Ζωή θραυσματική

Γράφει η Ασημίνα Ξηρογιάννη //

Δημήτρης Τρωαδίτης «Η μοναξιά του χρόνου», εκδ. Οδός Πανός

Παρακολουθώντας την ποιητική πορεία του Δημήτρη Τρωαδίτη, επανέρχομαι στην «Μοναξιά του χρόνου» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Οδό Πανός. Ο Δημήτρης Τρωαδίτης δεν κατοικεί στην Ελλάδα, αλλά στην μακρινή Αυστραλία. Παρακολουθεί όμως την εξέλιξη της λογοτεχνίας και κυρίως της ποίησης στην Ελλάδα, ερχόμενος σε επαφή, μέσω του Blog του (τo Koskino), αλλά και γενικότερα, με Έλληνες ομότεχνους και αναγνώστες.

Το θέμα του χρόνου επανέρχεται ως μοτίβο μέσα στην ποίησή του. Ο χρόνος πάντα σε συνάρτηση με τη μνήμη ή την «ανατολή της σκέψης» και τις «βαθιές οδύνες »που συχνά αυτά συνεπάγονται. Θυμίζω τους σοφούς του στίχους: «Οι λυγμοί είναι αρχέγονοι /το ίδιο και οι απελπισίες/όλα είναι αρχέγονα/οι αρρώστιες /τα χρέη/και τα δανεικά/ο εαυτός μου ίσως…/και έτσι δεν μπορεί να βουβαθεί /με σκόρπιες λέξεις/» (4.σελ.14) και στην επόμενη σελίδα: «Οι πόλεμοι δεν κηρύσσονται/σιγοβράζουν μέσα μας/οι ήρωες δεν εμφανίζονται /υπάρχουν ως αναμνήσεις/». Ποιήματα με διαύγεια που συνταιριάζουν λέξεις «αστόλιστες» πετυχαίνοντας την σωστή ενέργεια του στίχου. Ποιήματα με επαναστατικό παλμό που ψηλαφούν τους δύσκολους καιρούς με σύνεση: «[…] οι καιροί πιο γκρίζοι /όσοι ήταν χθες επαναστάτες /σίγουρα είναι δυο φορές γεροντότεροι /».

Ο ποιητής αγαπά το κόκκινο, το χρώμα της φλόγας, της επανάστασης, της ορμής: Γράφει χαρακτηριστικά: «Τo κόκκινο δεν πληγώνει/συνταιριάζει με τόσα πράγματα/τη φύση και την ανατολή/τη δύση και τον αγώνα/την ανθρωπότητα που αντιστέκεται/κάνει παρέα με το μαύρο/της θλίψης και της οργής/κάνοντας τα σκοτάδια να λάμπουν /ευνοεί ακατανόμαστες πράξεις/εξεγέρσεις στα σάπια βάθρα/και γκρεμίσματα θρόνων/». Ο Τρωαδίτης πιστεύει ότι αν γκρεμιστούν οι θρόνοι, αν το τραγούδι ηχήσει ανοίγοντας ρωγμές στον ήλιο, αν χαθούν οι ψευδαισθήσεις που βρίθουν κυνισμό, αν έρθουμε σε ρήξη με τους θεσμούς, αν απελευθερωθούμε από τους μύθους, ο κόσμος θα γίνει καλύτερος, ουσιαστικότερος, λειτουργικότερος. Οι στίχοι ασκούν κριτική κυρίως όμως αφυπνίζουν τη συνείδηση, «τσιγκλάνε», διαταράσσουν την απάθεια και την παραίτηση.

Ο πόνος ως έννοια και ως διάσταση δεν τον αφήνουν ασυγκίνητο. Επισημαίνει ότι: «δεν είναι εύκολο να γράφεις για τον πόνο/ενώ πονάς αφόρητα/» Επίσης διαβάζουμε: «Η γνώση απορρέει από τον υπέρτατο πόνο». Και ο πόνος σε ό,τι αφορά την ανθρωπότητα είναι σύμφυτος με την αρρώστια, τον ξενιτεμό, τον αφανισμό, τις πριονισμένες ελπίδες, την μοναξιά. Όλα τα αλέθει ο Χρόνος, όλα τα αντέχει η Ιστορία και τα επανεμφανίζει ανά τακτά χρονικά διαστήματα επιτείνοντας στην αιώνια μοναξιά του ανθρώπου όπως αυτή σφραγίζει ανελέητα τους αιώνες.

