Ρογήρος Δέξτερ, Το Σύνδρομο τού Σκαντζόχοιρου

1.

Όλα συμβαίνουν πρώτα στο μυαλό μας
Οι εκστρατείες οι πολιορκίες οι ανακωχές
Τα γκρεμισμένα τείχη
Οι διομολογήσεις με προαιώνιους εχθρούς
Οι ομηρικοί τσακωμοί με τους έμπιστους φίλους
Για τα μάτια [•εδώ σκέφτηκα να γράψω-
Αλλά διστάζω
Καθώς πολλοί από σας
Αποδοκιμάζετε τις λέξεις –
Για τα στητά βυζιά με τις μεγάλες ρώγες
Που θέλουν να τρυπήσουν
Το εφαρμοστό ημιδιάφανο ύφασμα
Σαν αιχμές μυτερές σε υψωμένα δοξάρια•]
Τής πιο ωραίας που αέρινη τρυπώνει ανάμεσά μας
Κάνοντας άνω κάτω τη συντροφιά των τεσσάρων
Την ώρα που παίζουμε ζάρια και μετά χαρτιά
Μήπως σκοτώσουμε
Την ανία ενός βαρετού απογεύματος
Από τα δεκάδες αμέτρητα τού ερμητικού χειμώνα•
Θα περάσουν αιώνες νομίζω
Έως να γίνει συνείδηση
Ίσως μέχρι κι αυτή
Η ματαιότητα τού γραψίματος
Μέσα στο χρόνο που κυλάει
Η αίσθηση ότι ώρες ώρες γράφω
Λες και δεν υπάρχει
Κάπου εκεί μπροστά
Τίποτα να περιμένει•μόνο
Αυτή η ξανθιά που καμαρώνει
Σαν αρχαία θεότητα
Ανάμεσα σε τέσσερις θνητούς και ηλίθιους
Που χάνουν στην τύχη όλα τα παιχνίδια
Και ζουρλαίνονται
Κοιτάζοντας με μάτια γουρλωμένα
Πότε τα φύλλα στο τραπέζι
Και πότε ακριβώς θα κάνει κιχ εκείνη
Σα να βάζει μπροστά την ερωτική μηχανή της•
Αυτό το στανιό δουλεύει καιρό
Μέσα στο ζαλισμένο κεφάλι μου
Να κυλιστώ μαζί της όπου βρω
Στα άχυρα ή στο βούρκο
Ακόμη και κοντά στη γούρνα
Στο χείλος τής στοιχειωμένης βρύσης
Όπου το νερό σταλάζει
Κρυστάλλινες στιγμές σε κόμπους
Απόψε πιο πολύ που έμεινα και πάλι
Πανί με πανί ο ψύχραιμος

2.

Το σμίξιμο τής σάρκας με τη σάρκα
Που σώνει και καλά θα οδηγούσε
Στην ένωση δύο ψυχών
Είναι τόσο σημαντικό
Όσο και η μουσική που ακούγεται
Όταν κοπανάω δυνατά
Τα πλήκτρα τής Remington
Αν και εδώ που τα λέμε
Ο καθένας ζει τελικά και πεθαίνει
Με τους δικούς του καημούς
Σ’ αυτό το μάταιο κόσμο
Όπως ο Χ. που ακόμη ονειρεύεται
Δίχως γυρισμό ένα μακρόβιο ταξίδι στις Ινδίες
Ή η Ψ. χαριτωμένη
Ακόμη και χωρίς το μεγαλείο τού στήθους της
Χωρίς την ανελέητη σφαγή των ματιών της
Χωρίς την πυρκαγιά που σιγοκαίει
Ανάμεσα στα πόδια της
Και νύχτα μέρα συλλογίζεται
Πότε επιτέλους θα συναντήσει
Των ονείρων τον εραστή της
Να της χαρίσει οργασμούς σαν πλούσια δώρα
Στο ίδιο κρεβάτι όπου τώρα πλαγιάζουν
Και δέχονται οι χλιαροί στεναγμοί της
Το βάρος ενός απαίσιου γείτονα
Που κάθε πρωί τον ακούω
Να βλαστημά θεούς και δαίμονες
Πασχίζοντας να βάλει μπροστά
Το ρημάδι τού σκαραβαίου του•εκτός από
Τον Χ. την Ψ. και τον Ω-μέγα γείτονα
Υπάρχουν αμέτρητοι που γειτνιάζουν με την τρέλα
Επειδή ένα βράδυ είδαν τα όνειρά τους
Να χάνονται να φεύγουν να γκρεμίζονται
Ή τις ζωές τους να σπαρταρούν
Στα νύχια τής ματαιότητας•έτσι κάποια μέρα
Ίσως ακούσω κι εγώ
Το όνομά μου ν’ αντηχεί σαν ποτάμι που κυλά
Με το χωνί τού τηλεβόα στη φωνή σας
Αλλά θά ‘ναι αργά
Για να φτύσετε πάνω μου
Τη χολή που μαζεύατε τόσα άδικα χρόνια

