Ιούλιος Βερν και υιός: Δυστοπία και Ουτοπία στο έργο τους

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο Ιούλιος Βερν υπήρξε μία από τις επιδραστικότερες φιγούρες της Γαλλικής κουλτούρας του 19ου αι.. Θεωρείται πατέρας της επιστημονικής φαντασίας. Σήμερα ο μύθος του είναι πιο δυνατός από ποτέ . Όπως όλοι οι μύθοι, έχει και αυτός τα αμφιλεγόμενα σημεία του. Επίσης όπως γίνεται με όλους τους μύθους, άτομα με διαφορετικά (και ανταγωνιζόμενα μεταξύ τους πολλές φορές) ιδεολογικά κίνητρα αγωνίζονται να εντάξουν το Βερνιανό μύθο στο δικό τους ιδεολογικό-αξιακό σύστημα.

Γεγονός είναι ότι στο έργο του Ιουλίου Βερν διακρίνονται η αγάπη του για τα ταξίδια, τη γεωγραφία, καθώς και για την τεχνολογία, την ανακάλυψη και την επιστήμη . Το 1863 με το “Πέντε εβδομάδες με αερόστατο”, ο Βερν ξεκινά την ενασχόληση με την τεχνολογία και το αύριο (ενασχόληση που θα συνεχιστεί με το “Ταξίδι στο κέντρο της Γης”, το “Από τη Γη στη Σελήνη”, το “20.000 λεύγες κάτω από τη θάλασσα” κλπ).

Ο Βερν όμως για πολλά χρόνια θεωρούνταν παιδικός συγγραφέας. Υπάρχουν πολλοί που «βλέπουν» μια αφέλεια παιδική στο έργο του. Αν και αυτό δεν είναι εντελώς λανθασμένο, τα τελευταία χρόνια το έργο του επανεκτιμήθηκε. Βοήθησε σε αυτό και ο μεταμοντερνισμός που από τη μία αμφισβήτησε όλες τις κυρίαρχες ιδεολογίες και από την άλλη έψαξε να βρει κρυφά μηνύματα και ιδεολογίες σε όλους τους απολίτικους (ή τέλος πάντων μη έντονα πολιτικοποιημένος) κλασσικούς συγγραφείς, στην προσπάθειά του να αποδομήσει το μοντέρνο κόσμο και να επαναπροσδιορίσει τα πάντα.

Θύμα του μεταμοντερνισμού υπήρξε και ο Λάβκραφτ που άλλοι τον παρουσιάζουν σαν φασίστα και άλλοι σαν αναρχικό… Το θέμα είναι ότι οι πολιτικές ιδεολογίες δεν έπαιξαν μεγάλο ρόλο στο έργο του Βερν, Λάβκραφτ, Χάουαρντ κλπ. Ήταν συνειδητή επιλογή των ιδίων να επικεντρωθούν σε άλλα θέματα. Η παγίδα όμως που η μεταμοντέρνα σκέψη έχει στήσει είναι μεγάλη. Κάποιοι φτάσανε στο σημείο να παρουσιάζουν το Μαρκήσιο ντε Σαντ σαν υπερασπιστή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων…

Έτσι τα τελευταία χρόνια ο Βερν παρουσιάστηκε σαν κρυφοαριστερός, προφήτης του σύγχρονου κόσμου και δυστοπικός συγραφέας. Κυρίαρχο επιχείρημα υπέρ της πιθανολογούμενης (κρυπτογραφημένης) πολιτικής του σκέψης υπήρξε ότι ο Βερν φοβόταν τον εκδότη του και έτσι περνούσε τα όποια μηνύματά του υπόγεια. Είναι αυτή η αλήθεια όμως; Σίγουρα στο έργο του υπάρχουν και δυστοπικά αλλά και πολιτικοποιημένα στοιχεία, όχι όμως τόσα ώστε να μετατραπεί ο Βερν σε γκουρού της πολιτικής σκέψης.

Ας τα πάρουμε ένα ένα : Αρχικά δεν ισχύει ότι ο Βερν υπήρξε προφήτης του τεχνολογικού κόσμου, καθώς πολλές από τις εφευρέσεις που παρουσιάζει στα βιβλία του υπήρχαν ήδη εκείνη την εποχή (πχ. το υποβρύχιο). Επίσης προφήτεψε και πολλά που δε γίνανε, όπως το ταξίδι στο κέντρο της γης. Άλλωστε και η πίστη του στα τεχνικά επιτεύγματα με το πέρασμα του χρόνου εξασθένησε.

Από πολιτικής άποψης ο Βερν με τα χρόνια έγινε πιο συντηρητικός (αν υπήρξε και ποτέ αριστερός) κάτι που μαρτυράται άλλωστε από τις πολιτικές του δηλώσεις και επιλογές.

Τέλος η φήμη του Βερν σαν συγγραφέα ουτοπίας- δυστοπίας οφείλεται και σε μερικά του έργα που κυκλοφόρησαν όσο ζούσε, αλλά κυρίως σε έργα που εκδόθηκαν μετά θάνατον (πχ. “Οι Ναυαγοί του Ιωνάθαν” που τελικά δεν ήταν δικά του) κυρίως από το γιο του. Πράγματι το 1863, ο Ιούλιος Βερν έγραψε ένα μυθιστόρημα με τίτλο “Το Παρίσι στον 20ό αιώνα” όπου ένας νεαρός άνδρας ζει σ’ έναν κόσμο με γυάλινους ουρανοξύστες, τρένα υψηλής ταχύτητας, αυτοκίνητα που κινούνται με φυσικό αέριο κλπ. Δημοσιεύθηκε μετά θάνατον το 1994.

Επίσης στο “Τα 500 εκατομμύρια του Μπεγκούμ” (1879) έχει συνδυαστεί με πρωτότυπο τρόπο η ουτοπία και η δυστοπία.

Έτσι στο έργο παρουσιάζονται δύο πόλεις. Η μία, δυστοπική και προάγγελος των ολοκληρωτισμών του αύριο, είναι μια στρατικοποιημένη πόλη, η Στάλσταντ. Η άλλη είναι η Φρανσβίλ, το αντίθετο της στρατικοποίησης, μία πόλη φτιαγμένη στα πρότυπα των Ουτοπικών σοσιαλιστών. Όμως το έργο αυτό δεν ανήκει στο Βερν . Αντίθετα ανήκει στον

κομμουνάρο Πασκάλ Γκρουσέ που εκτοπίστηκε μετά την ήττα της Κουμούνας και έζησε σαν πρόσφυγας για κάποια χρόνια.