Στην ενότητα με τίτλο «δώδεκα και μία στιγμές υπόληψης» ο ποιητής δίνει εικόνες σήψης, παρακμής, αλλοίωσης, αλλοτρίωσης, χωρίς τάση ωραιοποίησης, αλλά με την τακτική τη κυνικής καταγραφής. Η ζωής αδρανεί επικίνδυνα, ξεφτίζει, χάνει την αξία της, το ζητούμενο είναι η επιστροφή στην αξιοπρέπεια και την υπόληψη. Στη στιγμή Πέμπτη διαβάζουμε: «πότε ακίνητοι/πότε τρεμάμενοι/σε μέρη που λέγονται/ χώροι εργασίας/κραυγές αργόσυρτες /φωνές τσαλαπατημένες/ έρμαια άνωθεν αποφάσεων/σε προκρούστεια κρεβάτια/» Αναρωτιέται πότε επιτέλους ο άνθρωπος θα ανασηκωθεί από τον ανοιχτό του τάφο. Όλα αυτά τα γράφει στο «εμείς», στο α’ πληθυντικό, βάζει μέσα και τον εαυτό του, να έχει περιέλθει στη δίνη μιας ανεξέλεγκτης κατάστασης. Όλα τα θέματα τον αφορούν και ταυτόχρονα τον στιγματίζουν. Είναι «μια μικρή σπίθα ανταρσίας» οι στίχοι του Τρωαδίτη, που σφυγγομετρούν «τη νύχτα της θύελλας», την αγρύπνια ,τη σάρκα και το αίμα του ανθρώπου, τη σάρκα και το αίμα της μοίρας του.

Στην τελευταία ενότητα, στις «απόπειρες ονείρων», τι να ονειρευτεί κανείς! Υπάρχει άνθρωπος να χαϊδέψει τα ψηλά βουνά σε εποχές που όλα είναι επίπεδα και λεία; H ζωή του καθενός μυρίζει θειάφι και σπέρμα και είναι κάδος ανοιχτός με ησυχία απόλυτη. Γκρίζα όλα, ασάφεια, καταποντισμένες στιγμές, διαλυμένες ζωές, φοβισμένες αναπνοές, διαρκής αιώρηση μέσα σε ανεπαίσθητα θραύσματα χρόνου, σκέψεις κουρασμένες, υπονομευμένο βλέμμα.

Ο άνθρωπος όπως μας τον δίνει ο ποιητής χτυπημένος από όσα του συμβαίνουν παραπαίει σε μια ζωή χωρίς πραγματική υπόσταση, σε μια ζωή θραυσματική, που δεν του ανήκει.

απόπειρα τρίτη

έτσι έγκλειστοι
σε ηλεκτρονικές κάμαρες
αποκολλούνται τα κομμάτια μας
μένουμε με τα υπολείμματα
του εαυτού μας
η ψυχή μας έρμαιο
σε σχήματα και απομιμήσεις
με τ’ άντερα έξω
σε κοινή θέα
εκτεθειμένα στα βρόχια
της καθημερινότητας
δεμένοι χειροπόδαρα
από αόρατους σπάγκους
κάποιος τραβά το χαλί
κάτω από τα πόδια μας