3.

Αυτή η νύχτα θα είχε ενδιαφέρον
Μόνο αν κατάφερνε να μας σύρει
Στο θηλυκό κρεβάτι που περιμένει
Φωνές και στεναγμούς για να ζωντανέψει
Και να ξυπνήσει τους γείτονες
Να ραγίσει όλα τα σήμαντρα
Να ξεπεράσει τις σειρήνες των περιπολικών
Και τις σειρήνες των βουερών ασθενοφόρων
Ξεσηκώνοντας τους ενοίκους
Που καραδοκούν με τ’ αφτιά τεντωμένα
Κάτω από το πάτωμα ή πίσω
Από κρυστάλλινους τοίχους
Μασώντας σαν ξηρούς καρπούς
Την ανιαρή μοναξιά τους
Και βρίσκοντας την επόμενη μέρα
Τον κατάλληλο θυμό
Για να ξεθυμάνει το μένος τους
Και να κρεμάσουν
Στην είσοδο τής πολυκατοικίας σαν ομοίωμα
Μιαν ευγενική ανακοίνωση
Με τεράστια γράμματα
“ΜΗΝ ΚΑΝΕΤΕ ΘΟΡΥΒΟ ΣΤΟΝ ΤΡΙΤΟ
ΓΙΑΤΙ ΓΑΜΙΕΣΤΕ”
Αλλά γυρίζοντας πίσω
Εκεί όπου είχα απομείνει και
Όπου με άφησαν οι σκέψεις να βρεθώ
Σε μιαν όαση ή σε ένα δασωμένο ακρογιάλι
Στην πιο μακρινή άκρη τού ύπνου
Με ξωτικές που λικνίζουν τα στήθη τους
Γελώντας κάτω από φοινικόδεντρα
Σειρήνες σβήνοντας όλους τους καημούς στα φιλιά τους
Δίχως ποτέ να ξαναρωτηθώ
Πού βρίσκεται η βλογημένη έξοδος
Πώς μπήκα σε αυτό το σωληνωτό σκοτάδι
Σ’ αυτή τη νύχτα που δεν έχει πια ενδιαφέρον

4.

Αν τώρα ξεκούμπωνες πάλι
Τη γλυκιά φωνή σου
Θα έριχνα βάρος
Στην πιο μακρινή κληρωτίδα τ’ ουρανού
Μπροστά βάζοντας
Εκείνη την έναστρη μηχανή που θα μας βγάλει
Στα γεγονότα που θέλαμε κάποτε ν’ αλλάξουμε
Καμια δυο μέρες πριν όλα τελειώσουν
Και η τελευταία μπίρα και η τελευταία
Σταγόνα ουίσκι και το τελευταίο τσιγάρο
Στο τσαλακωμένο πακέτο κάτω από το μαξιλάρι
Τα τελευταία σου λόγια και το πιο
Στερνό βλέμμα που με αντάμωσε ποτέ
Πριν τελειώσουν όλα όσα έβλεπα
Να έρχονται από το λίκνο μου
Καταπάνω μου θυμωμένα
Σαν παλιά ιστορία
Που δεν μπορέσαμε να ελέγξουμε
Να περάσουμε χαλινάρι στις προθέσεις
Στα περιστατικά που έστησαν οι φίλοι
Για να ξεφαντώσουν
Πριν πολύ πριν απ’ όλα αυτά
Που δεν ήταν γραφτό να συμβούν
Και όμως τα ζήσαμε με το στόμα ανοιχτό
Σα μαχαιριές στη γυρισμένη ράχη
Έγραψα αυτούς τους λίγους στίχους
Νομίζοντας πως τάχα θα ήταν
Το τελευταίο μου τραγούδι

5.

