντόνιο Πόρτσια γεννήθηκε το 1886 στην Καλαβρία όπου έζησε τα παιδικά του χρόνια. Πολύ νέος μετανάστευσε στην Αργεντινή και εγκαταστάθηκε στο Μπουένος Αιρες μέχρι το θανατό του το 1968.
Ανθρωπος απλός, χωρίς ιδιαίτερη μόρφωση, άσκησε πολλά και διαφορετικά επαγγέλματα (κεραμουργός, ξυλουργός, εργάτης τυπογραφείου κτλ) και έγραψε ένα και μοναδικό μικρό βιβλίο αφορισμών στα ισπανικά τις “Φωνές” (“Voces”) 1943.
*Μετάφραση Ε.Χ Γονατάς. Τους στίχους και το τραγούδι επέλεξε η Έφη Καλογεροπούλου.
Ντέμης Κωνσταντινίδης: «Είναι, λοιπόν, [η απουσία της έκπληξης] η ίδια φθοροποιός ουσία, που μας διαβρώνει και μας καθιστά αμέτοχους δέκτες, όπως σκληρά διαπιστώνουμε. Ο εκφασισμός μιας ολόκληρης κοινωνίας συνδέεται άμεσα με αυτό. Και οδηγεί σε αποτρόπαιες εκφάνσεις του εαυτού»
Προσπαθώντας να βρω έναν τρόπο για να σας συστήσω τον σημερινό μας καλεσμένο, θυμήθηκα κάποιους στίχους του από ένα παλιότερό του βιβλίο:
Εκ νέου τα λόγια μια υπαγόρευση
Οριστικά υπό κατάληψη το σώμα
Ιεροεξεταστές χωρίς συγχώρεση
Στίχοι που δεν ζευγάρωσαν ακόμα.
Κι ευθείς ο δάσκαλος Auden ήχησε στ’ αυτιά μου:
Η Τέχνη τα σβησμένα ανοίγει μάτια
στη Σάρκα και το Διάβολο, ως ζεσταίνουν
τα σκοτεινά του Πειρασμού δωμάτια
όπου ήρωες βρυχώνται και πεθαίνουν
[…]
Μα πώς θα ικανοποιήσουμε, όταν βρεθούμε
ανάμεσα στο Μήπως και το Θα,
του λιονταριού το στόμα, που η πείνα
του δεν χορταίνει με καμιά μεταφορά;
Ίσως να φαντάζει παράδοξη η εισαγωγή μου ετούτη. Μα παράδοξη δεν είναι και η κάθε μας συνάντηση; Τα λόγια μας; Οι εξομολογήσεις μας; Και τι πιο παράδοξο απ’ το να ακούσεις έναν ποιητή που, ανοίγοντας ένα μικρό παραθυράκι απ’ το εργαστήρι του, σου ψιθυρίζει δρόμους που σε οδηγούν στο κέντρο του εαυτού σου, του κόσμου κι εκείνου του ονείρου που το λέμε –συνήθως- πραγματικότητα;
Συναντήσαμε τον ποιητή Ντέμη Κωνσταντινίδη και συζητήσαμε μαζί του εφ’ όλης της ύλης.
Από την τελευταία μας κουβέντα πάνε –σχεδόν- δυο χρόνια. Τι άλλαξε για σας, μέσα σ’ αυτό το διάστημα;
Μέσα μου, λίγα πράγματα. Ο βυθός, πάντως, έχει προοπτικές… Δεν ξέρεις ποιο θαλάσσιο ρεύμα θα σε παρασύρει, σε ποιο ακρογιάλι θα σε ξεβράσει, για πόσον καιρό. Να μικραίνεις, να μικραίνεις και να διαλύεσαι. Είμαι ένα είδος βότσαλου.
