Το ζήτημα της αυτοκτονίας του Θ.Δ. Τυπάλδου

Θωμάς Τυπάλδος

Σε γενικές γραμμές, δεν θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί πως είμαι αυτού του τύπου ο άνθρωπος που όταν ξυπνάει, κάθεται στο τραπέζι της κουζίνας και μεταξύ του καφέ και του τσιγάρου, θα ξεφυλλίσει την πρωινή του εφημερίδα για να ενημερωθεί… κάθε άλλο. Εκείνο όμως το κυριακάτικο πρωινό, θες γιατί η μονόφθαλμη γάτα μου την έφερε όλο χαρά κρατώντας την στο χαμογελαστό της στόμα, θες γιατί πρόσεξα πως σε κάποιο σημείο της, ένα άρθρο είχε από κάποιον σημειωθεί μ’ ένα κόκκινο κύκλο από μαρκαδόρο, είπα να της ρίξω μια ματιά καθώς θα κάπνιζα το στριφτό μου τσιγάρο και θα έπινα τον πρωινό μου καφέ. Έτσι κι έγινε. Αφού έφτιαξα τον καφέ κι άναψα το τσιγάρο, έπιασα την εφημερίδα και πήγα κατευθείαν στο άρθρο που ήταν μέσα στο κόκκινο κυκλικό περίγραμμα, μα η έκπληξη που με περίμενε στις γραμμές του, έκανε το τσιγάρο να μου πέσει απ’ τα χείλη…

Ήταν βλέπετε ένα ρεπορτάζ που αναφερόταν στην χτεσινή κηδεία, αφού είχε προηγηθεί η προ δύο ημερών αυτοκτονία μου! Το ότι με κράτησαν έξω από το χώμα δυο ολόκληρες μέρες μάλλον θα είχε να κάνει με τις ιατροδικαστικές εξετάσεις, σκέφτηκα στην αρχή, εφόσον δεν με θεωρούσα και κάποιο σημαίνον πρόσωπο που θα του ‘πρεπαν κάποιες ιδιαίτερες ετοιμασίες για την ταφή του, αλλά διαβάζοντας το λεπτομερέστατο ρεπορτάζ της έγκριτης δημοσιογράφου κυρίας Δενδρογαλιάς, (παρεμπιπτόντως, ποτέ δεν κατάλαβα πώς μπορεί να γράφει ένα ερπετό την ώρα που δεν διαθέτει χέρια, αλλά αυτό είναι άλλου Κοράκου ευαγγέλιο).

Στην κηδεία παρευρέθησαν πολλά πρόσωπα περιωπής, τα οποία μάλιστα έδειχναν, εκτός από έκπληκτα στο άκουσμα της είδησης της αυτοκτονίας μου, και πολύ συγκινημένα που παρευρίσκονταν στην ταφή μου… Στο καλό! Με συγκίνησαν κι αυτοί με τη σειρά τους απ’ τη στάση τους να με τιμήσουν με την παρουσία τους στο γλέντι του θανάτου μου, παρά τα τόσα που τους είχα σούρει κατά καιρούς.

Για κάποια δευτερόλεπτα, μια περιτ(π)τωμάτων σκέψη διαπέρασε το μυαλό μου και μ’ έκανε να σταματήσω να διαβάζω το εν λόγω άρθρο. Αναρωτήθηκα μήπως θα ‘πρεπε να ρίξω μια ματιά στα ζώδια πρώτα, για να ξέρω τι με περιμένει την τέταρτη μέρα μου στον κόσμο των νεκρών, προτού να ενημερωθώ για την όχι και τόσο μεγάλης σημασίας για μένα μέρα της κηδείας μου. Από την άλλη όμως, ήθελα να μάθω κάτι πολύ σημαντικό: για ποιον λόγο θέλησα να βάλω τέλος στη ζωή μου και με ποιον τρόπο αυτό είχε συμβεί; Ποιος ξέρει, ίσως να χρειαστεί να τον επαναλάβω και στις Η.Π.Α (Ηνωμένες Πολιτείες Αποθανόντων… Ζωή σε σας και τις οικογένειές σας) που θα κατοικούσα από ‘δω και μπρος. Εύχομαι, τώρα που το σκέφτομαι, να μην υπάρχει πολύ γραφειοκρατία στις κρατικές υπηρεσίες της μεγάλης αυτής χώρας κι αργήσω να πάρω την υπηκοότητα γιατί αν απελαθώ, δεν ξέρω πού, σε ποια άλλη χώρα μπορεί να γίνονται δεκτοί οι αποθαμένοι. Συνέχισα να διαβάζω το άρθρο εν τέλει, αφήνοντας γι’ αργότερα το ωροσκόπιό μου.

Όπως είπα παραπάνω, ήταν όλοι εκεί, στη τελετή του κατευόδιού μου. Ήταν ο αξιότιμος δήμαρχος κύριος Πιγκουίνος, με το καλό του σμόκιν να φορά, με το παπιγιόν προπέλα στο λαιμό και το μονόκλ που του έδινε πάντα ένα κύρος ανωτερότητας. Ήταν ο αρχηγός της αστυνομίας, κύριος Μπουλντόγκ, με τη μεγαλοπρεπέστατη στολή και τα κοκαλένια του παράσημα, να στέκεται στρυφνός και σοβαρός, σε στάση προσοχής, λες κι είχε καταπιεί μια στέκα μπιλιάρδου για πρωινό και δίπλα του, η αξιοσέβαστη σύζυγός του, κυρία Αγελάδα, πάντα σοβαρή και μετρημένη όταν δεν βρίσκεται σε κάποιο καρέ για πόκερ όπου εκεί γίνεται “ταύρος εν υαλοπωλείω”, ειδικά αν έχει χασούρα.