*Από εδώ: http://fractalart.gr/i-monaxia-tou-xronou/

Θ.Δ.Τυπάλδος, Αλεξικέραυνο

Leonora Carringhton, The Magical World of the Mayas, 1964

Σήμερα στην Πάτρα, ο καιρός είναι νεφελώδης…
Σήμερα στην Πάτρα, ο καιρός έχει στο μενού του καταιγίδες…
Κεραυνοί εξαπολύουν σφοδρή επίθεση κατά των πολιτών της Πάτρας. Πέφτουν μανιασμένα πάνω στα κεφάλια των σπιτιών και στα κεραμίδια των ανθρώπων. Έντρομοι οι διαβάτες τρέχουν αλαφιασμένοι δεξιά κι αριστερά… Παντού κεραυνοί, παντού μαστίγια βροχής και οβίδες από χαλάζι, χτυπούν τα φρύδια των αγαλμάτων κι εκείνα, πέφτουν στο έδαφος, γκελλάρουν και σηκώνονται και πάλι ψηλά, λικνίζονται και ηδονίζονται μέσα στης καταιγίδας τους οργασμούς! Τι όμορφα που έρχεται το τέλος πριν ακόμη ανακαλύψουμε την αφετηρία. Κάρτες ταρώ στροβιλίζονται προς τα πάνω. Η εικόνα μιας αποσύνθεσης με γαλανά σκέλη – τι όμορφα που κεντράρουμε το τίποτα της οδύνης, εκείνο το τίποτα που ο Tzara έθεσε σε λειτουργία πριν έναν αιώνα, τώρα, γίνεται μια άμεση πραγματικότητα εντός μιας άμεσης πραγματικότητας.
Να όμως: Ένα αλεξικέραυνο ξεπετάγεται από το υπέδαφος! Ένα αλεξικέραυνο όχι αόρατο μα μη ορατό, υψώνεται, θεριεύει, πολεμά. Ο πόλεμός του, πόλεμος δικαιοσύνης, πόλεμος ανέκφραστος που εκφράζει όλα όσα κανείς ποτέ δεν θα μπορέσει να τιθασεύσει. Ο καιρός σήμερα ακουμπάει την τρέλα του αποδιωγμένου, του καταραμένου. Ζωγράφοι συνωστίζονται στο υψηλότερο σημείο της Πάτρας. Παρατηρούν και ζωγραφίζουν το μη ορατό αλεξικέραυνο. Στη συνέχεια κι αφού καταφέρνουν να αποδώσουν αυτό που δεν αποδίδεται ούτε από σχήματα ούτε από χρώματα, αρχίζουν και κατασπαράζουν ο ένας τον άλλον. Οι κάρτες ταρώ, τώρα έχουν φτάσει πάνω από τα υδάτινα σύνορα Πατραϊκού – Κορινθιακού κόλπου. Συναντούν τρικυμίες και συγκρούσεις πλοίων. Συμμετέχουν κι αυτές στον παροξυσμό που έχει καταβάλει τα πάντα. Το αλεξικέραυνο χαμογελά στους ανέμους.
Συνεχίζεται η οργή των καιρικών φαινομένων. Μια δημοσιογράφος που προσπαθεί να καλύψει τα ακραία αυτά φαινόμενα, δέχεται μια ριπή κεραυνού κατευθείαν στο μέτωπο, με αποτέλεσμα, να καούν τα ρούχα της και γυμνή, πεθαίνει πάνω σε ένα τραγούδι:
«Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία…»*
«Μικρή μου αγάπη, σήμερα ο καιρός είναι λίγο άστατος. Πάρε μαζί σου το παλτό από το χέρι του Δία και όρμησε πάνω στα σύννεφα, πάνω στον ουράνιο θόλο. Μικρή μου αγάπη, όμορφη σαν το τομάρι του αυγερινού και σαν της ημέρας τα υπολείμματα. Μικρή μου αγάπη, σ’ αγαπώ μέσα από κατακλυσμούς και μέσα απ’ τον πρωκτό του χιονιού. Ξέρεις καλύτερα απ’ όλους τι σημαίνει η λέξη ‘απόρριψη’ και τι σημαίνει η βροχή πάνω στις σχισμές του ονείρου. Σ’ αγαπώ ενώ βρέχομαι, σ’ αγαπώ καθώς η αστραπή, βγάζει βόλτα τους μύθους και τις επιθυμίες».
Σηκώνεται αέρας – τυφώνες κι αμμοθύελλες προσκρούουν πάνω στις λεύκες. Μία αράχνη στρέφει την κοιλιά της προς τον αχανή ήλιο μιας παρεκτροπής. Όλοι οι κάτοικοι έχουν παραδώσει το πνεύμα τους και αναμένουν το αντίτιμο της υπερθέρμανσης του κλίματος: Φτιάξτε τα υπόγεια στα ρετιρέ και πετάξτε τα ρετιρέ στα τραπέζια των πτωχών! Μετατρέψτε τις έκδηλες αναθυμιάσεις του Ωρίωνα σε πρόσχαρες ομοβροντίες ευφορίας! Ο καιρός αλλάζει, οι άνθρωποι πεθαίνουν – ο καιρός αλλάζει, οι άνθρωποι γεννιούνται!
Ο καιρός, έχει τις μαύρες του πάνω από την Πάτρα…
Μόνο η υπερπραγματικότητα μπορεί να μας σώσει…
Μην χτυπάτε τα τζάμια των αυτοκινήτων παρά μόνο, αν είναι ώρα κοινής ησυχίας…
Για να μην το ξεχάσω, οι κάρτες ταρώ έφτασαν στην Αθήνα στις 3.15 μμ. Καλώς όρισες θυμωμένε στοχαστή. Η πατρίδα ευγνωμονούσα, κατασκευάζει μη ορατά αλεξικέραυνα σε όλη την επικράτεια. Η γιορτή συνεχίζεται αδιάκοπη, αστείρευτη, απρόσμενα υπέροχη!