Μέχρι τα μαύρα μεσάνυχτα
Που αλλάζουν χρώματα όταν τα ζωγραφίσουν
Τα λόγια ενός μεθυσμένου
Ή μιας γυναίκας που γελά
Τσουγκρίζοντας ποτήρια με τον εαυτό μου
Τον ουτιδανό σαν τιποτένιο
Τον χαμένο μέσα στην κολασμένη νύχτα
(Όχι βέβαια όπως όλοι αυτοί που γράφουν
Σαν καθισμένοι στη λεκάνη
Δαφνοστεφανωμένοι και δυσκοίλιοι
Ζορίζοντας τις λέξεις για να βγουν
Αλλά σκουλήκι που δε λέει να βγάλει φτερά)
Ούτε μια ευκαιρία πια
Να ξανακούσω το γάργαρο γέλιο σου
Που κυλούσε σαν το νερό στο ποταμάκι
Όπου λέγαμε να βουτήξουμε κάποτε
Καθώς βουτάει κανείς στα πιο βαθιά του όνειρα
Και δε σκέφτεται ν’ ανεβεί στον αφρό τού ύπνου
Μήπως συναντήσει εκεί μαζεμένα
Όσα τον φόβιζαν μια ζωή
Όπως μια μέρα και δύο ώρες τώρα
Που παλεύω να πιάσω γραμμή
Και έχεις κλειστό το τηλέφωνο
Που αν κάνω να κλείσω επιτέλους τα μάτια
Αντί ν’ αδειάσουν τη γωνιά
Αντί να ξεκουμπιστούν και να πάνε στην Κούλουρη
Οι πιο φρικτές σκέψεις
Τρυπώνουν όλο και πιο μέσα
Στο άδειο μου καύκαλο.

Μιχαήλ Μήτρας, Περιγραφή χώρου

δωμάτιο δωμάτιο δωμάτιο δωμάτιο
δωμάτιο δωμάτιο δωμάτιο δωμάτιο
δωμάτιο δωμάτιο δωμάτιο δωμάτιο
δωμάτιο δωμάτιο δωμάτιο δωμάτιο
δωμάτιο δωμάτιο δωμάτιο δωμάτιο
δωμάτιο δωμάτιο ΑΔΕΙΟ δωμάτιο
δωμάτιο δωμάτιο δωμάτιο δωμάτιο
δωμάτιο δωμάτιο δωμάτιο δωμάτιο
δωμάτιο δωμάτιο δωμάτιο δωμάτιο

*Από το «Ανθολόγιο 1982-2002»,/κείμενα κ’ εικόνες/, Αθήνα-2010, σελίδα 17.

Ξένια Καλαϊτζίδου, Δύο ποιήματα

Η βιομηχανική ζώνη

Να τη πάλι.
Η βιομηχανική ζώνη
στωικά σκίζει την παγερή ομίχλη
με τους γερανούς της.
Μια σάπια μάζα:
θρυμματισμένα κεραμίδια,
στράντζες, αντλίες, τόρνοι,
(σε όλα αυτά δε βάζαμε διαστάσεις
σύμφωνα με τα πρότυπα της ISO;)
ζωές ανθρώπων—
γεμίζουν απόβλητα τώρα
όπως αυτά τα εγκαταλειμμένα σπίτια
και οι άδειες στοές με ταμπέλες βιοτεχνιών.
Τη γύφτικη φούστα της ρακοσυλλέκτριας
φοράει η βιομηχανική ζώνη.

Ξεκινά απ’ αυτό το θωρακισμένο σχολείο
απλώνοντας μια μυρωδιά βενζίνης και τυποποίησης.
Στη βιομηχανική ζώνη αφήσαμε την παρθενιά μας,
δικά της αστέρια καταλήξαμε να μετράμε
απ’ την ταράτσα
λέγοντας ότι θ’ αρχίσουμε να ζούμε,
στο δικό της όμηρο είμαι επισκεπτήριο Τρίτη.