Παρευρέθη ακόμη και ο αρχηγός της αντιπολίτευσης, κύριος Μπούφος, που έγραψε και διάβασε τον επικήδειο (γιατί αυτός δεν το ξέρω, αφού ποτέ δεν τον ψήφισα, αλλά μάλλον για να δείξει κι αυτός ανωτερότητα μ’ αυτή του την κίνηση, κι επ’ ευκαιρίας, να κλέψει και καμιά ψήφο εκ των τεθλιμμένων συγγενών μου. Για κακή του τύχη όμως κανείς από την οικογένειά μου δεν είχε παρευρεθεί, μιας κι ήξεραν πως πέθανα στη ψάθα και δεν είχα τίποτα να τους αφήσω, πέρα από κάποια ανούσια, βρόμικα ποιήματα, που τι να βγάλεις κι απ’ αυτά;). Ήταν και ο πρόεδρος της κυβέρνησης, αξιότιμος κύριος Τζίτζικας, που σιγοσφύριζε (απ’ ότι είπαν μάρτυρες που τον άκουσαν) τη μουσική από την ταινία, “Ρέκβιεμ για ένα όνειρο”. Τώρα αυτό το σφύριγμα δεν ξέρω αν αφορούσε την δική μου περίπτωση ή απλά έστελνε μηνύματα στους πάντες για τους σκοπούς που είχε για την χώρα. Τέλος, αμέτρητο πλήθος λαού ήταν εκεί, σιωπηλοί, σοβαροί και θλιμμένοι, γλεντούσαν στην κηδεία, που θα ‘λεγε και ο ποιητής.

Η τελετή έγινε χοροστατούντος του αιδεσιμότατου μητροπολίτη Μωρότητας και περιχώρων, Γουρούνι, ο οποίος, μέσα στα χρυσοποίκιλτα άμφιά του και τον σταυρό που ζυγίζει πιο πολύ απ’ το δικό του βάρος, (τ’ οποίο, είναι αυτό που λεν, μη σου τύχει), μέσα στο χρυσάφι και τα διαμάντια, μετά την νεκρώσιμη ακολουθία, άδραξε την ευκαιρία να αναφερθεί στο πόσο μεγάλη, τι θεόσταλτη που είναι η φιλανθρωπία και πως θα πρέπει όλοι να δίνουν τον οβολό τους υπέρ των πτωχών. Η πράξη αυτή, ανοίγει τις πύλες του παραδείσου, κι αν μάλιστα αυτή γίνεται μέσω του φιλόπτωχου ταμείου της δικής του μητροπόλεως, ανοίγουν οι πύλες και παίρνεις ακόμη και τα κλειδιά εσύ στο χέρι, παρακάμπτοντας τον Άγιο Πέτρο. Αυτό μου βγάζει πως ο συγκεκριμένος ιεράρχης, έχει τις καλύτερες διασυνδέσεις με τους επάνω. Δεν μπορεί ο καθένας να έχει αντικλείδι του παραδείσου, μην τρελαθούμε κιόλας.

Ήταν όλοι εκεί μαζί μ’ ένα ρολόι της πλατείας, το οποίο έλειωνε λίγο-λίγο, κι ευθύς αμέσως, η υγροποιημένη του μορφή ξαναγινόταν στέρεη, παίρνοντας τη μορφή μίας πόρνης που είχα γνωρίσει σ’ ένα ταξίδι μου στο Παρίσι και συγκεκριμένα, την γνώρισα μια υγρή, κρύα νύχτα του χειμώνα του 1924, σ’ ένα παγκάκι που είχε καθίσει για να ξεκουραστεί, κάνοντας ένα τσιγάρο Gitanes, στο πάρκο του Champ-de-Mars. Τι όμορφη που ήταν αλήθεια μέσα στις μαύρες της νάιλον κάλτσες και μέσα στο γεμάτο make up πρόσωπό της! Όμορφη μέσα στην ασχήμια μιας ζωής που δεν θέλησε, μιας ζωής όμως στην οποία έμαθε να επιβιώνει, νύχτα τη νύχτα. Τι μου θύμισε αυτό το ρολόι τώρα! Αλλά ας πάμε παρακάτω… Ο θάνατος συνεχίζεται, καλώς ή κακώς, συνεχίζεται.

Τελειώνοντας με τα πολλά την ανάγνωση του άρθρου, έμεινα με μια απορία, αλλά και μια βεβαιότητα μαζί, γιατί ενώ πληροφορήθηκα απόλυτα για τα όσα έλαβαν χώρα στη τελετή της κηδείας μου, (πράγματα δηλαδή που ο καθένας θα μπορούσε να τα γνωρίζει αρκεί να είχε μπει στον κόπο να παρευρεθεί εκεί), το άρθρο δε μου έλυσε ποτέ την απορία τού πώς και του γιατί θέλησα ν’ αυτοκτονήσω. Αυτή η μη απάντηση στο ερώτημά μου, μ’ επιβεβαιώνει ακόμη και μεταθάνατον στην άποψη που έχω για τους δημοσιογράφους, ότι δηλαδή, ή δεν ξέρουν την αλήθεια, ή ότι απλώς την αλλοιώνουν.

Έκλεισα και πέταξα μακριά την εφημερίδα κι αποφάσισα να βγω μια βόλτα έξω απ’ το σπίτι, άλλωστε, ήταν μια υπέροχη μέρα γεμάτη απ’ τα παλλόμενα και ζωντανά χρώματα ενός αφηρημένου εξπρεσιονιστικού ήλιου που με θρέφει εδώ και σαράντα χρόνια. Η ηλεκτρομαγνητικών ρευμάτων μορφή μου, ήθελε τώρα να διακτινιστεί διαμέσου των ατέρμονων ηλεκτροφόρων πεδίων κάπου μακριά, όσο πιο μακριά θα μπορούσε να βρεθεί, και γιατί όχι, στο Παρίσι του 1924, σε μια υγρή, κρύα νύχτα του χειμώνα, σε κάποιο παγκάκι του Champ-de-Mars!

