Νίκος Μιτζάλης, μανάδες

Οι μανάδες μας είναι υποζύγια καρτερικά
που τρέφονται με τ’ αποφάγια της πατριαρχίας
έχουν μάθει στην ταπεινοφροσύνη
γιατί φοβήθηκαν την επανάσταση
Με πρόσωπα που ο χρόνος δεν τραχύνει
ξέρουν να μην σκύβουν το κεφάλι
ακόμα κι όταν υποχωρούν
Οι μανάδες μας
καθαρά σιδερωμένα πουκάμισα και λευκά κολάρα
απλωμένα σε σιδερένιο διπλό κρεβάτι
για τους αφέντες
είναι φλογερές ξανθιές που μυρίζουν πασχαλιά
σε μαγαζιά που βρωμούν θάνατο
πίνουν παρέα με αγνώστους και τον Μπουκόφσκι
ξερνούν την ψυχή τους στην καθημερινότητα
κάνουν πιάτσα στην οδό Αλβαράδο
με ψεύτικα δόντια και πληγιασμένα στήθια
φέρνουν τσιγάρα και σοκολάτες στα προαύλια φυλακών
δε ντρέπονται που μας αναγνωρίζουν
στερούνται για να μη στερήσουν
Οι μανάδες μας
συνεπαρμένες από μεσημεριανές εκπομπές
ψηφίζουν το συμφέρον τους κι ελπίζουν
ψωνίζουν απ’ τη λαϊκή και προσεύχονται για πλούσιες σοδειές
και κυρίως να μην αρρωστήσουν
οι άλλοι
Οι μανάδες μας
είναι ξενύχτια σε υπόγεια και θαλάμους νοσοκομείων
ψιθυριστές κραυγές και παρακάλια
που κρατάν βούρδουλα και παιχνίδια
κερνώντας φως και θάνατο
Οι μανάδες μας
εγκαταλελειμμένα καταφύγια
με προβληματική επανάχρηση
                                                                                                                                                                                                                                                    

«Σκηνές καθημερινότητας του κόμη Αλέξιου Ντε Λα Βέγα» – Σε μία πράξη και πέντε σκηνές

Εκδόσεις Οδός Πανός, Φεβρουάριος 2019
Επιμέλεια Διώνη Δημητριάδου
Σχεδιασμός εξωφύλλου ©Στράτος Φουντούλης

(Mare meum)

Η ζωή μου είναι
μια θάλασσα κλειστή

[τον χειμώνα φοράω ένα μαύρο
παλτό από κασμίρ
Μου το χάρισε ένας συνταξιούχος πρύτανης
που είναι νεκρός εδώ και χρόνια
Έζησε όπως πέθανε· εν ειρήνη
με τον κόσμο και την κυρία Ασπασία]

Εγώ αυτή τη θάλασσα
την ανακατεύω με ένα κουτάλι
Πετάω μέσα της πτώματα
Τις χρυσές λίρες
που δεν έδωσε στον Σαχτούρη
ο νονός του

[παρακολουθώ την κίνηση
των αυτοκινήτων στη λεωφόρο Μεσογείων
Τις ορδές των ακολούθων του οπίου
καθώς κατηφορίζουν εξερχόμενοι
από το νοσοκομείο «Η Σωτηρία»
χορτασμένοι μεθαδόνη. χαρούμενοι
– κάποια μέρα θα δοκιμάσω κι εγώ]

Η θάλασσα αυτή είναι κάπως ιδιόρρυθμη
φοράει αρώματα, πίνει κρασί,
κερνάει ούζα τον Καρούζο
Πάνω της περιπολούν Ρωμαϊκές γαλέρες
Φρουρούν ένα ναυάγιο
κρουαζιερόπλοιο, με όλη
την ορχήστρα να παίζει

– Ο Βαρβέρης διευθύνει υπέροχα –

Γύρω του κολυμπούν γυμνόστηθες γοργόνες

Λέω σε μια

«Η σχισμή
ανάμεσα στα στήθη σου
ουρλιαχτό θηρίου που επιτίθεται»

Και σε μια άλλη

«Θέλω να γλείφω
τις λέξεις
που στάζουν
απ’ το στόμα σου
στα χείλη
στο σαγόνι
στα στήθη
στην κοιλιά σου»

Αυτές κρυφογελάνε
και αναδύονται για αναπνοή

[το παλτό μου είναι μαγικό]

Το κουμπώνω
ανεβάζω τον γιακά μέχρι πάνω
και κυνηγώ τις γοργόνες, που
τρέχουν πάνω στη θάλασσα

Νίκος Σφαμένος, Από τη συλλογή “Οργή και λουλούδια σε μια χώρα νεκρών”

Μακαριότητα
 
Τα γαλάζια φορέματα και
οι νυχτερινοί ήλιοι
ο ήχος του μπουκαλιού στο
τοίχο και
μουρμουρητά από
γέρους σακάτες
τα ωραία κορίτσια και
τα ξεθωριασμένα βιβλία
 
Ω μα είναι ένας υπέροχος κόσμος
Ω μα είναι ένας υπέροχος κόσμος
 
Υγρά δωμάτια και
καλοκαιρινοί κήποι
σωροί ιδρώτα τα
ξημερώματα
λεηλατημένα μυαλά και
μισές ζωές

Ω μα είναι ένας υπέροχος κόσμος
Ω μα είναι ένας υπέροχος κόσμος

***

Τα νεκρά σώματα του Απριλίου
 
Ζωντανεύουνε εικόνες μέσα
απ’ τα
χέρια μου
ξυπνάνε φωνές
από τα
μάτια μου
τις νύχτες
η θλίψη γίνεται
τόσο μεγάλη
δεν αντέχει
στη κάμαρα
κυλά έξω
στέκεται σε
καμινάδες
καμπαναριά
 
