Μιχάλης Ανθάς, Αρχίνισαν οι φωτοφόρες κόρες της Ανατολής

Alberto Magnelli, Ronde oceanique

ΑΡΧΙΝΙΣΑΝ οι φωτοφόρες κόρες της Ανατολής
να κουρελιάζονται γύρω μας.
Σαν στρείδια μένουν ακίνητες και περιμένουν
κάποιο αργό ξύπνημα.
Πέντε μολυβένια δάχτυλα ξεκουράζονται στο κράνος μου.
Νά ‘ναι του Θεού η συμφιλίωση, ή του στρατηγού η έγνοια;
Δεν ξέρω,
άν είμαι έτοιμος ν’ ακούσω μια θρηνωδία,
να προφτάσω ένα βρεχτό λάλημα,
πριν σωπάσει στο βρυχηθμό του λιονταριού.
Δεν ξέρω
άλλο απ’ την έχθρα της νίκης τ’ είναι δικό μου.
Κοιτάζω με τό ‘να μάτι τα σουφρωμένα φρύδια της μέρας.
Κείνα τα πέντε γίναν μύρια τόσα!…
Κι όταν όλα μαζί σπιρούνισαν τη φοράδα στην κοιλιά,
ούρλιαξε για τον ύμνο που ψάλλαμε γιαυτή.
Δεν ξέρω πότε χάθηκε:
Με το πουλάρι που γέννησε στα πόδια μας,
ή γιατί ξεπέζεψε το καύκαλό της η νύχτα, να συμμαχήσει με ποιόν;
Δεν ξέρω
άν έτσι θρέφεται η θέα των μαστόρων,
όταν εισελαύνουν τα λάσπινα παραπέτα
στο λάτρεμα του αγγυλωτού βράχου,
με τα ΕΛΟΒΙΑ της λευτεριάς ΤΟΥ τ’ αγριοπερίστερα.
Δεν ξέρω
αν το διάταγμα της ηθικής
συγγενεύει με το άνομο πέταγμα μιας ελπίδας
στο ΙΔΙΟ φωτοφόρο κατώφλι του νόμιμου θανάτου.
Δεν ξέρω, δεν ξέρω, δεν ξέρω!…

*Από τη συλλογή “Επί Γης Ειρήνη”, εκδόσεις “Δίπτυχο”, Αθήνα 1983.

Φανή Αθανασιάδου, Χρόνος

Ο χρόνος πλανιόταν
πάνω απ’ τα ερείπια του αρχαίου ναού
μέχρι τα βράχια της ακρογιαλιάς.
Ο λαμπρός ήλιος έδιωχνε τις σκιές
που πλανιόταν τριγύρω
μα το φως όσο άπλετο κι αν ήταν
δεν έσβηνε τα έντονα σημάδια
που χάραξε βαθιά
το μακρινό πέρασμα.
Μόνο κάθε βράδυ
όταν ο ήλιος βασιλεύει,
μες στη σιωπή της φύσης οι σκιές ξαναπροβάλλουν
και μακρινές απόκοσμες φωνές
ζωντανεύουν κάποιον περασμένο κόσμο.

*Από τη συλλογή Επιλογές (1986).

** Από τη σειρά “Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία)” στο https://thepoetsiloved.wordpress.com/2019/05/01/fani-athanassiadou-hronos-φανή-αθανασιάδου-χρόνος/της Βίκυς Παπαπροδρόμου.

Αντιγόνη Ηλιάδη, Κύριέ μου, σχώρα με

Της ξύρισε το μεταξένιο μακρύ ξανθό μαλλί της. Χάιδεψε το πορσελάνινο πρόσωπο της. Έσκυψε να τη μυρίσει. Κολόνια και αίμα. Άρχισε πρώτα να της χαράζει σταυρούς στο κρανίο με ένα ψαλίδι και μετά να της το τρυπάει μανιωδώς. Πάνω, κάτω, δεξιά, αριστερά. Έριξε ξύδι στις πληγές της. Όταν πόνεσαν τα χέρια του, με δισταγμό πήρε ένα κουτάλι, το βούτηξε μέσα στα εντόσθια του εγκεφάλου της και έκανε να δοκιμάσει. Δεν ήταν κι άσχημο. Δεν το έκανε συνήθως, αλλά του φαινόταν τόσο ελκυστικό, αυτή τη φορά. Την τράβηξε από τις μασχάλες για να τη σηκώσει. Ήταν θεόβαρια. Τα γόνατά του τον είχαν χτυπήσει άσχημα. Τη σταύρωσε, έκοψε μία τούφα από τα μαλλιά της και την έβαλε μέσα στο καντήλι. Άναψε το κερί μπροστά στην εικόνα του βασανισμένου Χριστούλη. Έκανε τον σταυρό του, έπεσε στα γόνατα και έσκυψε το κεφάλι σε στάση υποταγής και προσευχής. Έκανε την προσευχή του δυνατά και ζήτησε συγχώρεση για το ξεστρατισμένο, έκπτωτο κορίτσι.