*Αναδημοσίευση από εδω: http://www.pause-artmag.gr/2018/03/blog-post_4.html

Σωτήρης Λυκουργιώτης, Ποιήματα

Το καλοκαίρι δεν θα ’ρχεται για πάντα

Το καλοκαίρι δεν θα ’ρχεται για πάντα
υπάρχουν όρια στις επιστροφές του
όπως κι ο ποταμός που χύνεται μέσα απ’ τα μάτια σου
καταπίνοντας ωκεανούς, υπονομεύοντας θύελλες
κάποτε θα σωπάσει

Το καλοκαίρι δεν θα ’ρχεται για πάντα
ούτε ο πόνος με το κλάμα της ζωής
ούτε το άζωτο στις ρίζες των δένδρων…

Όσο υπάρχουν ακόμα σταγόνες στα πρωινά φύλλα
καλό είναι να συλλέγονται

***

Για την επαιτεία του «ΟΧΙ»

Εκεί που φυτρώσαμε
ήταν σπαρμένο με νάρκες
οι στρατηγοί που διέταξαν «έφοδο»
αποδείχθηκαν σκιάχτρα
σε κάθε μας βήμα
το πόδι πιο βαθιά
βουτούσε στη λάσπη

Κι ας φώναζα οι σαλτιμπάγκοι —εμπρός,
το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω—
οι εκβολές είχαν ήδη παραδοθεί στην παρόδια

Λίμνη θα γινόταν ύστερα η πλατεία
και τα νερά της βρώμικα
από τον ευτροφισμό

***

Εδώ
εγκλωβισμένοι στο ακανθώδες Τώρα
εδώ και τώρα
θα πούμε το δικό μας ΌΧΙ
(όχι σαν αυτό του Μεταξά)
αλλά αυτή την ήρεμη άρνηση
του Μπάρτλεμπυ του γραφιά

αυτό το οριστικό
το αμετάκλητο
το ανειρήνευτο
το αστράτευτο
το ευγενές

«σάλτα και γαμήσου…»

***

Δεν πρέπει κάτι να γραφτεί

Και τώρα πείτε μου:
δεν πρέπει κάτι να γραφτεί
για τους αποκλεισμένους του έρωτα
που τα βράδια ξαγρυπνούν
σφιχταγκαλιάζοντας το μαξιλάρι
σφίγγοντας τα δόντια
κλαίγοντας χωρίς δάκρυ

(αφού κανείς δεν είναι εκεί
να τρέξει γι’ αυτόν)

αρκετά δε βρέξαμε την πένα μας
στον ιδρώτα των εραστών;

***

Η συνείδηση

μη με λυπάσαι
δεν είμαι ναυάγιο

η συνείδηση είμαι του ύφαλου

***

Αν ξέραμε

Αν ξέραμε πως δεν θα σ’ άρεσαν τα ποιήματά μας
δε θα γράφαμε ποίημα
Αν ξέραμε πως θα ’φευγες μακριά
δε θα σ’ αγαπούσαμε τόσο
Αν ξέραμε το μήκος του ωκεανού
δε θα μπαίναμε ποτέ στη θάλασσα

Αν ξέραμε…
η ζωή θα ήταν λάθος

*Από εδώ: https://mandragoras-magazine.gr/%CF%83%CF%89%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B7%CF%82-%CE%BB%CF%85%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B7%CF%82-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1/12366

Ειρηναίος Βρούσγος, Τρία ποιήματα

Ο ΚΗΠΟΣ

Ένα αγόρι
που ταξιδεύει μέρες
διψασμένο και πεινασμένο
φτάνει σε έναν κήπο εκθαμβωτικό.
Ο κήπος είναι πλήρης λουλουδιών
χρωματιστά και όμορφα τόσο
που τ’ αγόρι ξέχασε την πείνα και τη δίψα.
Μόνο ήθελε ένα λουλούδι.
Έτσι κίνησε να βρει τον κηπουρό
κι έψαξε κι έψαξε ώσπου τον βρήκε
ανάμεσα σε τόσα λουλούδια.
Και γέμισε τα πνευμόνια του με ελπίδα και εξέπνευσε ευγενικά:
«Παρακαλώ, μπορώ να έχω ένα λουλούδι, παρακαλώ και θα είμαι ευτυχισμένος»
κι ο κηπουρός αρνήθηκε στο αγόρι το λουλούδι.

***

«κι η κόρη αθέλητά της πήγαινε μαζί τους»
Ν. Καζαντζάκης, Ομήρου Ηλιάδα

ΒΡΙΣΟΠΟΥΛΑ

«Κι η κόρη αθέλητά της πήγαινε
μαζί τους» καθώς Ά. Λλαζε χέρια αφεντάδων.
Ήθελε βλέπετε – σκλάβα – να παραμείνει του Ό. Μορφου Αχιλλέα.
Κι ο Αχιλλέας έκλαιγε διότι την ποθούσε
όμως πιότερο διότι ζημιώθηκε η Ά! Κριβή τιμή του.
Χα χα χα.
Από τον Αγά! Μέμνονα. Χα χα χα.
Που ήξερε.
Πως εξουσία είναι να πείθεις.

***

ΕΚΕΙΝΗ ΤΗ ΝΥΧΤΑ

που ο κόσμος τέλειωνε
κι οι καβαλάρηδες σωριάζονταν απ’ τ’ άλογά τους
και τα πουλιά πέφταν ήσυχα απ’ τα κλαδιά
κι οι φάλαινες ανάσκελα κείτονταν στον πάτο των ωκεανών
εκείνη τη νύχτα
που οι θάλασσες χάσαν το βάρος τους και σηκώθηκαν σαν σύννεφα
και τα κόκκινα φαράγγια βούλιαζαν στις άμμους
και τα μωρά μέναν ασάλευτα και σιγανά
που ο κόσμος τέλειωνε
εκείνη τη νύχτα.
Κάναμε έρωτα.