Κατέρρευσε—
την έκοψε στη μέση ένα πράσινο τραίνο,
με πήρε τόσο μακριά που αρρώστησα,
κι ύστερα αυτούς που αγάπησα,
έναν έναν.
Μαμά, σε τσάκισε εκείνο.
Μην κρύβεσαι στα ταξί.
Μην κλαις για μένα –
αυτά είναι υποπροϊότα της πρμής
για τη δικιά μου και τη δικιά σου ελευθερία.

Μικρή βάδιζα δίπλα στα εργοστάσια
μαζεύοντας λουλούδια.
Τώρα βαδίζω μαζεύοντας σιωπές:
έχει κανείς εδώ δουλειά για μένα;

***

Συσχετισμοί

Ένα καλοκαίρι πριν
κάποιοι έριξαν τον ψεύτικο πράσινο ήλιο
στο Σύνταγμα.
Κι έγιναν λέει άλλοι άνθρωποι.
Δεν ήμουν αλλά έγινα κι εγώ.
Και τώρα γιατί να μην έχουμε κουράγιο
κάθε πρωί να ξυπνάμε να τους βουλιάξουμε;
Εκείνους,
να μας κατηγορούν ότι σφίξαμε τη θηλιά μας.
Εγώ που τα λέω
θα ’θελα να κάτσω στην πλατεία
με σχήμα και χρώμα από μπουκάλι
όχι γιατί δεν έχω που να πάω.
Θα ’θελα ένα σαββατόβραδο
με τις βάρκες αντίκρυ
όχι γιατί μιλώ μια αταίριαστη διάλεκτο.
Δεν είναι αυτή μαγκιά.
Μαγκιά είναι να παραμένεις άνθρωπος
και να νιώθεις αυτόν που δεν μπόρεσε
και να χτίζεις και στο όνομα του αύριο.

*Από τη συλλογή “Ήρωες άχαρων πόλεων”, εκδόσεις Ένεκεν, 2015.

Jazra Khaleed, Από το “Ρέκβιεμ για τη Χομς”

Ω κόσμε, δες αυτή την πόλη!
Πιο απονήρευτη απ’ την Γκερνίκα,
πιο γενναία απ’ τη Φαλούτζα,
πιο σοφή απ’ την Αλεξάνδρεια
πιο ισοπεδωμένη απ’ τη Δρέσδη˙
πόλη ορφανή από μάνα και πατέρα,
από ανατολή και δύση,
πόλη χωρίς φούρνο,
χωρίς μελάνι,
χωρίς ρούχο λευκό˙
εδώ το ρύζι πωλείται με το γραμμάριο,
εδώ οι μανάδες ταΐζουν τα μωρά τους αλατόνερο,
εδώ η ζωή έχει χάσει τη μυϊκή της δύναμη.

*Από την επερχόμενη συλλογή “Ρέκβιεμ για τη Χομς” από τις όχι και τόσο τυπικές εκδόσεις «Αμείλιχτος». Το βιβλίο είναι δίγλωσσο και τη μετάφραση στα αγγλικά έχει κάνει ο Peter Constantine. Τα εύσημα για το εξώφυλλο στη Nadja Kara. (Όλα αυτά σύμφωνα με τον εκδότη Σωτήρη Λυκουργιώτη).

Αλεξάνδρα Σωτηράκογλου, Αδερφέ μου

Αδερφέ μου,
Σε σκέφτομαι –
πιο πολύ σε σκέφτομαι τα βράδια.
Το ότι δε γεννήθηκες, υπήρξε η εγωιστική σου
(η μία κι εγωιστική σου) πράξη.
Κάθομαι και κοιτώ τους τοίχους του σπιτιού μας.
Στην αρχή τους μισείς,
έπειτα τους συνηθίζεις,
τέλος’ τους έχεις ανάγκη.
Βιώνω μιαν απίστευτη ένταση
– παρά τον υποτονικό τρόπο ζωής μου –
κοχλάζει η μανία να καταστρέφω παρά τη φύση μου.
Βαδίζω στο δρόμο που χαράχτηκε για σένα.
Αν αυτή η ανάγκη δεν είναι χαρακτηριστικό του φύλου
αλλά η δική σου ενσαρκωμένη επικυριαρχία,
οι γονείς μας γελάστηκαν!
Μα μη μ’ αφήσεις’
όπως και να ’χει, μη μ’ αφήσεις.

