Massimiliano Damaggio, Ένα ποίημα

Πολύς είναι ο πόνος, κι εγώ λίγος
ανοίγω την πόρτα: πάω να δουλέψω
τον πόνο με τα χέρια
πολλών ανθρώπων
στις αλυσίδες της καρότσας
που ξαναβγαίνουν αποκαρδιωμένοι
μέσ’ απ’ τα συντρίμμια της κάθε μέρας
μασώντας αποδείξεις
.
Και στη χαρτόκουτα
που κοιμούνται οι πρωτόγονοι
σ’ έναν κύβο χωρίς γλωσσάρι
εξατμίζεται η ζέστη
το ένα δάχτυλο μετά τ’ άλλο
μέχρι που πέφτει ο σφυγμός
κι από την τρύπα της ασφάλτου
βλασταίνει, χλιαρά, το μίσος

Όπως το ενεργούμενο το χάδι
που τη δύναμή του να ελέγξει δεν μπορεί
όπως ο σκύλος που απ’ την πολλή του αγάπη
κατέφαγε του παιδιού το πρόσωπο

*Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου]

È molto il dolore, e io poco
apro la porta: vado a lavorare
il dolore con le mani
degli uomini molti
alla catena del carrello
che riemergono delusi
dalle macerie quotidiane
masticando gli scontrini

Ε alla scatola di cartone
dove dormono gli involuti
in un cubo senza lessico
evapora il calore
un dito dopo l’altro
fino a quando il polso cede
e dal buco nell’asfalto
germoglia, tiepido, un rancore

Come la carezza energumena
che non sa dosare la forza
come il cane che per troppo amore
al bambino ha divorato il volto

*Από το “EDIFICI PERICOLANTI”, 2017 / “ΤΑ ΚΤΙΡΙΑ ΤΑ ΕΠΙΣΦΑΛΗ”, 2017]

Ζωή Καραπατάκη, Ο δρόμος

Είναι στον Εθνικό Κήπο
Που με κάλεσε
Το γλυκό χειμωνιάτικο απόγευμα
Εκεί κοντά στα Χριστούγενα

Εντός του οι πορτοκαλιές φρόνιμες και μετρημένες
Κοιτούσαν τους καρπούς τους στο έδαφος
Το θάλπος απ’ τη φωτεινή σάρκα τους
Ενίσχυε σημαντικά την παλέτα του δειλινού
Γλώσσες από φως
Με ήσυχες αναλαμπές
Πότε γλυστρούσαν άφωνες στο χώμα
Πότε στις ψηλότερες κορφές

Ο χωμάτινος δρομίσκος
Καμπύλωνε ελαφρά
Καθώς ανηφόριζε με αυτοπεποίθηση
Περνούσε δίπλα από βαριές ρίζες
Στοχαστικές
Και αφουγκραζόταν τη σκέψη τους
Ενώ περπατούσα
Τα πόδια μου στερεώνονταν πάνω του
Με εμπιστοσύνη και αφοσίωση
Μακάρι να συνέχιζε την πορεία του
Με τα παλιά έμπιστα δέντρα να περπατούν
Στο πλάι του
Σοβαρά όπως πάντα
Μονολόγησα
Και να έκλεινε μέσα του
Την καρδιά αυτής της πόλης
Που υποφέρει εδώ και καιρό
Από κολπική μαρμαρυγή

Ποιήματα του Κώστα Δεσποινιάδη στα βουλγάρικα

Επτά ποιήματα από τη συλλογή “Ζέλμπα” δημοσιευμένα στο πρόσφατο τεύχος του περιοδικού Stranitsa (Страница) της Βουλγαρίας, σε μετάφραση της Εκατερίνα Γκριγκόροβα.