Έπειτα διέγραψε το προφίλ της από τον λογαριασμό του στο ίνσταγκραμ και στο φέισμπουκ, αφού έσβησε όλα τους τα μηνύματα. Έβγαλε την μπαταρία από το κινητό της και τα πέταξε και τα δύο στην ανακύκλωση. Χτύπησε το κουδούνι. Έβαλε βιαστικά το πτώμα της μαζί με τα άλλα στην αποθήκη του. Έβαλε ένα αρωματικό λεβάντας, δίπλα στη σειρά με τα υπόλοιπα αρωματικά χώρου. Ένα για κάθε κορίτσι. Είχε φτάσει στα έξι. Είχε υποσχεθεί πως στα εφτά θα σταματούσε. Εφτά τα αμαρτήματα. Καθάρισε γρήγορα τα χέρια του στο νιπτήρα του μπάνιου και κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη. Έφτιαξε τα μαλλιά του με σπασμωδικές κινήσεις. Μισούσε να κοιτάει τον εαυτό του. Είχε πολλά σπυριά για την ηλικία του. Έβγαλε τον καθρέφτη από τη θέση του και τον έβαλε κάτω από τον νιπτήρα. Έσιαξε τον γιακά του πουκαμίσου του. Το κουδούνι ξαναχτύπησε επίμονα.

Μισάνοιξε την πόρτα. Ήταν αυτή η γειτόνισσα που τα παρακολουθούσε όλα. Η ενοχλητική κυρά Νίτσα από τον τρίτο. Γελούσε και τον κοιτούσε έντονα. Ήθελε να δει πίσω από την πλάτη του, άκουσε φασαρία. Ανησύχησε. Ναι, είχε δίκιο. Ίσως ήταν λίγο ανήσυχο το κορίτσι αυτή τη φορά. Της είπε όλα καλά, απλώς είχε βάλει μουσική να ακούσει. Όχι, δεν είχε παρέα, μόνος ήταν. Η κυρά Νίτσα δεν καταλάβαινε τη μουσική των νέων, έκανε να γελάσει. Όχι, δεν είχε βρει ακόμα ένα καλό κορίτσι. Έψαχνε, ναι. Δεν ήθελε να γνωρίσει τη Δωροθέα την κόρη του παπά. Ναι, την είχε δει, δεν του άρεσε. Η κυρά Νίτσα δεν πείστηκε πολύ, του άρχισε την πάρλα. Της έκλεισε την πόρτα στη μάπα με μια δικαιολογία και δεν της άφησε πολλά περιθώρια.

Έκανε αναζήτηση στη σελίδα του στο ίνσταγκραμ. Έψαχνε πρόστυχα κορίτσια που να δείχνουν τα μπούτια τους, το στήθος τους, να φοράνε κοντά, μικρά και λίγα ρούχα, να βάφονται έντονα και να είναι προκλητικά. Έστειλε κάποια μηνύματα.

«Πού είσαι; Μου αρέσεις. Θέλω να σε δω. Τώρα.»