*Από τη συλλογή “Περι(τ)τά”.

Κώστας Ταχτσής, Δύο ποιήματα

Έλασσον

Κανένα σύννεφο δεν πέρασε

καμιά φωνή δεν ζήτησε βοήθεια

η απελπισία του τόπου αυτού εκφράζεται

πιο ζωντανά με τη σιωπή

και το πολύ-πολύ τον ψίθυρο

του σκοταδιού που πέφτει-πέφτει
(στις ψυχές μας!..)

***

Ποιος

Ποιος να μου τόλεγε

ότι σήμερα

θα γράψω αυτό το ποίημα

τόσο μικρό ποίημα

για να γιορτάσω την απουσία σου
…
………………………………………

μα ξάφνου

η μουσική σταμάτησε

ο σκοπός π’ αγαπούσες

π’ αγαπούσες

π’ αγαπούσες

γυρίζει μονάχος στους δρόμους

και κλαίει

ποιος έφυγε

ποιος έφυγε για πάντα.

*Από τη συλλογή “Μικρά ποιήματα”, Αθήνα 1952.

**Αναδημοσίευση από εδώ: https://dimartblog.com/2015/10/08/tahtsis2/

Αρρωστημένα Σαγόνια

Trip to Space's avatarLos Innuendos

Ο κόσμος των παραισθήσεων, της οφθαλμαπάτης αποτέλεσε για εκείνον καταφύγιο ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε.

Ξύπνα
Φάε
Ντύσου
Τρέξε να προλάβεις,
Δούλεψε,
Κάτσε να σε βρίζουν
Ίδρωσε
Πόνεσε,
Πες ψέματα,
Υποτίμησε,
Κοίτα περίεργα,
την ώρα, τους γύρω
Μην κοιτάς πάνω
Μόλυνε,
Κάνε σκουπίδια
Κάτσε ακούνητος,
αμίλητος, φοβισμένος.
Περίμενε και Περίμενε
να σε δείρουν, να σε φάνε,
να σε σκοτώσουν, μα πρώτα εσύ (πρέπει ;).

Περπάτησε
Μάτωσε
Παίξε στο θέατρο
του παραλόγου
Αναστέναξε
Ξεφύσα
Υπόμεινε χωρίς νόημα
Δώσου, αφήσου, ζαλίσου,
Το ποτέ, το πουθενά
πάντα, πάντοτε, παντοτινά

Τοίχοι, τσιμέντα
Κοστούμια, Γραβάτες
Καθημερινές Φυσιολογικές Παράνοιες,
” Χαμήλωσε τη μουσική !
Κραυγές, ουρλιαχτά
Μια μάνα σκότωσε το παιδί της.
Μια φορά ένας φίλος μου για να με σώσει
είπε ότι ήμουνα τρελός. Και από τότε έμεινα
ο τρελός για πάντα. Είμαι κεφάτος γυρίζω απ’τον Βερόπουλο…”

Φύγε
Πράξε
Ζωγράφισε
Τραγούδα
Γράψε λέξεις
Όλα είναι μικρούλες
λέξεις σε ένα κόσμο που τρέχει
και γρέμιζεται…

View original post 133 more words

Χρήστος Ε. Δημάκης, Δεκαεπτά στιγμές του σκληρού χειμώνα ’73-’74

…..
εισαγωγή: 17 στιχηρά που έγραψα από τις 20 του Νοέμβρη ’73 μέχρι και τον Φλεβάρη του ’74, τον πρώτο μου χρόνο στην Πολυτεχνική, δεκαοχτάχρονος. Τα μεταφέρω αλλάζοντας μόνον το τονικό κι έναν-δυο ακραίους δημοτικισμούς. 41 χρόνια από τότε, τα είχα δείξει μόνο στα παιδιά μου.

1. Απ’ την αρχή

Χαιρετώ φίλους κι άγνωστους
και φεύγω σ’ άλλη χώρα.
Παρατώ τα σπαθιά που έσπασαν
και παίρνω όπλα καινούρια.
Κόβω με το εγχειρίδιο
κρέας απ’ το μπούτι ενός νεκρού άλογου,
τ’ αλατίζω και γεμίζω τον γυλιό μου.
Είναι μακρύς ο δρόμος μου
κι η ερημιά πολλή.
Κλείνω τις πληγές
με τη σκισμένη μου φανέλα.
Φορώ τη χλαίνη ενός σύντροφου νεκρού.
Κρεμώ στον ώμο μου τ’ όπλο του.
Βάζω τα χέρια μου βαθιά στις τσέπες
κι αρχινώ.
Γυρεύω τον τόπο
που βγαίνει ο ήλιος.
90° αριστερά!

Νοέμβρης 1973
Ανάρτηση: 15/11/2014 – 16:50

2.

Τα παιδιά ησύχασαν.
Γύρισαν φοβισμένα και λούφαξαν στα σπίτια τους.
Τα φώτα σβήσανε.
Μια ομίχλη μας χωρίζει.
Ακούω τον ήχο της μηχανής.
Ακούω τις αλυσίδες στην άσφαλτο.
Ακούω τις αρβύλες των φαντάρων.
Θυμάσαι χθες; Είχες γιορτή.
Κι ήσουνα λεύτερος σε δυο στρέμματα γης.
Σήμερα είμαστε εδώ.
Στην αρχή καινούριας πορείας –ξανά.
Μέσ’ σ’ ένα γήπεδο στρόγγυλο.
Γυμνοί, μόνοι.
Μόνοι με τον επιστάτη του,
που σκουπίζει τις κερκίδες.