βούισμα σε μια
άκρη
του μυαλού μου
ήχοι μιας
άγνωστης
παλιάς
μουσικής
μια ήπειρος
ανεξερεύνητη
τώρα
η θλίψη
ξαναπλώνεται στη
κάμαρα
με τυλίγει
με πνίγει
γυρνά στη πόλη
σκεπάζει
χώρες
σκόρπιες
εικόνες
λεηλατημένες
πολιτείες
 
η γεύση της
η μόνη
αλήθεια
τα ξημερώματα
λίγο πριν
οι πρώτες αχτίδες λούσουν
τα νεκρά σώματα του Απριλίου
 
***

Για σάς
 
Πολιτείες με
τα διάφανα
νερά και
τους γελαστούς
αυλικούς
τα παντοτινά
φώτα και
τα λαμπερά
κορίτσια
βασίλεια με
τ’ απέραντα
δάση και
τα φωτεινά
πρόσωπα
τις ανοιχτές
καρδιές και
τα δροσερά
γέλια
γαλήνιες χώρες
ανεξερεύνητες πόλεις
δε με σκεφτήκατε
ποτέ
όμως κάθε
βράδυ
ψηλαφούσα
τη μυρωδιά σας
με θολά
μάτια

***

Εσείς
 
Δύο μεταπτυχιακά
θέση σε κεντρική
εταιρεία
ευτυχισμένος γάμος
ξεχωριστές δημοσιεύσεις
και
ακριβό αμάξι
ταξίδια σε ευρωπαϊκές
μεγαλουπόλεις και
ενδιαφέρον για τη
τέχνη και
το σύγχρονο
λάιφστάιλ
μεγάλες γνωριμίες
δείπνα
συνεντεύξεις και
ξαφνικός
θάνατος
ειδικά αυτό το
τελευταίο
πρέπει να σου
δημιούργησε
αίσθηση


***

Μια μεγάλη νύχτα
 
«Δεν υπάρχει διέξοδος», είπε
«μας είπαν για την αγάπη, μας
μιλήσανε για την ελπίδα, δεν
υπάρχει διέξοδος».
«ας πιούμε», απάντησα
«και πως θα γίνει;»
«ας πιούμε».
«γράφεις όμως».
«ναι αλλά δε βοηθάει».
«το βλέπω στα πρόσωπά τους,
στα νεκρά βλέμματά τους,
ολόκληρη η ιστορία του
ανθρωπίνου γένους βρωμάει».
 
Άδειασα το μπουκάλι μου.
Βγήκα στο μπαλκόνι.
Κορναρίσματα
συζυγικοί καυγάδες
μυρωδιά γυναικείου αρώματος.
Ένας αλήτης πέρα παραμιλούσε.
Ο κόσμος υπήρχε για πολλά χρόνια.
«Όσο πάει φίλε»
Θα ’ταν άλλη μια μεγάλη νύχτα.
Κρατήθηκα γερά στα κάγκελα και
χαμογέλασα

***

Η Νάντια
 
μιλούσε πιο
όμορφα από
όλες
περπατούσε πιο
όμορφα από
όλες
έλαμπε στα
βρώμικα στενά
τα παιδιά τη
κοιτούσαν από
τα παραθύρια
οι πιο
θαρραλέοι την
ακολουθούσαν
σπουδές
ξέγνοιαστα χρόνια
και τώρα
τρία παιδιά
υπάλληλος
παιδικά πάρτυ
ημιαργίες
διακοπές στα
νησιά
εκδρομές
 
η Νάντια
άρχισε να
ξεθωριάζει
και όταν τα
βράδια της
έβλεπε το
φως να
σκουραίνει
κάτι υποψιαζόταν 
 
***

Ζαν Ντυβάλ
 
Οι πόλεις
εκρήγνυνται
τα άνθη
τινάζουν στο
σώμα μου
πολύχρωμο
νερό
και αυτή η
νύχτα
θα σημάνει
άλλον έναν
αγώνα
 
το φεγγάρι
γέρνει πάνω
μου
χαμογελώντας
πέρα στα
βουνά να
κυματίζει η
σημαία του
καλοκαιριού
και στα νυχτοπούλια
που θα
φτερουγίσουν
μικρές εκρήξεις
θα στιγματίσουν
ατελείωτες ώρες σιωπής

***

Ένας άνδρας
 
Βάδιζε ανήσυχα στη
κάμαρά του ένα
βράδυ του Ιούλη
πίνοντας κρασί
ήταν πολλοί εκείνοι
που
δεν τον γνώριζαν
μυστήριες μέρες
λίγες παράξενες
λέξεις
έβραζαν στο
κεφάλι του
και τώρα
κοιτούσε
κοιτούσε τα
άδεια χέρια του
 
θυμήθηκε
την ερημιά του Καρυωτάκη
τα δάκρυα του Ουράνη
τις οπτασίες του Λαπαθιώτη
τις στιγμές θανάτου της Γώγου
τις κραυγές ζώου του Χαλεπά
 
ήτανε περασμένα μεσάνυχτα
και ένας
άνδρας
κοιτούσε
κοιτούσε τα
άδεια χέρια του

***

Η Νύχτα που συνάντησα τον Τζιμ Μόρισον
 
Παραπάτησα σε μια
γωνιά
και στεκόταν σκυμμένος
μ’ ένα μισοάδειο
μπουκάλι
βρώμικη ανάσα
 
«Απέτυχα φίλε
κοίτα τους όλους
τα φώτα
τα ποιήματα
τα ζόρικα κορίτσια
και τα καινούργια τους αμάξια .
Ουρλιάζουν.
Δεν υπάρχει λύση φίλε
δώσε μια γροθιά και
γκρέμισε τους σάπιους
τοίχους αυτού του
γελοίου ονείρου».
 