Κάποιες τον αγνοούσαν επιδεικτικά, μεγάλες ψωνάρες, τις μισούσε πιο πολύ από όλες. Έμπαινε στα προφίλς τους και σκρόλλαρε ασύστολα στις φωτογραφίες τους. Τις μισούσε, τις μισούσε από τα βάθη της καρδιάς του. Κάποιες του απαντούσαν επιθετικά, κάποιες άλλες με μισόλογα. Τσουλιά, πουτάνες, φαντασμένες ανόητες. Δεν ξέρετε με ποιον έχετε να κάνετε. Αυτές που του απαντούσαν θετικά, έκαναν την τύχη τους. Κανόνιζε ραντεβού μαζί τους από το ψεύτικο προφίλ του. Τις έλεγε στην αρχή να βρεθούν κάπου έξω. Μετά προφασιζόταν μια δικαιολογία και κατέληγε πως η μόνη επιλογή ήταν να έρθουν κατευθείαν σπίτι του. Πέθανε τη θεία του, τη γιαγιά του, τη μάνα του, το γλυκούλι κόκερ σκυλάκι του και όλο του το φανταστικό σόι εκατόν πενήντα φορές. Ο Χριστός θα τον συγχωρούσε για τα ψέματα που είχε πει. Είχε ανώτερο σκοπό. Είχε διοριστεί για ιερό έργο. Στον εικονικό κόσμο όλα γίνονται και όλα είναι πιστευτά. Για καλό σκοπό έπρεπε να τις πείσει να έρθουν σπίτι του και μετά όλα γίνονταν κατά την ευχή του Θεού. Οι αμαρτωλές θα πάνε στην κόλαση, με αυτά που κάνουν. Κόλλησε να κοιτάει μία κοπέλα ένα διχτυωτό καλσόν. Μαύρο, αισθαντικό.

Οι πρόστυχες, οι σκύλες, δεν μπορούσε να καταλάβει τι είχαν στο μυαλό τους. Κοίταξε το ψεύτικο προφίλ του. Δεν του άρεσε. Έκλεισε με βία τον υπολογιστή. Άνοιξε το άδειο ψυγείο του, έβγαλε το κουτί με το γάλα και ήπιε όσο είχε μείνει σχεδόν μονορούφι. Τον πήρε η μάνα του τηλέφωνο κατά τις εννιάμισι το βράδυ. Μετά το δελτίο ειδήσεων. Της είπε ότι είναι καλά. Του είπε να του στείλει παστίτσιο και σπανακόπιτα με το ΚΤΕΛ. Ναι, της είπε, αύριο θα πάει να τα πάρει. Ο πατέρας του ούρλιαζε από πίσω, «ΜΕ ΤΟΝ ΑΧΡΗΣΤΟ ΤΟΝ ΚΑΝΑΚΑΡΗ ΣΟΥ, ΤΟΝ ΕΧΕΙΣ ΚΑΚΟΜΑΘΕΙ. ΔΕΝ ΦΤΑΝΕΙ ΠΟΥ ΤΟΝ ΠΛΗΡΩΝΟΥΜΕ ΑΚΟΜΑ, ΤΡΙΑΝΤΑ ΧΡΟΝΩΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΤΑ ΓΟΥΣΤΑ ΤΟΥ.». Κι εκείνη του απαντούσε, «ΧΡΗΣΤΟ, το παιδί διαβάζει, τελειώνει τη σχολή του τώρα. Παιδί μου, θα σου τα στείλω εγώ αύριο, ο Θεός να σε έχει καλά, μην ακούς τον πατέρα σου.». Η μάνα του προσπαθούσε να τον καθησυχάσει. Αυτός είχε κοκκινίσει από τα νεύρα του. Έκλεισε το τηλέφωνο, έστειλε φιλιά στη μάνα του και έδωσε μία μπουνιά στον τοίχο και τον ξήλωσε.

Άνοιξε τη ντουλάπα του και έπειτα το τελευταίο συρτάρι. Σήκωσε τα σεντόνια κι ένα φύλλο τσόχας. Από κάτω, κρυμμένα καλά, ήταν κάποια από τα ρούχα των κοριτσιών. Πήρε ένα μαύρο καλσόν. Το κράτησε για πολλή ώρα στα χέρια του και το κοιτούσε. Ξάπλωσε πίσω στον καναπέ κρεβάτι του. Από κάτω, το αίμα της κοπέλας μούλιαζε το σάπιο ξύλο του πατώματος. Το πλησίασε στο πρόσωπό του και το έτριψε πάνω του. Για πολλή ώρα.

Κοίταξε τα δικά του πόδια. Σηκώθηκε και έβγαλε με φούρια τα παπούτσια του, τις κάλτσες, ξεκούμπωσε τη ζώνη, πέταξε το παντελόνι του στο πάτωμα. Ήταν έτοιμος. Έβαλε το καλσόν στα χείλη του, το φίλησε κι έπειτα δοκίμασε να το φορέσει. Το καλσόν ήταν πολύ μικρό, σκίστηκε. Μόλις έκανε το πρώτο «χρατς», εκείνος σκοτείνιασε, γούρλωσε τα μάτια. Μα τι έκανε ο ανόητος; Είχε παρασυρθεί. Είχε διαφθαρεί. Συνειδητοποίησε τι πάει να κάνει και πέταξε το καλσόν σε μία γωνία του δωματίου. Φόρεσε όπως όπως ξανά το παντελόνι του και έτρεξε να βρει μία κατσαρόλα. Έριξε οινόπνευμα μέσα στην κατσαρόλα και έβαλε μέσα το καλσόν, πιάνοντάς το λες και ήταν μολυσμένο. Έπειτα, άναψε ένα σπίρτο και του έβαλε φωτιά.