Τι κρύβετε μέσα στα… κλειστά σας βιβλία;
Πολλά σκόρπια ποιήματα, τόσο πρώιμα ―σχεδόν εφηβικά― όσο και κατοπινά. “Αποτυπώνουν μια πορεία αγωνιώδη και κοπιαστική, όχι όμως χωρίς τις απολαβές της συμφιλίωσης με την εσωτερική φωνή”, όπως αναφέρω στο δελτίο τύπου. Ο τίτλος είναι απόσπασμα από στίχο ποιήματος, εντός της συλλογής. Και μόνος ενοποιητικός παράγοντας σε αυτήν, το τυχαίο. Οπωσδήποτε, όμως, η εικόνα των κλειστών βιβλίων κάπου πρέπει να παραπέμπει…
Ποια είναι αυτή η φθοροποιός «ουσία» που καταγγέλλετε στην «Περίπολο για τους εναπομείναντες»; Και ποιοι –θεωρείτε- πως θα’ ναι αυτοί που θα μείνουν πίσω και θ’ αντέξουν;
Σε μιαν ωραία σας ερώτηση, στην προηγούμενη συνάντησή μας, περί του νοήματος της αυγής σε κάποια προμετωπίδα παλαιότερης συλλογής, σας είχα, μεταξύ άλλων, απαντήσει: “Η έκπληξη κάθε καινούργιας μέρας”. Το “να μη βουλιάξουμε στο βούρκο της συνήθειας, της αναβλητικότητας, του εύκολου και του χυδαίου”. Είναι, λοιπόν, η ίδια φθοροποιός ουσία, που μας διαβρώνει και μας καθιστά αμέτοχους δέκτες, όπως σκληρά διαπιστώνουμε. Ο εκφασισμός μιας ολόκληρης κοινωνίας συνδέεται άμεσα με αυτό. Και οδηγεί σε αποτρόπαιες εκφάνσεις του εαυτού.
Σήμερα τα ποιήματα πίπτουν ως ράβδοι επάνω στους κάλπηδες εμπόρους; Ποια είναι η μεγαλύτερη μάστιγα της εποχής μας;
Δυστυχώς όχι. Τουλάχιστον, όχι όσο θα έπρεπε. Όταν έγραφα το συγκεκριμένο ποίημα, που μου ανακαλείτε στη μνήμη, είχα στο νου μου, φυσικά, τη μορφή του εξοργισμένου Χριστού. Ενός Χριστού επαναστάτη, όπως υπήρξε πράγματι. Το μόνο που άλλαζε ήταν ο ναός. Εγώ μιλούσα για έναν ναό της τέχνης, όπου πολλοί σήμερα ασχημονούν, εκμεταλλευόμενοι την άγνοια των πολλών. Αυτή θεωρώ, ίσως τη μεγαλύτερη μάστιγα. Παρότι (συνεχώς) δικτυωμένοι, αγνοούμε πολλά: τόπους, κείμενα, εξελίξεις, τον διπλανό μας, τον ίδιο μας τον εαυτό. Τις δυνατότητες, αλλά και τους περιορισμούς μας.
Αν σας δίνονταν η δυνατότητα να αλλάξετε κάτι στον κόσμο, τι θα ήταν αυτό;
“Διάβαζα τις εφημερίδες σας… Όλες διακηρύσσουν ότι οι ιδέες μου έχουν πεθάνει! Τα γνωστά. Αυτοί οι παλιάτσοι το λένε πάνω από εκατό χρόνια τώρα, αλλά δεν αναρωτιέστε τι μανία είναι αυτή να με ανακηρύσσουν νεκρό ξανά και ξανά;” λέει ο Μαρξ, δια χειρός Χάουαρντ Ζιν (Ο Μαρξ στο Σόχο). Και σοφά προτρέπει: “Ας σταματήσουμε να μιλάμε για καπιταλισμό και σοσιαλισμό. Ας μιλήσουμε απλώς για το πώς θα χρησιμοποιήσουμε τον απίστευτο πλούτο της γης προς όφελος (όλων) των ανθρώπων.”