Σε φιλώ,
η αδερφή σου

*Από τη συλλογή “Μοναχοπάιδι”, εκδ. Βακχικόν, 2016.

Ράνια Καραχάλιου, από τη “σκλήθρα”

Επιστολή 1η

Ήμουν μικρή, πολύ μικρή, όταν μου πρωτοψιθύρισες θα
Σε συντροφεύω εσαεί. Καθότι λόγο δεν μ’ άφησες να ’χω
στη δήλωση αυτή, ούτε ήξερα ακόμη τι σημαίνει ε σ α ε ί,
ξεκίνησα να συλλέγω αντιπερισπασμούς. Στην αρχή
γραμματόσημα, χαρτιά αλληλογραφίας, αρωματικούς φακέλους,
μολύβια με φαγωμένη μύτη, ή χωρίς.

κι ύστερα λέξεις
λύκαινες λέξεις
να τις θηλάζω
σε κάθε σου επίσκεψη

όνομα και πράμα

Τις Κυριακές στη λειτουργία χορταίναμε μέχρι σκασμού λιβάνι και λέξεις ακαταλαβίστικες. Μετά η κυρα-Γιάνναινα μας φίλευε γλυκό του κουταλιού στο σκαλοπάτι. Κεράσι, κίτρο, νεραντζάκι, περγαμόντο για κάθε γούστο, για κάθε βαθμό ζαλάδας. Ευτυχώς οι μασουλιές ξόρκιζαν γρήγορα τα κυριελέησον.
Τις περισσότερες φορές, μαζί με τα γλυκά, η κυρα-Γιάν-ναινα μας κέρναγε ιστορίες που γαργαλάγαν τις μασχάλες. Ιστορίες για τον καμπούρη φαροφύλακα Πατρίκιο που ’χε βαθιά φιλία με τους γλάρους, για τον μικρό Μεμά που ’χε ένα κόκκινο τσουλούφι και έλεγε πάντα στη μαμά του μα, για μάγισσες που φυλακίζαν πιτσιρίκια σε κλουβιά και τα βασάνιζαν με φτερά παγωνιών μέχρι ν’ απαρνηθούν τις σκανταλιές, τις τάρτες και τα γλειφιτζούρια. Παθήματα που γίνονταν μαθήματα και, κυρίως, ένα σακούλι γέλιο που χώναμε στις τσέπες.
Ένα πρωί, αντί γλυκού, μας περίμενε μια πρωτόγνωρη πίκρα. Η κυρα-Γιάνναινα αναπαύτηκε 6ε τόπο κατα-ψνξεως, είπαν οι γειτόνοι κι εμείς μονοστιγμίς την είδαμε να σκαρφαλώνει στην κορυφή του ψυγείου και να στριμώχνει χέρια, πόδια, κεφαλή ανάμεσα σε παγοθήκες, ωμά κρέατα και παγωτά αλόμα. Τότε, στην τσέπη μας τρύπωσε το τελευταίο γέλιο που μας χάρισε, πτητικό βέβαια, γιατί οι μεγάλοι δεν άργησαν να μας εξηγήσουν.
Από το κηδειόχαρτο μάθαμε τ’ όνομά της, τη λέγαν Βαλ-σαμία.

η χλωρίνη επιστρέφει

Απόψε ήρθε δίπλα μου εκείνος, πέρασε ξυστά. Δεν διάλεξε εμένα,
ούτε την ετοιμόρροπη γιαγιά στο απέναντι διαμέρισμα. Μια μετανάστρια
από τη Βουλγαρία, γύρω στα πενήντα θα ’ταν. Ήρθε η αστυνομία,
έφυγε, ούτε γάτα, ούτε ζημιά. Ο διάδρομος μοσχοβολά ξανά χλωρίνη.
Κι εγώ ν’ ακούω τα δελτία, να διαβάζω τις εφημερίδες, να μην μπορώ
ν’ αποδεχτώ πως το συμβάν αυτό είδηση δεν λογίζεται,
εξόν του πέμπτου ορόφου.

