Η ελευθερία είναι μια φυλακή τόσο μεγάλη,ακόμα κι αν ένας άνθρωπος είναι φυλακισμένος στη γη. Η ελευθερία πρέπει να είναι για όλους ή για κανένα
Albert Camus
Η ελευθερία είναι μια φυλακή τόσο μεγάλη,ακόμα κι αν ένας άνθρωπος είναι φυλακισμένος στη γη. Η ελευθερία πρέπει να είναι για όλους ή για κανένα
Albert Camus
Άλλοι μας ήθελαν χαμένους,
Στο παιχνίδι της ζωής,
Άλλοι υποστήριζαν,
Πως φύσει τα παίρνουμ’ όλα.
Μα τώρα που το σφάγιο την πόρτα μας χτυπά,
Ποιος θέλει, πάλι, μάταια να τα ποντάρει όλα;
Κάποιοι το είδαν τ’ όνειρο, και φύγανε μεμιάς,
Καθώς μιαν αναμέτρηση υψώνονταν μπροστά τους.
Και τώρα πια μας κρίνουν, πως ακόμη παίζουμε,
Ξυπόλητοι σε γήπεδο τραχύ, με διαιτητές θεατρίνους.
Λες και υπήρξε ποτέ δικαιοσύνη.
Λες και περιμέναμε, πως θα μας παίξουν “στα ίσια”…
Χαμένος δεν είναι αυτός, που ό,τι έχει παίζει,
Χαμένος είν’ αυτός, που δεν έπαιξε ποτέ,
Ή που πλέον τα έχει παρατήσει.
Κι αν σκέφτηκες πως έφυγες προτού να ειν’ αργά,
Σκέψου ποιος πότισε το αθώο σου μυαλό,
Με έννοιες τόσο βλάσφημες, σαν τη Φυγή, το Χρόνο…
“Χαμένος” είναι αυτός, που ονειρεύεται ουτοπίες,
Μα χαμένος είναι αυτός, που έπαψε να ονειρεύεται.
“Χαμένος” είναι αυτός που ακολούθησε με σπίρτα και κεριά,
Το μονοπάτι της…
View original post 76 more words
Ο Πόνος της Εξορίας
Μακριά, πέρα μακριά
καλεί η ελευθερία
κι εδώ η εξορία αλλοιώνει
εγκλωβίζει, διαπερνά
μας φοβερίζει και μας καρφώνει
με μαχαίρι κοφτερό
Η εξορία βυθίζεται
στην ψυχή μας
και τόσο πονεί
σαν να `χεις μπροστά σου
τη γυναίκα π’ αγαπάς
και δεν μπορείς να τη φιλήσεις
Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη//Translated by Manolis Aligizakis
Exile Hurts
Far away, freedom calls
and here exile corrodes,
threatens us, envelops us,
penetrates us, and stabs
as if it were a dagger.
The exile enters the depth of the soul
and hurts,
so much, as if one has before him
the woman he loves,
but is not allowed to kiss.
© Julio Pavanetti, Uruguay, 1954
Translation Germain Droogenbroodt – Stanley Barkan
From the book “Tiempo de cristales rotos”
***
El exilio duele // lejos, la libertad reclama/y aquí el exilio es el que muerde;/nos amenaza, nos envuelve,/nos atraviesa, y se nos clava/igual…
View original post 28 more words
Ανεμίζεις τις πίκρες
Μαντήλια στο κούτελο
Με ιδρώτα μετά το μεροκάματο
Σημαίες στα διάσελα
Σαν παντιέρες σε οδόφραγμα
Τις συντροφεύεις με τις ελπίδες
Όπως το ψωμί με τις ελιές
Και την προσδοκία
με την έλευση του μέλλοντος
Μια τόση μικρή αλήθεια/
που όμως αρκετή /
για να σημαδεύσει την νέα εποχή/
1 συν 1
Το ένα και μοναδικό/ξεπροβάλλει σ’ ένα άνοιγμα
το λέμε παράθυρο/για πιο εύκολα/ το λέμε ουρανό/
Υπάρχει γύρω μας / ένα πέπλο στοργής για το άγνωστο
χωρίς όνομα/ χωρίς θεό/περπατάει στα τέσσερα/
ψελλίζει λόγια μισά/ με το χρώμα της άβυσσος/
βυζαίνει από στήθος γυναίκας/που έζησε/κάποτε
Μου λείπουν οι λέξεις
Βαδίζω ανάμεσα σε δολοφόνους/
κι ο κόσμος σπρώχνει κάθε όμορφο /
στην λίμνη της Δυσδαιμόνας/
κοιτώ στο βάθος της λίμνης/
μια νύχτα χωρίς φεγγάρι
και τα φως /που αναδυόταν από εκεί /
φώτιζε όλον το κόσμο τον γνωστό/
και τότε ένας άγγελος με κρότο βροντερό/
ξεχύθηκε/ σαν ένα πελώριο κήτος της λίμνης /
και αυτό το τέρας/ κατέβασε τον ουρανό για χάρη μου/
μέχρι το σημείο να γευτώ το θείο τραγί του Σκαρίμπα/
και εκεί πόθος κι’ εφιάλτης/ με πήρε στα δυο του χέρια/
ώσπου η σκηνή αυτή έγινε πραγματικότης/
κι’ όμως δεν πίστευα ότι έβλεπα
και έτσι με έραψε επάνω του/ το κήτος/
και ενωμένοι / περπατούσαμε παράξενοι
και φωτεινοί/
όμως μου λείπουν οι λέξεις / μου λείπουν οι λέξεις/
γιατί το κήτος δεν μιλούσε/
αλλά βρυχάτο/σαν ένα πληγωμένο λιοντάρι/
νομίζω ότι ξέφτισαν οι ιστορίες των πόλεων/
και η ιστορία του κάθε ανθρώπου/
αναρριχάται σαν ένα στιβαρό αμπέλι/
και τυλίγει ορμητικά το σύμπαν /
Λέει αυτή, «και στη χαρά ακόμη, νιώθω
Την ανάγκη μιας άφθαρτης ευτυχίας».