Άδειασε το μπουκάλι του
το φεγγάρι άλλη μια νύχτα
στεκόταν εκεί
φωτίζοντας
βρώμικα στενά .
 
Ακολούθησα
τα ίχνη του
τραγουδώντας

*”Οργή και λουλούδια σε μια χώρα νεκρών”, 2007.

Μια ποιήτρια καταθέτει: Συνέντευξη με την ποιήτρια Ιωάννα Διαμαντοπούλου

Ο ποιητής είναι ο κύριος των λέξεων, οι λέξεις είναι γύρω από τον ποιητή και περιμένουν μια πνοή, ένα σφύριγμα, ένα νεύμα, για να καταταχτούν σε ένα ποίημα

Του Αντρέα Πολυκάρπου

Η ποιήτρια Ιωάννα Διαμαντοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Ζει και εργάζεται στη Γερμανία ως μαθηματικός. Η τελευταία της ποιητική συλλογή «Στρατός ξυπόλητων λέξεων», εκδόθηκε το 2018 από τις εκδόσεις Βακχικόν.

Πώς αντιμετωπίζετε την ποίηση: ως μια ταυτότητα ή ως μια ετερότητα μέσα στη σύγχρονη ζωή;
Η ποίηση μπορεί να είναι και τα δύο κατά την άποψή μου. Ταυτότητα ή ετερότητα έχουν ως μεταφορικό μέσο την ποίηση, οδεύοντας προς τους άλλους ή μόλις γυρνώντας από κει με ένα βαρύ φορτίο που τελικώς δεν αποδόθηκε, μια και καθ’ οδόν διαπιστώθηκε μια απόκλιση από το κοινό συναίσθημα. Ξεκινάς για τον άλλον πολλάκις, απευθύνεσαι, αναζητάς την ασφάλεια και τον καθησυχασμό της ταυτότητας. Όταν όμως νιώσεις τη μοναξιά του σχοινοβάτη μέσα στο πλήθος, τότε συνειδητοποιείς την ετερότητα και στρέφεσαι πιο πολύ προς εαυτόν. Δεν είναι μισανθρωπικό αυτό. Με περιστρεφόμενα κάτοπτρα παίζουμε, κλέφτες της πραγματικότητας καταλήγουμε όλοι, είτε της ταυτότητας είτε της ετερότητας, είτε του μονολόγου είτε του διαλόγου, σκοτεινοί τύποι είμαστε, που στην πλειοψηφία μας τρεφόμαστε με δράματα. Ίδια ή αλλότρια.

Ο ποιητής είναι μια περσόνα γύρω από τις λέξεις ή λειτουργεί με έναν ενστικτώδη ορμεμφυτισμό;
Ο ποιητής είναι ο κύριος των λέξεων, οι λέξεις είναι γύρω από τον ποιητή και περιμένουν μια πνοή, ένα σφύριγμα, ένα νεύμα, για να καταταχτούν σε ένα ποίημα. Ίσως προαιώνιο. Ίσως ζωντανό, νεκρό ή νεκραναστημένο. Συνήθως τίποτε καινούριο, συνήθως κάτι με τη ζεστασιά του γνωστού. Ο ποιητής είναι ο κύριος των λέξεων. Τις καλεί να τον υποστηρίξουν όταν βαριά συναισθήματα πρέπει να φορτωθούν για αλλού. Πολλάκις μέσα στη νύχτα.

Μπορεί η τέχνη να κλείσει τις πληγές των ανθρώπων μέσα σε μια ενδότερη υπαρξιακή διαλεκτική;
Ας είμαστε ευχαριστημένοι με προσωρινή επούλωση πληγών. Και μια και μιλάμε για πληγές, αναφερόμενη στον Σινόπουλο, να επισημάνω τη δυσπιστία του με τα ξένα χέρια πάνω στις πληγές του «γιατί έχουμε πολλές πληγές, γι’ αυτό το χέρι πρέπει να ’ναι καθαρό που θα περάσει επάνω…» Κάπως έτσι ο στίχος όπως τον θυμάμαι. Όχι, δεν πιστεύω στην ίαση μέσω της Τέχνης, πιστεύω στην παρηγοριά. Η ταύτιση είναι μια παρηγοριά, μοιράζει δίκαια τον πόνο. Ή σε περίπτωση αδυναμίας ταύτισης, η μοναξιά της διαφορετικότητας παράγει δίπλα σου έναν στρόβιλο αλαζονείας, στο τέλος νιώθεις λίγο πιο πάνω από όσους δεν σε κατανοούν και, κατοικώντας επί συννέφων, δεν διακινδυνεύεις γήινες συγκρούσεις. Καλό είναι αυτό, αλλά τελικά δεν θεραπεύεσαι.

Πιστεύετε ότι ακολουθείτε το δρόμο άλλων ποιητών ή ακολουθείτε μια μοναχική πορεία μέσα στη γραφή σας;
Πιστεύω ότι όλοι πορευόμαστε και μαζί και μόνοι. Και αυτό καλό είναι. Μόνο με το «μαζί» χάνει ο άνθρωπος την ιδιαίτερη οσμή του. Πρέπει ο άνθρωπος, ποιητής ή μη, να ασκείται στη μοναχικότητα. Δεδομένου ότι η αρχή και το τέλος της ανθρώπινης ύπαρξης είναι τόσο μοναχικά, φεύγοντας από αυτά με την ψευδαίσθηση της διαφυγής, χάνεσαι σε οδούς τεθλασμένες που θα σε κάνουν μεν στιγμιαία να ξεχάσεις τη μοναχικότητα της ύπαρξης, η οποία όμως δεν παύει να υφίσταται. Όταν αναγκαστείς να την αντιμετωπίσεις απροετοίμαστος, το πρόσωπό της δεν θα σου είναι τόσο οικείο, θα σου φανεί μάλλον σκληρό. Και μαζί λοιπόν γιατί είναι ωραίες οι παραλληλίες, αλλά και μόνοι για να γλείφουμε κατ’ ιδίαν τις πληγές μας.

