Δημήτρης Φιλελές, Δύο ποιήματα

Πρόσκαιρη παρουσία

Ο χρόνος ροκανίζει
τις αρθρώσεις της μνήμης
σαν το αλάτι της θάλασσας που σαπίζει
τους σιδερένιους μεντεσέδες
και τρώει τα ξύλινα παραθυρόφυλλα
φέρνει την αίσθηση της φθοράς
μαζί με τα κύματα των αναμνήσεων
που παφλάζουν αδιάκοπα
σπρωγμένα από το αόρατο χέρι
του βροχερού αέρα

στον οξειδωμένο καθρέφτη
οι ρυτίδες αυλακώνουν το μέτωπο
σαν αδέξιες τομές από νυστέρι
οι μαύροι κύκλοι των ματιών
μοιάζουν ανεξίτηλες σφραγίδες
η ανίκητη έλξη της βαρύτητας
καμπουριάζει τους ανυπεράσπιστους ώμους

η πρόσκαιρη παρουσία νιώθει
τη ματαιότητα της αντίστασης
σπάει τα χαλινάρια της
αφήνεται στη ζητεία στιγμών
από τους αμέριμνους περαστικούς
που επιμένουν να ξοδεύουν άσκοπα
το ευεργέτημα της νιότης
πόσο γλυκός ακούγεται ο ήχος των κερμάτων!

***

Άρνηση

Η κλινική εικόνα του ασθενούς
είναι άριστη
η καρδιά πάλλεται
χωρίς ερωτηματικά
οι πνεύμονες εκτελούν το καθήκον τους
αδιαμαρτύρητα
το πεπτικό σύστημα
λειτουργεί υποδειγματικά
το ήπαρ μεταβολίζει πλήρως
το αλκοόλ
οι νεψροί αποβάλλουν εγκαίρως
τα πλεονάζοντα υγρά
η αφόδευση εκτελείται
σε τακτά χρονικά διαστήματα.

Μόνο ο εγκέφαλος
αρνείται πεισματικά να επικοινωνήσει
με το υγιές περιβάλλον.

Αλλά ας μην ασχολούμαστε
με λεπτομέρειες…

*Από τη συλλογή “Θρ… ίαμβοι και απώλειες”, Εκδόσεις Απόπειρα, 2018.

Κατερίνα Ζησάκη, Δύο ποιήματα

λαϊκή του Σαββάτου

καροτσάκια λαϊκής ματωμένα
είχαμε κουβαλήσει μ’ αυτά τους νεκρούς
αντί πατάτες φρούτα
ρολά υγείας φτηνά
και βρακιά απ’ τα πανέρια
που σου γυάλιζαν εσένα
και μια χεριά γλαδιόλες
ευκαιρία να τις παίρνεις το Σάββατο
τσάμπα πράμα
να ομορφαίνει το σπίτι
που θα κατέφθαναν φίλοι
για τα κρασιά
μουσικές και τα γέλια
να ιδωθούμε
να μην ξεχνιόμαστε
κι απάνω στο κρασί να φουντώσει η κουβέντα
να μου βρίσεις την αναρχία
να σου βρίσω τη μάνα
και να παρέμβουν οι ισορροπιστές
να πέσουμε πάνω τους να τους φάμε
να ζήσουμε για την εκτόνωση
έναν μικρό μικρούλη πόλεμο

σήμερα τα καρότσια είχαν αίματα
ο μεγάλος ο πόλεμος
είχε αρχίσει

***

φωτογράφος ζητείται για το κενό

δεν έχω ούτε μια φωτογραφία σου
που να λέει πώς ήσουν πριν να γεννηθείς
υπήρχες;
δεν υπήρχες;
σ’ ονειρεύτηκε η μάνα σου ή σ’ έκλεψε
από έναν κόσμο που όλα
ήταν καλύτερα: τα κορίτσια πράσινα
τα χωράφια μέλι
κι οι άντρες νοσταλγοί
μιας θηλυκής μαγείας
εξανθρωπίζονταν

βρήκες κόσμο αντίστροφα με τις ρόδες
τρακάρισες γιατρό κι έπαψες να πηγαίνεις
έκτοτε στάση: ζεις – γερνάς – πεθαίνεις
ακίνητος ανάμεσα σ’ ακίνητους ανάμεσα σε πόνο
κι ούτε μια φωτογραφία σου δεν έχω
που να λέει πώς ήσουν πριν να γεννηθείς
και πως υπήρχες
έτσι ώστε να βεβαίωνα
πως καταλήξαμε εδώ
από μιας μάνας κλέψιμο
κατά λάθος
και μόνο

*Από τη συλλογή “μισέρημος”, εκδ. Μανδραγόρας 2018.

