Ο κοινωνικός λυρισμός στην ποίηση του Μάρκου Μέσκου

Μιχάλης Μπαρτσίδης*

Γνώρισα προσωπικά τον Μάρκο Μέσκο πριν από περίπου δέκα [1] χρόνια. Η γνωριμία μας εκείνη εξελίχθηκε σε σταθερή φιλία, την οποία κρατάμε οικογενειακώς. Με επισκέπτεται αδιαλείπτως κάθε βδομάδα στον χώρο εργασίας μου, φέρνει μαζί του ένα καρβέλι ψωμί, κάνω καφεδάκι και τα λέμε. Το φθινόπωρο, του φέρνω σταφύλια από το αμπέλι μου και αυτός την άνοιξη κεράσια ή μήλα από τα μέρη του. Ήξερα από παλιά μερικά βασικά πράγματα σχετικά με την ποίηση του Μάρκου Μέσκου, οπωσδήποτε όλα τα βιογραφικά περί Κομμένης γλώσσας, και βεβαίως το ωραιότερο πεζό του, το Μουχαρέμ. Η μεγάλη διαδρομή του ποιητή συμπλήρωσε πέρυσι ―δεν προσέξαμε το ιωβηλαίο― τα πενήντα χρόνια. Όμως, εγώ από κοντά γνώρισα τον ελεγειακό, στοχαστικό πλέον ποιητή, με τις αποστάξεις του, αποφθεγματικό και σοφό, με πιο ελλειπτική γραφή και πιο μύστη.
Η παρέα μας, κατά πολύ νεότεροι από τον ίδιο, ήταν από κείνες τις λίγες που έδινε, εδώ στη Θεσσαλονίκη, ένα καλό αγώνα μνήμης, διαχείρισης των τραυμάτων της πόλης ιστορικά, πολιτικά και αισθητικά. Τολμώ να πω ότι αυτές οι ζυμώσεις ανακούφισαν κάπως και τον Μέσκο, του πρόσφεραν έναν χώρο πιο άνετο. Δανείστηκα κάποια στιγμή για τις ανάγκες ενός άρθρου τη φράση του «η Θεσσαλονίκη πολιορκείται εκ των ένδον» («Συνήθως, η Πόλη κινδυνεύει από τους μέσα εχθρούς της» XXXV, 47). Αυτό ήταν. Ένα εμπόδιο έφυγε από τη μέση. Σαν να βρέθηκε η έννοια-εργαλείο με την οποία μεταφράζονταν αυτόματα διαφορετικοί κόσμοι, εποχές και βιώματα στην ίδια γλώσσα. Οπως ανοιχτά ομολογεί ο ποιητής:

«Το πισθάγκωνο έγκλημα στα νερά του Θερμαϊκού
πρώτη δειγματοληψία της Εποχής στη ζωή μου ―
(τα μυστικά παραμένουν μυστικά)» XV(27).

Μιλήσαμε εμείς οι νεότεροι. Τώρα μπορούμε πιο άνετα να αναζητήσουμε το κρυμμένο μυστικό του κοινού κώδικα, το εσωτερικό εμπόδιο-όριο της κομμένης γλώσσας, η οποία μεταπλάθεται σε μνήμη για να μη χαθεί, σε δεσμό που μας ενώνει.
Δεν θα προσεγγίσω αυτόν τον στόχο με αισθητικά μέσα αλλά με ευρύτερα φιλοσοφικά, υπό την έννοια ότι θα πάρω θέση, ότι θα μεροληπτήσω, ότι θα υποστηρίξω με περισσότερους τρόπους και όχι αποκλειστικά ―αυστηρά― à la lettre. Άλλωστε, μας βοηθά και το κρινόμενο. Πρόκειται για βιβλίο στοχασμών, σκέψεων, αφορισμών, καθώς επίσης απολογισμού και παρακαταθηκών ποιητικής. Επιστρατεύω λοιπόν και όσα γνωρίζω από και για τον ίδιο, αφού νωρίς κατάλαβα ότι οι επισκέψεις του είναι μικρές έξοδοι κατάθεσης των μυστικών ― «των όσων υπόκεινται», κατά Μάρκο. Τι σημαίνει η έκφραση «οι υποψιασμένοι» που συχνά χρησιμοποιεί; Πάντοτε έρχεται η ώρα που ο Ποιητής αισθάνεται την ανάγκη να διατυπώσει το σύστημα αξιών και τους κανόνες με τους οποίους έζησε και έγραψε. Ποιητής είναι εκείνος που η ζωή του ανταποκρίνεται στην ποίησή του, υποψιασμένος είναι ο «βιώσας» ευαίσθητα. Ας μην παρεξηγήσουμε τον ποιητή ότι δεν ακούει. Ακούει, παρόλο που δεν συζητάμε αναλυτικά τις διαφωνίες μας. Είναι λεπτή η ισορροπία, καθόσον απευθύνεται στους νεότερους και ενδιαφέρεται για τη διατύπωση των αρχών ποιητικής και ζωής, βρίσκεται στη στιγμή της εξόδου, δηλαδή της ιστορικότητάς του.

1. Ο εαυτός και το έξω
Σε κάθε αυθεντική τέχνη συναντούμε το μοτίβο της αμφίδρομης και διπλής κίνησης από τα έξω προς τα μέσα και αντιστρόφως. Σκαλώνω στον εξής ελλειπτικό αφορισμό:

«Η Μοναξιά λοιπόν ωριμάζει την Κοινωνία;
Εδώ σβήνε τη στάχτη σου κι εσύ!» LXV (77)

Όσον αφορά τον δεύτερο στίχο, συναντούμε συχνά την εικόνα «Τα ποιήματα είναι στάχτη», «σβήσε τη στάχτη»! Αντί της ματαιοδοξίας-φιλοδοξίας, η στάχτη, το μάταιον του εγχειρήματος. Ο πρώτος στίχος όμως διατυπώνεται με μορφή ερώτησης. Δεν μιλάει για την απομόνωση του σύγχρονου ατόμου σύμφωνα με τα διαδεδομένα. Αναρωτιέται για τη μοναξιά της ζωής και τη ζωή της μοναξιάς, όχι για να εγκαταλείψει παρά για να ενισχύσει περαιτέρω την πεποίθηση, που είναι και βασική αρχή του, ότι η κοινωνία φτιάχνεται μέσα μας. Δεν έχετε παρά να ανατρέξετε σε όλο το παλιότερο έργο του Μέσκου του ’60 και του ’70. Το ’χει η ποιητική γενιά του μετά την ήττα; Βεβαίως, αλλά ο καθένας είναι και μοναδικός. Πώς μπόρεσαν και αντιστάθηκαν στην παραζάλη της κοινότυπης μορφής «πολιτικής και στρατευμένης» ποίησης; Είναι ένα προσωπικό στοίχημα που δεν το κερδίζουν όλοι. Η πολιτική δεν καταργείται, απλώς το σημείο στο οποίο αναδύεται μετατοπίζεται συνεχώς εντός μας.