Έβαλε την κατσαρόλα μπροστά στην εικόνα του Χριστούλη και άρχισε την προσευχή του.
«Κύριέ μου, σχώρα με…».

Anastasia N. Margeti, Three poems from “The Third from Truth”

Translated by Robert Crist and Despina Lala Crist

Maternal Entelechy*

Breath into the somatic inertness
of matter,
Your gaze
brings to light obscure factors
defining potentiality.

Curved
forms of statues
Your gaze
sculpts
inside me
with gentle motions.

Artfully it carves
imprints of the good
on the vibrant ground of my silence
Your gaze
with feeling touches.

The goal of power
Your gaze
upholds;
with the umbilical cord as thread
to roam
in your darkness and light,
glorifying your labors
now and evermore.

Your gaze
shall dawn
unto
the sunset
of my own.

*Entelechy (Maternal Entelechy).The term introduced by Aristotle which signifies the transition from the sphere of the potential to that of the actual. In human experience and art, the concrete forms of actualized or lived beauty or truth manifest the purpose (potential) of their origin.

###

The Republic

Whatever you fear
you judge
and you condemn it
ceaselessly
to death.

Take heed!
The way you behave
you become
an absolute monarch.

And thereby
your life
depends
on your own justice.

###

Epochs*

In the long nights
infernal fears overwhelm her
in chambers with phantom shadows
as she hopelessly seeks
through memory
to preserve in that lonely
fading moment
the integral form of her face.

In the winter
she listens in darkness
to time ageing,
held by the caress of words,
caught in the rhythm of lines,
hidden in word-forms,
the ideal geometry.

At dawn
in that dim twilight
she meets her other self
that selects the aristocracy of hope,
the luxury of spring
that delights
in the illumination of hues
and awaits summer aromas.

Thus you see her
always thoughtful,
set judgments distant,
with the serenity of grace
awaiting in cycles
the appearances of sense,

the darkness of bright rays
and
the dark touched by light.

*Epochs: Epoch signifies reservations or doubt and constitutes a basic concept of the philosophy of Scepticism according to which we cannot speak with certainty about things, because knowledge that is derived either from the senses or the mind is faulty, and we can only view appearances (phenomena). Moreover, regarding every question there are two antithetical but equally valid responses. The goal of the Sceptics was the development of calmness, spiritual serenity, which will come about when one accepts the unattainability of truth. In the poem the title signifies both seasons and doubt.The three final lines in the source and translation embody the idea of the equal validity of responses, together with the morphology of an equal number of words.

Τζίμης Ευθυμίου, Τρία ποιήματα

Το μισό καιρό της ζωής σου
προσπαθείς να καταλάβεις
και τον άλλο μισό να μην.

***

Έβαλα τα ποιήματά μου
στην κατάψυξη.
Μήπως έτσι λιώσουν
οι πάγοι.

***

Την ώρα που τελειώνει το πάντα
Εκεί που τελειώνει το παντού
Θα πάω ν’ ανοίξω ρολογάδικο
Με ρωτάν τι ώρα είναι;
Που θες να ξέρω!…
Αν ήξερα θα ’μουνα μπόμπα
Ωρολογιακή

*Από τη συλλογή “τί αγνοεί ο ποιητής;”, εκδόσεις Φαρφουλάς

Ε. Μύρων, Τρία ποιήματα

Τεχνολογία

Ἔχει καὶ τὰ καλὰ της ἡ τεχνολογία.
Τὸ τρεμάμενο χέρι
ἀπορροφάται ἀπ’ τὰ πλῆκτρα,
δὲ λερώνει τὸ χειρόγραφο..

***

Στέκι

Σὰ μαγαζάκι στριμωγμένο στὸ κέντρο
ποὺ μικραίνει
γιὰ νὰ χωράει στὴν πιάτσα
ἕτσι μικρὸς ἔγινες
στέκι γιὰ ἐφιάλτες..

