Ρογήρος Δέξτερ, Από τις “Σχεδίες”

ΑΜΑΖΟΝΙΑ (15)

Τί κι αν μας πήραν στο φαλάγγι
Τί κι αν μας νίκησαν στον πετροπόλεμο
Κι αν μας χλευάζουν
Που χάσαμε τα υπάρχοντά μας
Που φάγαμε όλο το μάννα τ’ ουρανού
Στην έρημο
Που μας άφησαν μόνους
Τα χέρια των κοριτσιών με τα βελούδινα βλέμματα
Και τα χαμόγελα απλωμένα στον ήλιο σα λιακάδα
Η έκσταση πέφτει από ψηλά
Και γίνεται τόξο
Στα χέρια τού Θεού
Φαρέτρα γεμάτη στίχους
Που όσο κι αν κοκορεύονται οι αλαλαγμοί στην έπαρση
Θα γίνουν κάποτε τραγούδι στην ερημιά
Τρυφερού κοριτσιού που φανερώνει με χάρη
Την όαση που κρύβεται πίσω απ’ τά πέπλα της.

ΑΜΑΖΟΝΙΑ (2)

Σε κούρασαν τα πήγαιν’-έλα
Οι αργές εκστρατείες για το ανώφελο δέρας
Νησιά των Μακάρων-Αχερουσία-Γάργαρα Άκρα
Οι δούρειοι ίπποι που βόσκουν στους λειμώνες τού Κάικου
Οι τόσοι εξωκεανισμοί τού γαλαξία
Κήρυκες στα τείχη
Που φωνασκούν με σούρτα φέρτα
Ή τάχα κόπτονται για τις μεγάλες ταραχές
Ομηρικών πολέμων•να γύρεις εδώ
Πριν οι καημοί φτάσουν στον κόμπο
Πριν έρθει ο τετελεσμένος χρόνος
Που κάθε μέρα συντάσσει
Τις συντριβές και τις αποδημίες•
Εδώ κάτω απ’ τά πράσινα φτερά
Τής φυλλωσιάς των δέντρων
Όσα ονειρεύτηκες κάποτε
Έγιναν ξέφρενα άλογα που θα σε φέρουν
Στ’ αέρινα λιβάδια τής αμαζονίας
Στη χώρα με τα κοπάδια τού ήλιου που βελάζει•
Πιο πέρα ένα σουραύλι που βουλιάζει τραγουδά
Το τραγούδι τού βοσκού που ανεβαίνει με σκάφανδρο
Απ’ τό βυθό βαθιά τού ύπνου των ονείρων
Των συνειρμών κόρης εκστατικής που τρέφει
Κι από ‘να αηδόνι σε κάθε της μαστό•
Να το θυμάσαι
Αλλιώς θα πέσουν τα ζάρια
Και οι προθέσεις αύριο θα ονομαστούν γεγονότα
Και τα τριζόνια θ’ αφήσουν να πέσει
Γλυκά το μέλι στη φωνή σου
Όπως αφήνουν και πέφτουν τα φιλιά τους
Οι γυναίκες που μας αγάπησαν στο μέλλον
(σκιρτούν με σφρίγος σα δορκάδες οι μαστοί τους
και οι ρόγες τους είναι αιχμές στού έρωτα τα τόξα).
Όσο κεντάς τον ίμερο θα υπάρχεις
Με το χωνί μιας ανεμώνης άκουσέ με
Μακριά από τους νυγμούς τής Σφίγγας
Μακριά απ’ τά πλήθη που τεκταίνουν τις πλεκτάνες τους
Τα χρόνια κυλούν σα βράχια
Βραχωμένα ψηλά σαν όνειρα
Και τα γεγονότα γίνονται μνήμη
Ο χρόνος μας τελειώνει,δεν το βλέπεις
Σε λίγο
Θα κολυμπάμε στην κλεψύδρα τ’ ουρανού.

Νίκος Νομικός, Πέντε ποιήματα

Πρόθεση

ξάστερο το μέτωπο του δικαίου
πρόλαβε να σώσει το αίμα του
μόλις άνοιξε τις πόρτες του ο ήλιος
στα παγκόσμια σκοτάδια.