Ο θάνατος είναι ο πλάστης της ομορφιάς, άρα
Απ’ αυτόν μόνο θα γίνει η εκπλήρωση των πόθων
Και των ονείρων μας. Αν και σκορπίζει τα φύλλα
Σίγουρης καταστροφής στο πέρασμά μας,
Το δρόμο που η άρρωστη οδύνη πήρε,
Τους πολλούς δρόμους όπου ο θρίαμβος έκρουσε
Τον αναιδή του ήχο, ή ο έρωτας ψιθύρισε
Λόγια τρυφερά, κάνει τη λεύκα να τρέμει
Στη λιακάδα για χάρη κοριτσιών που είχαν
Συνήθεια να κάθονται να βλέπουν το γρασίδι,
Παραδομένο εκεί στα πόδια τους. Κάνει
Τ’ αγόρια να στοιβάζουν σε πήλινα πιάτα
Φρέσκα δαμάσκηνα κι αχλάδια. Τα κορίτσια τα γεύονται
Κι ερωτευμένα αφήνονται πάνω στα χαλιά των φύλλων.
*Mετάφραση: Γιώργος Σπέντζος.
**Από εδώ: https://poiimata.com/2018/11/24/kyriaki-proi-stevens-wallace/
Είπες• «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή•
κ’ είν’ η καρδιά μου — σαν νεκρός — θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»
Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς•
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού — μη ελπίζεις—
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.
Επιτέλους βρίσκουν κοινό
οι λέξεις του.
Κινούνται άνετα σε εικονογραφίες και βιβλία.
Υπάρχει αναγνώριση.
Μικροτελετές διοργανώνονται
προς τιμήν του (στην εσπερία)
και παράσημα
τού απονέμονται στα τεχνολογικά
ιδρύματα.
Τα γραπτά του, ως θέσφατα, λογίζονται.
Ενίοτε εισέρχονται και στα
εορταστικά ιπποφορβεία (λόγω χορηγιών),
και στις λαμπερές συνεστιάσεις (λόγω λιβανισμάτων).
Παντού εξέρχεται ο φθόγγος του:
ψηφίδες, σελίδες, ιστολόγια (διαθέτει αρκετά).
Ω, μπορεί να μένει χρόνια
ακίνητος επί του ξυρού.
Είναι η επιβράβευση των λογυδρίων του,
υπέρ της ποίησης και άλλων δαιμονίων.
Κι όταν εκτίθεται διδασκαλικά
(δίνει τα φώτα μου)
πολλά μαθαίνει τις κυρίες
(εκκολαπτόμενες λογοτέχνιδες)
και το αντίθετο.
Και τους συνοδοιπόρους ποιητές
ευφάνταστα προσφωνεί
(δείγμα ψυχογνωσίας κι ευφυΐας).
Ω, για τα πολιτικά δεν εκφράζεται
(γενικώς και ειδικώς).
Η σιωπή του, περιλάλητη εστία
απόψεων αυτοχαρακτηρίζεται.
Ναι, εδώ στις πολίχνες
πρώτος διανοούμενος
αναγορεύεται.
Αλλά και στο κλεινόν άστυ καθορίζει (κατά τι)
τις ποιητικές διαδρομές.
Και να πλήθος οι ακροώμενοι
(ακολουθούν τις μεγαλοφυΐες).
Ε, δόξα κι οβολοί
πάνε μαζί.
Είναι κι αυτή μια διαπίστωση
δική του, που θα τη γράφουν
οι μέλλοντες στοχαστές
(λόγω της πολυγνωσίας τους).