*Νίκος Καββαδίας, Γυναίκα

**Από εδώ: http://tdtypaldos.blogspot.com/2018/10/blog-post.html

“Μάνα” || Του Prattler

The Prattler's avatarLos Innuendos

Μάνα,

Απ’ το χώμα σου φύτρωσα, 

Από σπόρος, βλαστάρι,

Έμαθα γράμματα, λέξεις,

Πλέον κοτζάμ παλικάρι,

Μ’ όπλο μια βαλίτσα σ’ απειλώ πως θα φύγω,

Απορώ ‘δω και χρόνια, πως με πείθεις, να μείνω.

Μάνα,

Ψεύτικα λόγια μου πούλησες,

Στα όνειρα που έκανα, πήγα να φτάσω τ’ αστέρια

Το δείκτη σαν “όχι” μου κούνησες.

Μάνα,

Νταβατζήδες συνέχεια μου φόρτωνες,

Τη ζωή μου από γέννας την όρισες,

Γυμνό με έστειλες, σε σκοτεινά μονοπάτια,

Σε δρόμους άθλιους, με βράχια κι αγκάθια…

Μάνα,

Αφού τα παιδιά σου ισάξια αγαπάς,

Πες μου, γιατί θεωρούμαι παρίας;

Πες μου, πότε τ’ αδέρφια μου γίναν τραμπούκοι

Και μέλη μιας -επιβολής θανάτου- διμοιρίας;

Μάνα,

Τ’ αδέρφια μου γιατί τα εξοντώνεις;

Γιατί, όταν μιλάω, με μαλώνεις;

Γιατί, όταν παλεύω, την ύπαρξη μου μετανιώνεις;

Γιατί να ζω μονάχα στη σιωπή 

Ή την τιμωρία της αγχόνης;

Μάνα,

Γραμμές στον τοίχο τραβώ,

Λογαριασμό προδοσίας κρατώ,

90 και σήμερα, το νου σου μη φτάσω…

View original post 139 more words

Μαρία Γερογιάννη, Ποιήματα

Σε είδα, γη,
πολύχρωμη βιτρίνα

Μες απ’ του ήλιου τις περασάδες
τ’ άβροχα βότσαλα θαλασσινής αυλής
τους ψιθύρους των δέντρων που σκορπίζουν τη γύρη
τον ξέγνοιαστο ορίζοντα που αστράφτει την αιωνιότητα
το βλέμμα τη δύσης που κλείνει το χορό

Σε είδα, Αρετούσα, με τ’ απελπισμένα σου δάκρυα
κι εσένα, τεθλιμμένε γέροντα, με τα στεγνά σου μάτια

Σε είδα, γη, πολύχωμη βιτρίνα

***

Έρωτας και Θάνατος τονίζονται στην πρώτη συλλαβή
μα η Ζωή στην τελευταία

***

Τελευταία Πράξη

Ο κότσος των μαλλιών σου σταθερός
κρυμμένα μέσα όλα τ’ ανεκπλήρωτα
Ο καθρέπτης πίσω απ’ την πόρτα
ανοιγόκλεινε τη ζωή σου

Τόλμησες πριν απ’ το τέλος
Μαλλιά λυμένα, ξανθά, σγουρά
και κόκκινα χείλη
Έτσι να τ΄ αγγίξει ο έρωτας
Είπες, να δω τον καθρέπτη

***

Γυναίκα στο μπαλκόνι

Κάθε πρωί
με το σεντόνι
τινάζει τα όνειρά της

***

Μόνος

Το βάζο στο τραπέζι
και μέσα τα χρυσάνθεμα
Μόνο ένα τραπέζι

Αχ, φίλε μου
σε είχα ποτέ

***

Εικόνα

Λεπτό χαμόγελο
ματιά ανέμου
και τα μικρά σου δάχτυλα, μια μονοκοντυλιά

Ξεφυλλίζω χρώματα
Τα προσπερνώ

*Από τη συλλογή “Άδειοι στίχοι”, Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2012.