Είσοδος, επι-στροφή στον εαυτό και ακολούθως έξοδος – η πρώτη έννοια που είδα να υπονοεί σταθερά ο Μέσκος. Τα «παράθυρά» του είναι πολλά – και τα κυριότερα τα οφείλει στη μάνα του, όπως εξομολογείται ήδη από το 1958 («Το ανθρώπινο»). Η μοναξιά δεν είναι απομόνωση, είναι οι δεσμοί και το έργο μας. Το έξω, η ζωή, η κοινωνία, βρίσκεται μέσα μας.
Είναι δύσκολο να το παραδεχτούμε αλλά τη σχέση τη φτιάχνουν:
«Οι έντιμοι, οι σαλεμένοι από την ανέχεια και τις στερήσεις των επιλογών τους» (XLVIII).

Αντιθέτως, οι θορυβώδεις «εξωτερικοί» δεν ωριμάζουν σε κάτι με τη φλυαρία, την ευκολία, την ισοπέδωση και την επιπολαιότητα. Αν διακρίνουμε (ο Δημητριάδης κάπου το ανέφερε) «εσωτερικούς» και «εξωτερικούς» συγγραφείς, η ποιητική του Μέσκου συνίσταται στο να βρεις πώς συναντώνται τα «μέσα και τα έξω ρυάκια».
Μέσα στον εαυτό βρίσκεται το κοινό βίωμα της ανθρωπότητας, «το ρόδο του κανενός», το μυστήριο. Όχι με την έννοια του ρομαντικού αυθεντικού εαυτού αλλά ως ένα a priori που είναι ιστορικό αποτέλεσμα και που ανοίγεται ξανά στην ιστορία:

«εξαιτίας της καθολικής ανθρώπινης προϊστορίας των γραφών της Ποίησης» (IXL).

Όπως γνωρίζουμε, ο εμπειρικο-υπερβατικός «άνθρωπος» της νεότερης ιδεαλιστικής παράδοσης αποτελεί σύνθεση δύο πεδίων: της ζωής και της ιστορίας-κοινωνίας. Σύμφωνα με τη βασική ρομαντική θέση, η ανθρώπινη φύση-ουσία είναι το πνεύμα και η ζωή που υπερβαίνουν την πολιτική και την κοινωνικοποίηση, που δεν ανάγονται σε αυτές πλήρως και ολοκληρωτικά. Πρόκειται για το υπόλοιπο που υπερβαίνει τη θέσμιση και μετατρέπεται σε ιδανικό-ιδεατότητα. Η συμφιλίωση των δύο πεδίων, ζωής και κοινωνίας, αποτελεί το αντικείμενο της «μόρφωσης». Όμως, εδώ άλλος παράγοντας τα κρατάει δεμένα χωρίς να τα συμφιλιώνει.
― «Μέσα στη ζωή τον περισσότερο καιρό (θαρρείς) έξω από τη ζωή, ξένος του κόσμου αυτού…» IL (61)
― «ακόμη και οι καταραμένοι ποιητές, τελικά, είναι υπέρ της ζωής»
― «ταυτόσημη ζωή το Ποίημα» XVIII (30):

Η ζωή είναι τέχνη ― το αριστούργημα του καθενός, η πολιτική είναι τέχνη, επίσης και η ποιητική ηθική: «το κατακτημένο περιθώριο» ΧΙ(23).

Σκαλώνω τώρα σε μια άλλη διατύπωση-θεμέλιο:

«η επιστροφή προς το Ποίημα είναι ένας δρόμος γεμάτος κλάματα» V(17).

Η σωματική ποίηση για τον Μέσκο αναφέρεται σε ό,τι βγαίνει με πόνο. Αναγνωρίζουμε εδώ το λυρικό στοιχείο, αλλά μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι πρόκειται για λυρισμό παράδοξο, αφού συγχρόνως και αμέσως έρχεται η επωδός:

«Και η Ποίηση πολίτης του κόσμου» (79).

Κάτι το μυστήριο συμβαίνει σε αυτή την αέναη κίνηση, στην οποία δεν έχει σημασία ποια κατεύθυνση προηγείται, η προς τα μέσα ή η προς τα έξω. Άλλωστε, το ζεύγος ζωής και θανάτου είναι κολόνες στο έργο του Μέσκου αλλά παίζουν τον ρόλο τους αντιστρόφως. Όταν ξεκινούσε, νεότατος, 23 χρονών, τιτλοφορούσε τη συλλογή του Πριν το θάνατο· πενήντα χρόνια μετά, στο ύστερο έργο του, συνθέτει Ελεγείες.