Ποιες εικόνες κρατάτε μέσα σας από τη ζωή σας; Ποιές εικόνες με άλλα λόγια εφορμούν στη γραφή σας;
Κάποιες εικόνες ταξιδεύουν μαζί μου χρόνια, διστακτικές αυτές, διστακτική κι εγώ μαζί τους. Ίσως κάποιων την ύπαρξη να αγνοώ… Εικόνες που διατηρούν την αυτονομία τους και αρνούνται πεισματικά τη μετάλλαξή τους. Υπάρχουν και εικόνες-βομβιστές, εξωτερικά ερεθίσματα που εκβιάζουν τον λόγο, που δημιουργούν πρόωρους τοκετούς. Τα προσωπικά αποθηκευμένα βιώματα υπάρχουν πάντα, δεν βιάζονται, είναι βραδείας ανάφλεξης και πολύ επιλεκτικά όσον αφορά τους συνδυασμούς ή την ανάμειξή τους σε ένα ποίημα. Δηλαδή εικόνες υπάρχουν από προσωπικά βιώματα, αλλά και εξωτερικής παρατήρησης αποτελέσματα που κάποιες φορές συμπράττουν.

Ποια ερωτήματα καλείται να απαντήσει ο ποιητής διαχρονικά αλλά και στο παρόν που ζούμε;
Ο ποιητής καλείται να απαντήσει πάντα τα ίδια ερωτήματα. Οι ανθρώπινες σταθερές είναι οι ίδιες, ίδια ο πόνος, η θλίψη, η χαρά, η φύση – αν και πολύ ταλαιπωρημένη… προϊόντος του χρόνου όλο και περισσότερο. Τα ερωτήματα δεν ευτυχούν πάντα απαντήσεων. Απλώς δεν υπάρχουν απαντήσεις για όλα. Καλό είναι όμως η ποίηση να θέτει και ερωτήματα, να αφυπνίζει συνειδήσεις. Αναρωτώμενος υπάρχεις.

Ποιο το νόημα της λέξης στην ποίηση; Μια απλή μορφή έκφρασης ή ένα ψυχικό αποτύπωμα;
Η κάθε λέξη αντιστοιχεί σε ένα ψυχικό αποτύπωμα. Πρόκειται περί αμφιμονοσήμαντης αντιστοιχίας, το ψυχικό αποτύπωμα ψάχνει, βρίσκει και γαντζώνεται πάνω στη λέξη που του ταιριάζει και αντιστρόφως. Στο κοινό ψάξιμο συναντώνται καθ’ οδόν.

Είναι η ποίηση το καταφύγιο του ανθρώπου;
Η ποίηση είναι καταφύγιο και για τους γράφοντες και για τους αναγνώστες. Με μία εντατική ανάγνωση παράλληλου καταγεγραμμένου συναισθήματος, το αναβιώνεις, το αναζητάς αν είναι κρυμμένο, νιώθεις τη χαρά της εύρεσης όταν το ανακαλύπτεις, συμμετέχεις. Δεν είναι γέννα η ανάγνωση ποίησης, είναι όμως υιοθεσία. Επίσης σημαντική. Όσον αφορά τους γράφοντες ποίηση, εναποθέτουν σε λόγια το βαρύ φορτίο που κουβαλούν ή -να το πω αλλιώς- με μοχλό τη γλώσσα, μετακινούν συναισθηματικούς όγκους… κάπως έτσι.

Μπορεί ο κόσμος να ζήσει ποιητικά;
Ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει αναμφισβήτητα ποιητικά. Αυτό βέβαια απαιτεί περισσότερη επαφή με τον εαυτό, άνοιγμα ενός δρόμου ανάμεσα σε αυτό που σκέφτεται και αυτό που νιώθει. Ο ποιητικός δρόμος είναι σε μεγάλα τμήματά του μοναχικός και ο άνθρωπος πρέπει να μπορεί να αποσύρεται από τη συνάφεια του κόσμου και των συναναστροφών, παίρνοντας μαζί προς επεξεργασία τις παρατηρήσεις του. Έτσι μόνο μπορεί κανείς να ακούσει τις εσωτερικές του φωνές. Εύκολο λοιπόν δεν είναι. Σε έναν κόσμο που σου προσφέρει τα εύκολα, γιατί να διαλέξεις τα δύσκολα – σκέφτονται πολλοί. Ή δεν σκέφτονται καν. Δρουν προς ευκολία τους. Αντιποιητικά.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://www.newsbomb.com.cy/perissotera/story/738868/mia-poiitria-katathetei-synenteyxi-me-tin-poiitria-ioanna-diamantopoyloy?fbclid=IwAR2E925C4GPZPO0YOd9tHw1_RruHm2sXozxcw38fnsvvp5AzqHmCo50ltzg

Δημήτρης Τρωαδίτης – Λοξές Ματιές, Στοχαστής 2018 – (γιατί η ελπίδα πεθαίνει τελευταία)

