Π. Ένιγουεϊ, Μανιφέστο Κυνικού Αυτοσαρκασμού

Μικροδιήγημα του Π. Ένιγουεϊ

Υπάρχουμε από πάντα. Όπως και το κίνημά μας. Το κίνημα του Κυνικού Αυτοσαρκασμού. Εδώ απλώς συντάσσουμε τις βασικές ιδέες του.

Ο Κυνικός Αυτοσαρκασμός δεν έχει ουσία, όπως άλλωστε και η ζωή η ίδια (άρθρο 9).

Δεν είναι ονειρικό/ονειροπόλο κίνημα. Δεν απευθύνεται στους ευαίσθητους, στους ρομαντικούς. Είναι ένα κίνημα αγριότητας/σκληρότητας – όπως η πραγματικότητα.

Δεν ονειρευόμαστε – ποτέ. Δεν εμπιστευόμαστε κανέναν. Δεν αγαπάμε – κανέναν και τίποτε. Είμαστε κυνικοί Κυνικοί. Ασεβείς. Βέβηλοι. Διεστραμμένοι. Όχι όμως καταστροφικοί.

Δεν προσδοκούμε έναν κόσμο καλύτερο (εδώ ή κάπου αλλού, τώρα ή αργότερα) – ούτε ανάσταση νεκρών, προφανώς.

Δεν είμαστε σοβαροί – είμαστε γελοίοι – και το απολαμβάνουμε (το μόνο που από-λαμβάνουμε).

Δεν είμαστε φιλόσοφοι. Είμαστε ηλίθιοι – με οποιαδήποτε έννοια. Δεν κοιτάμε το συμφέρον μας, αλλά ούτε το δικό σας.

Δεν είμαστε Ποιητές. Μισούμε την Τέχνη. Μισούμε τους Καλλιτέχνες. Ο Κυνικός Αυτοσαρκασμός είναι αντικαλλιτεχνικό κίνημα πέρα ως πέρα.

Ο Κυνικός Αυτοσαρκασμός δεν είναι κίνημα δυσ-νόητο, αλλά α-νόητο.

Ζήτω, λοιπόν, η γελοιότητα!

Γι’ αυτό προβαίνουμε στην παρακάτω…

ΔΙΑΚΗΡηΞΗ:

1. Είμαστε ένα τίποτα.

2. Ξεκινούμε από το τίποτα για να κατακτήσουμε τα πάντα. Τίποτα περισσότερο.

3. Είμαστε υπέρ της παραπληροφόρησης/παρερμηνείας/παρεξήγησης/διαστρέβλωσης. Είμαστε διεστραμμένοι.

4. Δεν ενδιαφερόμαστε ούτε για τον άνθρωπο (μας έχει, ούτως ή άλλως, ξεγραμμένους/ διαγραμμένους), ούτε και για τη ζωή (μας). Δεν είμαστε ευαίσθητοι. Αλλά όχι αδιάφοροι.

5. Δεν μας ενδιαφέρει η ευδαιμονία – των άλλων ή η δική μας. Ποτέ δε μας ενδιέφερε. Υπάρχουν σημαντικότερα πράγματα από την ικανο-ποίηση.

6. Ν’ αγαπήσουμε τους άλλους, την πλάση, τον Θεό; Αστειεύεστε προφανώς. Η πλάση μια κωμωδία. Φρικαλέα.

7. Δεν είμαστε επαναστάτες. Μισούμε τους επαναστάτες – όχι όμως και την επανάσταση.

8. Δεν παρακαλάμε. Δεν ικετεύουμε. Δεν παζαρεύουμε. Δεν διεκδικούμε. Απλά πηγαίνουμε και το παίρνουμε.

9. Δεν υπάρχει ουσία στη ζωή. Όμως υπάρχει ζωή στην ουσία. Και εμείς δεν είμαστε η ουσία.

10. Δεν είμαστε ελαττωματικοί. Είμαστε σκουπίδια.