Πληρώθηκε γι’ αυτό το έργο και δέχθηκε να το διασκευάσει ο Βερν χωρίς να φαίνεται πουθενά το όνομα του!

Στο θρυλικό “Μαύρες Ινδίες” μία ολόκληρη κοινότητα επιλέγει να ζήσει σε μία υπόγεια σπηλιά όπου εργάζεται και βγάζει τα προς το ζην από την εξόρυξη γαιάνθρακα. Ζει λοιπόν αυτή η κοινότητα πιο ικανοποιητικά από όταν ζούσε στην επιφάνεια. Τέλος ο Βερν δημιούργησε δύο θρυλικές προσωπικότητες: τον Κάπτεν Νέμο και το Ροβήρο. Ο ένας ζει ελεύθερος στη θάλασσα και εκδικείται τον πολιτισμό, ενώ ο άλλος ζει στον ουρανό με σκοπό να τον κατακτήσει. Ο Νέμο σίγουρα ήταν μια πολιτική δημιουργία του Βερν επηρεασμένος από τον αναρχοατομικιστή επαναστάτη της εποχής του, αλλά και από τους αντιαποικιακούς αγώνες.

Σε γενικές γραμμές, στο έργο του Βερν πολλοί ήρωές του καταφεύγουν από ανάγκη ή από επιλογή να ζήσουν σε ερημικά νησιά, σε ηφαίστεια, κάτω από τη γη ή μέσα στη θάλασσα. Ο Βερν προτείνει τη φυγή και το ταξίδι αλλά χωρίς το κομμουνιστικό ή αναρχικό πρόταγμα που έχουν άλλοι συγγραφείς της εποχής του.

Έτσι, ενώ στο έργο του υπάρχουν περιπτώσεις επαναστατικής φυγής μικρών ομάδων από την κοινωνία, δεν παρουσιάζονται αυτές οι περιπτώσεις εντός της κομουνιστικής ή ουτοπικοσοσιαλιστής παράδοσης. Αντίθετα η ιδιοκτησία ποτέ δεν καταργείται, ενώ δεν υπάρχει αληθινή ισότητα (ο Κάπτεν Νέμο πχ. είναι το αφεντικό των φυγάδων του Ναυτίλου).

Στο έργο του Βερν κυριαρχεί η φυγή, το ταξίδι και ο μύθος. Όποια επαναστατικά και δυστοπικά-ουτοπικά μηνύματα υπάρχουν είναι σχετικά περιορισμένα σε έναν αχανή κόσμο από χαρακτήρες και τοποθεσίες που αποτελούν το σύνολο του Βερνιανού κόσμου. Ο Βερν ήθελε να αρέσει σε όλους (αν και κυρίως στα παιδιά). Με αυτήν την έννοια δεν υπήρξε ποτέ επαναστάτης. Εξίσου άδικος είναι βέβαια και ο χαρακτηρισμός του σαν παιδικός συγγραφέας. Απλά ο Ιούλιος Βερν είναι ο Ιούλιος Βερν.

ΕΡΓΑ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΜΙΣΕΛ ΒΕΡΝ

Μετά το θάνατό του, ο γιος του Ιουλίου Βερν αναλαμβάνει να κυκλοφορήσει κάποια ακυκλοφόρητα έργα του πατέρα του. Θεωρητικά ο Μισέλ Βερν έχει την υποχρέωση να διορθώσει τυχόν λάθη στα αρχικά χειρόγραφα του πατέρα του, τα οποία ο θάνατός του, εμπόδισε στο να τα επιμεληθεί ο ίδιος. Ο Μισέλ όμως σε κάποια έργα άλλαξε κυριολεκτικά τα φώτα. Και εννοείται ότι βάζει την υπογραφή του πατέρα του… Έτσι κάποια τον θεωρούν πλαστογράφο γιατί αλλοίωσε τα αρχικά κείμενα του Ιούλιου Βερν. Ο ίδιος, μία αμφιλεγόμενη προσωπικότητα δεν κυκλοφόρησε ποτέ κάτι με το επώνυμό του . Έτσι καταδικάστηκε από τους κριτικούς να ζει στη σκιά του πατέρα του σαν μία αντιφατική και ιδιάζουσα περίπτωση. Είναι όμως έτσι;

Πρώτα και κύρια ο Μισέλ κατάργησε όσο μπορούσε το happy ending του πατέρα του. Πολλές φορές άλλαξε έτσι ολόκληρο το μήνυμα. Η αλήθεια είναι ότι αν κάποιος από τους δύο είναι πρόδρομος της δυστοπίας αυτός είναι ο γιος και όχι ο πατέρας. Στους “Οι Ναυαγοί του Ιωνάθαν” ο Μισέλ ανατρέπει το χαρωπό κοινωνικό μήνυμα του πατέρα του και παρουσιάζει μια φιλοσοφική μελέτη -κριτική όλων των πολιτικών συστημάτων. Σε αυτό το έργο ο Μισέλ Βέρν δείχνει μια συμπάθεια προς τον “αναρχοατομικισμό”.

Επίσης στο “Εκπληκτική περιπέτεια της αποστολής Μπαρσάκ” (1919) ο Μισέλ Βερν τα καταφέρνει καλά. Περιγράφει τον τεχνολογικό φασισμό του μέλλοντος μέσα από την πόλη Μπλάκλαντ (όπου κυριαρχούν οι ιπτάμενες μηχανές και τα αυτόματα εργαλεία). Ενώ όμως η τεχνολογία θριαμβεύει, η κοινωνία νοσεί. Η πόλη είναι διαχωρισμένη μεταξύ τομέων με τοίχους, ενώ και οι κάτοικοι είναι χωρισμένοι μεταξύ τους σε λευκούς και μαύρους. Όμως ο Μισέλ είναι πανέξυπνος. Οι λευκοί δεν εξουσιάζουν μόνο τους μαύρους αλλά και πολλούς λευκούς σκλάβους. Μάλιστα η προσωπική φρουρά του δικτάτορα είναι μαύροι. Με τον τρόπο αυτό ο Μισέλ κατάφερε να συλλάβει τη δύναμη του καπιταλιστικού ολοκληρωτισμού, που μέσω της περιπλοκότητας και παραχωρώντας προνόμια σε κάποιο κομμάτι της μειονότητας (διαίρει και βασίλευε) μπορεί να επιβιώνει.