Βαγγέλης Αλεξόπουλος

Ο Δημήτρης Τρωαδίτης γεννήθηκε στην Αθήνα. Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 με αρχές της δεκαετίας του ’80 συμμετείχε σε ομάδα θεάτρου σκιών και μουσικό συγκρότημα. Με την ποίηση ασχολείται από τα γυμνασιακά του χρόνια. Από το 1992 ζει μόνιμα στην Μελβούρνη. Εργάζεται ως δημοσιογράφος σε εφημερίδες, κυρίως της ομογένειας. Ποιήματά του έχουν βραβευθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά τόσο στην Ελλάδα όσο και Αυστραλία, στα Ελληνικά και στα Αγγλικά. Οργανώνει ποιητικές εκδηλώσεις στην Μελβούρνη, ενώ ασχολείται με την ποιητική μετάφραση.
Έχει, επίσης, κάνει μεταφράσεις πολλών άρθρων πολιτικού και ιστορικού περιεχομένου. Διατηρεί την ιστοσελίδα ποίησης “Το Κόσκινο” στη διεύθυνση http://tokoskino.me

Πριν από τις Λοξές Ματιές Εκδόσεις Στοχαστής 2018, έχουν προηγηθεί οι ποιητικές συλλογές: «Η οργή, το όνειρο και η ζωή», 1997, «Με μια κόκκινη ανάταση» Εκδόσεις Στοχαστής 2016, «Η μοναξιά του χρόνου» Εκδόσεις Οδός Πανός 2016, «Ωδή στο ανικανοποίητο» Εκδόσεις Παλινωδίαι 2017, «Ακροβασίες», Owl Publishing, 2017και «Δίοδος διαφυγής» Εκδόσεις Κύμα 2018.

Ο Δημήτρης Τρωαδίτης από την πρώτη στιγμή που εμφανίστηκε στην ελληνική ποίηση μας έδειξε ότι έχει κατακτήσει τη δική του μονοσήμαντη και αυτόφωτη ποιητική φωνή. Αυτό το τονίζω γιατί είναι μία από τις συνιστώσες που κάνουν την ποίηση να διαρκεί στο χρόνο. Η ιδιαίτερη φωνή του κάθε ποιητή. Το «στυλ», είναι σημαντικό. Να διαβάζουμε δηλαδή ποιήματα και να αναγνωρίζουμε τον συγγραφέα πριν διαβάσουμε το όνομά του στο βιβλίο. Ειδικά αν τα ποιήματα αυτά τα έχει γράψει κάποιος άλλος τότε μιλάμε για σπουδαία ποίηση καθώς ο δημιουργός έχει αφήσει το στίγμα του επηρεάζοντας άλλους δημιουργούς. Κάπως έτσι δημιουργούνται οι ποιητικές σχολές.

Ο Ίταλο Καλβίνο είχε γράψει το 1984 μια σειρά διαλέξεων τις οποίες σκόπευε να δώσει στο Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, δεν πρόλαβε γιατί στο μεταξύ εγκατέλειψε τον μάταιο τούτο κόσμο. Ωστόσο οι διαλέξεις αυτές συγκεντρώθηκαν και εκδόθηκαν με τον τίτλο Τα Αμερικανικά Μαθήματα.

Εκεί περιγράφει τα κριτήρια που πρέπει να πληροί ένα έργο τέχνης.
Τα κριτήρια αυτά είναι: η Ελαφρότητα, η Ταχύτητα, η Ακρίβεια, η Οπτικότητα και η Πολλαπλότητα.
Τα στοιχεία αυτά είναι αναγνωρίσιμα με σαφήνεια στην ποίηση του Δημήτρη Τρωαδίτη.

Σημαντικό στοιχείο στη ποίηση του Τρωαδίτη είναι το γεγονός ότι οι ποιητικές του συλλογές συνομιλούν μεταξύ τους όπως και τα επιμέρους ποιήματα συνομιλούν στην κάθε συλλογή.

Και άρωμα Γκίνσμπεργκ θα ανιχνεύσουμε στην ποίησή του και πινελιές από τον Μιχάλη Κατσαρό. Ο Τρωαδίτης έχει διαβάσει πολλή ποίηση, έχει μελετήσει τις ποιητικές σχολές και μέσα από την ιστοσελίδα του Το Κόσκινο τις έχει παρουσιάσει σε όσους ξέρουν να αναζητούν. Εκεί θα ανακαλύψουμε μια μεγάλη βάση δεδομένων ποιητών και ποιημάτων, όχι μόνο Ελλήνων αλλά και αγγλόφωνων και ισπανόφωνων ποιητών σε Ελληνικές μεταφράσεις αλλά και στο πρωτότυπο.

Έτσι έχει δημιουργήσει το στέρεο υπόβαθρο για να αποτυπώσει τη δική του ποιητική άποψη. Και φυσικά δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να εξελιχθεί ένας ποιητής.

Είχα γράψει στο παρελθόν για την ποίηση του Τρωαδίτη και συνεχίζω να το διαπιστώνω και σε αυτή τη συλλογή ότι τρεις είναι οι κύριοι άξονες γύρω από τους οποίους περιστρέφεται η ποίησή του.

Βεβαίως και είναι πρωτίστως ένας κοινωνικός ποιητής, ταυτόχρονα όμως είναι και τα υπαρξιακά ζητήματα παρόντα στην ποίησή του όπως και η ίδια η ποιητική τέχνη που τον απασχολούν.

Ο ποιητής κάνει τέχνη για να διαχειριστεί τη θνητότητα, να νικήσει τον θάνατο..

«Και πάντα η γη θα σκίζεται κάτω από τα πόδια του ποιητή» γράφει.

Καμία σχέση δεν έχει ο Τρωαδίτης με τους λεγόμενους ποιητές της κρίσης. Ο δημιουργός γνώριζε την κρίση, πριν αυτή γίνει παγκόσμια και την είχε προαναγγείλει. Η αδικία, η εκμετάλλευση ο πόλεμος η προσφυγιά προϋπήρχε της ελληνικής κρίσης απλά οι Έλληνες δε το γνώριζαν. Η έκφραση «μακριά από εμάς κι όπου θέλει ας είναι», αποτελεί ένα από τα mόto του Σύγχρονου Ελληνικού πολιτισμού μετά τη μεταπολίτευση.