Κωνσταντίνος Σερέλης, Δύο ποιήματα

Ο Μονόλογος του Νεκρού

Ανοιγοκλείνοντας τα μάτια μου
Βλέπω τον άαατο έβενο μπροστά μου
Ο χώρος ανάερος και τόσο μικρός
Όσο και το σώμα μου.
Διακρίνω σκαλισμένες ζωγραφιές-μετουσιωμένη οδύνη –
Άλλες δημιονργημένες από τα δικά μου νύχια
Και άλλες φαντάζουν άχρονες…
Όμως η γλώσσα των νεκρών είναι κοινή
Και το σηπτικό πέπλο του χρόνου μας σκεπάζει όλους.
Ακούω φωνές… Πολλές φωνές.
Ακούω τον παφλασμό των υποκριτικών δακρύων πάνω στον έβενο.
Κάποια από αυτά τα υγρά μιάσματα
Εισχωρούν μέσα στον έβενο
Πέφτουν στο σάπιο πρόσωπό μου
Σαπίζοντάς το ακόμη περισσότερο.
Έχουν γεύση δακρύβρεχτης χολής
Και απαράμιλλου υποκριτικού ταλέντου.
Αηδιάζω…
Όσο εγώ συμφιλιώνομαι με τον δρεπανηφόρο άγγελο
Αυτοί οι ιταμοί βυσσοδομούν πάνω από την άχραντη ψυχή μου.
Και τα δαιμόνια πάνω από αυτούς, παζαρεύουν για το ευτελισμένο κορμί μου.
Το τρόπαιό τους, το κουφάρι μου.
Χειρότερο τρόπαιο δεν ξανάδα.
Απορώ με την ματαιοδοξία των δαιμόνων.
Οι άνθρωποι τούς έμαθαν αυτά τα τερτίπια ή το αντίστροφο;
Ξάφνου στα διαλυμένα μου ρουθούνια φτάνει μία αναζωογόνηση.
Είναι η μυρωδιά του υγρού χώματος.
Ακούω τα σκουλήκια να ξύνουν άκμητα το ξύλο.
Μαγεμένα από το λάφυρο.
Τελικά δεν είμαι τρόπαιο κανενός δαίμονα παρά των σκουληκιών.
Η φύση ανακτά αυτό που της ανήκει.
Τουλάχιστον δεν ακούω τον ορυμαγδό αυτών των απεικασμάτων.
Πλέον είμαι πράος.
Δεν ακούω κανέναν.
Μόνο το ροκάνισμα των σκουληκιών.
Μόνο αυτή η παραδείσια μουσική υπάρχει.
Είμαι ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ.

***

Το τραύμα της Γέννησης

Το καυτηριάζον φως τη στιγμή της γέννησης
σηματοδοτεί το τραύμα της ύπαρξης.
Διεσταλμένες ίριδες υποδεικνύουν
το ερέθισμα της ζωής.
Οι κραυγές του ζωοδότη γονέα δημιουργούν
έναν υπόκωφο αντίλαλο στα
άμαθα ώτα της νεογιλής οντότητας.
Η έως τότε νεκρική σιγή και το αιώνιο σκοτάδι της μήτρας
διαλύονται από κραυγές αλλά και χαμόγελα.
Ο ομφάλιος λώρος, ήτοι η απαράβατη σύνδεση
μητέρας και νεογνού.
Το κόψιμό του, η βίαιη αποκόλληση και η μετουσίωση της εν δυνάμει ζωής
σε μια κολαστική κανονικότητα.

Το να αποκόπτεις ένα άτομο από την άβυσσό του
με σκοπό να το αναγκάσεις να υποκύψει
στις νόρμες των ζωντανών
θα έπρεπε να θεωρείται προπατορικό αμάρτημα.

*Από τη δίγλωσση συλλογή “Καταραμένα ψήγματα / Accursed fragmments”, εκδ. Ελεύθερος Τύπος, Νοέμβρης 2018.