Στη φλέβα της ποίησης

Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης*

Γλείφει πληγές τούτη η γραφή. Πρώτα δείχνει τα τραύματά της κι ύστερα σκύβει μονάχη της και τα περιθάλπει. Σαν το παρατημένο σκυλί στην άκρη του δρόμου. Γιατί εδώ η ποίηση κατεβαίνει στην άκρη του δρόμου. Σέρνεται τραυματισμένη, φέροντας στις πλάτες της το υποκείμενό της, κουβαλώντας τον κόσμο της. Και αν στις προηγούμενες συλλογές («Ρητορική ένδεια», Βακχικόν, 2013, «Τα Γυάλινα μάτια των ψαριών», Βακχικόν, 2016) τυλιγόταν συχνά με τον επίδεσμο του αρχαίου μύθου, τώρα προτιμά την ευθύβολη αποκάλυψη.

Πιο σίγουρη η Παραδεισανού για τον εαυτό της, πιο έμπειρη στη χρήση των εκφραστικών της μέσων, μπορεί πλέον να μιλάει για το παρόν χωρίς να προσφεύγει στις αλληγορίες του παρελθόντος. Οπότε ο ήδη γνωστός ποιητικός της χώρος, αποκαλύπτεται ακόμη καθαρότερα, κατοικημένος από τη μοναξιά, την έλλειψη επικοινωνίας, την οδύνη, την απόγνωση και το πείσμα. Το ποιητικό υποκείμενο νιώθει να συντρίβεται μέσα σε ένα εχθρικό περιβάλλον που το κυκλώνει απειλητικά και το υποβάλλει σταθερά στη διαδικασία της αλλοτρίωσης. Οι αισθήσεις υποχωρούν, η εξωτερική εικόνα παραμορφώνεται, τα ανθρώπινα γνωρίσματα αποκτούν τερατώδη όψη, το εγώ κινδυνεύει να γίνει αυτό. Δεν είναι τυχαίο το σταθερά επανερχόμενο θέμα του πνιγμού, ο εφιάλτης του βυθίσματος, η αίσθηση της αιώρησης και το βίωμα της απουσίας.

Ο ποιητικός κόσμος της Παραδεισανού κείται στο μεταίχμιο της διαπάλης του έξω με το μέσα, είναι το στραπατσαρισμένο δέρμα, η άηχη φωνή, τα βγαλμένα μάτια. Η άρθρωσή του, το ξεδίπλωμά του, η εκφορά του είναι η άμυνα του ποιητικού υποκειμένου, η δήλωση της πρόθεσής του να μην εγκαταλείψει τη μάχη. Δια της γραφής γεμίζει την απουσία, μιλάει τη σιωπή, καλύπτει τον μέσα κόσμο και με αυτόν τον τρόπο λειτουργεί ως νεύμα αντίστασης, ως πειστήριο ύπαρξης, ως εσώτερη, τελικά, ανάγκη. Αλλά την ίδια στιγμή δεν διστάζει να παραδεχτεί την αδυναμία του και να απεκδυθεί κάθε ελπίδα, επιτελώντας την καρυωτακική λειτουργία της απομάγευσης, δηλαδή της αποποίησης των βολικών ψευδαισθήσεων και της ευγενούς αυτοπαραπλάνησης. Για παράδειγμα, ακόμη και όταν εκφέρεται σε β΄ πρόσωπο νιώθεις ότι ο ακροατής στον οποίο απευθύνεται απουσιάζει από τη θέση του και ότι η καρέκλα του είναι άδεια.

Θέλω με αυτό να πω ότι η Παραδεισανού δεν χαρίζεται στην ευκολία κάποιων ψηγμάτων αισιοδοξίας, δεν προβαίνει σε εκπτώσεις για να αρέσει, δεν προδίδει τίποτα απ’ όσα κομίζει. Εδώ ακριβώς είναι, νομίζω, η μεγαλύτερη αρετή τούτης της συλλογής: λέω, για το ήθος και την εντιμότητά της από άποψη και θεματική και υφολογική, εν ολίγοις από άποψη αισθητική.

*Ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης είναι συγγραφέας

**Πρώτη δημοσίευση στο fractal http://fractalart.gr/sti-fleva-tis-petras/

Χρίστος Κασσιανής, Τρία ποιήματα

Aφύλαχτες νύχτες

Αφύλαχτες νύχτες
βαδίζουν και σταλάζουν
χυμούνε στις φωτιές, δεν λάμπουν
μικρές και άδειες,θυμίζουν κάτι εξέχαστο
κι οριστικό συνάμα

Μεταξύ των σκοτεινών στιγμών
λύπηση και σύγκρουση
μια θαυμαστή συμπαιγνία σκυβάλων
που καγχάζουν θλιβερά

Η πέτρα σκόνη δεν σηκώνει
ό,τι έλαμψε μες στους παραδομούς
ό,τι φωτίστηκε στους χωρισμούς
γυρίζει σκαι σκορπίζει

Σκορπίζει το αδέκαστο
ματώνει απ’των ματιών τις λόγχες
φροντίζει τις πληγές του
και δένει πάθη κι οδυρμούς

Και περνούν οι νύχτες, διαβαίνουν
κουράζονται και ξαποσταίνουν
Μα τη φυγή των λίγων,ποιός θα την προλάβει;
Χαθήκανε,βρίσκονται έξω απ’του ματιού το βλέμμα

Δεν θα λατρέψουμε ξανά
κρυμμένα φεγγάρια κι αφώτιστα μυστικά
σκιά που δεν φεύγει
κι είπε, ο σκοτεινός κι ανέγγιχτος:
“οι παλιές πληγές,
ούτε κλείνουν,ούτε κακοφορμίζουν,

Είναι η ουλή του παλιού μας εαυτού”

Αύγουστος 1997

***

Αποστροφή

Δεν γίνεται αν δεν μάθεις βήματα
κι όταν βαρεθείς δεν ξαναγίνεσαι με άλματα
Σε περιμένει μιαν ατάραχη δύναμη
να σε ξαναρίξει στο ίδιο βάθος
που πασχίζεις να ξεφύγεις

Μικρά βήματα,αδιακόσμητα
χωρίς κρότους κι αναγνωρίσεις
μπορούν να σε σηκώσουν,
μικρό παιδί κι ανίδεο σφάλμα

Άνοιξη 2002

***

Μια φορά ακόμα
(απόσπασμα)

Στη λίμνη με τους δρυοκολάπτες
ψαρεύουνε τις αυταπάτες
μαλώνουν μεταξύ τους για τη λεία
μες στη νεκρή τους ησυχία

Ένα πλήθος μαζεμένο
που απορει “τι περιμένω;”
χαζεύει, τρώει παγωτά
με πόδια και με χέρια χειροκροτά
με γελαστά χασμουρητά

Στης μοναξιάς τους την αφή
ως κέρινοι πελάτες,
δείχνουν τις πάπιες, χαίρονται
είναι μαζί, με νάζι και με τιμαλφή

Καλοκαίρι 2014

Χ. Π. Σοφίας, Έξι ποιήματα

ΦΤΕΡΟΥΓΕΣ

Δε σου είπα ποτέ ψέμματα
Απλά σου έκρυψα δύο ολόασπρες φτερούγες
Ντρεπόμουν!

***

ΑΠΟΥΣΙΑ

Τι γυρεύει η θάλασσα στο δωμάτιό μου;
Δε γνωρίζει την απουσία σου;

***

ΣΤΟΧΟΣ

Βασανίσατε τα δένδρα
Αλλά ντρέπεστε να πείτε
Ότι στόχο είχατε τα πουλιά

***

ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ

Αυτή η πεταλούδα στο δωμάτιό μου
που ανασαίνει τρομαγμένη μοναξιά
θα τη βαλσαμώσω και θα στη στείλω
με το ταχυδρομείο

***

ΘΛΙΨΗ

Έχει τη θλίψη των κοριτσιών
που γεννήθηκαν από δένδρα
και τα καλοκαίρια όταν δύει ο ήλιος
βγαίνει και συλλέγει τις μοναχικές αράχνες

***

ΔΕΝΔΡΑ ΚΑΙ ΠΟΥΛΙΑ

Την αγάπη
Μόνο τα δένδρα και τα πουλιά την καταλαβαίνουν
Την καταλαβαίνουν γιατί έχουν ρίζες και φτερά.

