Ανδριάνα Μπιρμπίλη, Κόκκινος ορίζοντας, Εκδόσεις «Αρισταρέτη»

Όταν μελετάμε το έργο ενός ποιητή, ο καλύτερος τρόπος για να κατανοήσουμε την εξέλιξή του, είναι να συγκρίνουμε τις ποιητικές του συλλογές. Να δούμε αν υπάρχουν ποιοτικές διαφορές ανάμεσα σε μια προηγούμενη και μια επόμενη ποιητική συλλογή, καθώς, στο χώρο της ποίησης υπάρχουν ποιητές, που είτε ωρίμαζαν και εξελίσσονταν από συλλογή σε συλλογή, είτε έμεναν στάσιμοι.

Είχαμε, λοιπόν την ευκαιρία να διαβάσουμε την ποιητική συλλογή της Ανδριάνας Μπιρμπίλη «Κόκκινος ορίζοντας», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Αρισταρέτη» και έχοντας υπόψη μας και την προηγούμενη ποιητική συλλογή της «Το βιβλίο με το περιτύλιγμα», επίσης από τις ίδιες εκδόσεις – διαπιστώσαμε ότι η ποιήτρια βελτιώνεται και ωριμάζει, τελειοποιεί τα εκφραστικά της μέσα και συντομεύει κάπως τη έκταση των ποιημάτων της, ενώ τα νοήματα παραμένουν ολοκληρωμένα. Η Ανδριάνα Μπιρμπίλη ακολουθεί την νέα ρεαλιστική τάση, που έχει αρχίσει να διαμορφώνεται στις μέρες μας, δίνοντάς μας πολύ δυνατά παραδείγματα.

Η ποιητική συλλογή της Ανδριάνας Μπιρμπίλη «Κόκκινος ορίζοντας» είναι γραμμένη κυρίως σε παραδοσιακό στίχο. Οι στίχοι της είναι σωστά μετρημένοι και ενδιαφέρον παρουσιάζει το ότι πολλά από τα ποιήματά της έχουν ήδη μελοποιηθεί από συνθέτες του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού. Η ρίμα, που χρησιμοποιεί η ποιήτρια είναι χαλαρή, όπως συνηθίζεται από τους νεότερους ποιητές.

Μεγάλο μέρος της ποιητικής συλλογής της Ανδριάνας Μπιρμπίλη καταλαμβάνει κοινωνικά ποιήματα. Η ποιήτρια αναφέρεται στον άστεγο της πλατείας, που πεθαίνει χωρίς να τον κλάψει κανείς, τη μοναξιά που νιώθει ο σύγχρονος άνθρωπος: «Τόση ερημιά! Σε έναν κόσμο γεμάτο με ζωή!», για τα αλλιώτικα παιδιά, που είδαν από μικρά το σκληρό πρόσωπο της ζωής, για τους ανθρώπους, που λένε «σιγανά λογάκια» και καταντούν ρομπότ, χωρίς λογική, που είναι φτιαγμένα μόνο για να εκτελούν ότι τους λένε.

Όμως, η ποιήτρια δεν μένει σε μια απλή καταγραφή της σύγχρονης σκληρής πραγματικότητας. Σε πολλά ποιήματά της αναφέρεται στους κοινωνικούς αγώνες, που γίνονται και θα γίνονται για τη διεκδίκηση ενός καλύτερου κόσμου απαλλαγμένου από την εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπο. Το σφυρί και το δρεπάνι, που αναφέρονται στο ποίημα «Κόκκινος ορίζοντας» έχουν αποτελέσει διαχρονικά σύμβολα του αγώνα της εργατικής τάξης για μια πιο δίκαια κοινωνία.

Όπως αναφέραμε και πιο πάνω τα περισσότερα ποιήματα της συλλογής της Ανδριάνας Μπιρμπίλη είναι κοινωνικά, όμως σε αρκετά ποιήματα υπάρχει και το ερωτικό στοιχείο. Από τα ερωτικά ποιήματα ξεχωρίσαμε το «θαλασσινό όνειρο», που τελειώνει με τους στίχους: «Τώρα που τα ταξίδια τελείωσαν, / ήθελα να σου πω, πως σε ευχαριστώ, / που με έμαθες, να ταξιδεύω βαθιά μέσα στο όνειρο.»

Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή της Ανδριάνας Μπιρμπίλη «Κόκκινος ορίζοντας» είναι ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο, που αξίζει την προσοχή του αναγνώστη.