Νοέμβρης 1973
Ανάρτηση: 15/11/2014 – 20:43

3.

Αυτά τα τζάμια πεταμένα θρύψαλα στη γη.
Αυτά τα σανίδια σπασμένα στα πατώματα.
Αυτοί οι άνθρωποι που με κοιτούν με τα μαύρα γυαλιά.
Μου θυμίζουν:
Τι δεν είχα.
Τι δεν απόχτησα.
Τι χάνω.

Νοέμβρης 1973
Ανάρτηση: 16/11/2014 – 00:00

4.

Στην άκρη του κόσμου θα πάω,
να βρω τον πόθο σου και τον πόθο μου,
να βρω τους πόθους μας.
Θα βάλω στα πόδια μου φτερά
μην τύχει και με προλάβουν πουλιά σιδερένια
και κλέψουν τα όνειρα – τα όνειρά μας.
Ό,τι έγινε με γιγαντώνει.
Αρπάζω στα χέρια μου τα χέρια σου,
Σε παίρνω στο σπίτι μου να λουφάξουμε
-για την ώρα.
Νοέμβρης 1973
Ανάρτηση: 16/11/2014 – 01:49

5. Προτροπή

Παιδιά αυτού του κόσμου.
Άνθρωποι απ΄ την λάσπη της γης.
Πάρτε όρκο.
Σας παρακαλώ.
Κι ύστερα κάντε πόλεμο.
Πάρτε πιρούνια.
Πάρτε μαχαίρια.
Αφήστε τα νύχια σας να μεγαλώσουν.
Τα δόντια σας νά ‘ναι κοφτερά.
Εμείς τίποτα δεν θά ‘χουμε, πάρεξ το κορμί μας
κι ένα κομμάτι ψωμί.
Εκείνοι θά ‘ναι αστακοί.
Αγκώνες ενώστε. Μασέλες σφίξτε.
Ο θάνατος είναι δικός μας.
Σύντροφοι, ο χρόνος περνάει.
Τα λόγια παγώνουν.
Απομένει η ορμή.
Κανείς δεν μας έστειλε.
Μας γέννησε αυτός εδώ ο τόπος.
Κι εδώ ψάχνουμε την αλήθεια.

Νοέμβρης 1973
Ανάρτηση: 16/11/2014 – 08:47

6. Θα ‘ρθώ

Για τ’ ότι θά ‘ρθω νά ‘στε σίγουροι.
Τα πόδια σας κάντε να φυτρώσουν στο χώμα.
Τα χέρια σας ν’ αδράξουν τον ουρανό.
Η ανάσα σας να κάψει το διάστημα.
Περιμένετε.
Θά ΄ρθω τυλιγμένος την ομίχλη του πρωινού.
Θά ΄ρθω με τα μάτια από τον αέρα κόκκινα.
Θά ‘ρθω με την αγκαλιά γεμάτη χιόνι.
Οι σταθμοί δεν θα με χωρούν.
Τα τραίνα δεν θα με προφταίνουν.
Χιλιάδες σφαίρες θα πετούν με τα’ όνομά μου.
Κι εγώ θα προχωρώ.
Στητός, ωραίος, περήφανος.
Περιμένετε.
Θά ‘χω στα χέρια μου ξεραμένο το αίμα των συντρόφων.
Θά ‘χω στην πλάτη μου γραμμένες όλες τους τις εντολές.
Θα τα ξυπνήσω όλα.
Τις νυχτερίδες στα υπόγεια,
τον μονιά στη φωλιά του,
τον νυχτοφύλακα στο παλιό υποθηκοφυλακείο.
Περιμένετε.
Θά ‘ρθω με βήματα μεγάλα.
Η μια μου πατούσα θά ‘ναι τεράστια.
Μεγάλη ίσαμε τον κάμπο των Σερρών.
Θα πατάω και θα λειώνω τα περασμένα.
Στους γνωστούς θα δείχνω την πραμάτεια μου.
Ζάχαρη απ’ την Αβάνα.
Χαλκό απ’ την Χιλή.
Καφέ απ’ την Βραζιλία.
Ρύζι απ’ το Βιετνάμ.
Και γυμνά κρανία απ’ την Αφρική.
Νοέμβρης 1973
Ανάρτηση: 16/11/2014 – 08:48

7.

Γλιστράω πάνω σε λάδια και σιρόπια.
Κι όπου αν δω, όπου αν σταθώ.
Δυο τρεις κηλίδες αίμα.
Κι έπειτα κάτι μικρούλια μάτια να με κοιτάζουν,
πίσω από πρέσες κι ατμολέβητες.
Κι έπειτα ένας φίλος κρεμασμένος οχτώ ώρες
μ’ ένα λουρί απ’ τα σίδερα της οροφής.
Προχωράω.
Γεια σας!
Νοέμβρης 1973
Ανάρτηση: 16/11/2014 – 08:49

8. Χριστούγεννα ‘73

Πάλι τα φώτα τα πολύχρωμα.
Πάλι τα χνώτα σου να υψώνονται – δέηση στον ουρανό.
Πάλι το δέντρο στη πλατεία με λάμπες και γιρλάντες.
Πάλι η γυμνή γυναίκα στη διαφήμιση,
στην μάντρα απέναντί μας.
Όλα όπως πέρσι
κι όπως πρόπερσι.
Όλα όπως θά ‘ναι και του χρόνου.
Δεκέμβρης 1973
Ανάρτηση: 16/11/2014 – 18:30

9. Πες

Πες, -τι μπορείς να πεις;-
για τον Χριστό που γέννησε και φέτο η Παναγιά.
Πες μου για το ωραίο του πρόσωπο,
για το ξανθό του γένι και τα γαλάζια μάτια.
Πες κι ύστερα μίλα μου
για έρωτα και για παιδιά.
Πες κι ύστερα μίλα μου
για λευτεριά.
Πες για την πήλινη κανάτα
που κύλησε απ΄ το ξύλινο τραπέζι
και βάφτηκε η αρβύλα τους
μες σε κρασί και αίμα.
Ψυχή μου, σήκω, φώναξε
μπροστά στα τανκς και τα όπλα τους:
εδώ γεννιέται ένας Χριστός ρε,
δεν είν’ εδώ τόπος για σας,
η γη εδώ δεν σας σηκώνει.
εδώ δεν είναι άιντε-άιντε.
Κι αυτά που ξέρατε απ’ αλλού,
εδώ δεν θα περάσουν.
Δεκέμβρης 1973
Ανάρτηση: 16/11/2014 – 18:53

11.