Λίνα Βαταντζή, Δύο ποιήματα

Άδηλον έστι 

Στην αρχαία αγορά
οι πλακόστρωτοι δρόμοι
λευκοί απλώνονται,
καθρεπτίζονται οι σκέψεις
στον διερευνητικό ήλιο.
Έμποροι και φιλόσοφοι
τις πραμάτειες τους διαλαλούν.
Δίπλα στο περιστύλιο
περιπαίξαμε την τύχη.
Στη σκιά του φεγγαριού
αντήχησαν τα βήματα
που έφερναν την ιστορία μας
στις στοές της βιβλιοθήκης.

***

Ολιγάρκεια

Περπατώντας μαζί
χωρίς άλλη παρέα
ήρεμα και αργά βήματα
τελετής μυστηριακής,
μιλάμε για θέματα απλά
τόσο κοινότοπα
που ξαφνικά σταματάμε
και κοιτάμε τα χείλη-
Η φιλοσοφία της ζωής
βρίσκεται σε όσα
δεν ζωντανεύουμε,
στο θησαυρό που φυλάμε
για τις ώρες της αλήθειας.

Βαγγέλης Γέττος, Αρμοί

Αρμοί παλιών ξεθυμασμένων αναμνήσεων
Σαν τις κρατάς στο ένα σου χέρι
και με το άλλο φωνάζεις τον κόσμο να τις απολαύσει,
σβήνουν και χάνονται
γιατί η πολυκοσμία δεν τους αρέσει.
Και σαν τις παρακαλάς να επιστρέψουν,
«τόσα λεφτά πληρώσαμε»,
τα μάτια του κοινού τρυπούν τους μυς σου.
κι αυτές μακραίνουν γι’ άλλο μυαλό
άλλα κλειδαμπαρωμένα σοκάκια
γι’ άλλα, καλά κρυμμένα
χαμογελάκια.
Ό,τι θυμάσαι πλέον σε θυμίζει.

Αρμοί παλιών, ξεθωριασμένων, ξενιτεμένων αναμνήσεων

Σαν αρμοί, γιατί όλα κάποια στιγμή ξεμακραίνουν
Μόνο η απουσία δεν ξεθρονιάζεται με τίποτα κι η ανήλιαγη σιωπή
των ενοχών του πιο στυγνού δολοφόνου εποχών.

Αρμοί παλιών ξεθυμασμένων αναμνήσεων

και όπως το κακό τριτώνει
βολεύονται στο πολυτελές ξύλινο κάδρο τους
καθώς στοιχειώνουν το τηλέφωνο, τη λάμπα, την κιθάρα.

και
με το σπαθί στο χέρι
μακελεύουν το φιλί πέφτοντας από τον ουρανό
κι είναι αυτό που αποφεύγει το απότομο ξύπνημα
τις μικρές ώρες.
και άλλα το αποφεύγουν
περπάτημα σε πολυσύχναστο δρόμο,
το κάθε πρωινό,
το κάθε καινούργιο βιβλίο

Είναι σαν να δηλώνεις ότι θα αποφύγεις να προβλέψεις
τους αριθμούς της κλήρωσης

Μα τα εισιτήρια για το σκουριασμένο κουφάρι
της μηχανής του χρόνου
είναι εξαντλημένα
από τότε που φόρεσες τα πρώτα σου ρούχα

Αρμοί παλιών αναμνήσεων

τις κουβαλούν τα νύχια σου
όσο όσο.

Πάτρα 2004

*Από τη συλλογή “Προσάναμμα”, Εκδόσεις των Συναδέλφων, Μάιος 2013.