***

Ψηλαφιστά οράματα Α’

Αμυδρό του φεγγαριού το φως
και στο νυχτερινό παράθυρο
μοναχική ορθώνεται η φυλλωσιά
της λύτρωσης, απ’ τον μεγάλο αγώνα.
Η νύχτα πάντα με γεμίζει προσφορές
με τα λυχνάρια της ασκητικής
από τα χρόνια εκείνα των Κεράμων *
με βήματα και σύμβολα, παλιάς μυσταγωγίας
έτσι που να ’χει ο μισεμός περαστική ηλικία.
Απόψε, απλώνεται παθητική η σκιά
στου αρχάγγελου τα χέρια
κι αρχίζουνε οι αλλοτινές μου ζωγραφιές
να λυώνουνε στα πρωτοβρόχια
στ’ ανέπαφο σημείο της καρδιάς
που διώχνει τρικυμίες.

*Κέραμοι. Περιοχή της Αλεξάνδρειας με τον αρχαίο ναό του θεού Άμμωνος.

***

Ψηλαφιστά οράματα Β’

Σε όλες τις μέρες της ανάστασης
του τρίτου φωτός, έχει κρεμάσει
η συννεφιά στα μάτια του δικαίου
των παθών μου τον τάραχο.

Κι ερωτώ τον φιλάδελφό μου Ιππότη
με την μεγαλωσύνη της ρομφαίας του
μήπως, τελειώνουν οι δημιουργίες
στις μέρες μου.

Μήπως, δεν βιάστηκα να προλάβω
τ’ αλύπητα χρέη μου
και να μη διάβασα σωστά
τον κανόνα των αγίων παθών.

Μ’ έταξε όπως βλέπεις, η αιώνια μάνα μου
να προσέχω τα έργα και τις μέρες της
σαν έρχεται να με σώσει
μια πλημμύρα ανοιξιάτικη
στην οδό της κρίσης.

Σεπτ. 2010
Δυτικά της Ερήμου
Εμιράτα

***

Οι μεγάλες ώρες

Είν’ ο καθείς και η λάμψη του
κι απ’ της ανάσας τον σεισμό
θα σωριαστεί η θλίψη
κι έτσι όπως τη βλέπεις
να αποσύρεται, η νύχτα ετοιμόρροπη
καινούργιος ήλιος θε ν’ ανθίσει
μέσα απ’ το βάθος της πηγής.

***

Εφιαλτικό

Τα κίτρινα φώτα
μη τα βλέπεις πια
παντού υπάρχουν
εραστές του σκότους.

Οι καλές ώρες θρυμματίζουνται
τα είδωλα γιορτάζουνε
την θλίψη της καρδιάς.

Δυο δάκρυα παιδικά
φοράνε ακόμα τ’ αποφόρια
της όμορφης ευημερίας.

Ο ονειροπόλος της θεάς Καλλής
κουράστηκε να καταγράφει
τις φθορές, κι αξόδευτους αφήνει
τους πάμφυλλους ροδώνες.

Σεπτ. 2010

*Από τη συλλογή “Πορεία της βαθιάς πηγής”, Εκδόσεις “Στοχαστής”.

**Ο Νίκος Νομικός ζει και δημιουργεί στη Μελβούρνη.

Στη μνήμη του Μάρκου Μέσκου – Όνειρα στον Άδη – Τρία ποιήματα

ΟΝΕΙΡΑ ΣΤΟΝ ΑΔΗ

Το άδειο ποτήρι του νεκρού είναι·
μην τσουγκρίζεις μαζί του.