Ελπίζετε σε κάτι;
Σε αυτό που φοβάμαι ταυτόχρονα. Πως η Ιστορία κάνει κύκλους…
Στην προηγούμενη συνομιλία μας μου είχατε περιγράψει το μέλλον με μελανά χρώματα. Είχατε μιλήσει για την αναπότρεπτη κυριαρχία των μηχανών και την υποταγή μας σε μια τεχνητή νοημοσύνη. Σήμερα βλέπετε να ερχόμαστε όλο και πιο κοντά σ’ αυτό ή μήπως διακρίνετε κάποιαν αλλαγή ρότας;
Είμαστε ήδη πολύ κοντά, ώστε έπαψε να είναι απλώς ένα κακό σενάριο. Νευροεπιστήμονες και άλλοι ειδικοί μιλούν, πλέον, ανοιχτά για ένα νέο είδος υβριδικού ανθρώπου, όχι απλά συνδεδεμένου (αυτό συμβαίνει και σήμερα με τα smartphones), μα αξεχώριστου από τον παγκόσμιο ιστό και απολύτως εξαρτημένου από την τεχνητή νοημοσύνη. Έναν “πολιτισμό” των (cy)borgs, για να θυμηθούμε και το Star Trek.
Η ποίηση δεν έχει καμιά χρηστική αξία. Άχρηστο πράγμα για μιαν εποχή ψυχαναγκαστικά στραμμένη στην υπερ- κατανάλωση, την υπερ- παραγωγή και την απομάκρυνση από το συναίσθημα. Κι όμως, τα social media κατακλύζονται καθημερινά από στιχάκια, όπως επίσης αυξάνεται με ραγδαίους ρυθμούς κι ο αριθμός εκείνων που θεωρούν πως γράφουν ποίηση. Από πού εκπορεύεται αυτό;
“Ίδια τοπία απελπισίας/Σε κάθε συναναστροφή:/Κινήσεις, εκφράσεις, θεατρινισμοί/Πληθυντικοί ευγενείας… “ γράφω κάπου, στη συλλογή “Η ασφαλής ομήγυρη”. Στο μανιφέστο του “Η χρησιμότητα του άχρηστου”, Άγρα, ο Nuccio Ordine θεωρεί χρήσιμο ό,τι μας βοηθά να γίνουμε καλύτεροι. Συμφωνώ απόλυτα με τη καίρια διατύπωσή του: “Η λογική όμως του κέρδους ναρκοθετεί τις βάσεις των θεσμών (σχολεία, πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα, εργαστήρια, μουσεία, βιβλιοθήκες, αρχεία) και εκείνους τους κλάδους (ουμανιστικούς και επιστημονικούς) των οποίων η αξία θα έπρεπε να ταυτίζεται με αυτή καθεαυτήν την γνώση, ανεξάρτητα από το αν παράγουν άμεσα κέρδη ή πρακτικά οφέλη. “ Το θέσατε πολύ εύστοχα, “εκείνων που θεωρούν πως γράφουν ποίηση”. Αλλάζω ελαφρώς την καταληκτική σας ερώτηση: από πού εκπορνεύεται (όλο) αυτό…
Είστε από τους συγγραφείς που έχουν καταγγείλει αυτή την μόδα των σεμιναρίων δημιουργικής γραφής. Θα θέλατε να μας μιλήσετε λίγο γι’ αυτό το θέμα; Είναι δυνατόν να διδαχθεί η δημιουργικότητα;
Εξακολουθώ να είμαι πολύ δύσπιστος. Όπως το λέτε, μόδα! Για να δούμε, αν μπορεί να διδαχθεί η δημιουργικότητα. Γράφει ο Γ. Θέμελης, σε ένα δοκίμιό του στη Νέα Πορεία (1972), “Η Ποίηση υπερβαίνει τα πράγματα, την κίνηση των λεπτομερειών, μπαίνοντας άμεσα, με ρωγμές αιφνίδιες, εκπληκτικές, το συχνότερο, στο “μετά”.” Ως “μετά” ορίζει την ελευθερία του πνεύματος. Έναν ιδεατό χώρο όπου παρόν, παρελθόν και μέλλον συνυπάρχουν. Οι ποιητές εκεί, ζώντες και τεθνεώτες, συνομιλούν. Όχι, αυτά δεν διδάσκονται…