Στέλιος Ροΐδης, Ο παφλασμός του υγρού

Το ίδιο σκούρο χρώμα, το ίδιο μελάνωμα, η ίδια ώρα.
Οι νησιωτικές επιφάνειες που από μακριά τον είδαν να φτάνει
Ο θάνατος και οι τρεις αυτόπτες μάρτυρες
Οι μυρωδιές και οι κυρίες, το κάποτε πρόσωπο του πριν
Οι παλμοί μας χτυπούσαν υπόκωφα ταυτόχρονα,
Άχαρα νιάτα πανέμορφα, συγχρωτισμένα στην αδιακρισία
Συγκέντρωσε τον χώρο βύθισε τον χώρο, μέσα στην κίνηση του
Μικροσκοπικός, κυκλωμένος, κυκλωτικός,
Ο έρωτας σάλεψε τον χρόνο, τον εισήγαγε
Δεν θα καλυτερέψω με τίποτα πια, είμαι μακριά
Καμία κατηγορία καμία υποκατηγορία, μόνος
Βυθός και συντριβάνι το όνομα, μέσα στην υπογραφή,
Μπορώ να την διαστείλω, μπορώ να την οδηγήσω,
Η καθαρότερη μορφή της εκεί που αύριο θα καταπέσω
Ακόμα όχι, λέει το πλοίο που αρπάζει το λιμάνι από το χέρι
Το τρίτο πρόσωπο της Ιστορίας ποιός ξέρει (θα βρεθεί εδώ)
Την Ιστορία στο Τρίτο πρόσωπο θα πω
Η εκδήλωση αλλού θα αναπαραχθεί
Η πρόσοδος σας λιμαίνεται
Παντοδυναμία και πίστη, άγγελοι περασμένοι
Εξάρσεις και δίοδοι κρυφοί κάτω από τον ήλιο
Έζησα πολύ αέρα, κάπου φυσούσε μακριά
Κάθε χαμού τα υπέροχα μας όνειρα
Δέσε τα μάτια σου και προχώρα στην επιστροφή κανονικά,
Ο έρωτας δεν έχει μνήμη, και οι ακτές του κρυφού
Να ακούμπήσεις σε εμένα, να με ακουμπήσεις, επιμένουν
Τό ίδιο χρώμα δεν ήταν, το ίδιο μελάνωμα
Η κούραση των αποτυπωμάτων, που μιλούσε, το ανώφελο
Η μνήμη το δωσιμό της, η επαφή σε επισκιασμένη στιγμή
Όλα θα χαθούνε μετά, έτσι λέει
Ενώ τα πρόσωπα σε εκείνο το χρόνια κλειστό μαγαζί στο λιμάνι
Αυτά ακριβώς που δεν ξέρει κανείς τι έχουν απογίνει
Στις φωτογραφίες έχουν ένα χαμόγελο αδιόρατο κρυφό, παλιό,
Που τότε δεν υπήρχε
Είναι γαλήνια πρόσωπα αυτά
Όλα θα χαθούνε, κι αν όλα χαθούνε, δεν θα χαθούμε
Έχουν ένα χαμόγελο κρυφό, από ότι καταλαβαίνω
Κανείς δεν φαντάζεται τα ποιήματα του αύριο
Είναι ήσυχα μπροστά τους εδώ, κι εκεί μετά κάτι λέει,
Μέσα σε όλα που γραφτήκαν, θα ξαναρθεί η συγκυρία
Το στιγμιαίο κοίταγμα, ίσως του κόσμου η αναλαμπή
Σε κάνει να πιστέψεις τότε, να καταλάβεις πόσο άξιζε.

Ιωάννης Ζουμπιάδης, Δύο ποιήματα

Περαστικός της φθήνιας

Χαμένα πνεύματα ντυμένα με την ανηθικότητα

ψάχνουν να ζευγαρώσουν

φοριέται πάρα πολύ το αίσχος

και γιορτάζει τα ιδρωμένα κορμιά.

Στο ταγκό, στο βαλς

ψάχνουν διακαώς να βρουν την έλξη

που και αυτή από την φθήνια αγκαλιάστηκε

κρεμάστηκε ο ερωτισμός χάνοντας την ελπίδα

και το φιλί έγινε καραμέλα της συνήθειας.

Το επίκεντρο είναι στο γρήγορο και εύκολο

η ουσία στο ανούσιο εντοπίζεται

αναδύει ανωριμότητα

ανευθυνότητα επιβεβαιώνει

και κραυγάζει από πνευματικότητας έλλειψη.

Η έκπτωση των αξιών καλά κρατεί
στο κατάστημα που ονομάζεται κοινωνία

όσοι μπορέσουν ας τις αγοράσουν

για να κρατηθούν έστω από το κάτι

που τελικά ξεμένουν με το καθόλου.

Πολύ με πονά το καθόλου της

αυτή που άλλοτε έταζε τα πάντα

με φανφάρες και λέξεις που στόλιζαν το διηνεκές

πλέον αποτελούν διάκοσμο του αχανούς κόσμου της λήξης.