Νίκος Σφαμένος, Κάπως έτσι

Δημήτρη Τρωαδίτη
ξέρεις
σήμερα είναι απόκριες
κοιτώ απ΄το μπαλκόνι
τα πλήθη να συνωστίζονται
η γριά γύφτισσα σκυφτή
στο σούπερ μάρκετ απέναντι
απλώνει το χέρι για κέρματα
εμείς δεν τα ΄παμε ποτέ ε;
θα σου λεγα πως
έγραψα μερικά καλά ποιήματα
έγραψα μερικά κακά ποιήματα
την ώρα που τα πλήθη συνωστίζονται
ο ήλιος πέφτει στη γριά γύφτισσα
και κείνη μου κλείνει το μάτι
ίδια η ζωή

Νίκος Μιτζάλης, Εφήμερο

Shirin Neshat, Women of Allah Series

Τα άνθη της κερασιάς
ο χορός της σκιάς
ό,τι δεν μπορείς να κρατήσεις
φωταχτίδων ξεφύλλισμα
γύρω απ’ το δέντρο
φύσημα στο πέτο
φευγαλέα ματιά γυροβολιά
ευλαβικά
η κάνη της Neshat
                                       

Περσέας Ρίζος, Σε ένα αόρατο έδρανο της γης

Τα άκρα των δαχτύλων των χεριών είναι ο γκρεμός όπου η
σάρκα γειτνιάζει με την ύπαιθρο των άστρων
το φως είναι το αίμα τού μέλλοντος
η ηθική είναι ο ταξιθέτης τού σύμπαντος
ένα ποίημα διαβασμένο δυνατά στ’ αυτιά τής νύχτας
από εκατοντάδες ράμφη
που όσο παράλογο και αν ακούγεται

ΖΩ ΜΟΝΟΣ
σε ένα αόρατο έδρανο τής Γης

ΚΑΘΙΣΜΕΝΟΣ
σαν νέος σπουδαστής

ΠΟΥ ΗΡΘΕ
για το μάθημα τής αστρονομίας των συναισθημάτων

ΜΠΟΡΕΙ
να θήλασα όλες τις καταιγίδες

ΑΛΛΑ ΤΩΡΑ
θα πετάξω ανατολικά

ΕΚΕΙ
όπου ο κεραυνός εορτάζεται αθόρυβα

Ε ΛΟΙΠΟΝ
ίσως τελικά κατά βάθος να είμαι αισιόδοξος

Γιώργος Δάγλας, Επιστροφή


.
Όσοι έφυγαν,
αφήνοντας πίσω τους μια πόρτα ανοιχτή
να την κτυπάει ο άνεμος.
Όσοι περπάτησαν μόνοι στις γραμμές του τρένου
με μια βαλίτσα αφημένη στην αποβάθρα,
περιμένοντας την αναμέτρηση…
Όσοι στοίχειωσαν τη ζωή μας χωρίς τέλος…
Πάντα σαν υπενθύμιση σκληρή
σαν δηλητηριασμένο βέλος
Επιστρέφουν.
Επιστρέφουν χωρίς μάτια
με ένα μαύρο πουλί στον ώμο τους.
Επιστρέφουν
μιαν ανύποπτη, απελπισμένη στιγμή…
να κλείσουν αθόρυβα τη ξεχασμένη πόρτα.

Μιχαήλ Μήτρας, Με αναδρομική ισχύ

μπετόν γυαλί σίδερο πλαστικό
γυαλί σίδερο πλαστικό μπετόν
πλαστικό μπετόν σίδερο γυαλί
σίδερο πλαστικό γυαλί μπετόν
γυαλί σίδερο μπετόν πλαστικό
μπετόν πλαστικό γυαλί σίδερο
πλαστικό γυαλί σίδερο μπετόν
σίδερο μπετόν πλαστικό γυαλί
γυαλί σίδερο μπετόν πλαστικό
μπετόν γυαλί σίδερο
ΧΩΜΑ

*Από το βιβλίο «Διακριτές μεταβολές», εκδόσεις Απόπειρα, Αθήνα, Σεπτέμβριος 2004, σελίδα 103.

Γιώργος Γκανέλης, Τρία ποιήματα

ΣΗΜΕΙΑ ΣΤΙΞΗΣ

Τα απολύτως αναγκαία:
την οδοντόκρεμα
να βουρτσίζω εξογκώματα
σπασμένων δοντιών
(τις ρίζες που απέμειναν
στο σφαγμένο φεγγάρι)

τα γυαλιά μυωπίας
να παρατηρώ διακριτικά
εξόφθαλμους θανάτους
-τις Κυριακές στον σταθμό
σφηνωμένους στις ράγες-

τα ισόπαλα βράδια
να δικαιώνω την αγρύπνια
μέχρι παρεξηγήσεως
«αφήστε με να βάζω
την αϋπνία προσάναμμα»
μα κυρίως εμένα
να δημιουργώ αντίλαλους
στο άδειο δωμάτιο
με σημεία στίξης μεταλλικά
υπόλογος στην Ποίηση