Άλλο ενδιαφέρον και πρωτότυπο στοιχείο στη σκέψη του Μισέλ είναι ότι στην πόλη αυτή κανείς δεν είναι εξαθλιωμένος. Αντίθετα η τεχνολογία βρίσκεται στην υπηρεσία όλων, ακόμα και των δούλων. Στο έργο αυτό προαναγγέλλεται κατά κάποιον τρόπο το Βrave new world του Χάξλευ, αλλά γιατί όχι και ο σύγχρονος υπερκαταναλωτικός κόσμος (τουλάχιστον πριν την παγκόσμια κρίση του 2007).

Τέλος στο “Ο Αιώνιος Αδάμ” (1910), έργο που μάλλον ανήκει εξολοκλήρου στο γιο, εκείνος παρουσιάζει το τέλος της ανθρωπότητας, μένοντας πιστός στο δυστοπικό

πνεύμα του 20ου αι., τόσο ξένο στον πατέρα του και στο χαρούμενο τεχνολογικό πολιτισμό του 19ου αιώνα. Μια μικρή ομάδα έχει επιβιώσει από την ξηρασία που κατέστρεψε τον πλανήτη. Υπάρχει το στοίχημα του αν ο πολιτισμός θα επιβιώσει και ο κόσμος, όπως τον ξέραμε, θα ξαναδημιουργηθεί. Η ομάδα όμως δεν τα καταφέρνει και οι επιζώντες επιστρέφουν στο πρωτόγονο επίπεδο. Ο πολιτισμός πέθανε και ο Μισέλ υπήρξε με αυτό του το έργο πρωτεργάτης της καταστροφολογικής λογοτεχνίας.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Αν και με την υπογραφή του Ιουλίου, τα πιο πολιτικοποιημένα και μηδενιστικά έργα των Βερν πρέπει να αποδοθούν στο γιο. Ακόμα και έτσι ο Ιούλιος Βερν δεν υπήρξε ένας παιδικός συγγραφέας, αν και η προσπάθεια καπελώματός του από κάθε πολιτική ιδεολογία θα μείνει μάλλον ανεπιτυχής. Είναι αυτό που είναι και γι’ αυτό το λόγο αγαπήθηκε τόσο.

*Πηγή: https://zerogeographic.wordpress.com/ Δημοσιεύτηκε και εδώ: https://athens.indymedia.org/post/1590639/

Πόπη Γιόκαλα,Τρία ποιήματα

Φως

Έχει η μέρα σήμερα άπλετο φως….
Λούζει τις αισθήσεις πανηγυρικά- Προσθέτει
Ήχους
Χρώματα
Η Ζωή συνεχίζει το ταξίδι της καθημερινότητας με διάφορα
τεχνάσματα…
Απογοήτευση
Αισιοδοξία
Χαρά
Όνειρα
Ελπίδες….
Όλα μαζί στον κύκλο της
ημέρας περιστρέφονται.

***

Χωρισμός

Θραύσματα μετέωρα
Το παρελθόν στα μάτια
καθρεφτίζεται-
Αδέξιες οι χειρονομίες
Σε ημερολόγιο το όνειρο πεθαίνει-
Χαμένες αξίες κρεμασμένες στον ουρανό-
Σε άδειους ωκεανούς πνίγονται
τ’ανείπωτα λόγια-
Περιπλάνηση στο άπειρο
σε μελωδία μελαγχολική-
Μουδιασμένη η ψυχή χάνεται σε ορίζοντες-
Όνειρα ναυαγισμένα.

***

Βουλιάζουμε

Πάψαμε να αναζητούμε νοήματα.
Η ουσία καταναλώνεται από τα ανούσια.
Γίνεται η καθημερινότητα δεδομένη.
Χάθηκαν οι συλλογισμοί εδώ κι εκεί.
Αποκοιμήθηκαν τα όνειρα.
Τα αληθινά συναισθήματα ξεψύχησαν.
Βουλιάζουμε στους συμβιβασμούς
Πιστεύοντας πως έτσι είναι η ζωή.
Ναυάγια θα είναι η κατάληξη.
Ίσως…
Μέσα από το χάος γεννηθεί ξανά το φως.

Έρμα Βασιλείου, Τρία ποιήματα

Η Λεμεσός του φόβου

Και τι να πεις
Τα φύλλα σφίγγονται στα κλαδιά
Να μην ακούσουν απ’ τη γη
πατημασιές θηρίων

ξένοι, σπείρες,
ημέρες μη λείες
τ’ αγέρι βλέπει λέξεις
να πετάγονται από πρησμένα χείλη
δυο ίσως ακόμα και τριών κακούργων στους εκατό
στην πόλη
που δεν ήταν εύκολο να κυκλώσουν οι αρχές
πιάσαν και κάψαν στα δέρματά τους ονόματα
παιδιών
πως είναι πατεράδες
φαμελιές, σου λένε
-πάρε καλέ κυρία-
κι εσύ τους πιστεύεις
αν θέλεις έλα σ’ ένα λεπτό
θ’ αγοράσω τις γλάστρες σου
με τ’ αγιόκλημα που μου μοσχοπουλάς…
κι εσύ τους φιιλεύεις χαμόγελο όταν αυτοί
έχουν εκείνη τη στιγμή
αποφασίσει να σου παρουν τα ακριβά κάδρα
του τοίχου σου
όταν γυρεύεις το πορτοφόλι σου
στα στέκια που το βάζεις
και πιο πολύ ακόμα στα χαμόγελα της μακάριας
καλοσύνης σου
σημαδεμένα με το μάτι
τώρα πια, άσε
σου τ’ άδειασαν τα τείχη των τοίχων σου
και των τυχών σου την αφέλεια
σου αφήσαν να έχεις
μα εσύ δεν ακούς, χαμόγελο εσύ…
πάντα αυτό μένει
χαμογέλα λοιπόν παλλιάτσε

riri pagliacci

***

Έλα Κούρη

Σαν γιος της μάνας γης
Στον ασβεστολιθικό μου ύπνο
Στην ξενιτιά οι γιοί μου ανθρώπεψαν
Κι εσύ μικρός ακόμα…
Στέρεψες δάκρυ
Στο καρτέρι
Στην Παμφυλία οι φίλοι σου
Όλοι γέμισαν
Νερό που άποτο
Μένει απότολμο
Και οι βηματιστές
Στο φράγμα της αποθήκης σου κούρσεψαν τις μέρες
Κούρη ποτιστή των ημερών
Κούρη αδέσποτα όμορφε, Κούρη
Κεραστή του Οίνου του απόδειπνου
Στρόφιγγα της αυγής και θεριστή ονείρων
Κούρη μου παλλικάρη
Που περιμένεις
Να γηροκομίσεις τα νιάτα της σκέψης
Τα ρείτρα εξαγοράς τα έριξες στο βυθό των αιώνων
Με το φράκο σου πάντα ατσαλάκωτο
Χωρίς τσακίσματα χωρίς μακκώματα
Ολόισια η πλάτη σου στη γη
Αφεντεύει το κάθε που σ’ αγγίζει
Που σ’ άγγιξε