Σταγόνα δεν πέρασε ποτέ
Νέκυια σε ονόμασαν παλιά και Άδη
και Τάρταρα της Γης έγκατα λυώνοντας
τα κόκκαλα όσων έζησαν στο πάνω Φως·

Ου Τόπος
που με πουλιά κι ανθούς
χαράματα και δειλινά και νύχτες μαγικές
τον τραβούσαν κάτω – όλα πονούν εδώ μονολογούσε
(υπάρχουν πετούμενα στον Άδη; Γιατί
δεν απαντούν οι λέξεις;)

Αν πρόλαβε κάποιο κερί ν’ ανάψει
λίγο κατόπιν έσβησε στον άνεμο
τρεμούλιασε η λάμψη του και χάθηκε οριστικά
από ανίκητο μαύρο του θανάτου.
…Καιρός των θηρίων πάλι.

(Θεσσαλονίκη, 22.2.2016)

~~..~~

ΤΟ ΧΙΟΝΙ

Φαρμακωμένα τα γηρατειά ψέματα λένε

Δεν άνοιγαν τα χείλη του πώς να μιλήσει
σαν κάτι μεταξύ ζωής και θανάτου –

κοσκίνιζε το χιόνι ο ουρανός
χειμώνα καιρό δίσεκτα χρόνια
το φόρτωνε στα μονοπάτια της σιωπής

τώρα λευκά τα ρόδα τ’ ουρανού στο χώμα
κάτω από το πέλμα της περαστικής ζωής
εκεί που ο νεκρός ασάλευτος
ετοίμαζε τα λευκά του δώρα εξισωμένος
στον Βοριά στον Νοτιά στην κόκκινη Δύση
και στα προνόμια της άπιστης Ανατολής.

(Θεσσαλονίκη, 28-31.1.2017)

~~..~~

ΤΑ ΣΚΑΛΟΠΑΤΙΑ

Εδώ που όλα πονούν

Ανήσυχο
από το πρωί
στα κλαριά
της γκορτσιάς
ανεβοκατεβαίνεις
σαν την ψιλή βροχή
πουλί μου
σκορπίζοντας τη στάχτη σου
τραγουδώντας.

(Θεσσαλονίκη, 10.3.2017)

*Τα ποιήματα αναδημοσιεύονται από εδώ: http://apoikia.gr/markos-meskos-oneira-ston-adi/?fbclid=IwAR2m7A0xNnSEhjBTm-RQqdrz3dDyWYtk-9DV2-OjWKtL4w_ORmexubCbx38

**Στο βίντεο της ανάρτησης ο Μάρκος Μέσκος καταθέτει τη δική του συνεισφορά με τίτλο “Παραλειπόμενα από την καθημερινότητα της ομάδας των ‘Σημειώσεων'”, στο Διήμερο για το περιοδικό “Σημειώσεις” που έγινε στη Θεσσαλονίκη τον Οκτώβρη του 2017.

Άννα Αχμάτοβα, Δύο ποιήματα

Εξομολόγηση

Σιωπηλός, συγχώρεσε τα κρίματά μου.
Λυκόφως βιολετί κάνει να σβήνουν τα κεριά.
Βαρύ το πετραχήλι πέφτει πάνω
Στους ώμους και την κεφαλή.

Μην είναι η φωνή που λέει: “Κόρη! Σήκω…”
Χτυπάει η καρδιά πιο δυνατά…
Τ’ άγγιγμα χεριού απ’ το υφάδι πάνω
Εκείνης, που ταραγμένα, προσκυνά.

1911
Τσάρσκογιε Σελό

***

Βενετία

Στο τρυφερό, το πράσινο, το λαμπερό νερό
Χρυσός περιστερώνας πλέει.
Τ’ αγέρι τ’ αλμυρό τα ίχνη σβήνει
Από τις μαύρες γόνδολες.

Στο πλήθος, πρόσωπα τρυφερά, παράξενα
Σε κάθε μαγαζί παιχνίδια λαμπερά:
Σε μαξιλάρι είναι κεντητό των λεόντων το βιβλίο
Σε μάρμαρο είναι σκαλιστό των λεόντων το βιβλίο.

Σαν πίνακας αρχαίος, ξεθωριάζει,
Ο σκουρογάλανος ουρανός σαν παγώνει
Σε τούτα τα σκοκάκια στενάχωρα δεν είναι
Η υγρασία και η ζέστη δεν σε πνίγει.