Ο συντάκτης
Δρ. Χάουζ

William Carlos Williams [17 Σεπτεμβρίου 1883, Rutherford, New Jersey-4 Μαρτίου 1963, Rutherford, New Jersey], Ολοκαύτωμα

Η μέρα ήταν παγωμένη
Θάψαμε το γατί.
Πήραμε ύστερα την κούτα του
Μ’ ένα σπίρτο την κάψαμε
Στην πίσω αυλή.
Οι ψύλλοι που γλιτώσανε
Την ταφή και την πυρά
Ψοφήσανε απ’ το κρύο.

*W. C. Williams, «Ποιήματα», εισαγωγή-επιλογή-μετάφραση Τάσος Κόρφης, εκδόσεις Πρόσπερος, τετράδια ξένης ποίησης 2, Αθήνα, Οκτώβριος 1989, σελίδα 30.

«Η ποίηση δεν είναι κοινωνικό αξεσουάρ»

Ο Γιώργος Μαρκόπουλος σε συζήτηση με τον Κώστα Γ. Παπαγεωργίου

Ποιοι είναι οι φανεροί και οι κρυφοί σταθμοί στη σαραντάχρονη ποιητική σου πορεία;
Ξεκίνησα μέσα στη δικτατορία, όταν όλα, δηλαδή, και στην κοινωνία και στη λογοτεχνία, βρίσκονταν σε μια φρικτή αναγκαστική καταστολή. Συμμαχούσης και της εφηβείας, ο λόγος μου ήταν «ηχηρός» και καταγγελτικός, επηρεασμένος περισσότερο στη συλλογή Η κλεφτουριά του κάτω κόσμου και λιγότερο στη συλλογή Η θλίψις του προαστίου, διότι εδώ πλέον άρχισαν να με επηρεάζουν και πολλοί έλληνες ποιητές, όπως π.χ. στη συγκεκριμένη συλλογή ο Θωμάς Γκόρπας.

Στη συνέχεια, σημαντική μου στιγμή πιστέυω ότι είναι Οι πυροτεχνουργοί, πολύ πολύ αγαπημένη μου συλλογή, η οποία μπορεί να γράφτηκε σε μια περίοδο ανάτασης και αμεριμνησίας, αλλά κατά βάθος ήταν εκείνη που μου άνοιγε σιγά σιγά την πόρτα εσωτερικότερων, μέσα στην ψυχή μου, τοπίων. Τοπίων που από τότε μέχρι και σήμερα, η ενασχόλησή μου μαζί τους συνεχίζεται με μεγαλύτερη, κάθε φορά, επιμονή και προσήλωση.

Ποιες εκλεκτικές ποιητικές συγγένειες αισθάνεσαι να σε προσδιορίζουν;
Αν και ποτέ δεν μπορεί κανείς να ξεχωρίσει με απόλυτη σιγουριά ποια από τα προηγούμενα επιτεύγματα στάθηκαν γι’ αυτόν καθοριστικά, θα τολμούσα, τώρα πια, να έλεγα ότι εγώ ωφελήθηκα από δεκάδες ποιητές μας, από την εποχή του Σολωμού μέχρι και σήμερα, είτε αυτοί ήσαν πρώτου μεγέθους είτε ήσαν μικροί έως ελάχιστοι. Ωφελήθηκα από τη γενιά του τριάντα, από τη δεύτερη μεταπολεμική, από τους ποιητές της γενιάς μου, αλλά τη μεγάλη χάρη νομίζω ότι την οφείλω στην πρώτη μεταπολεμική γενιά και, πιο πολύ μάλιστα, στον Τάσο Λειβαδίτη και στον Δ.Π. Παπαδίτσα. Επίσης, δεν θέλω να ξεχάσω τους ποιητές -της ίδιας πάντα γενιάς- που η γραφή τους αποτολμούσε έναν αντίλογο στη γραμμή της επίσημης, μετά την ήττα, Αριστεράς (π. χ. Αναγνωστάκης, Πατρίκιος, Σαδδουκαίοι Κατσαρού), όσο και εκείνους που τους χαρακτήριζε η τραγικότητα μιας υπαρξιακής αγωνίας (π.χ. Καρούζος), αλλά και τον «μοναχικό καβαλάρη» Μίλτο Σαχτούρη που, είτε φανερά είτε υποδορίως, επηρέασε τους πάντες και τα πάντα.