Σημειώνει:

Οι πρόγονοί μου αμαξηλάτες
σε παρόδους σκοτεινές
σε ουρανούς χωρίς φώτα
αφήνοντας παραλλαγμένες
ανάσες τα πρωινά
πυροβολώντας άστοχα.

Και διαπιστώνει πως «η αντίσταση πρόδωσε τον εαυτό της»

Και είναι «ένα κερί που τείνει να αντισταθεί»

Πως «το ζητούμενο δεν είναι να ξεγελάσουμε την πείνα μας.»

Υπάρχει ρυθμός, υπάρχει μελωδία στα ποιήματα του Τρωαδίτη. Τα τριάντα οκτώ (38) ποιήματα της συλλογής αποτελούν συνιστώσες μιας ολοκληρωμένης σύνθεσης.

Το μόνο που δεν περιλαμβάνει η ποίηση του Τρωαδίτη είναι οι αγάπες και τα λουλούδια.

Τα ποιήματα του Τρωαδίτη, συνομιλούν σε τραπέζια στρογγυλά χωρίς κεφαλές και υπονοούμενα. Σε τραπέζια που δε σερβίρουν μόσχο σιτευτό αλλά φακές και κόκκινο κρασί.

Ο ποιητής διαπιστώνει τα προβλήματα, δεν τα κοιτά όμως άπραγος και απογοητευμένος. Αντίθετα μας καλεί να πράξουμε, να συνεργαστούμε και να συμβάλλουμε με την τέχνη μας, με την εργασία μας, με την αγάπη μας προς το συνάνθρωπο.

Επαναλαμβάνω τους στίχους του:

«Όμως εμείς οι τυφλοί ζωγράφοι δε θα κρεμάσουμε τις παλέτες μας δε θα παραδώσουμε τα χρώματά μας.»

«Και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να αφήσουμε το άσπρο να εξορίσει τα άλλα χρώματα.»

Γιατί;

«Μα γιατί η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.»

Αθήνα, 22 Ιανουαρίου 2019

Ζωή Καραπατάκη, Τρία ποιήματα

Άλαδε, Μύσται

Ανησυχούσα για τον ύπνο σου
Περισσότερο από σένα
Τον είχα δει να σε φωτογραφίζει
Ενώ εσύ δεν ήθελες
Παρά τις κραυγές σου
Τις συσπάσεις του σώματος
Και τις βίαιες εκτινάξεις
Η φωτογράφιση γινόταν

Στον σκοτεινό θάλαμο
Ήμουν και εγώ
Βοηθούσα έφερνα τα απαραίτητα
Και συχνά σε κρατούσα ακίνητο
Για να βγεί καλύτερη
Η φωτογραφία

Ο ύπνος δούλευε όλη τη νύχτα
Αυτή άλλωστε ήταν η δουλειά του
Να προσηλώνεται στην εστίαση
Έπρεπε να χαρτογραφήσει περιοχές
Που κανένας άλλος δεν θα μπορούσε
Παρά μόνον αυτός

Υπήρχε τόσο σκοτάδι

Άλλωστε την ημέρα καθαρμοί
Δεν γίνονται πια

***

Λάμπα θυέλλης

Καμμιά φορά
Το ποίημα έρχεται
Όταν είναι αργά για πράξεις ή για μετάνοια
Έρχεται σαν επανόρθωση
Έρχεται για να καλύψει
Το χώρο του βιωμένου κενού
Να εισχωρήσει τοποθετώντας

Στη θέση του μια μικρή σοφία

Και μια πικρή επιτελεστικότητα
Ύστερη βέβαια

Ανάβει το φως μιας
Λάμπας θυέλλης ο ποιητής
Που τρεμοπαίζει
Και βαδίζει ενώ
Το γεννηθήτω φως
Παραμένει κυρίαρχο

***

Τόσκα

Θα ζητήσω απ’ το θείο Βάνια
Ένα μικρό χώρο κοντά του
Να δουλέψουμε μαζί
Αυτός τους λογαριασμούς του
Για τα χωράφια κι εγώ τα δικά μου
Διάβασμα και ίσως γράψιμο
Αφού ταιριάζουμε….
Το λοιπόν καλύτερα
Να ‘μαστε παρέα
Έχοντας τη θαλπωρή της συντροφιάς
Και τα συνήθεια της μέρας

Τσάϊ το πρωί
Στη μία φαγητό όπως όλοι οι άνθρωποι
Το βράδυ δείπνο

Κάπου κάπου θα μπαίνει
Και η Σόνια

“Θ’ αναπαυτούμε, θ’ αναπαυτούμε
θ’ ακούσουμε τους αγγέλους
Θα δούμε ολόκληρο τον ουρανό
Σπαρμένο με διαμάντια
Το πιστεύω”

*Τόσκα: λέξη ρώσικη ουσιαστικά αμετάφραστη, ίσως νοσταλγία, βαρυθυμία, ερημιά.

**Από τη συλλογή “Ο παίκτης και το παίγνιο”, εκδ. Νησίδες.

Βλασφημία

Ι.Μ's avatarLos Innuendos

Σήμερα ήρθα στο σπίτι σου.

Δεν ήσουν εκεί.

Κάλεσα το όνομα σου αρκετές φορές και δεν απάντησες ούτε μια.

Είχαν έρθει κι άλλοι για τον ίδιο λόγο.

Σε καλούσαν κι αυτοί.

Κανεις τους δε σε είδε.

Όσο κι αν κάποιοι προσποιήθηκαν.

Έχω έρθει τόσες φορές από το σπίτι σου. Και σε έχω φωνάξει άλλες τόσες.