1912

*Από το βιβλίο ΄Ροζάριο”. Μετάφραση: Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης, Εκδ. Φίλντισι/σαμιζντάτ, Μάρτιος 2012.

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Το μέγεθος της καταστροφής θα χαρακτηρίσει
αυτό ως μνημείο ή σκουπίδι. Αφού
πραγματικότητα για να γράψουμε δεν υπάρχει.
Εγκλωβίστηκαν λέει Χριστός και Σία στους
διαδρόμους του jumbo. Επιτηρούμε την πλήξη.
Τα χρόνια επιστρέφουν όταν αποφασίζεις
να πεθάνεις. Ένα αμάξι που πάντα προπορεύεται
είναι η συγνώμη που θα ζητήσεις.
Κι όσο λύνεις εκείνο το χαμόγελο ένα
νέο δόντι ξεφυτρώνει. Απαιτούνται τριάντα
επιφανή δάκρυα για την απελευθέρωση.
Δως μου μια λεωφόρο να βάλω τα ψίχουλα.
Μέχρι το σπίτι έχουμε δέκα γιους και μία κόρη.
Μέχρι τη νύχτα έχουμε κάμποση ξεφτίλα
ακόμη. Οι λούπες επιδεικνύουν περίσσια
σύνεση τελευταία. Όταν δεν υπάρχει
διάθεση όλα έχουν ξανασυμβεί.
Για μια διάψευση ελπίδας συνεχίζουμε
να ζούμε. Αν δεν ποθείς να μετανοήσεις
ετοιμάσου να ηττηθείς.

View original post

Tristan Tzara, Τα πρώτα ποιήματα

Ο ιδρυτής του Νταντά έγραψε στην μητρική του γλώσσα, τα «Πρώτα (του) ποιήματα», τα οποία ο Ion Vinea φρόντισε να δημοσιεύσει στα διάφορα περιοδικά της ρουμανικής avant-garde. Το 1934, οι Ρουμάνοι φίλοι του Tzara μάζεψαν τα προ-ντανταϊστικά έργα του στον τόμο Primele poeme. Με τον ίδιο τίτλο, μια πληρέστερη έκδοση κυκλοφόρησε και το 1971.

Η καταιγίδα και το τραγούδι του λιποτάκτη



Ι
Έσκασε το φως μέσ’ απ’ τα βλήματα
Κι η αστραπή έγινε θρύψαλα στη χούφτα μας

Που σαν παλάμη του Θεού σε πέντε δάκτυλα άνοιξε

Τους λόχους προλαβαίνουμε τους ξαπλώνουμε χάμου

Συνθλίβουμε κουφάρια παρατημένα στο χιόνι

Μέσ’ από τις κοιλάδες που σαν βεντούζες
  
ρούφηξαν τους εχθρούς

Και τους αφάνισαν πέρα ως πέρα στο πιο γαλάζιο τους 
  
βάθος.



Τη σάρκα κατατρώει, τα κόκκαλα τα σπάει η παγωνιά

Κι εμείς αφήνουμε να κλάψει την καρδιά.


Γιατί γλιστράμε κατά μήκος του ξεκοιλιασμένου βουνού;

Βρηχώμενα ξαμόλησεν η καταιγίδα τα λιοντάρια της

Στο τσακισμένο δάσος

Δε φτάνει ο πυρήνας της καρδιάς ο ζοφερός εκείνος
άνεμος

Κι εμείς από κύμβαλα αραιά περιμένουμε

Ν’ ακούσουμε τη διάφανη φωνή ιερή 

Σε λόφους λεπρούς στην κρυψώνα

Είναι σαν μάτι νεκροκεφαλής 

Βρήκαμε εμείς καταφύγιο τους φόβους μας της καταιγίδας

κουβαλώντας

Κι εκεί ο ένας από μας 

Άρχισε ξάφνου να παραληρεί.



Τα λόγια του εγώ μάζεψα – όσα

Στοιχειώνουν σαν βρικόλακες τη φεγγαρίσια μου γαλήνη

Για να σου φτιάξω χάντρες από δόντια καρχαρία

Με στρόβιλους από εφιάλτες.