2. Η Ιστορία και η Φύση
Αρκετοί αναλύουν τον ρόλο της φύσης στο έργο του Μέσκου. Ενδιαφέρομαι, με τη σειρά μου, να ενισχύσω μία τάση που υπάρχει στο έργο αυτό, αναγνωρίζοντας και υπερασπίζοντάς την, γιατί είναι λεπτή, ευαίσθητη, εύθραυστη και ασταθής από τη φύση της. Είναι μία ενδιάμεση, μη κοινότοπη και εν τέλει υλιστική τάση. Μιλάμε για ένα ιστορικό ένστικτο του ποιητή, μία πρακτική «φιλοσοφία της ιστορίας».
Θα πρέπει να σημειώσουμε ―και να το αναλύσουμε περισσότερο σε άλλη ευκαιρία― ότι ο νατουραλισμός του Μέσκου είναι σπινοζικού τύπου και όχι ρομαντικού. Καταρχήν, δεν αφαιρεί από την έννοια της ιστορίας το νόημα χάριν μιας εσωτερικής υπερβατικότητας του αυθεντικού φυσικού εαυτού. Η «φύση» στον Μέσκο αποτελεί ακριβώς έναν νέο τρόπο να σκεφτούμε την ιστορία, σύμφωνα με μια ορθολογικότητα που σκοπεύει στην εξήγηση διά των αιτιών, δηλαδή διά της γνώσης των αντιτιθέμενων δυνάμεων και του συσχετισμού τους. Δεν υπάρχει το παλιό δίλημμα μεταξύ φυσικού ντετερμινισμού και ιστορικής αιτιότητας ως γενικής παράστασης. Η αιτία βρίσκεται μέσα στα αποτελέσματά της.
Στον Μέσκο η ίδια η φύση περνάει μέσα στους ανθρώπους του. Όπως ο ίδιος την αγκαλιάζει, τη συμπεριλαμβάνει και την ενσωματώνει ολόκληρη, έτσι αυτή βγαίνει ενιαία ως αποτέλεσμα στον τόπο και στους ανθρώπους του. Πρόκειται για μία αλληλοδιείσδυση ανθρώπου-φύσης, όπου «ο άνθρωπος αντιλαλεί τις πράξεις της φύσης»: ο Μάρκος δεν κατάγεται από το Καϊμακτσαλάν ― είναι το Καϊμακτσαλάν. Από τον μη διαχωρισμό φύσης και ιστορίας εξάγεται, μπορούμε να πούμε, η αγάπη ως η τέλεια γνώση του «Θεού»-Φύσης. «Κοντεύουμε να γίνουμε χριστιανοί», λέει συχνά, χαρακτηρίζοντας ο ίδιος μεταρομαντική την άποψη του.
Όμως, πρόκειται ουσιαστικά για μια ενδογενή(εμμενή) γνώση της ιστορίας. Πράγματι, στοχεύει στην ιστορική μονάδα (ενικότητα), στην ιστορία των πολλών, των από τα κάτω, των αφανών, όσων βρίσκονται στον κοντινό απόηχο των συγκρούσεων και των μαχών. Στήνει «προτομές ανωνύμων» δείχνοντας πώς επηρεάζεται ο βιόκοσμος από την ιστορία και την πολιτική. Οι «μορφές ζωής» είναι εκείνη η ενδιάμεση ζώνη φύσης και πολιτισμού. Συγκροτείται ένας ιστορικός λόγος, μία ιστορία των «παθών του κοινωνικού σώματος». Ποιοι και πώς χάθηκαν με τη σειρά τους ένας-ένας «πρωταγωνιστές των ονείρων μου» Χ(22). Σημειώνομε εδώ άλλο ένα στοιχείο για το πέρασμα από το ενικό στο πληθυντικό.
Οι «γηγενείς», όπως αποκαλεί ο Μάρκος τους ανθρώπους του. Δεν μαζεύει τα τοπικά γλωσσάρια, όπως άλλοι ανυποψίαστοι συντηρητικοί. Καμιά σχέση με τη σύγχρονη ηθογραφία. Ήταν πάντοτε μοντέρνος, γράφει στα ομορφότερα ελληνικά για να μη χαθούν μορφές ζωής, όμως να σωθούν πού; Στον τόπο της μνήμης όπου η κομμένη γλώσσα μεταπλάθεται σε ποιητική γλώσσα. Η ποιητική γλώσσα αποκαθιστά τη συνέχεια που κόπηκε, διασχίζει το εσωτερικό σύνορο, επουλώνει το τραύμα. Αυτή είναι η στράτευσή του, έτσι αναζητούν τις ρίζες οι πραγματικοί συγγραφείς, έτσι φτιάχνουν ταυτότητες.
Η στάση του για την ιστορία λοιπόν (και την πολιτική, την ήττα της Αριστεράς):

«ο απελπισμένος έρωτας της Ουτοπίας και όχι νοσταλγία»

Αντλεί από νεκρά πρόσωπα-ήρωες και, παρ’ όλα αυτά, δεν κάνει νεκρική ή σκοτεινή ποίηση:

«η πλήρης κυριότητα, πάνω απ’ όλα, ανήκει στους νεκρούς που εμπνεύσανε τα ποιήματά μου» ΙΙΙ(15).

Εντούτοις, παραδέχεται ότι ο τόνος είναι μαύρος και θλιμμένος διότι:

«η προσπάθεια είναι τελέσφορη και ατελέσφορη μαζί» XVI(28).

Πένθος και Χαρά (39,40). Ακόμα και οι Ελεγείες δεν είναι μόνο λυρικό, μελαγχολικό έργο, αλλά κυρίως είναι ξαναπέρασμα όλων των καταστάσεων που έζησε και βίωσε, με σκοπό να δώσει κάτι σαν «όρκο πίστεως» σε αυτές.
Υποστηρίζεται επαρκώς, νομίζω, ότι όχι μόνο δεν έχουμε μία τελεολογική αντίληψη της ιστορίας, ότι δεν υπάρχει «ένα σχήμα μονοσήμαντης εξήγησης» φανατικό αλλά, αντιθέτως, φαίνεται καθαρά μία γνώση πολλαπλή και σύνθετη. Είναι δικαιωμένο το ενιαίο χαλί, το ψηφιδωτό των «ανώνυμων». Δικαιωμένο όχι όμως στην ιστορία αλλά στην ποίηση, η οποία δεν έχει ανάγκη από δυισμούς-διχασμούς. Ο ενικός ψίθυρος του δημιουργού μεσολαβεί για τον πληθυντικό ψίθυρο, χωρίς να χρειάζεται να εκπροσωπήσει κανέναν, χάνεται μαζί τους χωρίς να γίνεται στάχτη.

3. Η Ποιητική της κυριολεξίας
Ολοκληρώνοντας, να πούμε για την άρθρωση των δύο στοιχείων που προαναφέραμε, των κινήσεων της επιστροφής και της εξόδου, στην ποιητική της κυριολεξίας.

«Ποίηση είναι η κυριολεξία των πραγμάτων» (XXIX,41)
«Περίεργο πράγμα η γλώσσα: μέσα σου συνωθούνται χιλιάδες λέξεις που διεκδικούν την προτεραιότητα της κυριολεξίας στην έξοδό τους προτού «παγώσουν» στο χαρτί…» (XXXIV, 46)

«Στην Ποίηση πολλαπλή πάντα η εκδοχή:
δάσος πολυσημίας για την πορεία την ανθρώπινη στο κάθε μέλλον, των ‘πράξεων’ και των ‘λύσεων’ της πραγματικότητας και της ονειρικής αναζήτησης. Κοντά κοντά η αυτογνωσία και η αξιοπρέπεια του Τοπίου (το πολύσχημο κενό εντούτοις)» (XLVI, 58)

Η πολυσημία, η κυριολεξία και η έξοδος: Η πολυσημία υπάρχει μέσα στον ποιητή και πριν από τον λόγο, δηλαδή προηγείται:

«εξαιτίας της καθολικής ανθρώπινης προϊστορίας των γραφών της Ποίησης» (IXL)

Η κυριολεξία βρίσκεται στο μέσον και έπεται η έξοδος και η συνάντηση με τους αναγνώστες, φτιάχνοντας την ιστορικότητα του έργου. Η πολυσημία αποδίδεται τελικώς στον τίτλο ενικός και πληθυντικός ψίθυρος.
Από τη μια, το λυρικό μαγικό στοιχείο της τέχνης: μυστικά που δεν έχουν αποκαλυφθεί, οι μύστες, «μαγική… Ποίηση του ανεξήγητου μυστηρίου» ΧΙΙ. Ο ίδιος δοκιμάζει να το αποκαλεί λυρικός μεταϋπερρεαλισμός, ΧΙΙ(24).
Από την άλλη, το πέρασμα από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο (κυριολεξία). Ως ανάπτυξη των αντιφάσεων (πολυσημία) της αρχικής διατύπωσης είναι ταυτόσημη με την ιστορικότητα (έξοδος). Η ιστορία λοιπόν αποτελεί μία διαδικασία όχι προσανατολισμένη αλλά απρόβλεπτη. Δεν αποσκοπεί στην καθολικότητα αλλά στοχεύει στην ιστορική ενικότητα: στην παραγωγή των ενικών ουσιών, στην ποικιλία των συνθηκών και των μορφών, στην ανάλυση των διαφορών. Ιδού η σημασία του σολωμικού motto του βιβλίου: από τη μικρότητα (ενικός) θα προβάλλουν οι ουσίες (πληθυντικός και όχι «η» ουσία).