Η κυβέρνηση ακόμα γιορτάζει την έξοδό μας από τα μνημόνια. Ο κόσμος –παρ’ όλα αυτά- παραμένει φοβισμένος. Θα μπορούσαν οι πολίτες να κάνουν κάτι για να αλλάξει αυτό το κλίμα;
Η ξύλινη ορολογία των ημερών με αφήνει παγερά αδιάφορο. “Η σύγχρονη κρατική εξουσία είναι απλώς μια επιτροπή, που διαχειρίζεται τις υποθέσεις της αστικής τάξης.” Το γράφουν οι Μαρξ και Ένγκελς στο Μανιφέστο τους. Λέτε να μην το διδάχθηκαν οι κυβερνητικοί; Φοβισμένος γιατί; Τι άλλο του μένει να χάσει;
Η βία γίνεται όλο και πιο έντονη στην κοινωνία μας. Τι σημαίνει αυτό; Αλλάξαμε ως άνθρωποι ή φανερώνουμε τον πραγματικό μας εαυτό;
Ο εαυτός έχει διαφορετικές εκδοχές, ενδεχομένως εντελώς άλλες όψεις, αναλόγως με το τι τον ταΐζει κανείς. Εδώ και δεκαετίες αναμασάμε σκουπίδια, στις τηλεοράσεις, στα ραδιόφωνα, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στα ίδια τα βιβλία, που κατάντησαν κι αυτά, εν πολλοίς, αναπαραγωγές σαπουνόπερας. “Πλήθη τσαμπιά με προσπερνάνε ανύποπτα/Πλήθη γιγαντικά! Τις μέρες τους φτυαρίζω./…/Και με τα ρούχα λερωμένα, μες στα χώματα/Αφού απ’ τ’ αχάραγα έχω αντικρίσει πτώματα” (Με περιπαίζεις, Α’ δημοσίευση στα Αποτυπώματα).
Θεωρείτε πως μέχρι τώρα ο πνευματικός κόσμος στάθηκε στο πλευρό των ανθρώπων; Μίλησε για τα προβλήματά τους; Τους έδωσε κάτι για να σταθούν και να κρατηθούν;
Δεν έχω εποπτεία των δηλώσεων, των συνεντεύξεων, της συνολικής βιβλιοπαραγωγής κλπ., άρα δεν μπορώ να έχω συγκεκριμένη γνώμη ως προς αυτό, παρά μόνον μία γενική αίσθηση. Κι αυτή είναι μάλλον αρνητική. Παρ’ όλα αυτά, κάθε γνήσιο έργο τέχνης είναι ένα στήριγμα για τους ανθρώπους, αρκεί να έχουν την καλή προαίρεση να το ανακαλύψουν.
Θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας κάποιους στίχους ή λόγια που στάθηκαν για σας ερείσματα σε δύσκολες στιγμές;
Ας παραθέσω, τότε, το πρώτο τετράστιχο του Λαμαρτίνου, από το εκτενές ποίημα “Η Λίμνη”, σε μετάφραση του Γ. Σημηριώτη (Ανθολογία Γαλλικής Ποίησης, Εκδόσεις Κοροντζή) :
Πάντα λοιπόν σ’ ακρογιαλιές καινούργιες θα τραβούμε;
πάντα θα βυθιζόμαστε στου τάφου τη νυχτιά,
χωρίς ποτέ στο πέλαγο του χρόνου να σταθούμε
μια μέρα μοναχά;
Όπως και την ευχή του Ρ.Μ. Ρίλκε (Γράμματα σ’ ένα νέο ποιητή, Εκδοτική Θεσσαλονίκης): “Να βρείτε μέσα σας αρκετή καρτερικότητα για να υπομένετε και αρκετή ταπεινότητα για να πιστέψετε. Ν’ αποκτήσετε όλο και μεγαλύτερη εμπιστοσύνη σε ό,τι είναι Δύσκολο και στη Μοναξιά που νοιώθετε, όταν είστε με τους άλλους. Κατά τ’ άλλα, αφήστε τη ζωή σας να κυλά”.
Πριν λίγες μέρες ήταν η Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας. Η τέχνη μπορεί να λειτουργήσει ως φάρμακο για το ψυχικό άλγος;
Φάρμακον νηπενθές, ασφαλώς. Και καταφυγή.