Το σκουριασμένο μάτι κατευθύνει τη φωτιά

Εμείς μπαίνουμε μέσα στης εσχατιάς το στόμα

Ενώ κάτω απ’ την οδοντοστοιχία των οχυρωμάτων, 
          
οι άλλοι

Περιμένουν.



Τόσο βαθύ το σκοτάδι που μόνον οι λέξεις φωτίζουν.


ΙΙ
Κάτω από την αιθάλη του αδέσποτου ελάτου

Οδύρεται του λιποτάκτη το τραγούδι.

Κακή φλογέραν έφτιαξε σαν άρχισε να κλαίει ξαφνικά.

Πήζει ο αφρός της παγωνιάς και τα κλωνάρια γίνονται 
         
αλάτι•

Και κατατρώει τη σάρκα και σπάει τα κόκκαλα.



«Με τις γροθιές σφιγμένες και το λαιμό απλωμένο τον
        
πειρασμό της νύχτας φθάνω πια•

Ατσάλινο παγόβουνο εν μέσω της αδράνειας των άστρων

Με το δικό του κλάμα ακονίζει της ψυχής τα σπαθιά.



Σαν μέσα σε τουλίπα κιτρίνισε το φως του κόσμου,

Κι από κλίνες τα σύννεφα αντλούν το γαλάζιο σκοτάδι•

Μέσα σ’ αυτό εγώ τρέχω και με δαγκώνουν φίδια 
   
της βροχής

Να πάω στον φωτισμένον ορίζοντα το φως μου.



Μέσα στης θλίψης τα βάθη,

Όπως βροντή κάτω από θόλο ασφυκτικό,

Είμαι διαβάτης με το πνεύμα σκοτεινό,

Σκοτεινό.



Εδώ ο καημός του νόστου είναι τραχύς•

Μα, όπως βλέπεις, φρόνιμα έχει ανθίσει

Σε σπάργανα αστρικά, όλ’ απ’ ασήμι

Το βρέφος που οι Γραφές έχουν μηνύσει.



Μόνο για με δεν είναι ωραία η νύχτα αυτή.

Το αιχμάλωτο τραγούδι την πίκρα του σπέρνει επάνω
       
απ’ το σύνταγμα,

Λες και ξεσκίζουν νυχτερίδες κουρέλια νύχτας στο κελί.

Μόνο για με δεν είναι ωραία η νύχτα αυτή,

Μόνο για μένα, αλί.



Ιδού: το σώμα μου διασπάται εις χουν και ψυχή,

Τι σε ποθώ με καταιγίδα και βρηχυθμό γοργόνων

Ψηλότερα απ’ τα σύνεφα όπου έσκασαν τα μανιασμένα 
         
βλήματα.



Αφού πολεμούν οι λαοί,

Γιατί να κρέμεται η σελήνη τόσο κόκκινη

Σαν βουλοκέρι του Θεού επάνω σε μια βίβλο ειρήνης;



Οι βόμβες θρυμματίζουν τη μαβιάν ασπίδα τ’ ουρανού,

Τα παγωμένα σύννεφα δαγκώνουν κι ατσάλινες λαμαρίνες
   
πέφτουν στην πάχνη
Τρίζουν τα δέντρα σαν τα ξάρτια στο καράβι

Μαδούν οι νυχτερίδες τη μαργαρίτα της σελήνης.

Τις διώχνει ο αγέρας, τις σκορπάει εδώ κι εκεί.

Μόνο για με δεν είναι ωραία η νύχτα αυτή,

Μόνο για μένα αλί».



Κόβεται το τραγούδι•

ενώ στο νου: τρώει τη σάρκα και
               
σπάει τα κόκκαλα η παγωνιά 

άσε λοιπόν να κλάψει η καρδιά.


(1914)



*Από εδώ: https://www.poeticanet.gr/kataigida-tragoydi-lipotakti-a-815.html?category_id=152

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Πέντε ποιήματα

Πρωτοχρονιάτικο

Ποδόσφαιρο, πολιτική, δουλειές
Φορτώνουν κι άλλο τις κοιλιές…
Εύχονται “στις υγείες!”.
-Τα οξέα χτυπούν υπερωρίες.