***

Τρέχει ο χρόνος

Προφταίνω;
Πού πας;
Εκείνος θα πει ακολούθα
Τα θέλγητρα που απλώνονται
Στην άσφαλτο, στο θόρυβο
Ξαναρωτώ, μου λέει ακολούθα
Μα μια μέρα δεν άντεξα,
τον πέρασα τον ξεπέρασα
τoυ είπα ακολούθα
Και μ’ ακολούθησε
Πιστά και ταπεινά
Μα με ακολούθησε…

Σιωπή ιχθύος
Τη νύχτα από τη γυάλα
Με τα δυο χρυσόψαρα
Ακούστηκε η σιωπή ιχθύος
Ήταν εκκωφαντική, αλλοτινή, τρωκτική
Όταν όλα τα πίστευα
με βαρελίσια ηχώ που ανέβαινε στην επιφάνεια
μέσα από φυσαλλίδες
που άφηναν τα ερωτικά φιλιά τους
στο νερό
Η ερωτική μου μετανάστευση δεν θα
Ολοκληρωνόταν ποτέ
Αν δεν αντίκρυζα το σπάσιμο της σιωπής
Να επαναστατεί με κυνηγητό σε γυάλα απύθμενη
Στο ασημί το χρώμα του δρόμου
Που έριχνε τσαμπιά τους λαμπτήρες
όταν όλοι κοιμόνταν στην αγρύπνια μου μέσα

*Από τη συλλογή “Που καρκιάς” (Από την καρδιά) – Ποιήματα για τη γη μου”.

Η πιο εκτεταμένη και πιο ολοκληρωμένη Ανθολογία Νεοελληνικής Ποίησης στα Αγγλικά


Ένα έργο του Μανώλη Αλυγιζάκη σε μια κοινή έκδοση Libros Libertad και Ekstasis Editions

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΡΩΑΔΙΤΗΣ
ΜΕ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΤΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΣΤΟ https://libroslibertad.com

Ο Μανώλης Αλυγιζάκης είναι Ελληνοκαναδός ποιητής με σημαντικά επιτεύγματα στο ενεργητικό του. Εκτός από τη δημοσίευση των δικών του αρκετά δημοφιλών ποιητικών συλλογών, έχει, εδώ και χρόνια, αφιερωθεί στις υψηλής ποιότητας και λεπτεπίλεπτες μεταφράσεις έργων των σύγχρονων Ελλήνων ποιητών. Έτσι μας έχει προσφέρει σημαντικούς σύγχρονους Έλληνες ποιητές, τους οποίους αλλιώς δεν θα μπορούσε να γνωρίζει το καναδικό και γενικά αγγλόφωνο κοινό, για το οποίο είμαστε όλοι ευγνώμονες. Τώρα, όμως, έρχεται με ένα πραγματικά τιτάνιο έργο, το οποί ανοίγει την πόρτα στο αγγλόφωνο αναγνωστικό κοινό στο έργο πολλών αξιοσέβαστων Ελλήνων ποιητές οι οποίοι, είναι όντως λυπηρό, είναι ουσιαστικά άγνωστοι έξω από τα όρια της χώρας τους. Το έργο αυτό φέρει τον τίτλο «Νεοέλληνες ποιητές: Μια Ανθολογία της Νέας Ελληνικής Ποίησης, 1750-2018» με βασικό σκελετό ποιήματα 60 σύγχρονων ποιητών από την Ελλάδα, τα γραπτά των οποίων, μπορούμε τώρα να καταλάβουμε ότι άξιζαν να ακουστούν σε ένα ευρύτερο αναγνωστικό κοινό. Οι επιδέξιες αλλά και εξειδικευμένες μεταφράσεις που συνθέτουν την Ανθολογία, συνοδεύονται από σύντομες αλλά κατατοπιστικές βιογραφίες των ποιητών που ανθολογούνται δίνοντάς τους μια θέση στον ποιητικό χάρτη για το αγγλόφωνο αναγνωστικλο κοινό, με έναν τρόπο που δεν έχει γίνει ποτέ πριν.

Κάναμε κάποιες ερωτήσεις στον Μανώλη Αλυγιζάκη και να τι απάντησε:

Γιατί μια Ανθολογία Νεοελληνικής Ποίησης στα Αγγλικά; Τι σημαίνει αυτή η Ανθολογία για τον χώρο της παγκόσμιας ποίησης;
Δεν έχει υπάρξει ποτέ Ανθολογία της Νεοελληνικής Ποίησης στον Καναδά και αυτή η έκδοση έρχεται να καλύψει αυτό το κενό. Από την ημέρα που μετέφρασα το πρώτο ποίημα από τη μητρική μου γλώσσα στα αγγλικά πριν από δώδεκα χρόνια, έχω ονειρευτεί να εισάγω στο καναδικό αναγνωστικό κοινό (και το αγγλόφωνο κοινό γενικότερα) τον πλούτο της σύγχρονης ελληνικής ποίησης μέσω μιας ανθολογίας επιλεγμένων και αντιπροσωπευτικών ελληνικών ποιημάτων από την περίοδο της Επτανησιακής Σχολής μέχρι σήμερα.