Παλιά πίστευα ότι δεν έρχεσαι επειδή «είμαι κακό παιδί».

Μετά μεγάλωσα

Δεν είμαι παιδί πια.

Γέρασα.

Και σίγουρα δεν είμαι κακός.

Με τα κριτήρια που εσυ ορίζεις την κακια.

Γυρνώντας από το σπίτι σου, κοίταξα λίγο πιο έξω, στο δρόμο.

Ήταν κάποιοι που είχαν χάσει κάθε ελπίδα να σε δουν. Δεν είχαν καν τα ρούχα για να έρθουν μέχρι εκεί.

Έβγαλα κάποια από τα δικά μου και τους τα έδωσα.

Με κοίταξαν.

Κι είδα κάπου εκεί στα μάτια τους εσένα.

Ξανακοιταξα κι είχες χαθεί.

Στην επόμενη στροφή είδα κάποιους άλλους. Αυτοί σε είχαν ξεχάσει. Δεν…

View original post 99 more words

Kadya Molodowsky, Τρία ποιήματα

Επιλογή-Μετάφραση-Επίμετρο: Νικολέττα Σίμωνος

Σ’ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΗΡΘΑ


Σ’ αυτόν τον κόσμο ήρθα για ν’ αγαπώ και να προσεύχομαι,
Σ’ έναν τέτοιο κόσμο,
Σ’ έναν τέτοιο καιρό,
Όταν, κάτω από τα ανοιχτά παράθυρα
Τίμιων ανθρώπων,
Χτυπούν δεκαεξάχρονα παιδιά με ατσάλινους λοστούς –
Πόσο γελοία έγινα
Με τις αγάπες και τις προσευχές μου.
Και πολύ αργότερα, ίσως
Πολύ αργότερα απ’ ό,τι να δεχθεί θα μπορούσε το μυαλό μου,
Παντού
Στα σπίτια πλάι,
Θα στηθούν γκιλοτίνες.
Το βλέμμα στρέφω προς τη γη, το φιλέσπλαχνο τούτο πλάσμα
Που αναβλύζει και ταΐζει
Και, για να ζεσταίνω το στρώμα μου, κουβαλώ
Μια κοκκαλιάρα γάτα, να κλαίει γοερά
Μες στο παγερό ψύχος του χειμώνα

1935

ΕΛΕΗΜΩΝ ΘΕΟΣ


Ελεήμων Θεέ,
Διάλεξε άλλο λαό,
Εξέλεξε άλλο για εκλεκτό σου.
Έχουμε σιχαθεί το θάνατο, τον πεθαμό,
Έχουν στερέψει οι προσευχές μας.
Διάλεξε άλλο λαό,
Εξέλεξε άλλο για εκλεκτό σου.
Άλλο αίμα δεν έχουμε
Για να θυσιαστούμε.
Ερήμωσε το σπίτι μας.
Δε φτάνει πια η γη για τα μνήματά μας,
Κανένας θρήνος για εμάς,
Κανένα μοιρολόι
Στα παλιά, ιερά βιβλία.

Ελεήμων Θεέ,
Άλλη καθάγιασε χώρα.
Ένα όρος άλλο.
Έχουμε γιομίσει όλους τους αγρούς, την κάθε πέτρα
Με στάχτη, με στάχτη ιερή.
Με τους γέρους,
Με τους νέους,
Με τα μωρά, πληρώσαμε
Για κάθε γράμμα των Δέκα Εντολών σου.

Ελεήμων Θεέ,
Το πύρινο ανασήκωσε φρύδι σου,
Και δες τους λαούς του κόσμου–
Τις προφητείες αποκάλυψέ τους και τις Ημέρες του Δέους.
Ο λόγος σου ψελλίζεται σε κάθε γλώσσα–
Τις θαυμαστές δίδαξέ τους πράξεις,
Τους τρόπους του πειρασμού.

Ελεήμων Θεέ,
Σ’ εμάς δώσε ενδύματα απλοϊκά,
Σαν των ποιμένων στη βοσκή,
Των σιδεράδων στο σφυρί,
Των πλυστρών, των βυρσοδεψών,
Aκόμα και των κατώτερων αυτών.
Και κάνε μας μια χάρη ακόμα:
Ελεήμων Θεέ,
Απάλλαξέ μας από τη Θεϊκή Παρουσία της διανοίας.

1945

ΟΤΑΝ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕ ΜΕ ΦΩΝΑΖΕΙ

Η μάνα μου δε με φωνάζει με τ’ όνομά μου –
Γιατί η μάνα μου είναι πεθαμένη.
Ο πατέρας μου δε με φωνάζει με τ’ όνομά μου –
Γιατί ο πατέρας μου είναι νεκρός.
Μήτε ο Θεός με φωνάζει με τ’ όνομά μου –
Γιατί ο Θεός διασκεδάζει στο καρναβάλι του Πουρίμ,
Μεταμφιέστηκε σε σκύλο
Και θρηνεί φωναχτά μες στη νύχτα.
Τον διώχνω μ’ ένα κλαδί
Ήσυχη να μ’ αφήσει.

Αναπαύσου, καρδιά μου –
Αναπαύσου μια στιγμή τώρα που ο Θεός λείπει.
Αναπαύσου μια στιγμή
Τώρα που του κορμιού μου η υπομονή έχει εξαντληθεί.
Αναπαύσου μια στιγμή
Ωσότου μια καμπάνα χτυπήσει,
Ωσότου με καλέσει ο θρήνος που
στη ράχη μου κρέμεται σα σακί.
Μια στιγμή αναπαύσου –
Μια στιγμή δίχως Θεό.

*Μετάφραση από τα γίντις στα αγγλικά: Kathryn Hellerstein
**Μετάφραση από τα αγγλικά στα ελληνκά: Νικολέττα Σίμωνος.