***

Που βρίσκεσαι;

Που βρίσκεσαι;

Σε ποιον κόσμο άπειρο φως υπάρχεις;
Σε ποια κοινωνία υφίστασαι υπόδειγμα πολίτη;

Σε ποια σβηστή δάδα γίνεσαι αιώνια φλόγα;

Που βρίσκεσαι;

Σε ποια μουσική γίνεσαι μοναδική μελωδία

και σε ποιο μυαλό επιτέλους γίνεσαι εμμονή;

Δύο ιθαγενείς ποιήτριες στέλνουν ένα επείγον μήνυμα στόν κόσμο

Αυτή την ποιητική εκστρατεία τών δύο ιθαγενών γυναικών, μιάς από τους Νήσους Μάρσαλ και μιάς από το Kalaallit Nunaat (Γροιλανδία), συνδέει την πραγματικότητά τους με την τήξη των παγετώνων και την άνοδο τών επιπέδων της θάλασσας. Οι Kathy Jetnil-Kijiner και Aka Niviana χρησιμοποιούν την ποίησή τους για να παρουσιάσουν τους δεσμούς μεταξύ τους ενάντια στην αλλαγή του κλίματος. Μέσω αυτού του βίντεο βλέπουμε γιά μιά ακόμη φορά το πόσο μεγάλος και πόσο μικρός και αλληλεξαρτώμενος είναι ο κόσμος μας.

Η πραγματικότητα της κλιματικής αλλαγής και των αιτιών της είναι σαφής εδώ και δεκαετίες. Και όμως, δεν ήταν αρκετό μέχρι τώρα να δρομολογήσουμε την αλλαγή για να σώσουμε τον πλανήτη μας.M αυτή τήν ιδέα οί δημιουργοί του ελπίζουν ότι αυτό το ποίημα μπορεί να προκαλέσει τη συγκίνηση και την ανάγκη για περισσότερους ανθρώπους να εξεγερθούν και να αναλάβουν δράση.

Από τις Kathy Jetnil-Kijiner και Aka Niviana

Αδελφή του πάγου και του χιονιού
έρχομαι σε σας από τη γη τών προγόνων μου,
από τις ατόλες,τα βυθισμένα ηφαίστεια – την υποθαλάσσια κατάβαση των κοιμισμένων γιγάντων

Αδελφή του ωκεανού και της άμμου,
σας καλωσορίζω στη γη τών προγόνων μου –
στη γη όπου θυσίασαν τη ζωή τους για να κάνουν τη δική μου δυνατή – στη γη των επιζώντων.
Έρχομαι σε σας από τη γη που επέλεξαν οι πρόγονοί μου

Aelon Kein Ad, από Νήσους Μάρσαλ, χώρα μεγαλύτερη από τη γη

Σας καλωσορίζω στο Kalaallit Nunaat τής Γροιλανδίας, το μεγαλύτερο νησί της γης.

Αδελφή του πάγου και του χιονιού,
φέρνω μαζί μου αυτά τα κοχύλια που πήρα από τις ακτές της ατόλης Bikini και Runit Dome

Αδελφή του ωκεανού και της άμμου,
κρατώ αυτές τις πέτρες που συλλέγονται από τις ακτές του Nuuk,
το θεμέλιο της γης που αποκαλώ σπίτι μου.
Με αυτά τα κοχύλια φέρνω μια ιστορία από πολύ καιρό
δύο αδελφές που είχαν παγώσει στόν χρόνο στό νησι Ujae,
ή μία μαγικά μετατράπηκε σε πέτρα
η άλλη που επέλεξε αυτή τη ζωή να ριζωθεί από την πλευρά της αδελφής της

Μέχρι σήμερα, οι δύο αδελφές φαίνονται στην άκρη του ύφαλου, ένα μάθημα μόνιμο.
Με αυτά τα βράχια φέρνω μια ιστορία ειπωμένη αμέτρητες φορές μια ιστορία για την Sassuma Arnaa,
τη μητέρα τής θάλασσας, που ζει σε μια σπηλιά στο βάθος του ωκεανού
Αυτή είναι μια ιστορία για τον φύλακα της θάλασσας
Βλέπει την απληστία στην καρδιά μας, την έλλειψη σεβασμού στα μάτια μας.
Κάθε φάλαινα, κάθε ρεύμα, κάθε παγόβουνο είναι τα παιδιά της.
Όταν ασεβούμε σέ αυτά μας δίνει αυτό που μας αξίζει, ένα μάθημα γιά σεβασμό.