“Λίγο ποτό, μια σόδα ακόμη;”
Λύνουν τη ζώνη στο παντελόνι
Να κάνουν χώρο για το γλυκό.

“Σπέσιαλ σιροπιαστό με παγωτό!”
Καλά να φράξουν οι αρτηρίες.
Μετά, μελάνι σ’ αγγελίες:
“Τον λατρευτό…”.

***

Εξέχον έκθεμα

Ουρές φυτρώνουν
Απ’ τα κρεβάτια
Σπίτια παλάτια
Κλειστά στοιχειώνουν,

Νοικοκυραίοι…
Πια δεν υπάρχουν
Απόλυτ’ άρχουν
Οι αρουραίοι.

Πουλιά και κρήνες
Κήπων σβησμένων
Των κεντημένων
Χαλιών οι ίνες.

Σκόνη στα κάδρα,
Κι εσύ σκονίζεις
Που εικονίζεις
Μια χαράδρα.

***

Χρώμα

Σε μια τυχαία σειρά
μιλούνε τα ποιήματα
τυχαία νοήματα.
ας παραστήσουμε
έστω τους ανόητους
δια λόγους ευνόητους.

Κύριε εκδότα, δεν είν’ αργά.
Τι λέτε, παίζουμε
ακόμα μια παρτίδα;

***

Γης και ουρανού

Ξανθές κορφούλες
Χεράκια στον ήλιο
Ελιές του παππού.

Τρυφερά δεντράκια
Άμποτε νυφούλες
Γης και ουρανού.

***

Σίγαση

Όταν διακόψεις τη φωνή…
Πόσο τα πρόσωπα ημιτελή!
Πόσο ξεκρέμαστοι οι μορφασμοί
Που περισσεύουν.

*Από τη συλλογή “Σε κλειστά βιβλία”, εκδ. 24 Γράμματα, Νοέμβρης 2017.

Νέα έκδοση | Bring the Noise: Δεκαπέντε κείμενα για το χιπ χοπ

Φίλες, φίλοι, αγαπητά πλάσματα,

μόλις κυκλοφόρησε από το Τεφλόν και το Αρχείο 71 το βιβλίο Bring the Noise: Δεκαπέντε κείμενα για το χιπ χοπ. Πρόκειται για μια έκδοση 450 σελίδων για το χιπ χοπ, την ιστορία του, τις αισθητικές αρχές του και τους ανθρώπους του, η οποία περιλαμβάνει κείμενα και για τα τέσσερα στοιχεία (ντιτζέινγκ, εμσίινγκ, γκραφίτι, μπρέικινγκ) καθώς και δύο πολυσέλιδα ένθετα με φωτογραφίες από την εγχώρια σκηνή. Το βιβλίο απευθύνεται τόσο σε όσες και όσους ασχολούνται με το χιπ χοπ όσο και σε ανθρώπους που γνωρίζουν λίγα αλλά θα ήθελαν να μάθουν περισσότερα για την κουλτούρα αυτή.

Απόσπασμα από τον πρόλογο του βιβλίου:

Όσες και όσοι συνέβαλαν στη γέννηση και στην ανάπτυξη του χιπ χοπ τη δεκαετία του ’70 ήταν νέοι άνθρωποι που ο αμερικανικός καπιταλισμός είχε πετάξει στον πάτο του κοινωνικού βαρελιού. Σε πείσμα των πολιτικών αποκλεισμού και εγκατάλειψης, επιχείρησαν μέσω της τέχνης και της παρουσίας τους στον δημόσιο χώρο να ανατιμήσουν τόσο τους εαυτούς τους όσο και συνολικά την κοινότητά τους. Η κουλτούρα τους ήταν γι’ αυτούς πρωταρχικής σημασίας, καθώς τους συνέδεε με τη φυλετική και ταξική τους ιστορία, με τους πολιτικούς αγώνες των προγόνων τους αλλά και με πολιτιστικές παραδόσεις αιώνων. Αποκλεισμένη από τις νόμιμες οδούς απόκτησης κοινωνικού κύρους και υλικού πλούτου και μεγαλώνοντας σε ένα περιβάλλον που της υπενθύμιζε διαρκώς και σε όλους τους τόνους ότι η δημιουργικότητα, οι γνώσεις και οι ικανότητές της ήταν για πέταμα, η πολυεθνική νεολαία της Νέας Υόρκης παρήγαγε τις δικές της κοινότητες, τη δική της κουλτούρα, τα δικά της τραγούδια, τους δικούς της χορούς, τους δικούς της τρόπους διασκέδασης, το δικό της λεξιλόγιο, τους δικούς της ηθικούς κώδικες.