Ετοιμάζετε κάτι αυτή την περίοδο;
Μαζεύτηκαν αρκετά. Έχω ολοκληρωμένη μία συλλογή. Είναι εντελώς άχαρο να το κάνω εγώ αυτό. Θα μου πείτε, και ποιος να το κάνει; Θαύμαζα πάντοτε τους ποιητές που αδιαφορούσαν για οποιαδήποτε έκδοση. Στο Μεσοπόλεμο μα και αργότερα. Που το έργο τους σκορπίστηκε στους πέντε ανέμους. Και τώρα το ψάχνουν φιλόλογοι και φιλολογίζοντες… Αυτοί είναι, είμαι της άποψης, οι πιο γνήσιοι.
Τις παρουσιάσεις, επίσης, τις αποφεύγω. Κάνω μία παρουσίαση, περίπου κάθε 4-5 χρόνια. Όταν πιστεύω πως έχω να πω κάτι σημαντικό. Στις 26 Νοέμβρη, λοιπόν, στην Πρωτοπορία της Θεσσαλονίκης, θα μου κάνουν την τιμή να μιλήσουν για την τελευταία συλλογή μου, ο Ανδρέας Αντωνίου, ποιητής-μεταφραστής και ο Άρης Μπιτσώρης, εκπαιδευτικός-στιχουργός. Δύο maître, που δουλεύουν ακούραστα το στίχο τους, με έξοχα αποτελέσματα. Θα χαρώ να σας δω εκεί.
Τι μήνυμα θα θέλατε να στείλετε στους αναγνώστες μας;
“Ξέρω ότι ξυπνάτε νωρίς το πρωί, ότι έχετε ένα πρόγραμμα, ενώ εγώ δεν έχω. Είναι μία μετά τα μεσάνυχτα, και δεν πρέπει να σας στερώ τον ύπνο.” Ν. Λαπαθιώτης, Συνέντευξη στον Κωστή Μπαστιά, Περιοδικό Εβδομάς, 4.4.1931.
Με ποιο τραγούδι θα θέλατε να κλείσουμε την συνέντευξή μας;
Sad lovers and giants, Things we never did. Παρακολουθώ τα άρθρα σας για τις Τέχνες και τον Πολιτισμό με αμείωτο ενδιαφέρον. Σας ευχαριστώ από καρδιάς και σας εύχομαι κάθε επιτυχία.
Εμείς σας ευχαριστούμε!
*Ο Ντέμης Κωνσταντινίδης γεννήθηκε το 1976 στη Θεσσαλονίκη. Έχει σπουδάσει Ιστορία και Αρχαιολογία στο Α.Π.Θ. και στη συνέχεια πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στη Μουσειολογία. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Ευλύγιστες μελαγχολίες (Vakxikon.gr 2014), Εφημερόπτερα (24 γράμματα , 2015), Περίπολος για τους εναπομείναντες (24 γράμματα, 2016), Σε κλειστά βιβλία (24 γράμματα, 2017). Οι τρεις προηγούμενες ποιητικές συλλογές, κυκλοφορούν από τον εκδοτικό οίκο University Studio Press: Διαθέσεις, 2009, Ιχθύων λόγος, 2011, Κι όμως, γελούν καλύτερα οι τζίτζικες, 2013. Το ίδιο έτος λαμβάνει το Β’ Βραβείο στον Πανελλήνιο Διαγωνισμό Ποίησης για τα 100 χρόνια Ελεύθερης Θεσσαλονίκης 1912 – 2012, που διοργάνωσε ο Σύλλογος Φίλων του Βαφοπούλειου Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Θεσσαλονίκης, με το ποίημα Εξομολόγηση. Ποιήματα και κείμενά του δημοσιεύονται τακτικά στα προσωπικά του ιστολόγια, καθώς και σε τεύχη των περιοδικών fuctART και Vakxikon.gr, του οποίου είναι συνεργάτης.
**Ο Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος ασχολείται με την δημοσιογραφία, την κριτική λογοτεχνίας και την ποίηση