*Σκλήθρα, εκδόσεις Εκάτη, 2018.

Κίνημα του Κυνικού Υπερρεαλισμού, Απάντηση στον Π. Ένιγουέι

Ευχαριστούμε πολύ τον φίλο Π. Ένιγουέι ή Δρ. Χάουζ ή Διονύση Σουρλή που, πριν προλάβουμε να κάνουμε κάτι δημόσια ως Κυνικοί Υπερρεαλιστές, φρόντισε να μας κάνει γνωστούς σε όλο τον καλλιτεχνικό / λογοτεχνικό χώρο, με ένα αδικαιολόγητα – δήθεν σαρκαστικό – κειμενάκι, που φρόντισε να βγάλει όλη του τη χολή, χωρίς όμως να το στηρίζει νοηματικά ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο! Θα έλεγε κανείς πως το κάνει καλοπροαίρετα με σκοπό να θίξει τον εαυτό του και να προβάλει εμάς που τόσο μας γουστάρει! Ένα κείμενο που δεν είναι καν διήγημα ή μικροδιήγημα, όπως το αποκαλεί, αλλά ένα έκτρωμα δίχως ίχνος ευφυΐας! Και όλο αυτό, βασισμένο στο μανιφέστο του Κυνικού Υπερρεαλισμού – στο οποίο πολύ θα ήθελε να ήταν μέλος, αλλά δεν τολμά λόγω ζήλιας ψώρας που γέμισε όλη η χώρα! Η ματαιοδοξία του και η αυτοπροβολή του, ξεπέρασε κάθε προηγούμενο! Ω! Θα βάλω ένα θαυμαστικό ακόμα! Και φυσικά τον ευχαριστούμε πολύ γι’ αυτό! Ω!

Παρ’ όλα αυτά, ως σκύλοι φιλοσοφικά (κι ας είμαστε αίλουροι κυνικά), δεν μπορούμε παρά να αδιαφορήσουμε χτυπώντας τον με Κυνικό Υπερρεαλισμό. Οι ανυπόστατες βλακείες του, το μόνο που κάνουν, είναι να μας διασκεδάζουν! Να μας δίνουν τροφή για χλεύη και να μας προβάλουν!
Παίρνουμε τη σκυτάλη λοιπόν και απαντάμε με το ίδιο το μανιφέστο, το οποίο έχει γραφτεί, τόσο σκωπτικά, όσο και σοβαρά, από όλους εμάς τους Κυνικούς Υπερρεαλιστές – έτσι, για να σκάσει από τη ζήλια του!

Για τους υπόλοιπους αναγνώστες, προσοχή! Υπάρχουν νάρκες!

Μανιφέστο Κυνικού Υπερρεαλισμού


*
Αγάπη μόνο! Εβίβες Πάντα!


*
Αρχική διακήρυξη 


Η πρώτη έμπνευση συνέβη σαν θαύμα ή μπορεί και ως ατύχημα, τυχαία, σε κάποια παρουσίαση, όπου κάποιοι σχολίασαν ό,τι άκουσαν ως ρεαλισμό. Ο Ποιητής αντέδρασε “Δεν είναι αυτό που κάνω ρεαλισμός, αλλά Κυνικός Υπερρεαλισμός!”. Έτσι για πλάκα. Κι έτσι, χωρίς να το αντιληφθεί κανείς, γεννήθηκε ένα νέο καλλιτεχνικό κίνημα. Και όρισε αμέσως ένα σωρό πράγματα, συν το χαρακτηρισμό της εποχής που ζούμε. Αυτό είναι! Κυνικός Υπερρεαλισμός ως ουσία της πραγματικότητας, αλλά και ως ουσία του ονείρου και όλων αυτών που ταξιδεύουν αντίθετα στο ρεύμα, και προσδοκούν έναν κόσμο καλύτερο, ή καλύτερα, έναν κόσμο που να μπορούν να χωράνε.