Απόσπασμα από το οπισθόφυλλο:

Οι ντιτζέι. Οι εμσί. Οι γραφείς. Οι μπιγκέρλ και οι μπιμπόι. Τα μπρέικ και τα σαμπλ. Οι ρίμες και τα λογοπαίγνια. Οι ταγκιές και τα μιούραλ. Το φούτγορκ και τα πάουερμουβ. Τα πικάπ. Τα μικρόφωνα. Τα σπρέι. Το τσιμέντο. Το γκέτο. Το Μπρονξ και το Κόμπτον. Οι συμμορίες με τα τζάκετ. Τα ραφτά και τα ρόκερ. Τα φαρδιά παντελόνια και τα φουσκωτά μπουφάν. Οι τσαμπουκάδες με την αστυνομία. Οι κλίκες. Το στιλ ως ανυπακοή. Τα πάρτι στη γειτονιά. Τα μπουμ-μποξ και ο οργανωμένος θόρυβος. Το μπιτμπόξ. Η αδρεναλίνη των μπατλ. Η μυσταγωγία των σάιφερ. Το φουριόζικο φριστάιλ. Η τέχνη της ομοιοκατάληκτης προσβολής. Τα σκιλζ. Η λόξα για δόξα. Τα γκάνγκστα ραπ και τα φεμινιστικά ραπ. Η θεωρία των σπασμένων τζαμιών και ο πόλεμος ενάντια στο γκραφίτι. Η δαιμονοποίηση της ραπ. Το άγριο στιλ και ο πόλεμος των στιλ. Η μορφωσκέδαση και το τρομοκρατόραμα. Οι προφήτες της οργής.

Δεκαπέντε κείμενα για το χιπ χοπ.
Δεκαπέντε κείμενα για την τέχνη του πολυεθνικού προλεταριάτου.
Δεκαπέντε κείμενα για την κουλτούρα μας.

Τεφλόν – Στο https://teflon.wordpress.com/

Dimitris Lyacos, Three poems

I
Sea of iron. Moon silent as pain in the depth of the mind. A body swept here and there on the rock like seaweed or a lifeless tentacle, fruit of a womb ship-wrecked by the winds, ensanguined and flesh-filled mire. The left arm cut short, the right to the end of the forearm, a rotted stick raving amid the water’s lungs. Of the ravaged mouth there remained only a wound which closed slowly. From the eyes a blurred light. The eyes without lids. The legs down to the ankles – no feet. Spasms.

II
Judgment of the sea, shackles from broken sobs
beneath the dry bowl’s split eyelids
an unseen prey –
plunder from passions’ tombs, litanies to the senses
on the point of crumbling, inarticulate melodies, lava
from beheaded rivers
blades of the waves cut deeply into the screen;
development of an hour-glass, epidemic
unmixed visions of heroes leaning
into the drunken veins of the light
the tempest that winters on the marshes –
shedding its leaves the return
of a dismembered body in the spring.

Ill
Dead jaws biting on wintry streams
broken teeth where the victim’s tremor
has disinterred their roots before adoring the hook
around the imprints of the ecstasy and the desolation
among the hecatomb’s aged branches
they are spread like a net towards the pallid sky
which like a trembling kiss falls from your lips;
regiments of the dead whispering unceasingly
in a limitless graveyard, within you
too you can no longer speak, you are drowning
and the familiar pain touches
outlets in the untrodden body
now you can walk no longer –
you crawl, there where the darkness is deeper
more tender, carcass
of a disembowelled beast
you embrace a handful of bed-ridden bones
and drift into sleep.