Πάλι ξανάρθες
του Χριστού την γέννηση να τραγουδήσεις.
Πάλι ξανάρθες
κι οι χορδές της κιθάρας σου δεθήκαν στις χορδές της καρδιάς μας.
Πάλι ξανάρθες
κι έφερες πίσω την πίκρα αυτής της νύχτας.
Στα πόδια μας χτυπιέται
σφαγμένο ένα κίνημα.
Τα χέρια μας, σφιγμένες γροθιές
πίσω απ’ τα λάβαρα.
Τα στόματά μας ανοιχτά, όμικρον κεφαλαία
κι η ίδια νότα να πηδάει από μέσα.
Σα τη βελόνα του πικάπ που κόλλησε.
Δεκέμβρης 1973
Ανάρτηση: 16/11/2014 – 18:57

10. Τραγούδι δούλων

Όμως μη νομίσετε αφεντάδες μου ποτέ,
πως θέλω τον οίκτο σας πού ‘μαι κουρελής,
πως θέλω τη συμπόνια σας
και τα όμορφα χαμόγελά σας.
Τον χρόνο καρτερώ
που οι πόρτες θα κρύβουν μαχαίρια
και τα κορδόνια απ’ τις κουρτίνες
θα γίνουν βρόγχοι.

Δεκέμβρης 1973
Ανάρτηση: 16/11/2014 – 18:55

12.

Το χνώτο σου θάμπισε την πλάση.
Χειμώνας.
Τα δάχτυλά σου στο χώμα,
ζωγράφισαν ένα χέρι.
Η ψυχή σου στον λαιμό, τώρα στο στόμα.
Έχει μια γεύση στιφή αυτός ο πόνος.
Σφαίρες πετούν στο πλάι σου
μα σ’ αγκαλιάζουν λέξεις.
Οι αχτίνες του ήλιου σε χαϊδεύουν κρύες.
Χειμώνας.
Γενάρης 1974
Ανάρτηση: 16/11/2014 – 21:50

13.

Πάλι εδώ πέρα είμαστε.
Εδώ στα τριάντα έξι.
Εδώ στα σαράντα έξι.
Εδώ στα εξήντα εφτά.
Και τώρα πάλι εδώ.
Με τη θάλασσα στα μαύρα σου ποδάρια.
Τον αέρα να ουρλιάζει στην τέντα της σκηνής.
Τα χέρια σου σίδερα.
Στις πλάτες τυλιγμένη η ψιλή κουβέρτα.
Εκείνος.
Ο αρχηγός, ο ηγέτης, ο σοφός
να σκαλίζει ξύλα με σουγιά.
Εκείνος.
Ο αγωνιστής, ο λαϊκός, ο μαχητής
στο πλάι του, να τον κοιτάει σαν παιδί.
Φλεβάρης 1974
Ανάρτηση: 16/11/2014 – 21:51

14.

Δεν την φοβάσαι την πέτρα του νησιού.
Είναι σκληρή και κοφτερή
λουσμένη στ’ άσπρο αλάτι.
Δεν την φοβάσαι την βροχή
που συνεχίζει μέρες τώρα,
είναι γλυκιά από θεού.
Αυτοί οι τοίχοι ρήμαξαν και μπάζουνε αέρα.
Τ’ αρβύλια σου τρυπήσανε και μπάζουνε νερά.
Ξέρω πως κι η ψυχή σου απόκαμε.
Ξέρω η μοναξιά.
Και η φωνή σου αγρίεψε.
Και δυο ρυτίδες στόλισαν το μέτωπό σου.
Ξέρω ακόμη δυο διαμάντια στην άκρη των ματιών σου.
Ξέρω όμως πως ξέρεις να μας καρτεράς.
Φλεβάρης 1974
Ανάρτηση: 16/11/2014 – 21:52

15. Εργοστάσιο Ζάχαρης

Έτοιμο το φαΐ στο τραπέζι,
έτοιμες κι οι μπότες στη γωνιά,
το σακάκι στη ράχη της καρέκλας.
Πάλι πρωί. Η φάμπρικα.
Η ψηλή καμινάδα μ’ άσπρο καπνό.
Η φωνή της μηχανής και του σφυριού.
Οι αχτίνες του πρώτου ήλιου στην πλάτη μας.
Πάλι γερμένοι οι ώμοι σου.
Ο επιστάτης καθαρίζει τα νύχια του μ’ έναν σουγιά.
Η υγρασία του κάμπου στάζει στα σίδερα.
Χαμηλωμένα τα μάτια της εργάτριας.
Πάλι τα χέρια σου στις τσέπες.
Τα δάχτυλα να τρέμουν.
Οι καρδιές να τρέμουν.
Τα μάτια ν’ ανοιγοκλείνουν.
Βαρύς αέρας, γρήγορες ανάσες.
Κοφτές ματιές, απότομες κινήσεις.
Αιώνιο κουράγιο.
Αύριο θ’ απαντήσουμε στον Βλαδίμηρο.
Φλεβάρης 1974
Ανάρτηση: 17/11/2014 – 00:14

16.