*Από τη συλλογή “μουσώνες τα δέδρα δυσκολεύονται να ανασάνουν”, Εκδόσεις Κουκκίδα, 2018.

Νίκος Α. Κατσικάνης, Δύο ποιήματα

TO SPLEEN ΩΣ ΑΥΤΟΑΝΟΣΟ

Στον λεπτεπίλεπτο χρόνο
που είναι φτερά πεταλούδας
χτίζουμε όνειρα και αγάπες
με θρασύτατη τσιμεντοκονία
και ανήξερα τραπουλόχαρτα.
Να όμως που το οστέινο χέρι
του θανάτου
μ’ εκείνο το αβάσταχτο
τίναγμα του καρπού
καταργεί κάθε εφαρμοσμένη γεωμετρία
γκρεμίζοντάς τα στο αιώνιο τίποτα.
Με κάθε τρέλα της ψυχής μου
τρέχω ο σκύλος να προλάβω
ψήγματα απ’ το μεδούλι της μέρας
γλείφοντας της ζωής το μηριαίο.
Το κουφάρι μου μια βόλεψη
στα σκιρτήματα της νύχτας
αγκαλιάζει τη μελαγχολία
με τραχύτητα.

***

ΤΑ ΓΚΡΙΖΑ ΠΡΩΙΝΑ ΣΤΗ ΧΩΡΑ TOY SPLEEN

Ένα γκρίζο πρωινό
τ’ ανήσυχα σπλάχνα μου
μια δικαίωση.
Οι άδειες ώρες
που λείπεις από τα μαλλιά σου
με διεκδικούν ακατάπαυστα
απ’ την αυτοχειρία.
Θυμάμαι
όταν γινόμουν καλά
σ’ έκανα πάλι μαχαίρι
και ξαναμάτωνα.
Με ανάσκελα μάτια
τρυπώ αδιάκοπα ταβάνια
αποφεύυγοντας σιωπηλός τους καθρέφτες
κι ο χρόνος αδέκαστος εισαγγελέας
με καταδικάζει εις έναν θάνατο
που δε διαλέγω.

*Από τη συλλογή “Εγχειρίδιο μικρών θανάτων”, εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2017.

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Δύο ποιήματα

ΚΑΤΕΔΑΦΙΣΗ

Καθώς συνθλίβονταν σιγά σιγά το τσιμεντένιο πλέγμα
κι αιμορραγούσε απ’ τους προβολείς, δε μίλησα
για ολονύχτιο όργιο αίματος μες στα θεμέλια
για κρύσταλλα κι ασημικά της αίθριας νύχτας
για μουσική καθώς αργά το γλέντι ανάβει
σ’ ένα αναπάντεχο φιλί. Δεν τα αντέχω πια
παρόμοια παραμύθια. Ίσως τριμμένα κόκαλα
μες στα νερά που βρήκε ο εκσκαφέας
λευκότητας δήθεν αγγελικής. Τέχνη πιο βρόμικη
από το ποίημα δεν ξέρω άλλη τώρα

***

ΦΩΣ ΤΟΥ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ

Το φθινοπωρινό του φως λάμπει στα κρύσταλλα της πόλης
καθώς σιγά σιγά το καλοκαίρι λιώνει

Κι όμως ταξίδεψα πολύ κατά τις δυτικές ακτές
είδα τα σώματα των όψιμων κολυμβητών να φθίνουν
μέσα στο ηλιόγερμα, κάτω απ’ τις λάμπες του γκαζιού
Θε μου, τα είδα σε αμμουδιές από άσπρη πορσελάνη

Μα εγώ εκείνον θέλησα. Στην πόλη του ξαναγυρνώ
στους πολυέλαιους της νύχτας ξαναρχίζω

*Από τη συλλογή “Αργό πετρέλαιο” (1974).