Θα μπορούσες να αναφερθείς σε θέματα και καταστάσεις που σε κινητοποιούν ποιητικά;
Η ποίησή μου, σε όλες της τις εκδηλώσεις, είναι ανθρωποκεντρική. Με συγκίνησαν κατά καιρούς άνθρωποι ταπεινοί, άνθρωποι μοναχικοί, άνθρωποι υπερβατικοί, ονειρικοί, που είχαν μιαν αξεπέραστη δίψα για ζωή αλλά, παρά ταύτα, μέσα σε αυτό το σκληρό σύστημα των κοινωνικών αξιών, με τις περίεργες ταξικές του διαρθρώσεις, δεν τους επετράπη ούτε καν να ανοίξουν τα φτερά τους.

Ακόμη, με στιγμάτισαν τα τραύματα της παιδικής ηλικίας και, μεγαλώνοντας, ο πόνος, η «γενετήσια μοναξιά» και η αγωνία του τέλους.

Συμφωνείς ότι η ποίησή σου χαρακτηρίζεται από μία αφηγηματικότητα;
Η αφηγηματικότητα στην ποίησή μου δεν είναι τυχαία· είναι απόρροια της βαθύτατης αγάπης που τρέφω προς την πεζογραφία. Μάλιστα, τα πρώτα μου «ιχνογραφήματα» πάνω στο χαρτί ήταν πεζά κείμενα και όχι ποιήματα. Και σήμερα ακόμη, δεν έχω παραιτηθεί από την προσπάθειά μου αυτή, αλλά έχοντας ασκηθεί περισσότερο στην ελλειπτικότητα της ποίησης, δεν μου βγαίνουν «καθαρόαιμα» τα πεζά μου, με αποτέλεσμα να τα συμπεριλαμβάνω, εν τέλει, στις συλλογές μου, λόγω της αδιαμφισβήτητης -θέλω να πιστεύω- ποιητικής μου διαθέσεως.

Ποιος είναι ο ρόλος της μνήμης στην ποίησή σου;
Ο ρόλος της μνήμης είναι πολύτιμος, σίγουρα, για μένα. Άλλωστε, αυτό δεν είναι και ένα από τα μεγαλύτερα χαρίσματα της ποίησης; Να κρατάει, δηλαδή, μέσα της, άσβεστο και ζωντανό ό,τι για πάντα χάθηκε, ό,τι για πάντα την ύπαρξή μας ολόκληρη σημάδεψε ή να φέρνει πάντα κοντά μας ανθρώπους αγαπημένους, που ήδη απ’ τη ζωή έχουν φύγει; Θέλω να ξέρεις ότι προσωπικά πιστεύω πως η περιουσία των ανθρώπων μας που χάθηκαν, είναι η μνήμη μας και μόνο η μνήμη μας. Και εγώ όταν έφευγαν τους ορκίστηκα, τους το υποσχέθηκα, ότι όσο αντέχω, όσο θα είμαι σε θέση, δεν θα τους αφήσω ποτέ στον κόσμο ετούτο ούτε για μια στιγμή «ακτήμονες».

Τι δεν είναι, δεν μπορεί να είναι ποίηση, για σένα;
Ποίηση πιστεύω ότι δεν είναι αυτή η απέραντη «καλολογία» που μας κατακλύζει από ανθρώπους που νομίζουν αυτή την τόσο επώδυνη τέχνη εύκολη υπόθεση, από ανθρώπους τρυφερούς, έστω, αλλά ανυποψίαστους, από ανθρώπους που, κατά βάθος, είμαι βέβαιος ότι δεν την αξιολογούν -την ποίηση εννοώ- ως αξεπέραστη εσωτερική τους ανάγκη τόσο, όσο ως «κοινωνικό αξεσουάρ». Αυτό με ενοχλεί αφάνταστα και με πληγώνει βαθύτατα.