*From the collection ”Poena Damni The First Death”, Shoestring Press, 2000. Translation: Shorcha Sullivan. The original poems in Greek published as “”Poena Damni Ο Πρώτος Θάνατος”, Εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα 1996.

Φαίη Ρέμπελου, Δύο ποιήματα

[ ΠΑΡ’ ΟΛΙΓΟΝ ΕΡΩΤΑΣ ]

Είδες και μια εικόνα σαν έκλεισες τα μάτια,
την τελευταία φορά που είμασταν μαζί -και τρόμαξες-
το ‘νιωσα.
Ήταν λες ένα χταπόδι και οκτώ καράβια-το κάθε του πόδι ήταν δεμένο σε ένα απ’ αυτά
Κι εγώ τρόμαξα. Γιατί είδα το χταπόδι αυτό σαν την σχέση μας,
μια ξαφνική και μυστηριακή ένωση μες τη μαγεία του σύμπαντος – εμείς,
μέσα σε μία θάλασσα, ενωμένοι ερωτικά,
με τα οχτώ μαε άκρα να κυματίζουν ελεύθερα’ μα δεν μπόρεσα!
Οκτώ μου σκέψεις, εικόνες και φόβοι, ήρθαν να μας κόψουν σε οκτώ κομμάτια
όχι δύο’ να κόψουν τη σχέση μας και να αναλύσουν τον καθένα μας σε τέσσερα κομμάτια
Ο εαυτός μου: Ένα τζάμι θολό, κομματιασμένο,
ένα παζλ που ακόμη δεν έχω βρει.
Έγινα ένα μαζί σου’ ένα με Εμένα κι ένα με Εσένα – μα δεν κράτησε για πολύ –
ο τεμαχισμένος εαυτός ξαναξύπνησε μέσα μου, όρμησε καταπάνω μας
Κρατώντας μαχαίρια και ξυράφια.
Κι έτσι… δεν μπόρεσε να κρατήσει για πολύ.
Κόπηκε η ψυχή απ’ τον εγκέφαλο, και το σώμα, αχ,
Μόνο αυτό έχει πίστη, δέχεται πιωμέςνο να τ’ αγγίζεις.
μα ο εγκέφαλος, σε κάθε λιμάνι του ταξιδιού του σε απατά.
Σ’ αγαπώ, αλλά μας διέλυσα.
Τέσσερα και τέσσερα κάνουν οχτώ.
Μαζεύω τα κομμάτια μου, τα κομμάτια μας,
σου χαρίζω αυτό που σου ‘χω ήδη δώσει’ το δικό σου, να ξέρεις, δεν έχει χαθεί.
Το μυαλό μου με διασπά και μ’ ακρωτηριάζει’ η ανάνηση τηε ενότηταε με πεθαίνει. Επιλέγω τη μοναξιά.

***

[ ΠΡΙΝ ΑΓΑΠΗΣΕΙΣ ]

Πριν αγαπήσεις
δεν έχεις τίποτα’
έπειτα έχεις
ένα λουλούδι,
Ίσως και έναν άνθρωπο-
ένα δέντρο,
ένα σπίτι στην εξοχή
ή ένα ποτάμι στο δάσος,
ένα σπιρτόκουτοο
ή και μια μουσική,
μια μελωδία
ένα γλυκό άσπρο τίποτα,
μπορεί και μια πληγή στο στήθος.
Ένα παιδί
ή ένα πήδημα στο χάος
ίσως και μία θέση ολόδική σου στο τρελλάδικο.
Αστέρια που τρεμοσβήνουν,
σκοτεινή μπλε θάλασσα,
έναν βράχο,
στο μυαλό σου ένα γλυκό μούδιασμα έναν θεό
ή και το σύμπαν ολόκληρο.

*Από την ανθολογία της ομάδας ‘Ο κύκλος Των’, γεια, σ’ αγαπώ, αντίο, Αθήνα 2018.