***

ΤΑ ΡΕΥΜΑΤΑ

Φτηνός σουρεαλισμός
στις εσχατιές του στί;
βαθαίνουν τα ορυχείο
της ανασκαμμένης Ποίησης
(επιβήτορες του ρήματος
διακορευτές της μετοχής)

Σώφρον είναι να σωπαίνεις
και τότε βλέπεις καθαρά
ανεμοστρόβιλους ποτάμια
σωρηδόν επαναστάσεις
-όχι μονάχα της Ιστορίας-

Πού μας πάνε επιτέλους
τα ρεύματα της Τέχνης;

Τα αρτιμελή ποιήματα
δε χρειάζονται δεκανίκια

***

ΑΣΚΗΣΗ ΓΡΑΦΗΣ

Με νύχια και με δόντια
εγώ ποιητής κι εσύ τίποτα
όλοι οι υπόλοιποι περαστικοί
μη θέλεις λόγια πιο απλά
-ρε, πού να βρω αντίλαλο
να ξέρει την προπαίδεια;-

Όλοι, μα όλοι γκρεμιζόμαστε
κι ούτε ένας να μας μαζέψει

Μη μου αφήσετε τηλέφωνο
γραμμάτια κι εκκαθαριστικά
τη σιγουριά της ήττας θέλω
κι ένα κενό εκατό μέτρων
να ασκούμαι ανενόχλητος
στη χρεοκοπία της γραφής

*Από τη συλλογή “Ωδίνες της Ποίησης”, εκδόσεις στίξις, Δεκέμβριος 2018.