***

Εὐγένεια

Τὸ “εὐχαριστῶ” ἀκούστηκε
μαζὶ μὲ τὸ συρτάρι
τῆς ταμειακῆς.
Λὲς καὶ τὸ ἕνα κατάπιε τ’ ἄλλο.

Μαγδαληνή Τσακάλωφ, Το βλέμμα του χάους, Εκδόσεις «Αρισταρέτη»

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Έχει συμβεί σε αρκετούς ποιητές να έχουν εκλεκτικές συγγένειες. Δηλαδή, η ποίησή τους να παραπέμπει σε άλλους ποιητές ακόμα κι αν δεν υπάρχει άμεσος επηρεασμός. Πέρα από την διακειμενικότητα, που υπάρχει στην ποίηση, υπάρχει και μια τάση ποιητών να γράφουν χρησιμοποιώντας παρόμοιο στυλ με παλιότερους ποιητές, χωρίς απαραίτητα να γνωρίζουν την ποίησή τους ή να έχουν επηρεαστεί από αυτή.

Τέτοιες σκέψεις κάναμε διαβάζοντας την ποιητική συλλογή της Μαγδαληνής Τσακάλωφ «Το βλέμμα του χάους», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Αρισταρέτη». Στην πρώτη ανάγνωση μας φέρνει στο νου την Κατερίνα Γώγου, αλλά και την μπιτ γενιά της Αμερικής. Τα ποιήματα είναι σε ελεύθερο στίχο και ορισμένα από αυτά θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν πεζοποιήματα. Η ποιήτρια δεν ψάχνει ιδιαίτερες τεχνικές και δεν έχει κρυμμένα νοήματα. Τα λέει όλα καθαρά, έξω από τα δόντια, χωρίς φτιασίδια και ωραιοποιημένες εκφράσεις. Αν μέναμε, όμως, μόνο σε αυτά τα στοιχεία, θα βγάζαμε ένα γρήγορο συμπέρασμα, θα τοποθετούσαμε την ποιήτρια κάπου ανάμεσα στους μπιτ και στην Γώγου και θα χάναμε την ουσία.

«Το βλέμμα του χάους» της Μαγδαληνής Τσακάλωφ, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μια διαμαρτυρία για την σύγχρονη απάνθρωπη κοινωνία, δεν είναι όμως μια διαμαρτυρία. Είναι μια κραυγή. Μια κραυγή για το χάος, που είναι δίπλα μας, αλλά δεν το έχουμε ακόμα συνειδητοποιήσει. Και αυτό είναι το πιο τραγικό. Για το χάος, που έχουμε μέσα μας. «Είμαι το χάος!», γράφει στο «Προοίμιο» προετοιμάζοντάς μας για το τι θα επακολουθήσει. Και αυτό που ακολουθεί είναι η εξάρτηση, όχι πια από τα ναρκωτικά, αλλά από τα ψυχοφάρμακα: «Απαγορεύεται να πεθάνουμε! / Καταργήσανε και την πρέζα. / Τώρα στα τζάνκια σπρώχνουν / κινέζικα ψυχοφάρμακα με πονστάν στο μπλέντερ.» Λίγο παρακάτω θα δούμε στίχους, που θα μας θυμίσουν Street poetry και πιο συγκεκριμένα το σύνθημα: «Είμαστε αυτοί, που οι γονείς μας έλεγαν να μην κάνουμε παρέα», δηλαδή τα κακά παιδιά. Ας δούμε τι γράφει γι’ αυτό η Μαγδαληνή Τσακάλωφ: «Απλά, μου λέγανε: / «Εσύ; Γιατί; Εσύ είσαι καλό παιδί!» / κι έγινα κακό παιδί / μόνο και μόνο για να μην είμαι καλό παιδί.»

Σε αρκετά σημεία του βιβλίου της η Μαγδαληνή Τσακάλωφ είναι απαισιόδοξη και κατηγορηματική: «Η Επανάστασή σας πέθανε.», γράφει, αλλά δεν ξεχνά να προτρέψει, να προειδοποιήσει και να στηλιτεύσει: «Έχετε ευθύνη για τα όνειρά σας! / Κάνουν ζωές εφιάλτες!»