Το κοινό στοιχείο που προηγείται πάντοτε είναι μία ιστορική καθολική πολλαπλή ουσία: γι’ αυτό είναι «κοινωνικός»-λυρικός ποιητής. Το κοινό (common) λόγω της συνήχησης με τον όρο «κομμουνισμός» φοβίζει τον Μάρκο κάπως ασυναίσθητα και τον οδηγεί να χρησιμοποιεί αντί του «κοινός» τον όρο «κοινωνικός». Η έννοια του «κοινωνικού λυρισμού» ―που ο ίδιος χρησιμοποίησε στο κείμενό του για τον Πάνο Θασίτη[2]― είναι μία αντιφατική έννοια και γι’ αυτόν τον λόγο πολύ ενεργή και δυναμική. Συναιρεί δύο αντίθετα πράγματα, που κακώς εννοούνταν μέχρι τώρα ως αντίθετα: λες και ο λυρισμός είναι εντελώς προσωπικό πράγμα, και η κοινωνική ποίηση είναι κάτι χωρίς αναφορά στο λυρικό στοιχείο. Μία διατομική (transindividual) έννοια έβγαλε ο Μάρκος και του την ξαναχαρίζουμε.

Επίλογος
Ο Μέσκος είναι δυνατότερος από πολλούς, με πολλές ουσίες και δυνάμεις να αναβλύζουν από μέσα του. Το τελευταίο στοχαστικό βιβλίο του λοιπόν αποτυπώνει την ενδυνάμωση μέσω της πολλαπλότητας και της ακεραιότητας, με την αξιοποίηση τόσο της λογικής όσο και της βιωματικής του γνώσης.
Ο Μέσκος πιστεύει ότι προϋπήρξαν μεγάλα ονόματα στη σκέψη και στη τέχνη, πως δεν μπορούμε με τη σκέψη να επινοήσουμε εύκολα κάτι που να μην έχει δοκιμαστεί και που να μην είναι γνωστό, που να μην το έχουν αντιληφθεί ακόμη άνθρωποι που ασχολούνται.
Αλλά τότε τι μπορούμε να κάνουμε; Ο Μέσκος εννοεί ότι δεν πρέπει να παίρνουμε τους μεγάλους συγγραφείς που προηγήθηκαν ως μοντέλο αλλά ότι «το μέγεθος προκύπτει από τον μύθο που ιστορείς». Ένα μικρό βήμα μπροστά και όχι άλματα και ιστορικιστικά ξεπεράσματα, «σχεδόν τα πάντα έχουν ειπωθεί» IX(21). Ανθρώπινα καθημερινός (εμπειρία, βίωμα) και ταυτοχρόνως κλασική διάσταση, αφού πρωτοτυπεί με μικρές μετατοπίσεις, αλλά κατ’ επανάληψη. Δεν μετακενώνει δάνεια, δεν μιμείται. Δεν αλλάζει, λένε. Τι να αλλάξει; Μετακινούνται τα βουνά;

[1] Κείμενο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Σημειώσεις 71, Ιούνιος 2010, 83-92 και είχε εκφωνηθεί ως ομιλία για το βιβλίο του Μάρκου Μέσκου, Στον ενικό και πληθυντικό ψίθυρο, εκδ. Νεφέλη, στις 18 Νοεμβρίου 2009, στο βιβλιοπωλείο Κυριακίδη της Θεσσαλονίκης. To κείμενο ακολουθεί την αρίθμηση του ποιητή. Η γνωριμία μας λοιπόν ανατρέχει στα τέλη της δεκαετίας του ενενήντα.
[2] Μάρκος Μέσκος, «Ακόμη μια ανάγνωση του Πάνου Θασίτη», Σημειώσεις, 69, Ιούλιος 2009, σ.63.

*Από εδώ: http://entefktirio.blogspot.com/2019/01/blog-post_6.html

Eavan Boland, Κεχριμπάρι

Σημασία δεν είχε ότι κάποτε υπήρξε απέραντος θρήνος:
δέντρα στις λοφοπλαγιές των δασοτοπιών τους να κλαίνε γοερά—
πλαστικός χρυσός να στάζει
στο έδαφος στο διάβα των εποχών και των αιώνων,
μέχρι σήμερα.

Αυτό το υπέροχο σεπτεμβριάτικο απόγευμα που εσύ λείπεις
Κρατώ, λες και το χέρι μου μπορεί να το φυλάξει,
ένα στολίδι κεχριμπαρένιο
που κάποτε μου έδωσες.

Να τι λέει η λογική:
Οι νεκροί δεν βλέπουν τους ζωντανούς
Οι ζωντανοί δεν θα ξαναδούν ποτέ τους νεκρούς.
Ο καθαρός αέρας που χρειαζόμαστε για να βρούμε ο ένας τον άλλον
έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί, μα
τούτο το ρετσίνι κάποτε
μάζεψε σπόρους, φύλλα, ακόμη και μικρό φτερό καθώς έπεφτε
και έπεφτε

και τώρα με τη λιακάδα δείχνουν τόσο ζωντανό όσο
ήταν πάντα
λες και το παρελθόν μπορούσε να είναι παρόν και η ίδια η μνήμη
μέλι Βαλτικής—
μια ενόχληση στις παρυφές του θεατού, μια επίδειξη του πόσα
μπορούν να διαφυλαχτούν
μέσα σε μια ημιδιαφάνεια με ψεγάδια.

*Απόδοση: Τούλα Παπαπάντου
**Η Eavan Boland, γεννημένη το 1944, είναι Ιρλανδή ποιήτρια, συγγραφέας, ακτιβίστρια και καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Στάνφορντ.
***Το ποίημα δημοσιεύτηκε στο τεύχος 47 (Ιανουάριος -Φεβρουάριος – Μάρτιος 2018) του περιοδικού “Ένεκεν”.