Αξίζουμε τον πάγο που λιώνει;
οι πεινασμένες πολικές αρκούδες που έρχονται στα νησιά μας ή τα κολοσσιαία παγόβουνα που χτυπούν αυτά τα νερά με οργή
Μήπως αξίζουμε τη μητέρα τους, που έρχεται για τα σπίτια μας για τη ζωή μας;
Από το ένα νησί στο άλλο ζητώ λύσεις. Από ένα νησί σε άλλο ζητώ τα προβλήματά σας
Επιτρέψτε μου να σας δείξω την παλίρροια που έρχεται για μας ταχύτερα από ό, τι θα θέλαμε να παραδεχτούμε.
Επιτρέψτε μου να σας δείξω υποβρύχια αεροδρόμια κατεστραμμένους ύφαλους,
πυρπολημένες άμμους και σχεδια γιά να χτίσουμε νέες ατόλες
που εξαναγκάζουν τη γη από μια αρχαία, υψωμένη θάλασσα, αναγκάζοντάς μας να φανταστούμε ότι μετατρέπουμε τον εαυτό μας σέ πέτρα

Αδελφή του ωκεανού και της άμμου,
μπορείτε να δείτε τους παγετώνες μας γεμάτους με το βάρος της θερμότητας του κόσμου;
Σας περιμένω, εδώ, στη γη των προγόνων μου καρδιά βαριά με μια δίψα για λύσεις καθώς παρακολουθώ αυτή την αλλαγή της γης,
ενώ ο κόσμος παραμένει σιωπηλός

Αδελφή του πάγου και του χιονιού, έρχομαι τώρα σέ σάς μέ θλίψη πένθιμα τοπία που πάντα εξαναγκάζονται να αλλάξουν
πρώτα από τους πολέμους που μας προκάλεσαν έπειτα από τα πυρηνικά απόβλητα που πέταξαν στα ύδατά μας στον πάγο μας και τώρα αυτό

Αδελφή του ωκεανού και της άμμου,
σας προσφέρω αυτά τα βράχια, τα θεμέλια του σπιτιού μου
Στο ταξίδι μας το ίδιο αδιάσπαστο θεμέλιο πού μας συνδέει, καθιστώντας μας ισχυρότερους, από τα αποικιστικά τέρατα που μέχρι σήμερα καταβροχθίζουν τις ζωές μας για την ευχαρίστησή τους
Τα ίδια θηρία που αποφασίζουν τώρα, ποιος θα πρέπει να ζήσει ποιος θα πρέπει να πεθάνει

Αδελφή τού πάγου και τού χιονιού,

σας προσφέρω αυτό το κέλυφος και την ιστορία των δύο αδελφών ως απόδειξη ως δήλωση ότι παρ όλα αυτά δεν θα φύγουμε
Αντ ‘αυτού θα επιλέξουμε νά γίνουμε πέτρα. Θα επιλέξουμε να είμαστε ριζωμένοι σε αυτόν τον ύφαλο για πάντα.

Από αυτά τα νησιά ζητάμε λύσεις. Από αυτά τα νησιά,
ζητάμε
απαιτούμε από τον κόσμο να δεί πέρα από τα τετράτροχα αυτοκίνητά του, τόν ηλεκτρισμό του,την προ-συσκευασμένη ευκολία του,τα πεντανόστιμα όνειρά του,
πέρα από την πεποίθηση ότι αύριο δεν θα συμβεί ποτέ, ότι αυτό είναι απλώς μια άβολη αλήθεια.

Επιτρέψτε μου να φέρω το σπίτι μου στό δικό σας
Ας παρακολουθήσουμε σάν το Μαϊάμι, η Νέα Υόρκη, η Σαγκάη, το Άμστερνταμ, το Λονδίνο, το Ρίο ντε Τζανέιρο και η Οσάκα προσπαθούν να αναπνεύσουν υποβρυχίως
Πιστεύετε ότι έχετε δεκαετίες πριν τα σπίτια σας πέσουν κάτω από τις παλίρροιες; Έχουμε χρόνια. Έχουμε μήνες πριν μας θυσιάσετε ξανά πριν παρακολουθήσετε από τις οθόνες τηλεόρασης και τόν υπολογιστή σας περιμένοντας να δείτε αν θα εξακολουθήσουμε να αναπνέουμε ενώ δεν κάνετε τίποτα

Η αδελφή μου καί γώ, από το ένα νησί στο άλλο
σας δίνουμε αυτά τα βράχια ως υπενθύμιση ότι η ζωή μας αξίζει περισσότερο από τη δύναμή τους
ότι η ζωή σε όλες τις μορφές απαιτεί τον ίδιο σεβασμό που όλοι δίνουν στα χρήματα
ότι τα θέματα αυτά επηρεάζουν τον καθένα από εμάς

Κανένας από εμάς δέν είναι άνοσος
Και ο καθένας από εμάς πρέπει να αποφασίσει αν θα εξεγερθεί.

*Σχετικός σύνδεσμος: http://350.orghttps://350.org/rise-from-one-island-to-another/#poem