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Χ. Π. Σοφίας, Τρία ποιήματα

ΚΙ ΗΡΘΕΣ

Κι ἦρθες
Κι ἦρθες ὅπως τὸ παιδὶ ποὺ χαμογελάει
ὅταν κάνει σκανταλιά
Κι ἦρθες
Κι ἦρθες ὅπως ἡ λέξη στὸ ποίημα
πληγωμένη ἀπὸ τὸ ξημέρωμα
Κι ἦρθες
Κι ἦρθες μὲ μιὰ ἀγκαλιὰ σὰν ἄνθρωπος
Κι ἦρθες
Κι ἦρθες ἀπὸ ἕνα ταξίδι μακρινό
Κι ἦρθες
Κι ἦρθες κι ἦρθες ἀργά
Κι ἦρθες
Ἦρθες τώρα ποὺ οἱ λέξεις σὲ εἶχαν ξεχάσει
Τί κρίμα

***

ΒΡΑΔΙΑΣΜΑ

Ὁλοένα γεννιέσαι καὶ ξαναγεννιέσαι
Στὴ σκιὰ τοῦ φεγγαριοῦ
Γι ̓ αὐτὸ σὲ φοβοῦνται τὰ ἀστέρια
Γι ̓ αὐτὸ σὲ λατρεύουν οἱ ἄνθρωποι
Καὶ κάθε βράδιασμα
Ὁ ἔρωτας σοῦ στήνει χορό
Μὲ τὶς σκιὲς τῶν πέτρινων λουλουδιῶν

***

ΑΓΝΩΣΤΗ

Ἀγαπητή μου σᾶς παρατηρῶ κρυφά
ἐδῶ καὶ ἀρκετὸ καιρὸ
Ἔχετε μαζέψει πάρα πολλή πραγματικότητα
Δε βλέπετε ὅτι ἀκόμα καὶ τὰ ὄνειρα
ἔχουν πάψει πιὰ νὰ σᾶς ἐπισκέπτονται
Φοβᾶμαι πὼς δὲν τὸν γλιτώνετε τὸν πνιγμό

*Από τη συλλογή “μουσώνες τα δένδρα δυσκολεύονται να ανασάνουν”, εκδ. Κουκκίδα 2018.

“Της μοναξιάς καλή συνέχεια” του Ντέμη Κωνσταντινίδη

Γνωστός από παλιά ο Ντέμης Κωνσταντινίδης, χάρηκα που τον είδα να εκδίδει μέσω εκδοτικού οίκου και δη του Φαρφουλά. Η ποίησή του δεν έχει αλλάξει πολύ μέσα στα χρόνια, διακρίνεται για το ίδιο μείγμα τρυφερότητας, σαρκασμού και προφορικού λόγου που τη χαρακτήριζε και παλιότερα, καθώς και για την απαράλλακτη σχεδόν αναλογία ρίμας και ελεύθερου στίχου. Η τελευταία πιστεύω ότι κρίνει τη διάθεσή του να δοκιμαστεί και στους δύο τρόπους – μια δοκιμασία που στέφεται με επιτυχία στις περισσότερες των περιπτώσεων και κάνει την επιστροφή στη ρίμα έναν όμορφο περίπατο του αναγνώστη.

Θεματικά, ο Κωνσταντινίδης εστιάζει συνήθως στη στιγμή: αυτή μπαίνει στο μικροσκόπιό του και αυτήν αναλύει. Τα ποιήματά του έχουν καθοριστική κατάληξη, μια κατάληξη δηλαδή που κρίνει το συνολικό ειδικό τους βάρος, καθώς και σταθερή δομή. Όπως είπα, η γλώσσα του είναι απλή και ανεπιτήδευτη και σε μεγάλο βαθμό προφορική (υποκρύπτει αυτό άραγε μια ριζωμένη πεποίθηση ότι η ποίηση κρύβεται στην καθημερινότητα;). Η σαρκαστική του διάθεση αλλού είναι ελαφρύτερη (στο ποίημα “Το ψωμί και το μαχαίρι” για παράδειγμα κάνει ένα ηθικό/κοινωνικό σχόλιο με αφορμή ένα σαλάμι!) και αλλού εντονότερη (π.χ. στο ποίημα “Μη κερδοσκοπικό”), ενώ ορισμένα ποιήματα, όπως το “Ηρωικό”, αποτελούν αιχμές:

Εμπρός μικρέ
για και πες το ποίημά σου θαρρετά
για την Ελλάδα
που δεν πέθανε ποτέ!
Για τις αλύτρωτες πατρίδες
και το μαρμαρωμένο βασιλιά…

Εμπρός μικρέ
ίσια την πλάτη
στόμφο στη φωνή!
Μην παραλείπεις την αναπνοή…
Κάπου μες στο κοινό
σε καμαρώνει ο άνεργος μπαμπάς σου.