Ξέρεις,
ποτέ δεν ήθελα να πάψω να γελώ,
ποτέ δεν ήθελα να κλαίω.
Δες όμως,
έτσι πού ‘ρθαν τα πράματα
κι η γη
εγύρισε τ’ απάνω κάτω
κι οι εργάτες
γύρισαν στις φάμπρικες ξανά,
οι στρατιώτες,
ξανά μες στους στρατώνες,
κι οι έμποροι
στα εμπορικά
κι οι πόρνες
στα μπουρδέλα.
Ε, πώς;
Ε, πώς θες να μην κλαίω;
Φλεβάρης 1974
Ανάρτηση: 17/11/2014 – 00:15

17.

… τότε που όλος ο λαός θα κόψει και θα ράψει…

_________________________________________________________
επίλογος
Επειδή πολύ έγινε της μόδας η κριτική σε κάποιαν τάχα μου – δήθεν μου ‘γενιά’ του Πολυτεχνείου, φάντασμα στο μυαλό ανοήτων τροχονόμων, παθολογοανατόμων και ληξίαρχων της ιστορίας:
Οι μαλακίες των γενιών είναι για μπούληδες της επιστήμης και της τέχνης που δυσκολεύονται να μυρίσουν το χνώτο των ανθρώπων.
Εγώ δεν γνώρισα καμιά γενιά, γνώρισα ανθρώπους και καθίκια.
Δεν αλλάζω τίποτε!
Ούτε γραμμή, ούτε λέξη!
Δεν μετανιώνω για τίποτε!
Κι όποιος ‘μεταρρυθμίζει’ ή ‘αναθεωρεί’,
μπορεί και άνετα να πάει να γαμηθεί.

Φλεβάρης 1974
Ανάρτηση: 17/11/2014 – 00:18

40x365x2 (Meta-επίλογος)

μετά από 40 χρόνια, πέρυσι
τέτοια μέρα, έγραψα κι αυτό
Σαράντα χρόνια, σήμερα.
Δεν πέρασε νύχτα να μην τον δω.
Μέρα χωρίς να τον σκεφτώ.
Εκείνον τον ξανθό άγγελο, με τα γαλάζια μάτια.
Στον κερματοδέκτη πλάι στο παράθυρο του κυλικείου,
να προσπαθεί σπίτι του να τηλεφωνήσει.
Πάνε πιο πέρα, μου λέει, στο θάλαμο,
πάρε και πες τους ότι θα μείνω μέσα, σε παρακαλώ.
Κι όταν γυρίσεις πες μου.
Ούτε ο θάλαμος δούλευε, ούτε γονείς βρήκα.
Γύρισα όμως, κι έμεινα πλάι του ως τα χαράματα.
Όταν όλα τέλειωσαν,
κρύφτηκα σ’ ένα ντουλάπι κι έμεινα μέσα εκεί για πάντα.
Πώς αλλιώς θα δικαιώνονταν,
όσοι νοικοκυραίοι φίλοι μου μέχρι και σήμερα μου λένε:
“με τα μυαλά που κουβαλάς
θα πας σαν το σκυλί στ’ αμπέλι.”
Αυτοί βέβαια άγγελο ζωντανό δεν είδαν.

*Αναδημοσίευση από τη σελίδα του Θεόδωρου Μπασιάκου στο facebook.

Alda Merini, Από την υπό έκδοση ανθολογία “Χτες Βράδυ Ήταν Έρωτας”

Άκουγα τη βροχή
να ρωτάει τη σιωπή
ποιο αδύναμο πάθος
συλλάβιζε και πέθαινε.

Το άπειρο άπλωνε
χρυσά και κόκκινα ρετάλια
μυρώνοντας τις πέτρες
δρόμων μακρινών.

Με κατοικούσαν τα όνειρα
που ευωδίαζαν μόσχο
την ώρα που τ’ ορμητικό ποτάμι
ανατάραζε τον ωκεανό.

Άκουγα τη βροχή
να ρωτάει τη σιωπή
πόσες λωρίδες δρόμων
έδεναν κόμπο την καρδιά.

Και η βροχή έκλαιγε…
σφουγγίζοντας τα μάτια της στον άνεμο
πάνω από γερτές στέγες
έρημων τόπων.

*Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου.

**Από την υπό έκδοση ανθολογία “Χτες Βράδυ Ήταν Έρωτας”.

Γρηγόρης Σακαλής, Μεγαλείο

Είμαστε όλοι αγορασμένοι
από το χρήμα
συνειδητά ή ασυνείδητα
οι υπάρξεις μας
οι πράξεις και οι παραλείψεις μας
ακόμα και τα συναισθήματα
ο έρωτας, η αγάπη, η φιλία
περνούν μέσα απ΄αυτό
καθώς το έχουμε κάνει
μέτρο κρίσης και σύγκρισης
για τους συνανθρώπους μας
αλλά και για τον ίδιο μας τον εαυτό.
Καθημερινά κάνουμε 
ανόσιες συναλλαγές
το αισθητήριο μας
είναι χρηματικό
κι αφού Θεός είναι το χρήμα
είμαστε όλοι πιστοί
στο μεγαλείο του.