Δεδομένου του πολύ μεγάλου μεγέθους αυτού του τόμου, μπορείτε να μας πείτε πόσο καιρό πήρε όλη η διαδικασία επιλογής και μετάφρασης των ποιημάτων;
Ήταν μια μακρά διαδικασία τριών χρόνων, η οποία οδήγησε στον ογκοδέστατο αυτό τόμο των 815 σελίδων μιας όμορφης τέτοιας ποίησης και σίγουρα είναι είναι η πιο όμορφη ανταμοιβή που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί. Μετά από τα συνεχή τρία αυτά χρόνια αφοσίωσης στην Ανθολογία, είμαι τελικά σε θέση να παρουσιάσω αυτό που θεωρώ ως την καλύτερη και πιο πολύτιμη μεταφραστική μου εργασία μέχρι τώρα, καθώς και την πιο πολύτιμη συμβολή μου στην Καναδική λογοτεχνία και την παγκλοσμια λογοτεχνία γενικότερα. Το βιβλίο έχει μετατραπεί σε e-book επίσης και έτσι είναι διαθέσιμο και στους νεότερους αναγνώστες της ποίησης που προτιμούν αυτόν τον τρόπο ανάγνωσης.

Είχατε θεσει κάποια κριτήρια στην επιλογή των ποιητών και των γραπτών τους;

Προσπάθησα να καλύψω ένα διάστημα 250 χρόνων ποιητικής δημιουργίας με ποιητές που εκπροσωπούν κάθε εποχή της ελληνικής ποίησης. Υπήρξαν και μερικοί ποιητές τα έργα των οποίων θα ήθελα να περιλάβω στον τόμο αυτό, αλλά η απόσταση και η διαφορά ώρας μεταξύ της British Columbia και της Ελλάδας δημιούργησε δυσκολίες στην επικοινωνία και δεδομένου ότι μια ντουζίνα ποιήματα από καθέναν από 60 ποιητές ήταν ήδη ένα σημαντικό σώμα της εργασίας που έπρεπε να μεταφράσω, τράβηξα μια διαχωριστική γραμμή σε αυτό το υλικό που ήδη είχα.

Ποιο είναι το μήνυμα που δίνεται στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό μέσα από ένα τόσο τεράστιο έργο και αποτέλεσμα;
Το μήνυμα αυτού του βιβλίου είναι πολύ απλό. Κατ’ αρχάς, να τονίσει το γεγονός ότι η αφοσίωση και επιμονή ανταμείβει πάντα κάποιον με το ευχάριστο αποτέλεσμα της ολοκλήρωσης και, δεύτερον, να υπενθυμίσει στους αναγνώστες της ποίησης σε όλο τον κόσμο ότι μια ποίηση όπως αυτή που ρέει στις σελίδες αυτές γεννήθηκε στην Ελλάδα και συνεχίζει να ευχαριστεί τον κόσμο με την ομορφιά της, ακόμη και σήμερα. Όλο αυτό κάνει τον μεταφραστή να υποκλίνεται μπροστά στην ανίκητη δημιουργικότητα του Ελληνικού Πνεύματος και εύχομαι ότι θα συνεχίσει να προσφέρει την ομορφιά της στο παγκόσμιο επ’ άπειρον.

*Ο Μανώλης Αλυγιζάκης είναι Καναδός ποιητής και συγγραφέας, που κατάγεται από την Κρήτη. Πρόσφατα διορίστηκε επίτιμος εκπαιδευτικός και συνεργάτης της Διεθνούς Ακαδημίας Τεχνών και του απονεμήθηκε μεταπτυχιακό δίπλωμα (Μάστερ) στη Λογοτεχνία. Μετανάστευσε στο Βανκούβερ το 1973, όπου εργάστηκε ως εργάτης σε σιδηρουργία, εργάτης σιδηροδρόμων, οδηγός ταξί και χρηματιστής. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Simon Fraser. Άρθρα, ποιήματα και διηγήματά του στα ελληνικά και αγγλικά έχουν εμφανιστεί σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες στον Καναδά, τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Σουηδία, την Ουγγαρία, τη Σλοβακία, τη Ρουμανία, την Αυστραλία, την Ιορδανία, τη Σερβία και την Ελλάδα. Η ποίησή του έχει μεταφραστεί στα ισπανικά, ρουμανικά, σουηδικά, γερμανικά, ουγγρικά, ουκρανικά, γαλλικά, πορτογαλικά, αραβικά, τουρκικά, σερβικά, ρωσικά, ιταλικά, κινέζικα, ιαπωνικά, και έχει δημοσιευθεί σε μορφή βιβλίου ή σε περιοδικά σε διάφορες χώρες. Σήμερα ζει στο White Rock, όπου περνά το χρόνο του γράφοντας, ταξιδεύοντας και διευθύνοντας τις Libros Libertad, μια ανορθόδοξη και ανεξάρτητη εκδοτική εταιρεία που ίδρυσε το 2006 για να εκδίδει λογοτεχνικά βιβλία. Η μετάφρασή του George Seferis: Collected Poems ήταν υποψήφια για το Ελληνικό Εθνικό Λογοτεχνικό Βραβεία, τη μεγαλύτερη λογοτεχνική αναγνώριση στην Ελλάδα. Τον Σεπτέμβριο του 2017 τιμήθηκε με το Πρώτο Βραβείο Ποίησης του Διεθνιυς Φεστιβάλ Ποιησης Mihai Eminescu στην Κραϊόβα της Ρουμανίας.

Juan Gelman, Προς τον Νότο

σ’ αγαπώ/κυρία/σαν τον νότο/
κάποιο πρωί ανεβαίνει από τα στήθη σου/
τα στήθη σου αγγίζω και αγγίζω κάποιο πρωί του νότου/
κάποιο πρωί σαν δύο αρώματα/

απ’ το άρωμα του ενός γεννιέται το άλλο/
ή μάλλον τα στήθη σου σαν δύο χαρές/
απ’ τη μια χαρά γυρίζουν οι νεκροί σύντροφοι στον νότο/
τη σκληρή τους επιβάλλουν διαύγεια/

από την άλλη γυρίζουν στον νότο/ζωντανοί με/
τη χαρά που ανεβαίνει από σένα/
το πρωί που δίνεις σαν γλυκιές ψυχούλες πετώντας/
εμψυχώνοντας τον αέρα μ’ εσένα/

σ’ αγαπώ γιατί είσαι το σπίτι μου κι οι σύντροφοι μπορούν να ρθούνε/
κρατούν στον ώμο τους τον ουρανό του νότου/
ανοίγουν τα χέρια τους να ελευθερώσουν τον νότο/
από τη μια μεριά τούς πέφτει η οργή/απ’ την άλλη/