Καινοτομία της συγκεκριμένης συλλογής, αλλά και γενικότερη, αποτελεί η συνάρθρωση χαϊκού (στο κλασικό μέτρο 5-7-5), τα οποία θα μπορούσαν να σταθούν αυτόνομα, σε ένα ολοκληρωμένο ποίημα. Υπάρχουν κάμποσα τέτοια παραδείγματα, ξεχώρισα το “Χαϊκού του σκοταδιού”:
Μου το είχες πει
κάποτε θα ερχόταν
νύχτα στην πλώρη.

Μου το είχες πει,
κανείς δε θα φαινόταν
απ’ το πλήρωμα.

Μου το είχες πει
μέσα μου θ’ απλωνόταν
κάποτε. Τώρα.

Δεν λείπει και η νοσταλγική διάθεση, όπως στο ποίημα “Ζαβολιά”: (…Είχες ένα κολιέ/ ψεύτικα μαργαριτάρια./ Θυμάμαι που σκόρπισαν/ και τα μάζευα. […] Βρήκα ένα προχθές/ στο συρτάρι σου./ Και θάμπωνε/ όλο θάμπωνε το βλέμμα) ή η ευαισθησία για τα κοινωνικά θέματα (π.χ. ποίημα “Τρίτη ηλικία”), την οποία είδαμε και νωρίτερα στο “Ηρωικό”. Η ματαιότητα των πραγμάτων υπογραμμίζεται ιδιαιτέρως, όπως στο ποίημα “Θυσιαστικό”:
Κάπου στο κέντρο εχθές
πίσω από ένα τσούρμο παιδιά
κατάκοπη και ιδρωμένη
πήρε το μάτι μου την Αθηνά.

Τη σημαιοφόρο μας
-που σε όλα αρίστευσε!-
φιλοσοφο. Αποφοιτήσασα
εκ του Αριστοτελείου.

Δεν λείπει επίσης και ο προβληματισμός για τον ρόλο του ποιητή (“Ο ποιητής αντίθετο του νικητής” ή “Ποιητές μπαμπάκια/ ποτισμένα αλκόολη,/ στο σάπιο δόντι/ του συστήματος…”).

Με άξονα τη μοναξιά, ο Ντέμης Κωνσταντινίδης προσφέρει αξιοσημείωτη ποίηση που αποζημιώνει τον αναγνώστη.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Οι Άγιες μαμάδες

Στον Γιώργο Πρίμπα

Οι Άγιες μαμάδες
σε κάποιο ταμείο
με το μπαστουνάκι τους,
λίγα ψιλά και
παιδικές φωτογραφίες.

Οι Άγιες μαμάδες
σε κάποια ουρά
με την υπομονή τους,
ανάγλυφες τις γαλάζιες
φλέβες στο χεράκι τους.

Οι Άγιες μαμάδες
σε κάποιο τρίστρατο
με τη μορφή τους
τη σεβάσμια κι αυστηρή,
όταν σε μάλωναν.

Οι Άγιες μαμάδες
υποστυλώματα
έργων ανολοκλήρωτων,
που έμειναν να βρέχονται
καταμεσής της ερημιάς.

*Από το Στίγμα Λόγου εδώ: http://bit.ly/2Z9ZpyJ

Μιχαήλ Μήτρας, Επαφή

την αγγίζει όταν αγγίζονται αγγίζει
αγγίζονται αγγίζεις τον αγγίζει
και με αγγίζει όταν αγγίζονται
αγγίζομαι αγγίζει όταν αγγίζει
αγγίζονται αγγίζονται την αγγίζει
με αγγίζει όταν σε αγγίζω και
αγγίζει αγγίζονται όταν την αγγίζει
αγγίζονται αγγίζεις όταν αγγίζεις
με αγγίζεις όταν σε αγγίζω με

Μαρία Θεοφιλάκου, Βικτώρια

Δεν έχει τέλμα να βουτήξω το ψωμί μου
Ούτε και τέρμα ν’ αποθέσω τα μπαγκάζια μου
Όλο τ’ αδράζω από τη σκόνη κι αυτά ξανακυλάνε
Μέρα τη μέρα σε σταθμούς που όλο τρέχουν
μοιάζω να είμαι εγώ σταματημένη,
ονειροπόλα καρτερώντας μια αποβάθρα
Κι εσύ αν είσαι φίλος
κάνε τα μάτια σου πως καθαρίζεις
Όποιος κι αν φεύγει από τους δυο,
αν φεύγει,
είμαστε μόνοι

*Από τη συλλογή “ΑΝ[ΩΝ]ΥΜΑ”, εκδ. Δωδώνη, 2010.