Ρογήρος Δέξτερ, Από τις “Σχεδίες”

Α, εκείνη η γριά μαγίστρα
Στη Λήμνου, πάνε δύο δεκαχρονίες
Όταν μου έλεγε με στόμφο
Κλεφτές ματιές ρίχνοντας
Στο κατακάθι τού καφέ
“Θα σ’ αγαπήσει η νύχτα, μαρεγιέ μου,
Οι πεταλούδες και οι πιωμένοι” •
Πέρασαν χρόνια και δε βρήκα την αλήθεια
Και έμαθα αργά
Αλλά τουλάχιστον έμαθα
Μέχρι που έφεγγε η κάθε μέρα
Για μένα τον ανήλιαγο σε μέρη σκοτεινά
Ν’ ακούω τον ξένο πόνο
Που ξεχειλίζει στα ποτήρια
Αγάπες που χάθηκαν
Χωρισμοί και προδομένοι έρωτες
Να πιάνω το σφυγμό των ανθρώπων
Ακόμη και τις δύσκολες στιγμές που νιώθω
Ότι έχει σταματήσει να χτυπά η καρδιά μου.

Έξω από το “Naked Turtle” Ή Όνειρο με την Ελβίρα

Άναψα αμέτρητα τσιγάρα
Μα δε φάνηκες. Και όμως
Είναι τόσα τ’ αστέρια
Που με ευχές κατρακυλούν στην άβυσσο.
Κόντευε η ώρα έντεκα.Λίγο ακόμη ήθελα
Και θα μετρούσα το δυτικό χρόνο σε στάδια
Σαν την απόσταση που μας χωρίζει
Σε ανθρώπους που θα είχαν κερδίσει την ευτυχία
Αν δε μιλούσαν τις γλώσσες τής Βαβέλ
Αν σφράγιζαν – όταν έπρεπε –
Τα χείλη τους με βουλοκέρι
Πριν ξεπεζέψουν απ’ τά σύννεφα.
Ύστερα έπεσε πάνω μου από ψηλά
Κι εκείνο το ψιλόβροχο
Που καταράστηκα
Υγρός μανδύας να με τυλίξει
Μαζί με άλλα ασήμαντα
Ώστε δεν ένιωθα πια μόνος.
Πέρασα το κατώφλι
Σα να διασκέλιζα τις πτώσεις μου με παροιμίες
Ή λάκκους μετά τη γέφυρα τού Αχέροντα•
Ας ρωτηθούν λοιπόν τα μαντεία
Ας μιλήσουν οι χρησμωδοί
Και όσοι γνωρίζουν
Να ξεδιαλύνουν οιωνούς με την εγκοίμηση•
Περίμενα να ‘ρθείς, το ξέρεις
Να φτάσει εκεί η φωτεινή σκιά σου
Σ’ ένα στενόχωρο παράδρομο
Στον Κήπο τού Κόσμου με τα άπλωτα πελάγη
Όπου όλες οι θάλασσες κατασταλάζουν
Και οι άνθρωποι δεν έχουν ύπνο
Μήτε το χρόνο να ονειρευτούν•
(ανάμεσά τους κι εγώ
παλιός ακουστής των τζιτζικιών τυρβάζω
δήθεν ευρέτης τραγουδιών σα φτερουγίσματα
που όμως είναι
πιο αληθινά
κι από τα μικροπράγματα τής κάθε μέρας)•
Έτσι με την ελπίδα ότι θα ερχόσουν
Μήπως και λυτρωθώ να με γλυτώσεις
Από το αίσθημα
Πώς με πιέζει μια βαριά σκιά
Στο θώρακα ή στο λαιμό τις νύχτες
Για ν’ αναπνέω πιο πνιχτά τα όνειρα•
Το ξέρω πως θα ‘ρθείς
Κι αυτές οι θλίψεις αύριο
Θα βρουν τη γαλήνη τους
Καθώς δεν έχουν ράχη ούτε τερματισμό
Δεν έχουν τα ανέφικτα που κυνηγώ
Και δραπετεύουν
Καθώς δε σταματώ να αφουγκράζομαι
Μέσα μου ν’ αντηχεί ακόμη η φωνή σου.

***

Μία Σχεδία τού γυρισμού Ή Λίγα άνθη για τη Σιμόν
[που είχε έναν κοντόφθαλμο γάτο και τον έλεγε Φέλιξ]

Έμενε σ’ ένα σπίτι από κόκκινα τούβλα
Γεμάτο σκαλωσιές και περιστέρια
Που έδειχναν να οδηγούν στον ουρανό
Στ’ αστέρια που δεν μπορούσε να μετρήσει
Στους αγγέλους που δεν μπορούσε να δει
Δυο βήματα από τις όχθες
Και τα νερά τού μεγάλου ποταμού
Όπου ποτέ της δεν κολύμπησε
Ποτέ δεν ήπιε και δεν πέρασε
Τις αμέτρητες διακυμάνσεις του
Τέσσερα βήματα από τις φυλλωσιές
Τού άλσους που δεν την αγκάλιασε
Τριάντα χρόνια και σαράντα μέρες
“Ζώντας και ψευτοζώντας”
Πάνω ακριβώς από τις άγριες φωνές
τού πλήθους
Που μέρα νύχτα τρέχει αλαφιασμένο
Μέσα στην κοιλιά τού θηρίου
Που όλους μαζί μάς κατάπιε μια νυχτιά
Για να μη μας ξεράσει ποτέ
Στη στεριά όπου κανείς δε γνωρίζει
Ποιοι είναι οι ναυαγοί και ποιοι οι πνιγμένοι•
Δεν ξέρω τί απέγινε η Σιμόν
Αλλά η μνήμη θυμάται ακόμη το χαμόγελό της
Θυμάται μια τόση δα φράση
Σα μυτερό θραύσμα στο μάτι
“Όταν πεθάνω – ίσως με ρίξουν στο ποτάμι που μισώ”.
Όταν τελειώσω κι εγώ τις μάταιες μέρες μου
Ελπίζω ν’ ανταμώσουν οι σκιές μας
Περνώντας το άλλο ποτάμι
Ψιθυρίζοντας δύο λόγια συγνώμης
[για εκείνο το τζάμι που τής έσπασα
πιωμένος ένα βράδυ χωρίς να το μάθει].