σκαρφαλώνουν τα παιδιά τους/ανοίγουν το παράθυρο/
να μπούνε μέσα τ’ άλογα του κόσμου/
το φλογισμένο άλογο του νότου/
το άλογο της τέρψης σου και της απόλαυσής σου/

η ζέση σου/γυναίκα που υπάρχεις/
για να υπάρχει κάπου ο έρωτας/
λάμπουν οι σύντροφοι στα παράθυρα του νότου/
νότος που λάμπει σαν και την καρδιά σου/

γυρνάει σαν τους πλανήτες/σαν τους συντρόφους/
εσύ ανεβαίνεις όλο ανεβαίνεις/υψώνεσαι/
όταν υψώνεις τα χέρια σου στον ουρανό/
του δίνεις υγεία ή φως σαν την κοιλιά σου/

η κοιλιά σου γράφει γράμματα στον ήλιο/
στους τοίχους του ίσκιου γράφει/
γράφει φια κάποιον βγαλμένον απ’ τα κόκκαλα/
γράφει τη λέξη ελευθερία/

*Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

**Από εδώ: http://alonakitispoiisis.blogspot.com/2018/09/blog-post_63.html

Fernando Pessoa, Από τον “Φύλακα των κοπαδιών”

XIIV

Ξυπνάω απότομα τη νύχτα,
και το ρολόι μου καταλαμβάνει τη νύχτα ολόκληρη.
Δεν αισθάνομαι τη Φύση εκεί έξω.
Η κάμαρή μου είναι ένα πράγμα σκοτεινό με τοίχους ακαθόριστα λευκούς
εκεί έξω υπάρχει ησυχία σαν να μην υπήρχε τίποτα.
Μόνο το ρολόι συνεχίζει το θόρυβό του.
Κι αυτό το πραγματάκι με γρανάζια που βρίσκεται πάνω στο τραπέζι μου
σκεπάζει την ύπαρξη της γης και τ’ ουρανού…
Χάνομαι σχεδόν σαν σκέφτομαι τι σημαίνει,
αλλά σταματάω και νιώθω να χαμογελώ στη νύχτα με τη γωνία των χειλιών
γιατί το μόνο πράγμα που το ρολόι μου συμβολίζει ή σημαίνει
γεμίζοντας με το μικρό του ανάστημα την πελώρια νύχτα
είναι η περίεργη αίσθηση ότι γεμίζει την πελώρια νύχτα
κι αυτή η αίσθηση είναι περίεργη γιατί το ρολόι μου δεν γεμίζει τη νύχτα
με το μικρό ανάστημά του.

XLV

Μια σειρά δέντρα πέρα μακριά, στην πλαγιά του λόφου.
Αλλά τι είναι μια σειρά δέντρα; Μόνο τα δέντρα υπάρχουν.
Η σειρά και ο πληθυντικός δέντρα δεν είναι πράγματα, είναι ονόματα.

Καημένες ανθρώπινες ψυχές, που βάζετε τα πάντα σε τάξη,
που χαράζετε γραμμές από το ένα πράγμα στο άλλο,
που βάζετε πινακίδες με ονόματα στα δέντρα τα απολύτως αληθινά
και σχεδιάζετε παράλληλους και μεσημβρινούς
πάνω στην ίδια την αθώα γη την τόσο καταπράσινη και ανθισμένη!

*Από την ενότητα “Ο φύλακας των κοπαδιών” που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο”, εκδόσεις Gutenberg, 2014.

**Μετάφραση: Μαρία Παπαδήμα.

Ανδρέας Ελ Σαέρ, Τρία ποιήματα

Στιγμή

Σε χρόνο που δεν ορίζει κανένα ρολόι
οι καταγραφές του μαρτυρίου ξεδιπλώνονται
στις άπειρες σελίδες της προσμονής:
γράφουν την μοίρα μας σκάρτη όπως εκείνη του Λούκιου
και τον σκοπό των ελάτων στος κορυφές του Κόρακα
σκαλιστές ιδιοτροπίες περίτεχνες με θύτες και θύματα.
Σαν τύραννοι θαυμάζουν τους παλιάτσους
που διασκεδάζουν τον Μαγικό Αυλό
μα μένουν αλώβητοι μέχρι να αυτοκτονήσουν.

***

Αχινός

Περιφέρεσαι σε δανεικά όνειρα, προσπαθείς
να συντονίσεις τις διαδρομές που σε κρατάνε ζωντανό:
αυτή που σε σπρώχνει μπρος και την άλλη,
που κρέμονται με μίσος οι αναμνήσεις πάνω σου,
μια που στάθηκες στην άκρη της
και δέκα χιλιάδες που τράβηξες προς τη δουλειά σου,
μια που συνάντησες τυχαία
και άπειρες που ξεχνάς το όνομά σου.
Κινήσεις σε χρόνο αδιάκριτο
και ένα βλέμμα που φυλακίζει,
σημεία φυγής και προβολές καθημερινότητας.
Όλα τα “πρέπει” σε ένα κάρο γεμάτο μπαρούτι, στην ερημιά.
κάθε μορφή που στριγγλίζει σα σφαγμένο γουρούνι
σε πετάει από δω κι από κει
όπως οι αέρηδες τα άνθη του γιασεμιού,
σε ρημάζει.
Δυο πιόνια σκάκι και μια χαμένη αγάπη,
αντικείμενα στο τραπέζι ωχ! να βρουν τη θέση τους,
το φυλαχτό που μου χάρισες εκείνο το ξημέρωμα –
δώσ’ του ρε, ζόρισέ τον, θα στα πει,
ρίξ’ του ανάμεσα στα μπούτια ρε μαλάκα με τη βέργα
που σου έκανα δώρο πέρυσι.
Ρίξ’ του!

***

Η κηδεία του Πολυνείκη

Τα μακροσκελή λογοτεχνικά ευαγγέλια με τα αδιέξοδά τους.
Οι προδομένες μας ζωές και τα λόγια που έχασαν το χρώμα τους.
Οι τυχοδιώκτες με τις μαρμάρινες επιγραφές και τα Decadence ακούσματα.
Οι καφέδες στην Rue de Seine και οι αστοί μέσα μας.
Οι καλοί τρόποι κατά τρόπο απείθαρχο συνηγορούν.
Οι στοίβες βιβλίων γεμάτες από μουχλιασμένα νοήματα εντός πεδίου.
Οι μαριονέτες με το βλέμμα στο κενό κουνούν το δάχτυλο
και οι νεκροί πολιτεύονται.