Βασίλης Ραϊκόφτσαλης, Το ποίημα έφεραν οι γλάροι

τη γέφυρα καθώς διέσχιζες
τρεις μαύρες γάτες είδες
και σε τρόμαξαν
μες τ’΄όνειρο
πρωί ‘που χρύσιζε το κόκκινο

‘ς τη γέφυρα του Γαλατά
το καλοκαίρι ‘που μας έφυγε
δώδεκα ‘μάτια, φίλε, είχε ο θάνατος
γαλήνης
και την οδό Φορμίωνος
μες τις παλάμες του

για σενα – νοτισμένες.

Αντώνης Μπουντούρης, Ήρθες

Έργο Σάββα Πετράκη

Κουβαλώντας στα μάτια σου
Εσπερινούς
Αγρύπνιες
Μπουρλοτιέρηδες Αγίους
και τα ξόρκια της Κασσάνδρας
ήρθες.

Στο καντήλι κρεμασμένη μιά αγάπη
από τα παλιά.
Το βλέμμα σου χαροκαμένης Παναγιάς
Η απόστασή σου μέχρι τη καρδιά μου
ορφανεμένη.

Γιατί ήρθες;

Ποίηση στους δρόμους

Ροζ's avatarLos Innuendos

Οι στίχοι δρόμοι

πάμε,

να ζωγραφίσουμε τις πλατείες

η πιο φρικτή μου φυλακή η ανασφάλεια

Η φυγή δεν είναι λύση,

Ο Καβάφης θα είχε έστω ένα μειδίαμα

Κάπου στην Αθήνα αν προσπαθήσεις να φυτέψεις μια τριανταφυλλιά

ανάμεσα στις πλάκες του πεζοδρομίου

ίσως βρεις κάτι που δεν ήξερες πως ψάχνεις

όσο μπορούμε ακόμα να νιώσουμε

Αγάπαμε

Νόμισαν πως ξέχασα να γράφω…

γέλασα δυνατά

ήταν ένα γέλιο ζωηρό, κακαριστό

Τα βρέφη γελάνε ενστικτωδώς

…μεγαλώσαμε…

είπε και έκανε άλλη μια τζούρα

ρουφάμε με μανία τα “ΕΓΩ ΠΟΤΈ ΔΕΝ ΘΑ”

ένα ροζ στίγμα στο μαύρο

κανένα νόημα

πεταλούδες πεταλούδες πεταλούδες

σ’ έχω ερωτευτεί να ξες

πάω να γράψω ένα βιβλίο μήπως σβήσω τη ραστώνη

πρωτοχρονιά της φυγής

σε πλοίο

στη μεσαία θέση του αεροπλάνου

τελευταία μέρα του χρόνου

αγκαλιές λίγο πιο σφιχτές

φιλιά λίγο πιο αληθινά

κράτα τις τελευταίες μου λέξεις…

ΔΡΟΜΟΙ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

ΠΟΙΗΣΗ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ

View original post

Λίνα Βαταντζή, Ενώπιον

Δεν στάθηκα γυμνή –
Ήμουν ντυμένη ζωή
εμπειρίες το ένδυμα
ζωγραφισμένο με
χαρά και λύπη.

Γυμνή ήταν η ψυχή –
Παράθυρο ανοικτό
στο ψύχος
πέταλα ευαίσθητα στο
θρόισμα του αέρα.

Δεν μπορώ να σταθώ-
Είμαι γυμνή ντυμένη
τραύματα
καθρέφτες είμαστε
πληγές του χρόνου.

Για τη «Γραβάτα Δημοσίας Αιδούς» του Δημήτρη Π. Κρανιώτη

Σταύρος Γκιργκένης*

Παρατηρήσεις ύφους και ποιητικής στη συλλογή του Δημήτρη Π. Κρανιώτη

Γραβάτα Δημοσίας Αιδούς, εκδ. Κέδρος 2018.

Το βιβλίο Γραβάτα Δημοσίας Αιδούς των εκδόσεων Κέδρος αποτελεί την πιο πρόσφατη συμβολή του Δημήτρη Π. Κρανιώτη στον χώρο της ποίησης. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Θεσσαλός ποιητής αποτελεί μια από τις πιο ώριμες φωνές που δοκιμάζουν τις δυνάμεις τους στον στίχο σήμερα και ότι η συλλογή είναι από τις σημαντικότερες που εκδόθηκαν το 2018.

Τα ποιήματα που συναποτελούν τη συλλογή χαρακτηρίζονται συνολικά από λιτότητα στο λόγο, πυκνότητα και βραχύτητα στην έκφραση. Είναι χαρακτηριστική η συντομία που τα διακρίνει, αφού ο ποιητής ολοκληρώνει όσα έχει να πει σε κείμενα που η έκτασή τους δεν ξεπερνά ποτέ τη μία σελίδα.

Βασικό γνώρισμα της ποιητικής του τεχνικής είναι το παιχνίδι με τις λέξεις. Για παράδειγμα στο ποίημα με τον τίτλο Μείον ένα η φράση «-1» χρησιμοποιείται πρώτα ως αριθμητικό σύμβολο για τα νούμερα των ορόφων στο μεταφυσικό ασανσέρ που οδηγεί στο χτες, ενώ στη συνέχεια εμφανίζεται γραμμένη ολογράφως στην τελευταία στροφή. Το τελικό αποτέλεσμα είναι η δημιουργία μιας αντίθεσης ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον, το χτες και το αύριο:

Ως το χθες / ως το σίγουρο κι απροσδόκητο -1 του ασανσέρ… γεμίζοντας με μείον ένα αύριο ρίζες λωτών και μύθων.

Η τεχνική αυτή δημιουργεί συνηχήσεις που επεκτείνονται ακόμη και στην περίπτωση των ξένων λέξεων, όπως πολύ χαρακτηριστικά συμβαίνει στο εναρκτήριο ποίημα της συλλογής που έχει τον τίτλο «Αλφαβητάρι»: Πίνοντας αναψυκτικό light / Και κάνοντας like.

Η καβαφικού τύπου λιτότητα στο λόγο του ποιητή δημιουργείται επίσης από την πληθωρική χρήση των επιρρηματικών μετοχών: πίνοντας, κάνοντας, σκουπίζοντας τα φύλλα, φωνάζοντας σε μία γλώσσα άγνωστη, υφαίνοντας αυταπάτες, γεμίζοντας με -1 αύριο, και πολλά άλλα παρόμοια.