Κάπως έτσι ο Κυνικός Υπερρεαλισμός, χωρίς να ρωτήσει κανέναν, άρχισε να αποκτά οντότητα. Σκατά στη σοβαρότητα των διακηρύξεων και μανιφέστων! Ότι γεννιέται έχει τη δική του δυναμική και προχωράει μόνο του, κόντρα στη γελοιότητα του κόσμου και της εποχής.
Και είχε πλάκα και αυτό κάναμε ούτως ή άλλως κι έτσι απλά το ακολουθήσαμε πριν καν το ονομάσουμε.
Φταίγανε τα καινά μας δαιμόνια! Έτσι όλη η γνώση και η σοφία μας δόθηκε απλόχερα κι εμείς ακολουθήσουμε τους εαυτούς μας για να βρεθούμε τελικά, στη διάσταση την οποία ήδη υπήρχαμε.

Κυνικός Υπερρεαλισμός: δύο λέξεις συνουσιάζονται και γεννούν τέχνη, φυσικά ψυχεδελική που μπορούν να διευρύνουν τη συνείδηση και να μας μεταφέρουν σε άλλους κόσμους. Ενάντια στην αθλιότητα του καθωσπρεπισμού, αγαπάει τον απλό τρόπο σκέψης και τον ψυχικό αυτοματισμό που εκφράζει με ποιητική γραφή, καθώς και με προφορικό λόγο ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, καλών ή κακών τεχνών, την αδιαμφισβήτητη ουσία αυτού του οποίου είναι και είμαστε.

Η λέξη Κυνικός έρχεται σε αντίθεση με τον υπερρεαλισμό, όχι για να τον αλλάξει, αλλά για να επανορίσει την ουσία του, και η λέξη υπερρεαλισμός, μένει αβοήθητη κάτω από την κυνική διάθεση και φιλοσοφία, αλλά κρατώντας ωστόσο την ουσία της. Δεν αντιτίθενται μεταξύ τους αλλά επανορίζει το ένα την έννοια του άλλου, κι εμείς είμαστε εδώ για να καταστρέψουμε και να καταστραφούμε. Έτσι ορίζουμε την τέχνη μας και τους εαυτούς μας κάνοντας τραμπάλα σε ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών, από τα αστικά τοπία, σε όλη τη φύση, βουνά, λαγκάδια και παραλίες γυμνιστών. Πιάσε μας αν μπορείς!

Πρόθεση μας είναι να καταργήσουμε τη νέα τάση της εποχής τύπου: “ποίηση” ως δυσνόητα αποκυήματα του εγκεφάλου και να επανορίζουμε την ευνόητη στάση του άθυρμα συντριμμένου βάζου, εμείς κύμβαλα που αλαλάζουν.
Ζούμε και δημιουργούμε σύμφωνα με τη φύση και με γνήσιο ψυχικό αυτοματισμό.
Αβίαστη έκφραση με όποιο μέσο, πέρα από όρια και περιθώρια.
Καταργούμε όλες τις έννοιες ξαναχτίζουμε τις λέξεις γιατί απλά μπορούμε και γιατί έτσι γουστάρουμε, να καπνίζουμε γνώση, να μεθάμε ποίηση, να είναι ρε αδερφέ η τέχνη το παραισθησιογόνο μας, να ενοχλούμε τους εφησυχασμένους και να διαλύουμε τις νιρβάνες τους!

διακηρύσσουμε ότι: 



1. Δεν έχουμε καμία σχέση με το «πάντα» ούτε με το «τίποτα». Αλλά μπορούμε να χρησιμοποιούμε τα πάντα για να φτάσουμε στο τίποτα. Το απόλυτο δεν υπάρχει, το στέρεο καταργείται , η ρευστότητα επανέρχεται

2. Είμαστε αποφασισμένοι να γκρεμίσουμε ότι χτίστηκε με παραπληροφόρηση, παρερμηνεία και παρ’ το αυγό και κούρευτο, από ολόκληρο τον κόσμο μέχρι ολόκληρη τη γλώσσα.

3. Είμαστε αποφασισμένοι να γκρεμίσουμε τον άνθρωπο για να ξαναχτίσουμε τη ζωή.
4. Είμαστε αποφασισμένοι να κατακτήσουμε την ευδαιμονία – και θα το κάνουμε γιατί ξέρουμε.

5. Είμαστε αποφασισμένοι να αγαπιόμαστε με όλα τα ορατά και αόρατα πλάσματα του σύμπαντος.