* Από εδώ: https://tapoiitika.wordpress.com/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%8D%CE%BE%CE%B5%CE%B9%CF%82/teuxos1-sunenteukseis/?fbclid=IwAR2XzB6lMzC5-V9qJMpbs2Y1yuw6C5NbPbEtOfFECyFtTlgapHU3GlIISc4

Έρμα Βασιλείου, Εκζητώντας

Έχει καιρό που κάποιες λέξεις μ’ εγκατέλειψαν

Άκαρδα ή όχι, άγνωστο αγνώστου

Άστοχο άστοχου βίου

Πήδηξα επί τέλους στο στόμιο

Του ανοιχτού ηφαιστείου

Ρέει ανήμπορο αίμα

Δεν πανικοβλήθηκε η ηχώ

Μερεύει ο θάνατος στο σώμα

Καίγεται, ζει η αναπνοή

Γλυκύτητα, γλυκύτητα

Της σημερινής μου ουσίας

Δεν είσαι αξίας πια να σε γευτούν;

Πεθαίνεις με τη λάβα που ζωντάνεψε

Γεννιέσαι με τη λάβα που γερνά

Κι έχεις τον ήλιο πολεμιστή

Με γυάλινες ασπίδες

Να σε μάχεται

Και σήμερα πώς είναι τόσο όμορφος

Κι ανίκητα γεμάτος από ζήση!

Κι έχεις τον ήλιο να σε μάχεται μ’ ερωτήσεις

Έχεις χρώμα;

Κι αν απαντήσω;

Μετά τον έρωτα τι; Με τον έρωτα γιατί;

Τι περνά και μένει περισσότερο;

***

Seeking out

For some time now

some words have abandoned me

Heartlessly or not,

Unknown of an unknown (question)

A miss of a missed life

I jumped at last into the mouth

of the open crater…

Helpless blood is running

The echo has not panicked

Death is becoming meek in the body

Breath is burning and lives

Oh sweetness, sweetness of my today’s substance

Are you no longer of value to be tasted?

You are dying with the magma that ‘s reviving you

Coming to being with the lava that ‘s aging you

And you have the warrior sun

Fighting you

With glass shields

And how handsome is he today

And invincibly full of life!

And you have the sun battling you with questions

Do you bear any color?

And if I reply?

After love what?

With love why?

What passes and yet stays the most?

March 1st, 2019

*Translation by the poet Erma Vassiliou

Alberto Vanasco, Τέχνη ποιητική

Αν το ποίημα δεν χρησιμεύει στο να επιβάλλει στων πραγμάτων το όνομα
άλλο όνομα και στη σιωπή του άλλη σιωπή,
αν δεν χρησιμεύει στο να σκίζει τη μέρα
στα δυό της ημίση σαν δύο άλλες ημέρες απαστράπτουσες
και στο να λέει στον καθένα
ό,τι ο καθείς επιθυμεί ή έχει ανάγκη
ή ό,τι ποτέ δεν έχει πει στον εαυτό του τον ίδιο.

Αν το ποίημα δεν χρησιμεύει στο να μπαίνει ο φίλος ή η φίλη
μέσα του σάμπως να μπαίνουν σε μεγάλο περιβόλι
και να νιώθουν ότι αδειάζουνε σιγά-σιγά
του κρασιού το κανάτι που κρατάνε στα χέρια τους
στις ρίζες του χρόνου ή τη γεύση του θυμού
ή το ότι αργούνε να έρθουν εφέτος τα κρύα.

Αν το ποίημα δεν χρησιμεύει
στο να του κλέβει τ’ όνειρο η σάρα και η μάρα
ή στο να βοηθάει τον ύπνο των αθώων,
αν είναι άχρηστο στον πόθο και στην έκπληξη,
στη μνήμη ή στη λήθη.