*Από τη συλλογή “Επιγραφές στην άσφαλτο”, έκδοση Παλινωδίαι, 2018.

Χρήστος Μαρτίνης, «Το ξένο φως», εκδ. Υποκείμενο, 2017

Κώστας Τσιαχρής*

Ανάμεσα στις αρχετυπικές διαθέσεις όσον αφορά στη σύλληψη και έκφραση του ποιητικού βιώματος κατά τη μεταπολεμική περίοδο της νεοελληνικής λογοτεχνίας, δεσπόζουσα θέση καταλαμβάνει εκείνη του πάσχοντος ποιητικού υποκειμένου. Αφετηρία και κατάληξη της συγγραφικής πράξης γίνεται συχνά ο μικρόκοσμος , το εσωτερικό μαρτύριο, η παραίτηση και η παράδοση στις ακυβέρνητες πολιτείες των ενστίκτων, η καύση βαθιά εγχαραγμένων εικόνων, για να παραχθεί ο αρμονικά ασύμμετρος και παρεκκλίνων λόγος. Αυτό σε κάποιες περιπτώσεις καταλήγει σε ένα είδος αυτοπαγίδευσης. Ο ποιητής κοιτάζοντας προς τα έσω χάνει τον προσανατολισμό του, μπλέκεται στα δίχτυα που ο ίδιος στρώνει, για να μπορέσει να θηρεύσει την εκλεκτή συγκίνηση , κι ενώ γυρεύει πέρδικες και φασιανούς, απομένει τελικά στο χέρι με τις σκιές από μερικά μόνο φτερά. Σαν αδέξιος κυνηγός. Σε άλλες περιπτώσεις καταφέρνει να μετριάσει την εγωκεντρική τοποθέτηση της γραφής του, καθώς αφήνει το περιθώριο στον αναγνώστη να αισθανθεί ότι το βίωμα τον αφορά κι ότι απʼ τις λέξεις του ανασύρεται μια διάθεση με καθολικό χαρακτήρα. Κι εκεί ακριβώς σπάζει ο κύκλος της αδιέξοδης ερμητικότητας κι απελευθερώνεται ενέργεια προς όλα τα μήκη και τα πλάτη του ποιητικού σύμπαντος, πράγμα που ασφαλώς είναι και το ζητούμενο στη συγγραφική πράξη. Μόνο σε τέτοιες στιγμές εκρήξεων και ταλαντώσεων γεννιέται ανθεκτικός στη φθορά των αναγνώσεων λόγος.
Η εσωτερικότητα, η πάσχουσα συνείδηση που ανακουφίζεται μέσω της εξωτερίκευσης των παθών στο μελάνι, η εστίαση της ιδέας στην προσωπική οδύνη, η πρωτοπρόσωπη απόδοση της ευαισθησίας, ο βιωματικός χρωματισμός του λόγου, η συρραφή στιγμιοτύπων από το βαθύτερο «είναι» , η συνύπαρξη υπερβατικών και ρεαλιστικών στοιχείων είναι παρόντα και στο παρθενικό έργο του Χρήστου Μαρτίνη «Το ξένο φως».

`Από τις πρώτες λέξεις δίνεται το σύνθημα : ακολουθεί πνιγμός και όσοι έχουν το σθένος να επιπλεύσουν ευπρόσδεκτοι ( καλό μου ναυάγιο πάλι βαπτίσου στο χάλκινο φως). Έπειτα σε άλλα δεκαοκτώ αριθμημένα, πλην άτιτλα, ποιήματα και σε άλλα δύο τιτλοφορημένα, ξεδιπλώνεται το γεωλογικό ανάγλυφο μιας ευάλωτης ψυχοσύνθεσης που με έντεχνες δονήσεις προσπαθεί να κάνει το δικό της υπέδαφος μήτρα καθολικών εμπειριών. Μέσα σε αυτό το υπέδαφος ο προσωπικός πόνος στερεοποιείται, γίνεται ορυκτό που εξορύσσεται όχι μόνο με την καρδιά αλλά και με το μυαλό, και κόβεται στο τέλος σε μικρά πετράδια με το σχήμα ποιημάτων.
Στο ίδιο υπέδαφος ανιχνεύονται καταβολές από προγενέστερα εκφραστικά σχήματα και τάσεις του νεοελληνικού και όχι μόνο, ποιητικού λόγου: οι παραλογές (στο τελευταίο ποίημα της συλλογής με τίτλο «Του καταραμένου»), τα τραγούδια των κοντραμπατζήδων (όσο κι αν το προσπάθησα ρούκουνα να σου μοιάσω/ φλώρος εγώ μάγκας εσύ κι έτσι πηγαίνω πάσο), η στιχουργία των ιθαγενών της Αμερικής (κάθομαι δίπλα στον σωριασμένο ήλιο/ και προσπαθώ να θυμηθώ/ ένα τραγούδι /κανένα τραγούδι δεν είναι δικό μου/ είμαι άρρωστος), η αρχαία ελληνική επιγραμματοποιία (αν σας ρωτήσουν/ να πείτε κάτι τραγικό /πως τράκαρε καβάλα σε μια μηχανή/ στην άγρια κόντρα με το χρόνο/ ή πως τον έσφαξαν σʼ ένα κωλόμπαρο της εθνικής οδού/κάποια θλιμμένη πέμπτη/ να βρείτε κάτι πειστικό/ μην πείτε απλώς πως πέθανα/ μην πείτε την αλήθεια: Ας προσεχτεί εδώ ότι οι στίχοι μοιάζουν με μία επιτύμβια παράκληση την οποία απευθύνει ο νεκρός προς τους διαβάτες που επισκέπτονται τον τάφο του), η καρυωτακική ειρωνεία (αιτήθηκα πρωτόκολλο κοινό για το κορμί μου οι υπεύθυνοι αρνήθηκαν λόγω νομολογίας μου τόνισαν κύριε το σύστημα δεν το υποστηρίζει τις εγκυκλίους μου έδειξαν αποφάσεις χίλια εκατό του έβδομου κάθετος δύο χιλιάδες εικοσιπέντε είκοσι του ενενήντα πέντε), η θεατρική υφή της τραγικής ποίησης (το ποίημα «Ελένη» θα συνιστούσε κάλλιστα έναν χειμαρρώδη μονόλογο σε μια υποτιθέμενη τραγωδία) απαντούν σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό στα σπλάχνα της ποίησης του Μαρτίνη.
`
Ο ποιητής βεβαίως φέρνει στα μέτρα της δικής του ποιητικής όλες αυτές τις καταβολές, αφήνοντάς τες να λειτουργούν δυναμικά και να επιδρούν στο βαθμό που δε νοθεύεται η καλλιτεχνική αυτονομία του. Άλλοτε πάλι τις εμβολιάζει με μοντέρνους τρόπους έκφρασης, ώστε η τελική εντύπωση να τις εκτοπίζει στο παρασκήνιο. Στο τελευταίο ποίημα της συλλογής, για παράδειγμα, «Του καταραμένου» η θεματική και στιχουργική πλοκή που παραπέμπουν στο είδος των παραλογών, κρύβονται επιδέξια κάτω από το σχήμα μιας μοντέρνας ποιητικής αφήγησης και μόνο με μία αναπροσαρμογή του τρόπου ανάγνωσης των στίχων ακούγεται καθαρά ο δεκαπεντασύλλαβος ρυθμός.