Επίμετρο

Η Κάτια Μολοντόβσκυ [Kadya (ή Kadia) Molodowsky, 1894-1975] ήταν Αμερικανοεβραία ποιήτρια, συγγραφέας και εκδότρια στη γλώσσα γίντις. Γεννήθηκε στη σημερινή Λευκορωσία, όπου τελείωσε το σχολείο και σπούδασε παιδαγωγικά. Συνέχισε τις σπουδές της στη Βαρσοβία, όχι για πολύ, ωστόσο, καθώς οι εν λόγω σπουδές στην Πολωνία εντέλει την οδήγησαν στην Ουκρανία, και συγκεκριμένα στην Οδησσό. Μετά από απανωτές και ανεπιτυχείς προσπάθειες να επιστρέψει στην πατρίδα της, αναγκάστηκε να ζήσει, για πολλά χρόνια, πρώτα στο Κίεβο (όπου είχε εγκλωβιστεί κατά τη διάρκεια των πογκρόμ του 1919) και έπειτα στη Βαρσοβία (όπου, ομοίως, βίωσε την εκεί βία που είχε ήδη ξεσπάσει εναντίον των Εβραίων). Το 1935, ήδη παντρεμένη, μεταναστεύει στις ΗΠΑ. Ωστόσο, το 1949, επιχειρεί να ζήσει στο Τελ Αβίβ, στο νεοϊδρυθέν τότε κράτος του Ισραήλ, όπου και διαμένει μέχρι το 1952, οπότε και επιστρέφει οριστικά πια στις ΗΠΑ. Το 1974, χάνει το σύζυγό της, στη Νέα Υόρκη όπου και διέμεναν από της άφιξής τους στην Αμερική, και έναν χρόνο αργότερα καταλήγει και η ίδια, στη Φιλαδέλφεια κοντά σε συγγενείς της.


Κατά τη διάρκεια της ζωής της, η Μολοντόβσκυ εξέδωσε έξι ποιητικές συλλογές, ενώ καταπιάστηκε και με τη συγγραφή ποιημάτων και ιστοριών για παιδιά, μυθιστορημάτων, διηγημάτων, καθώς και θεατρικών και αυτοβιογραφικών έργων. Αφιέρωσε τη ζωή της στη διδασκαλία των γίντις και των εβραϊκών σε παιδιά κατά κύριο λόγο, μεταδίδοντας, πρωτίστως, την αγάπη και την έγνοια της για τη μητρική της γλώσσα. Το 1971, τιμήθηκε, στο Τελ Αβίβ, με το Itzik Manger, το σημαντικότερο βραβείο των εβραϊκών γραμμάτων. Υπήρξε μία από τις πλέον διακεκριμένες ποιήτριες της σύγχρονης εβραϊκής λογοτεχνίας· πολυδιαβασμένη από τους αναγνώστες της λογοτεχνίας στα γίντις, αλλά σχεδόν άγνωστη στο αγγλόφωνο αναγνωστικό κοινό, αφού έλαχιστο μέρος του έργου της έχει μεταφραστεί στην αγγλική γλώσσα. Σύμφωνα, μάλιστα, με την ακαδημαϊκό Kathryn Hellerstein, η οποία έχει μεταφράσει μεγάλο μέρος του ποιητικού της έργου και αποτελεί τη σημαντικότερη, ίσως, μελετήτρια του συνόλου του έργου της, «η ποίηση της δυναμικής και ανεξάρτητης αυτής γυναίκας αξίζει να γίνει ευρύτερα γνωστή και προσβάσιμη». Η Μολοντόβσκυ δέχτηκε επιρροές από το ρωσικό συμβολισμό, τον εβραϊκό μοντερνισμό (και, μέσω αυτού, από τον αμερικανικό και τον ευρωπαϊκό), την εβραϊκή Βίβλο, τη ραββινική φιλολογία, την εβραϊκή παράδοση, τον εβραϊκό λαό και τις δοκιμασίες του, τους κοινωνικούς αγώνες, κλπ. Στο έργο της, καταπιάνεται, επίσης, με θέματα όπως η θέση της γυναίκας, η πολιτική ευθύνη του ποιητή, η εθνική ταυτότητα, οι θρησκευτικές πεποιθήσεις, ο αισθητικισμός και η ατομικότητα. 

Το πρώτο ποίημα από τα ανωτέρω πραγματεύεται τις εμπειρίες της από τη βία που είχε διαδοθεί σε όλη την Πολωνία ενάντια στον εβραϊκό πληθυσμό μεταξύ 1935-1937, με το περίφημο πογκρόμ του Przytyk, η οποία και την ανάγκασε να εγκαταλείψει τη χώρα για την Αμερική. Μέσα από τα εν λόγω γεγονότα γεννήθηκε, την ίδια περίοδο, και το τρίτο ποίημα. Το ποιητικό υποκείμενο θρηνεί την εγκατάλειψη από τους γονείς του, αλλά και από τον ίδιο το Θεό ο οποίος έχει αφήσει τον εβραϊκό λαό στην τύχη του. Ενώ θρηνεί, λοιπόν, επωμίζεται και το βάρος της ευθύνης για τη σωτηρία του, προσπαθώντας να διαχειριστεί το διπλό τούτο ψυχικό φορτίο. Τέλος, το δεύτερο ποίημα, γραμμένο το 1945, θεωρείται ως ένα εκ των σπουδαιοτέρων της. Αξίζει δέ να σημειωθεί πως γράφτηκε από μια ποιήτρια που ενώ μεγάλωσε στην Ανατολική Ευρώπη και είχε πλήρη επίγνωση των γεγονότων του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και του Ολοκαυτώματος, εντούτοις βίωσε τη φρίκη τους από «απόσταση ασφαλείας».