Αν το ποίημα δεν χρησιμεύει στο να δημιουργεί ό,τι ακούει
Κάποιος φανατικός
Που ο ποιητής τον κάνει να σωπάσει.

*Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Ειρήνη Παραδεισανού, Δύο ποιήματα

Η ΑΡΡΩΣΤΙΑ ΜΟΥ ΟΝΟΜΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙ

Η αρρώστια μου όνομα δεν έχει.
Δεν της βρήκαν ακόμη τον τρόπο να υπάρξει.

Στέκει χορτάτο σίδερο στη ραχοκοκαλιά μου.

Κρατά ανάστροφα στις κόρες των ματιών μου τα υγρά της.

Σταγόνα σταγόνα
ισιώνουν
στον άσπρο μαγνήτη
τα λάμποντα κρίνα.

Η αρρώστια μου όνομα δεν έχει.

Αρνείται την κατάταξη στων γιατρών τη χορεία.

Χορεύει μπρος στα μάτια μου τα βράδια
με το ρυθμό των άγριων μάγων
κι ορθώνει εμπρός μου το γυμνό κορμί της.
Με καλεί να κοιτάξω τα ορθωμένα στήθη που σαλεύουν.
Κι εγώ
δεν είμαι παρά ένα βρέφος πρόωρα βγαλμένο από τη μήτρα
βράγχια στο στέρνο μου καλούν να πάρω ανάσα
σ’ ένα πέλαγος
ασημένιο σεντόνι
τεντωμένο
στην κόγχη
του ματιού
του ασάλευτου Κύκλωπα.

***

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΙΠΟΤΑ ΠΙΟ ΠΕΡΑ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ

Κίτρινο μάτι πίσω απ’ το σεντόνι
δίχως ρυτίδα να στέκει καρφί στο στέρνο τ’ ουρανού
μαγνήτης που ρουφά τους κύκλους των φθαρτών ματιών.

Ελάτε μικρά μου παιχνίδια.
Ισιώστε τα κορμιά κι αφεθείτε
στης γιορτής το φευγάτο θεριό που ανασαίνει.

Δεν είναι τίποτα πιο πέρα για να δείτε.

Μοναχά αυτά τα λιμνάζοντα όρη
που αργοσαλεύουν στο κύμα της άμμου
και βαραθρώνουν την εύκαμπτη στίλβη
της μουσικής που συνέχει τη νύχτα.

Δεν είναι τίποτα πιο πέρα για να δείτε.

Μοναχά αυτές οι πνιχτές δίχως σάλιο ανάσες
μες στα ολόφωτα μάτια του δίσκου
που ανηλεής
βυθίζει τη φωτιά του Προμηθέα
στο άσπρο σεντόνι της θάλασσας.

*Από τη συλλογή “Στη φλέβα της πέτρας”, Εκδόσεις Βακχικόν, 2018.

Σωτήρης Λυκουργιώτης, Κροστάνδη

Φώτο: Βασίλις Δρόσος

θα ήταν πιο συνετό
να είχαμε χωριστεί
εκείνο το πρωινό
πάνω στην γέφυρα

εσύ να πήγαινες στην πόλη του Πέτρου
και εγώ στο παγωμένο φρούριο των ναυτών

«χαιρετίσματα στην εξουσία»
θα σου ‘λεγα ειρωνικά
κι εσύ θα μ’ απαντούσες
—ετοιμόλογη όπως πάντα—
«καλά ξεμπερδέματα, μικρέ μου, με την αναρχία»

κι όμως
πίσω απ’ τα λόγια μας
θα κρύβαμε ένα δάκρυ
και μια φράση μυστική
«μην φεύγεις, αγάπη μου,
ας μείνουμε για πάντα εδώ
αγκαλιασμένοι»

και μείναμε
αγκαλιασμένοι εδώ
στο μεταίχμιο δυο κόσμων
που ενώνει μόνο ο πάγος
ερωτευμένοι μιας αντίφασης ζωντανής
καταδικασμένοι μοιραία
αφού αγνοήσαμε
εκείνο το φοβερό ταμπού
των αρχαίων φυλών
που απαγόρευε ρητώς
την ενδογαμία

Πόπη Γιόκαλα, Ποιήματα

Είμαστε περιηγητές
Σ’ αυτή τη γη…
Οι καρδιές είναι γεμάτες απορία
Καί οι ψυχές γεμάτες όνειρα.