`
Χαρακτηριστικό, επίσης, είναι ότι η όποια αίσθηση συντριβής αποπνέουν οι στίχοι επενδύεται με κύριο υλικό τον ήλιο, η συχνή παρουσία του οποίου λειτουργεί ως αντίβαρο που δεν επιτρέπει σε όλη αυτή τη σκοτεινή διάθεση να γίνει ένας κουραστικός πεσιμισμός. Υπάρχει πάντα ένα χαλινάρι που συγκρατεί την υπερβολή και φέρνει το συναίσθημα αντιμέτωπο με το μυαλό. Στο κέντρο δε της συλλογής ενεργοποιείται σοφά το μοτίβο της θεραπευτικής επενέργειας της ποίησης με ένα ποίημα που αποτίνει φόρο τιμής στα «ιαματικά» τραγούδια (medicine songs) των Ινδιάνων. Ο πάσχων ποιητής, κατά το πρότυπο του καβαφικού Ιάσονος Κλεάνδρου αλλά με μία διαφορετική υφολογική προσέγγιση, εναποθέτει την ελπίδα της σωτηρίας του στα χέρια της ποίησης, παρόλο που, όπως γράφει και ο Καρούζος, τα ποιήματά του καταλήγουν να είναι «ενθύμια φρίκης». Έτσι, το ρημαγμένο σώμα και το ναυάγιο ταυτίζονται(τρίζει το σώμα σαν σάπια καρίνα), ο ήλιος γίνεται κάτι σα συσίφειο βάρος (ένα βράχο-τον ήλιο- κουβαλώ στις πλάτες μου), η αγωνία να αποτυπωθεί στη γραφή η εμπειρία προτού εκφυλιστεί υπονομεύεται από την τελική συνειδητοποίηση της αδυναμίας  (να γράψουμε/πριν μας τελειώσει η εποχή….όμως/ πώς να κρατήσεις βράχο με τα χέρια σου/πώς να δεθεί ο χείμαρρος με το σκοινί) και αλλού στήνεται ένα αινιγματικό σκηνικό αναμονής που θυμίζει φιλμ νουάρ (τις επόμενες μέρες θα λάβεις από μένα μια σακούλα/θα την αδειάσεις στο τραπέζι της κουζίνας/θα χυθούν οι σπασμένες ακτίνες του ήλιου). Πιο κάτω, ο ποιητής διαμαρτύρεται για τον τυπολατρικό ξεπεσμό της ανθρώπινης ποιότητας(σφράγισαν τις ανάσες μου με στρογγυλή σφραγίδα και με αρχειοθέτησαν ως πράξη τελική), δημιουργεί μια καρικατούρα φυλακής όπου τα δεσμά και ο δεσμοφύλακας απομυθοποιούνται (βγήκα να αγοράσω συρματόπλεγμα/ μα δεν περίσσευε καθόλου/ για φυλακές δίναν βελόνες και κλωστές/ κι ένα παιδί κρατούσε τα κλειδιά) ,αντιμετωπίζει τους στίχους ως επικάλυψη νοσηρών στιγμών (και αν τους στίχους αφαιρέσεις με νυστέρι /θα μείνει-επιτέλους- να βρωμίζει τον αέρα/ το κουφάρι από το άγιο καλοκαίρι), αγωνιά για την τύχη μιας αναπάντητης ικεσίας (ίσως δεν πρόσεξαν την κλήση την κραυγή/ ίσως να μη μετέφεραν σωστά την ικεσία) και αναγραμματίζει την κατάληξη του μύθου της Ελένης, βάζοντας στο στόμα ενός σύγχρονου Μενελάου έναν περιπαθή αναθεματισμό (ανάθεμα την ώρα σου που γύρισες/ φύγε ξανά και μάζεψε ό,τι μπορείς πριν το φευγιό σου). «Ενθύμια φρίκης» λοιπόν αυτά τα ποιήματα του Χρήστου Μαρτίνη. Πλην όμως τα τιθασεύει ο λόγος και τα αναβαπτίζει σε μαρτυρικές καταθέσεις ενός υποσυνείδητου σε αναμονή για αποκαλύψεις.

*Από εδώ: http://www.poiein.gr/2018/08/26/nthooio-ianossico-oi-iyii-ouo-aeauoaeo-odhieassiaii-anuoae-i-ethooao-ooeantho/

Σοφία Κουφού, Δύο ποιήματα

Η ψυχή και το δοχείο

Όταν αυτό δεν αντέχει πια
εκείνη το αφήνει
σε μια στιγμή μέσα.
Όταν αυτή κάνει να φύγει
αυτό διαλύεται.
Ανισότιμη σχέση θα ‘λεγες.
Στην πραγματικότητα
πρόκειται για έξωση λόγω κατακρύμνισης.

***

Αφιέρωση

Πόσους ρόλους
να υποδυθείς
με μόνο θεατή
ένα κάτοπτρο;
Κι εκείνος
με απαιτήσεις παράφρονες.
Για μια εκδραμάτιση
τεχνικά άρτια
μα ολότελα μονότονη.
Αρνήσου το ρόλο.
Έτσι θα αγγίξεις την αρτιότητα.
Κι αν είναι και μονότονη
δεν πειράζει.

*Από τη συλλογή “Έβδομη μεγάλη”, 2018.