Χριστόφορος Τριάντης, Πωλούνται ασφάλειες

Πωλούνται ασφάλειες ζωής
για μικροαστικούς παραδείσους,
για τους έχοντες μια κάποια περιουσία
και βιβλιάρια καταθέσεων (κι ένα εξοχικό στην παραλία).
Πωλούνται ασφάλειες για να μπορούν
οι γόνοι μικροαστών και πληβειών (λιγότερο)
να ‘χουν εξασφαλισμένες: οικογένεια και δουλειά,
λόγω δυσκολίας καιρών κι αγορών.
Πωλούνται ασφάλειες
για να αποφύγουν τις τρέλες
της νιότης τα παιδιά
και στις σπουδές τους να επικεντρωθούν,
με ζέση και προσήλωση.
Πωλούνται ασφάλειες
για κακοπαντρεμένες γυναίκες,
όχι για ν’ αλλάξουν συζύγους και σχέσεις,
αλλά για ν’ αντέξουν τον χρόνο,
κάνοντας αγία υπομονή.
Πωλούνται ασφάλειες
για να ζήσουν περισσότερο:
αυτοκίνητα, οικοσκευές και κυτία,
στις πολιτείες της μοχθηρής εργασίας
και στα βρόμικα σεντόνια των απολογισμών.
Πωλούνται ασφάλειες
σε λογοτέχνες και ποιητές,
μην ξεστρατίσουν απ’ τους ασφαλτωμένους
δρόμους και κανένα χαλικάκι πονέσει
τα τρυφερά τους πόδια.
Πωλούνται ασφάλειες
που διασφαλίζουν: ότι κάτω στον Άδη
θα λειτουργούν μηχανές
που πολλαπλασιάζουν χρήμα κι αριθμούς,
για να αποπληρώνονται οι λογαριασμοί
(και οι υποχρεώσεις) της επίγειας ζωής.
Πωλούνται ασφάλειες
για αλωνιστικές μηχανές που τις αμφιβολίες
κόβουν και τον δρόμο των τσιγγάνων φράζουν,
σαν κατεβαίνουν με νταούλια
στα πανηγύρια (των αμαρτιών).
Πωλούνται ασφάλειες
για να λένε ψέματα στον εαυτό τους (όλοι)
και να γονιμοποιούν
τις επιθυμίες τους με αργολογίες,
κι έτσι την ψευδολογία να χορταίνουν.
Πωλούνται ασφάλειες
για να περιφέρετε πηγούνια και γαστέρες
στα κοιμητήρια,
μήπως και η τύχη σάς ελεήσει
και σταθεί ευνοϊκή με τις συγκυρίες
(των ασφαλειών περιουσίας).
Πωλούνται ασφάλειες
για να πετάτε τα σκουπίδια σας
σε ποτάμια και σε αρχαίες φρυκτωρίες,
επειδή πιστεύετε πως πουλιά και δέντρα
δεν ξέρουν από ομορφιά.
Πωλούνται ασφάλειες
έτσι για να αισθάνεστε ασφάλεια
σ’ έναν κόσμο ανασφαλή,
όπως συνηθίζετε να ανακοινώνετε
(στεντορείως κι άλλες φόρες μυστικοπαθώς)
σε συζύγους κι ερωμένες.
Πωλούνται ασφάλειες
για να κονομήσουν κάτι λίγα οι ασφαλιστές
και τα πολλά οι πολυεθνικές
κατά τον νόμιμο τρόπο
και τις αγοραίες διατάξεις.
Πωλούνται ασφάλειες
για να διασφαλίζεται το αδιάβλητο των εξετάσεων
(παντός τύπου)
και έτσι οι οικογένειες (ολοφάνερα)
να προχωρούν προς τ’ ανώγια της αξιοκρατίας,
νυχθημερόν και ευθέως.
Πωλούνται ασφάλειες
για να αγοράζετε μάσκες και προσωπεία ( σωρούς)
στα πίσω μέρη των αιώνων.
Αλλά και μπροστά στους τουριστικούς προορισμούς,
η αγορά σάς περιμένει πολυδύναμη.
Πωλούνται ασφάλειες
για να αποφεύγετε
τα ρήματα τής εκδίκησης
και να ακολουθείτε τους lanistes,
που ίσως σας διαλέξουν
για τις αρένες και τα περιδρόμια.
Πωλούνται ασφάλειες
για να δολοφονείτε τ’ αλόγα
δίχως τιμωρία, γλυτώνοντας την πλήξη
και τροπαιούχοι κατόπιν,
να δείχνετε ανωτερότητα
στον μικρόκοσμό σας.
Πωλούνται ασφάλειες
για να λυσσομανάτε
στα χαλασμένα παραπήγματα.
Υπάρχει -εκεί μέσα -η πιθανότητα να σκιαχτούν
οι δαίμονες των αφεντικών
και αλλού να τρέξουν να χωθούν.
Πωλούνται ασφάλειες
για να περάσατε τη μέρα σας λέγοντας:
ω, τη βγάλαμε καθαρή και σήμερα,
ευτυχώς.
Πωλούνται ασφάλειες
για να παίρνουν καλούς βαθμούς
τα τέκνα σας και χρήσιμοι πολίτες
να γίνουνε στην κοινωνία.
Πωλούνται ασφάλειες
σε πρώην οπαδούς αριστερών κομμάτων,
για να ετοιμάσουν τους γάμους
των θυγατέρων τους,
κάπως πλουσιοπάροχα κι επιχρυσωμένα.
Πωλούνται ασφάλειες
για να βρίζουνε συνέχεια οι γέροι και οι γριές,
τώρα που δεν μπορούν
ούτε μια μικρή αμαρτία να γεννήσουν.
Πωλούνται ασφάλειες
για να αμαρτάνατε με μέτρο
(μέτρον άριστον),
ιδιαίτερα τους καλοκαιρινούς μήνες
που παρακολουθείτε αθλητικές δραστηριότητες
και τα λαχανικά είναι πιο φθηνά.
Πωλούνται ασφάλειες λοιπόν,
εδώ στα πανδοχεία της κακοφορμισμένης βιωτής
του αίσχους και της αδιαντροπιάς.
Πωλούνται ασφάλειες κι εχέγγυα
μακράς πνοής (και ζωής)
με δείπνα και ξενύχτια,
θεάματα και θαύματα,
πράγματα και λιπάσματα
κι όλα του κράτους τα κράματα,
ανοιχτά και προς κάρπωση.
Πωλούνται ασφάλειες
για μην ορίζετε τον ορίζοντά σας,
μόνο να κοιτάτε τα νύχια των ποδιών σας,
αν έχουν μύκητες ή είναι περιποιημένα
(κατά τη μόδα της εποχής ).
Πωλούνται ασφάλειες
για να αγοράζετε μαύρα γυαλιά
και σαν εισαγγελείς σε επαρχιακές πόλεις
να κυκλοφορείτε,
δείχνοντας τα κλειδιά απ’ τα αυτοκίνητά σας
σε συλφίδες κι ερωμένες.
Πωλούνται ασφάλειες
για να μην έχετε ανασφάλειες
ούτε και πείσμα,
για το οριοθετημένο των πραγμάτων
και κάπως ξαφνικά αναγκαστείτε
να πράξετε ανόητα,
μιας κι είστε εις το μέσον κρίσιμης ηλικίας
(μεσόκοποι).
Πωλούνται ασφάλειες
για μην πεθάνετε ποτέ,
πράγμα αδύνατον, όπως είπε κι ο Θεός.
Να όμως, που πολλοί
δεν τον πιστεύουν κι ασφαλιστήρια
συνεχίζουν ν’αγοράζουν,
έως θανάτου.