Τη Ζωή την περπατάς μόνο με ψυχή και χαμόγελο.

Επιμένω σ’ ένα κόσμο άλλο-
Τον έχω ονειρευτεί –
Τον έχω σεργιανίσει μέσα μου.
Που πιά-
Είναι αδύνατον να μην υπάρχει.

***

Πληγές ψυχής

Οι άγγελοι κλείνουν τις πληγές με τα φτερά τους.
Οι σιωπές γιατρεύουν τα όνειρά μας.
Οι ψυχές ανταμώνουν στο άπειρο.
Ένα περιστέρι φέρνει την Ελπίδα
για αιωνιότητα.
Μία Αυγή χαράζει-
Καί είμαστε μαζί.

***

Ήχος

Ένας ήχος μια κραυγή…
Ένα άγγιγμα γλυκό συνεπαίρνει_
Μια ηλιαχτίδα πού βγαίνει
Γλυκαίνει-
Μια ζωή χάνεται-
Το σύμπαν κρατάει καλά τις ισορροπίες-
Η απόλυτη γαλήνη το σκοτάδι-
Η χαρά βαδίζει στο αύριο-
Το είναι γαλάζιο του ουρανού
σπρώχνει-
Οι πηγές των ονείρων-
Ευτυχία που λιώνει.

Ισμήνη Λιόση, Δύο ποιήματα

ARCANA LUSTRA II

το κορίτσι με το πράσινο βέλο
κλέβει κρύβει
μέλπει το φιλί
το ενάρετο μωβ φιλόστοργο ανταποδίδει

το κορίτσι με την κλεψύδρα
και το κομμένο δάχτυλο
γλύφει το γαλάζιο του αίμα
Γλίχεται

το ποίημα βρέφος δεν μεγαλώνει
παλινδρομεί στον πάτριο σπόρο
επιστρέφει στο μητριό κέλυφος
τίκτεται δεν
ες αεί στο εράν αναμένεται

το κορίτσι με τα χρυσόψαρα στην κοιλιά
είναι η Amor Esmer Greca που
που θα γεννήσει την θάλασσα
θα δείτε θα δείτε

ARCANA LUSTRA III

είναι ο κονδυλοφόρος ο διαφθορέας
το ποδήλατό μου
το λευκό άλογο με τον ιππότη
η λευκή κλίνη με τον εραστή μουγκάλ
καβαλώ τα καπούλια του
κι έχει μαύρη μουσούδα
βελούδινης φτέρης

γράφω γέρνω γίνομαι
γονιμοποιώ γκρεμίζομαι
αναρριχημένη σε σάρωθρο
Κρκάσια μάγισσα ως επί εριτίμου φαλλού

με τα εκατό μάτια τα εκατό στήθη
τα εκατό δάχτυλα τα εκατό βάρη μου
σπορίζω συντρίβω συσπειρώνομαι
συστέλλομαι σφάζομαι σπρώχνω σωριάζομαι
-μπορώ να κάνω κάτι για σας;
ρωτάει εσάς το ποίημα

με γιδοτόμαρο φανερώνομαι των ορέων μονόκερος
ας πούμε πως το όνομά μου είναι Χωρίς
Χωρίς να με φωνάζετε αλλά
με τα εκατό πρόσωπα και τα ταλέντα μου

πάντως αυτή την άγρια στέπα μέσα μου
Γεώργιο Π. την λένε

*Από τη συλλογή “Arcana Lustra Νεκροταφείο φορεμάτων”, Εκδόσεις “Τύρφη”, 2016.