6. Η επανάσταση είναι πράξη καθημερινή και ξεκινάει με το πρώτο σκοτάδι της ημέρας ή με το πρώτο φως της νύχτας από τον εαυτό μας. Καθημερινά γκρεμίζουμε κάθε στερεότυπο που δομήθηκε την προηγούμενη με ή χωρίς τη συναίνεση μας.

7. Ορίζουμε ξανά την ουσία στη ζωή και τη συνουσία, καθώς και το οινόπνευμα ως οίνο του πνεύματος.

Ο Κυνικός Υπερρεαλισμός είναι καλλιτεχνικό κίνημα, είναι κατάσταση, είναι η ποίηση της ύπαρξης με μαγκούρα στο κεφάλι σε κάθε συντηρητισμό, περιορισμό, ευνουχισμό και γενικότερα ισμό! Το δικό μας το ισμό επιτρέπεται για να καταργήσει όλα τα άλλα!

Στον Κυνικό Υπερρεαλισμό δεν υπάρχει καμία απόλυτη αλήθεια και δεν δέχεται καμία επιβολή. Στέλνει αυστηρή προειδοποίηση σε μικροαστούς και φασίστες, σε όποια τρύπα και αν είναι χωμένοι: κάθε συνουσία που αποσκοπεί στον πολλαπλασιασμό σας θα μας βρίσκει αντιμέτωπους. Να προσέχετε τη διαγωγή σας ρε πνευματικά απόβλητα, κανένα παραστράτημα δεν πρόκειται να μας διαφύγει!

Κυνικός υπερρεαλισμός είναι: να είσαι ο εαυτός σου κόντρα στα πάντα.
Ο κυνικός υπερρεαλισμός προέκυψε γιατί υπήρχε πάντα
Κυνικός υπερρεαλισμός είναι αυτό που κάναμε και κάνουμε χωρίς τίποτα
Κυνικός υπερρεαλισμός είμαστε εμείς
Άρα εμείς είμαστε ο κυνικός υπερρεαλισμός

Και μη ξεχνιόμαστε: Σκατά και ξύλο στους φασίστες!
Εβίβες σε απανταχού ρεμάλια και φίλους του Κυνικού Υπερρεαλισμού!

Υπογράφουν οι συνένοχοι:

Βίκυ Βανίδη
Χρήστος Αντισθένης Ζάχος
Πεφτούλιος Μαρθόγλου
Γιώργος Μικάλεφ
Νίκος Ζαννής
Ιωάννα Πλέσσα

Υ.Γ. Όσοι θελήσουν να μπουν στο κίνημα του Κυνικού Υπερρεαλισμού, να προσκομίσουν μια δήλωση του νόμου 501, εξετάσεις ούρων, αίματος και τριχών, απόδειξη θητείας στο Δρομοκαΐτειο και απάντηση θα πάρουν εφόσον εξετάσουμε το αίτημά τους μετά από 6 μήνες!

VIVA LA CYNIC SURREALISM!!!

Λίνα Βαταντζή, Το Άγιο Δισκοπότηρο

Σείεται η νυχτερινή σιωπή
τα χέρια μεθοδικά ψάχνουν
χρώματα,
όνειρα που κάποτε
την πόρτα έκρουαν
γαντζώνονταν σε ιστορίες μελλοντικές.

Ξεθώριασαν οι έννοιές τους-
Ή μήπως, άραγε,
δεν γνώρισες το νόημα
κάποιου ονείρου.

Βασιλιάς του κόσμου
είσαι
κηλίδα κοινωνίας
τις στιγμές που επίμονα
ανασκαλίζεις τη ζωή.

Βασιλιάς του πόνου
είσαι
θραύσμα αξιοπρέπειας
σε πόλης παράδρομο
όταν ακτίνες νύχτας
φωτίζουν τις έρευνές σου.

Βασιλιάς της τόλμης
είσαι
μια ύπαρξη σφραγισμένη
άνθος σε μαραμένους κήπους.

Σαν άγιο δισκοπότηρο
εμπρός σου
υποτάσσεται ο κάδος.

Είναι πολύτιμο το περιεχόμενό του
και συ πιστός ικέτης
βυθίζεσαι για βάπτισμα επιβίωσης.