Αλέξης Γεωργαντάς, ψυχικά και άψυχα μαζί

Το παντελόνι που μου ΄δωσες να φορώ-
η ησυχία που κάνει το μυαλό-
η μέρα της Κυριακής
που σιγά σιγά έχει συνηθίσει
να ξυπνά-
συνδιαλέγομαι με όλα αυτά
ψυχικά κ άψυχα μαζί-
ευλογία φέρουν.

το παντελόνι

το παντελόνι που
μου ΄ δωσες να φορώ μου
είναι φαρδύ στο πάνω του μέρος
όμως του έριξα μια διπλωσιά στο
σημείο της μέσης και μου πάει καλύτερα.
Πιστεύω πως μπορώ να το αγαπήσω.

*Aπό εδώ: https://republicasentimiento.blogspot.com/2019/06/blog-post_2.html?fbclid=IwAR28zc2diByn8RBrZ7HN7TY8UHYPm8hN68roIIcl-Xj2pFU9iTyQ1DmTn1Q

Ντέμης Κωνσταντινίδης, τρία ποιήματα από τα “Εφημερόπτερα”

Σέρνουν οι ελέφαντες το τελευταίο βήμα.
Χωρίς τους πάγους πνίγηκαν οι αρκούδες.
Μεγάλη πολιτεία με τους χαμένους μύθους!
Αταύτιστη, αγραναπαυμένη -ρίζα παραδομένη
σε τρακτέρ, σε εκσκαφείς, στην ασθένεια…

Μετά την ξαφνική βροχή
Γλιστράν οι στέγες
Οι χείμαρροι εξαντλημένοι
Χάσαν την ορμή ̇
Λίμνες στην άσφαλτο
(Υγρά υπολείμματα)
Γεμίζουν χάσματα
Τώρα απουσίας…

Αλίμονο!
δεν είναι πια
ένα επιπόλαιο καλοκαίρι.
Επίσημα καταδικάστηκε σε ορυχείο
με ζώα εξόριστα πικρά νερά στείρα εδάφη.
Αλίμονο!
δε θα ξανακουστεί
το τραγούδι του δάσους.

*”Εφημερόπτερα”, Εκδόσεις 24 Γράμματα.

Μαρία Κούρση, Κ.Κ.

Μια λάμπα ιστορούσε τα περασμένα
Πεταμένα.

Ποτέ δεν άκουσα βήματα. Και τα παπούτσια
που κοιτούσαν το παράθυρο ήταν καινούργια.

Ένα θρόισμα ρούχων και σκόνης
Δεν έφευγαν

Φιγούρες φωσφόριζαν τυχαία μέλη
Αιφνίδια κομμένα

Ολόκληρα θα εξαπατούσαν
Καθόταν κίτρινο παντού.

Το σπίτι πουλήθηκε ξαφνικά.
Γρήγορα γέμισε γλαστράκια
Σκούπες, πετσετάκια.

Η σκόνη πετάχτηκε μαζί
και τα παπούτσια.

Αντρικά ήταν. Επίδοξα παιδάκια
τσαλαβουτούν τα πόδια τους.

Και τα πονάνε.

(Αθήνα, 1958)

Νίκος Καρούζος, Δύο ποιήματα

Λαλώντας απ’ το μέλλον

Δεν έχει stop η ποίηση.
Να προκαλείς αχόρταγες φωτιές
τραγουδώντας τους άχραντους πάγους.
Είμ’ εγώ που σου λέω· που συγκατοικώ

σε υπόγεια υγρασία
με αόρατο τέτανο που καιροφυλαχτεί

και μ’ ανόσιες αράχνες.

***

Χρησμός και Πράγμα

Τι χαίρεσαι; την αθαμβία;
Μα ο θεός νοσεί
σε φρικαλέες αναγκαιότητες

τίκτοντας ελευθερία
πέρκα τραγουδιστή και ηδύχρωμη
στην επιούσια θάλασσα λησμονήσου.