Θα σταθούμε λίγο στην τελευταία ενότητα του βιβλίου, που έχει τον τίτλο «Ζώα». Πρόκειται για τα πιο ενδιαφέροντα, κατά τη γνώμη μας, ποιήματα της συλλογής. Σε αυτή την ενότητα η ποιήτρια αναπτύσσει ένα δικό της προσωπικό στυλ, που απογειώνει όλη τη συλλογή. Εδώ ξεχωρίσαμε το πεζοποίημα «Κότες», όπου με αφοπλιστική ειρωνεία περιγράφεται ο έρωτας μιας πλούσιας Κολωνακιώτισσας και ενός υδραυλικού. Η Μαγδαληνή Τσακάλωφ γίνεται αποφθεγματική στο ποίημα «Καναρίνι», ενώ στο ποίημα «Κοράκια» τα «μαύρα άμφια» ακκίζονται με τις «χρυσές πιστωτικές». Η οργή είναι μεγάλη και η αντίδραση μια: «Τουφέκι, ρε!!!»

Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή της Μαγδαληνής Τσακάλωφ «Το βλέμμα του χάους» είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα βιβλία, που έχουν κυκλοφορήσει τα τελευταία χρόνια επιβεβαιώνοντας πως και η σύγχρονη ποίηση έχει τις δυνατές της στιγμές.

ΕΡΕΙΠΙΑ

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

Το κλειστό βιβλίο

Το λυπημένο βιολί

Ο ραγισμένος άγγελος που αγρυπνεί

.

Που είστε παιδικά μου χέρια

Με λησμονήσατε

Μα δεν μπορώ

Δεν έχω πια τα μάτια μου να κλάψω

.

Η βροχή αποκλείστηκε στον κήπο

Απ’ τα κλαδιά των δέντρων κρέμονται

Καρδιές

Μικρά φώτα

Ο ήχος μιας καμπάνας

Η προσευχή

.

Ακόμα καπνίζουν των ημερών τα ερείπια

ΤΑΚΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ

Από την συλλογή « Φύλλα ύπνου»

View original post

Γιώργος Γκανέλης, Τρία ποιήματα

Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΟΥ ΤΕΙΧΟΥΣ

Ανάμεσα στη γη και σε μένα
παρεμβάλλεται ένας κρατήρας
ο Θεός απλώς τον παρατηρεί
παίρνουν φωτιά οι προβλέψεις:
Θα επιβιώσουν οι άγγελοι
απ’ την χρήση χημικών;
Ποιος είπε πως η επανάσταση
θα σταυρώσει τα χέρια της;
Εν συντομία, τι κόσμο θέλουμε;
Εγώ βέβαια δεν είμαι σίγουρος
ακόμη και για την ηλικία μου
πόσο μάλλον για την ανατροπή
τα ίδια λέγαμε σε άλλη γλώσσα
τα τείχη δεν γκρεμίζονται άλλο
να ξεκουραστούν τα τσιμέντα
κι οι ποιητές να γίνουν στάχτη
απ’ την αποτέφρωση των λαών.

***

ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Στη δευτερολογία μου θα υποστηρίξω
ότι κάθε πρωί νυχτώνει. Εδώ και αιώνες.
Ξαφνικά θα βρεθώ καρφωμένος στο χάος
κι οι λέξεις ριγμένες στο χαρτί ανάποδα.

Υπάρχουν φόνοι που επαναλαμβάνονται
με το ίδιο θύμα, στο ίδιο ακριβώς σημείο.
Το φεγγάρι, ας πούμε, πάντα σφαγμένο
στην αυλή μου. Ανεξιχνίαστο το έγκλημα.
Ο φυσικός δικαστής είναι ο αναγνώστης.
Κάτι που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση.

Εδώ τελειώνει κι αυτός ο κύκλος αίματος.
Η αλήθεια είναι πικρή, δεν εξωραΐζεται.

***

ΟΙ ΠΡΟΚΕΣ

Το ποίημα δομείται με πρόκες
πρέπει να ξέρεις να καρφώνεις
αλλιώς γεμίζει το χαρτί αίματα

Και μη νομίζεις πως τελείωσες
μετά αρχίζουν τα πιο δύσκολα
να ξεκαρφώνεις μερικές λέξεις
και να τις πετάς στα σκουπίδια
να ξαλαφρώσει λίγο το ποίημα

Στο τέλος αναρωτιέσαι πότε
θα σε σταυρώσουν οι κριτικοί.

*Από τη συλλογή ”Ωδίνες της ποίησης”, εκδόσεις “Στίξις”, 2019.