Ομόλογο υφολογικό χαρακτηριστικό είναι η κυριαρχία των ουσιαστικών και των ρημάτων με την αντίστοιχη μειωμένη παρουσία επιθέτων. Όπου εμφανίζονται ίχνη επιθέτων είναι κυρίως μέσω της μεταμόρφωσής τους στα αντίστοιχα επιρρήματα. Για παράδειγμα: αφοπλιστικά και αναίμακτα, μην μου απαντήσεις βιαστικά, υπόγειο αορίστως κι εντόκως με θυμό. Όλα αυτά σε ένα και μοναδικό ποίημα («Μείον ένα»).

Εναλλακτικά το επίθετο, έναρθρο, μπορεί να μετατρέπεται σε αφηρημένο ουσιαστικό με έναν σχεδόν θουκυδίδειο τρόπο: Το αβέβαιο της θέλησης μας και το άβατο της ηθικής μας, στο ποίημα «Υψικάμινος».

Συναφής υφολογικά είναι η χρήση σχεδόν οποιουδήποτε μέρος του λόγου σε θέση ουσιαστικού. Χαρακτηριστικά παραδείγματα:

Άρχισα να ξηλώνω τα ρούχα μου ώσπου έμεινα γυμνός στη μέση του πουθενά, στο ποίημα «Γραβάτα Δημοσίας Αιδούς».
Χάθηκε σε ζιζάνια το ψες, στο ποίημα «Αυλή χωρίς σιωπές».
Δούναι και λαβείν κατά φύσιν κεκτημένα… Δούναι και λαβείν παρά φύσιν τεκταινόμενα στο ποίημα «Δούναι και λαβείν».
Στο παρά πέντε απόδρασης από το σαβουάρ βιβρ, στο ποίημα «Ιανός».
Παραβίασες τα σύνορα που έθαψαν το γνώθι σαυτόν… Στο άψε σβήσε έτσι απλά γέννησες φως, στο ποίημα «Άψε σβήσε».
Με αμέτρητα απωλέσθην, στο ποίημα «Απωλέσθην».

Πολλές από αυτές τις εκφράσεις χρησιμεύουν και ως τίτλοι των αντίστοιχων ποιημάτων.
Αξίζει επίσης να επισημανθεί η χρήση των σημείων στίξης ή μάλλον η σχεδόν παντελής απουσία τους. Δεν υπάρχει τελεία, δεν υπάρχει κόμμα. Διασώζεται περιστασιακά η παρένθεση, προκειμένου να δηλωθεί μια δεύτερη σκέψη του ομιλούντος προσώπου, μια αμφιβολία, ένας υπαινιγμός, μια αιφνίδια προσθήκη, μια αποσαφήνιση, συνήθως μέσω κάποιας αντιθετικής έκφρασης και ενός συνοδευτικού ερωτηματικού:

Έτσι κι αλλιώς ποιος θα με καταλάβαινε, στο ποίημα «Γραβάτα Δημοσίας Αιδούς».
Ποια λογική νοικιάστηκε από τη φαντασία μου απόψε, στο ποίημα «Μείον ένα».
Μήτρα ζωής η γη υιών και θυγατέρων, στο ποίημα «Δούναι και λαβείν».
Και χωρίς σήμα το κινητό μας, στο ποίημα «Ιανός».
Πότε προλάβαμε άραγε να ερωτευτούμε, στο ποίημα «Ιανός».
Όσα δεν λέγονται μα γράφονται στο σκοτάδι, στο ποίημα «Άψε σβήσε».
Ποιος ξέρει αν θα βρέξει… Ποιος στο όνειρο θα αντέξει, στο ποίημα «Δελτίο καιρού».
Τα ουσιαστικά μαλώνουν ανεξαρτήτως πτώσης… τα ρήματα διαμαρτύρονται ανεξαρτήτως χρόνου, στο ποίημα «Συγκάτοικος λέξεων».

Περιστασιακά τον ίδιο ρόλο αναλαμβάνει ο εγκιβωτισμός μιας φράσης σε παύλες:
Μέσω πιστωτικής, στο ποίημα «Εκποίηση. Σε τιμή ευκαιρίας, στο ποίημα «Μεταχειρισμένα Όνειρα». Αναπόφευκτη συνήθεια των ημερών που έρχονται, στο ποίημα «Πέμπτη εποχή». Ψυχή και σώματι, στο ποίημα «Λύτρωση».

Ο λόγος των ποιημάτων του Δ. Π. Κρανιώτη χαρακτηρίζεται από μια ιδιόμορφη μίξη γλωσσικών επιπέδων που θυμίζει έντονα σε ορισμένα σημεία τον τρόπο που ο Καβάφης αναμιγνύει την απλή δημοτική, τους ιδιωματισμούς και την καθαρεύουσα. Στον Δ. Π. Κρανιώτη η ιδιομορφία της μίξης στηρίζεται στην ταυτόχρονη χρήση μιας γλώσσας πολύ καθημερινής σε συνδυασμό με μια πληθώρα λέξεων που προέρχονται από τη λόγια παράδοση και χρησιμοποιούνται στον ιδιαίτερα πεπαιδευμένο λόγο. Στο μείγμα προστίθεται και η χρήση πολλών ξένων λέξεων, ορισμένες φορές γραμμένων στο λατινικό αλφάβητο, σε μια προφανή αναγνώριση της σύγχρονης γλωσσικής πραγματικότητας και με μια διάθεση να γειωθεί ο κορμός του ποιήματος στον γλωσσικό νατουραλισμό. Άρα μπορούμε να διακρίνουμε δύο αντίρροπες κινήσεις στο ύφος του Δ. Π. Κρανιώτη: λέξεις υψηλής φόρτισης από τη μια και λέξεις χαμηλού φωτισμού από την άλλη. Παραδείγματα:

Να αναζητώ με silver alert δίχως όνομα εμένα, στο ποίημα «Παζλ».
Δεν άφησα ρέστα για πουρμπουάρ δεν σκόνταψα διαγωνίως, στο ποίημα «Γραβάτα Δημοσίας Αιδούς».
Μήτρα ζωής η γη υιών και θυγατέρων, στο ποίημα «Δούναι και λαβείν».
Το ασανσέρ κολλημένο μεταξύ ρετιρέ και ουρανού, στο ποίημα «Ιανός».
Στο παρά πέντε απόδρασης από το σαβουάρ βιβρ, στο ποίημα «Ιανός».
Άφησες ένα post it, στο ποίημα «Απωλέσθην».
Σε μειδίαμα λευκής μαρμαρυγής… τα κελεύσματα σιωπής επίορκων δωρητών ψυχής, στο ποίημα «Λευκή μαρμαρυγή».
Μην στέλνεις άλλα sms… το iphone μου πέταξα, στο ποίημα «Τα sms της κρίσης».

Όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά της γλώσσας και του ύφους του Δ. Π. Κρανιώτη δεν αποτελούν τυχαίες συναθροίσεις λέξεων, αλλά αποτέλεσμα μελετημένης στόχευσης και σκληρής δουλειάς. Δεν προκύπτουν τυχαία, αλλά είναι προϊόν μεθοδικής και λεπτής επεξεργασίας του λόγου, κάτι που κάνει τον Δ. Π. Κρανιώτη να ξεχωρίζει από μια μεγάλη κατηγορία προχειρολόγων ποιητών που δουλεύουν πολύ λίγο τα στιχουργήματά τους, αφού τα γράψουν. Στην προχειρολογία και την ευκολία που βασιλεύουν στο τοπίο του σύγχρονου ελληνικού ποιητικού λόγου, ο Δ. Π. Κρανιώτης αντιτάσσει τον δύσκολο καλβικό αγώνα της πάλης με τις λέξεις, τις φόρμες και τις έννοιες.

Κλείνοντας θα ήθελα να θίξω ακόμη ένα θέμα της τεχνικής του Δ. Π. Κρανιώτη, που αποτελεί προέκταση όσων ειπώθηκαν προηγουμένως σχετικά με τη φροντίδα που δείχνει στην επιλογή των λέξεων και την συστηματική επεξεργασία των λόγων του. Αξίζει, λοιπόν, να προσεχτεί μια ιδιαίτερη κατηγορία ποιημάτων που αποτελούν, κατά κάποιο τρόπο, ένα είδος αποκαλυπτηρίου για το πώς λειτουργεί το «εργαστήριο ποιημάτων Κρανιώτη». Εννοώ φυσικά τα ποιήματα ποιητικής που δεν είναι λίγα μέσα στη συλλογή. Τα ποιήματα αυτά αποκαλύπτουν ποιες ανάγκες του ποιητή ικανοποιεί η ποίηση, γιατί γράφει, πώς γράφει, πώς νομίζει ότι τον αντιμετωπίζει ο κόσμος και οι ομότεχνοι και πολλά άλλα παρόμοια θέματα.

Δεν ξέρω τι πραγματικά σκεφτόταν ο Δ. Π. Κρανιώτης, όταν έγραφε το ποίημα «Αλφαβητάρι», αλλά μοιάζει, σ’ εμένα τουλάχιστον, να σχολιάζει τον τρόπο με τον οποίο θα ήθελε να κατακτήσει την απλότητα του λόγου ο ποιητής: θα ήθελε να έχει στην κατοχή του το πιο απλό εργαλείο του λόγου, το αλφαβητάρι, να ξαναμάθει από την αρχή πώς να δίνει στην Άννα ένα μήλο σε μια προφανή νοσταλγική παραπομπή στην απλότητα της παιδικής ηλικίας. Ο ποιητής μας θέλει λοιπόν να μιλήσει απλά και λιτά, τώρα που μεγάλωσε.

Στη «Γραβάτα δημοσίας αιδούς επιδίδεται σε ένα στριπτίζ απογυμνώνοντας τον εαυτό του σε ένα μέρος που δεν υπάρχει κανείς για να συνομιλήσει μαζί του και φωνάζοντας σε μια γλώσσα άγνωστη, γιατί προφανώς νιώθει ότι η γυμνότητα του λόγου που εκπέμπει δεν έχει εύχερους ακροατές.

Στο ποίημα «Αυλή» χωρίς σιωπές η γλάστρα της σιωπής σπάει δίνοντας τη θέση της στην κραυγή, τον άναρθρο λόγο, μόνο που αυτή η κραυγή έχει απωλέσει τον εαυτό της, αφού δεν θυμάται τι απέγινε το φως και το σκοτάδι.

Στο ποίημα «Μείον ένα» οι λέξεις γίνονται ενδύματα τα οποία, σε αντίθεση με το στριπτίζ της Γραβάτας δημοσίας αιδούς, οι πρωταγωνιστές του κειμένου, το ποιητικό υποκείμενο και η συντροφιά του, πρέπει αντιθέτως εδώ να φορέσουν. Ωστόσο δεν χρειάζεται αυτό να συμβεί βιαστικά. Υπάρχει χρόνος για να δοθούν απαντήσεις και υπομονή.

Στο ποίημα «Άψε σβήσε το ποιητικό υποκείμενο με ορμή παραβιάζει τα σύνορα που του έχουν τεθεί, εισβάλλει στο πραγματικό βασίλειο του εαυτού του για να τον γνωρίσει, γκρεμίζοντας φυλακές και πυρπολώντας κουρτίνες και εμπόδια. Και όλα αυτά γίνονται δίχως κραυγές ή ψιθύρους, ενώ από το αγκάλιασμα των λόγων που γράφονται μες στο σκοτάδι προκύπτει για πρώτη φορά το φως, γεννημένο από την ίδια την ομιλούσα φωνή.

Στην «Εκποίηση» μετά από μια αναφορά στην έλλειψη προλόγων και στην ύπαρξη προκάτ επιλογών που δημιουργούν μία ευτελή ανομβρία, το ποίημα συνεχίζει με υπαινιγμούς σε φλυαρίες που δεν επιτρέπουν την επαφή, σε αστυφιλίες λέξεων που θρυμματίζουν το φίλημα και σε μια εκποίηση που είναι στην πραγματικότητα ποίηση ημιτελών αισθήσεων και στιγμών που δεν μπορούν να ενταχθούν πουθενά.

Στην «Πρώτη απαγγελία» η ποιητική φωνή ως οξύμωρο φωνάζει με ψιθύρους, κρεμά ποιήματα στους τοίχους χρησιμοποιώντας για καρφιά συλλαβές. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ένας λόγος, ο οποίος απαγγέλει όσα έχουν γραφεί εν απουσία του ποιητή, αλλά με έναν εντελώς παράδοξο τρόπο από τον ίδιο.

Στο «Κόκκινο ποίημα» το χρώμα του ποιήματος παραπέμπει στο αίμα μέσω του οποίου είναι γραμμένο το ποίημα και με τις λέξεις του οποίου ο ποιητής πεθαίνει και ανασταίνεται.

Στο ποίημα «Ενδελεχώς» το ποιητικό υποκείμενο, μέσω της συγγραφής, πότε δημιουργεί τον εαυτό του και ποτέ τον διαγράφει, σβήνοντας εφιαλτικές μνήμες και χαράζοντας άλλες υποστηρικτικές. Στο τέλος όλο το σκηνικό μετατρέπεται μέσα από μια μεταφορά σε διαδικασία που παραπέμπει στη ζωγραφική. Ο ποιητής ζωγραφίζει με καινούργια χρώματα τον εαυτό του σε μια προσπάθεια που ακόμη δεν έχει ολοκληρωθεί.

Στο ποίημα «Γυμνά διηγήματα» γίνεται ολοφάνερα και πάλι λόγος για την συγγραφική διαδικασία: αναφέρονται η γραφή, η σιωπή που την υποκαθιστά, η ρίμα, τα χαϊκού, οι ωδές, ενώ το ποίημα κλείνει στις δύο τελευταίες στροφές του με μια αντίθεση: τα γυμνά διηγήματα του ποιητή δεν άντεξαν τον καθωσπρεπισμό με τον οποίον ήρθαν αντιμέτωπα, ενώ τα ντυμένα ποιήματά του τιμωρήθηκαν με απαγόρευση εισόδου στις ακτές των γυμνιστών. Σε κάθε περίπτωση φαίνεται ο λόγος του ποιητή να μη βρίσκει το ακροατήριο που επιθυμεί.

Στο ποίημα «Ενοικιάζεται» η ποίηση προκύπτει ως κάτι το προσωρινό μέσα από ένα φιλί χωρίς ομοιοκαταληξία. Η αγάπη κλείνεται σε ανέκφραστες συλλαβές που μόνο αυτές έχουνε χρώμα μέσα σε ένα ασπρόμαυρο τοπίο. Ίσως εδώ να υπονοείται μία αδυναμία έκφρασης μέσα από το λόγο του πλέον βαθύτερου συναισθήματος, της αγάπης.

Θα μπορούσα να συνεχίσω για πολλή ώρα ακόμα με παρόμοιες παρατηρήσεις, αφού η ποιητική διεισδύει σχεδόν σε κάθε ποίημα της συλλογής έμμεσα ή άμεσα. Προτιμώ να κλείσω εδώ με την παράθεση δύο πολύ χαρακτηριστικών ποιημάτων που φανερώνουν το πώς βλέπει την ποιητική διαδικασία ο Δ. Π. Κρανιώτης. Το ένα είναι το ποίημα «Κορώνα γράμματα», όπου η ποίηση λειτουργεί ως βασανιστήριο και ως φάρμακο ταυτόχρονα:

Σαν γράφω,
Κορώνα-γράμματα
Παίζω τον εαυτό μου

Ματώνω τρέχοντας
Με τον νου
Σκοντάφτω
Στην καρδιά μου
Ληστεύω συναισθήματα
Χορεύω μοιρολόγια

Σαν τιμωρούμαι
Με ποίηση
Με λέξεις αναρρώνω

Το άλλο ποίημα είναι ο «Συγκάτοικος Λέξεων», που υπονοεί την πάλη του ποιητή για επιτυχία στην γλωσσική εξωτερίκευση του εσώτερου λόγου:

Από δωμάτιο σε δωμάτιο
Τις λέξεις αναστατώνω
Τα ουσιαστικά μαλώνουν
(Ανεξαρτήτως πτώσης)

Χωρίς αιτία στο ισόγειο ξαπλώνω
Τα ρήματα διαμαρτύρονται
(Ανεξαρτήτως χρόνου)

Χωρίς δίλημμα
Στο μπαλκόνι ξυπνώ
Ανάμεσα σε σελίδες
Που ακόμη γράφονται
Τα βήματά μου αγνοώ

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Εrnst Ηaas.] http://frear.gr/?p=23529&fbclid=IwAR2u_RhWmV53Ojypl8wsIEbgIbsV3ngYhin8PBSuZYWmR6ztlzoPycJWIH4

Lale Alatli, Εκείνο το παιδί

Σχέδιο: Χρήστος Αλαβέρας

Είμαι εκείνο το παιδί
κουβαλούσα ένα αστέρι
εσύ δεν με θυμάσαι,
έκανα ποδήλατο στα σοκάκια σου
έτρωγα παγωτό των δέντρων σου στις σκιές,
έπαιζα με φίλους
ας φώναζε η μάνα το σούρουπο.

Είμαι εκείνο το παιδί
κανείς δεν θυμάται πλέον
το σπίτι μας έγινε πολυκατοικία
κι εγώ ένας αριθμός στην ιστορία.

Η γιαγιά μού χάριζε όλοντον κόσμο
όπως κάθε γιαγιά
ο μπαμπάς με προστάτευε
όπως κάθε μπαμπάς
η καρδιά της μάνας χτυπούσε για μένα
όπως κάθε μάνας
εγώ όμως δεν έζησα
όπως κάθε σου παιδί.

Είμαι εκείνο το παιδί
με κατάπιε το τρένο
στην πλατεία Ελευθερίας σου
μια ομιχλώδη μέρα σαν σήμερα,
τελικά για ποιους είναι η ελευθερία
σ’ αυτήν την πλατεία;

η γιαγιά δεν άντεξε
ο μπαμπάς δεν μίλησε
η καρδιά της μάνας έγινε στάχτη
έφαγε κι εκείνους το λαίμαργο τρένο
που ποτέ δεν χόρταινε.

Είχαμε όλοι αστέρια
γίναμε καπνός μια μέρα
κι η μαυρίλα του, Θεσσαλονίκη μου
έβαψε τη δίκιά σου ιστορία.

*Το ποίημα δημοσιεύτηκε στο τεύχος 47 (Ιανουάριος -Φεβρουάριος – Μάρτιος 2018) του περιοδικού “Ένεκεν”. Το σκίτσο της ανάρτησης συνοδεύει το ποίημα.

Ali Cobby Eckermann, Kumana

There is no life
but Family.

When I am young
I live with my Family.

When I grow up
I leave my Family.

When I am lonely
I miss my Family.

When I am drunk
I reverse-charge my Family.

When I pass away
I unite my Family.

There is no life
but Family.

KUMANA

Δεν υπάρχει ζωή
αλλά Οικογένεια.

Όταν είμαι νέα
ζω με την Οικογένειά μου.

Όταν μεγαλώσω
αφήνω την Οικογένειά μου.

Όταν είμαι μόνη
αναπολώ την Οικογένειά μου.

Όταν είμαι πιωμένη
επιβαρύνω την Οικογένειά μου.

Όταν πεθάνω
ενώνω την Οικογένειά μου.

Δεν υπάρχει ζωή
αλλά Οικογένεια.

*Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Τέλλος Φίλης, Εν Βοδενοίς

Τα Βοδενά, σημερινή Έδεσσα

στον Μάρκο

σήμερα έχασα το χώμα μου
οι λέξεις δεν φυτρώνουν στα τσιμέντα
θέλουν αγέρι, χώμα και νερό
να σκαλιστούν, να ποτιστούν, να ταξιδέψουν

κι έμεινα καράβι α α α αταξίδευτο
καταμεσής της άκαμπτης ασφάλτου
που πατρίδα δεν ξέρει τι σημαίνει

*Από το “Εντευκτήριο”: http://entefktirio.blogspot.com/2019/01/blog-post_2.html