Η εξορία πάντα μας κοιτάζει σκυθρωπά και πάντα μας αμφισβητεί γιατί φοβάται πως μια μέρα θα την εγκαταλείψουμε φοβάται πως θα κλέψουμε τον εαυτό μας από αυτήν και σε μια στιγμή θα την αφήσουμε πίσω για να πάμε σε μια άλλη εξορία…
Κι αν πίστεψαν το σώμα σου τα δάχτυλά μου Κι αν κύκλους διέγραψαν πάνω στο χώμα που σε περιέβαλε Κι αν γύρω σου σκοτείνιασαν τα δέντρα Και το νερό δεν εκελάριζε -μικρό νερό ανάμεσα στις πέτρες – Μα εβρυχάτο με τη φωνή θνήσκοντος ζώου Που το εξόντωσε η ερημία πριν το προλάβει ο κυνηγός
Εγώ εκεί στεκόμουν Άνθρωπος που τον λησμόνησαν τα λόγια του
*Από τη συλλογή “Αποσπάσματα ενός μύθου”, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2003.
Αλλ’ ύστερα από τους δύο πολέμους η απαισιόδοξη στάση είναι παντού αντιδραστική Κ. ΒΑΡΝΑΛΗΣ
Έχουμε στο μηνίγγι μια ραγισματιά κ’ η ματιά μας προχωράει από πουλί σε φύλλο σαπισμένο σαν τεθλασμένη πυρετού: Κανονικώς εκτελεσθέντες τρεις πεντακόσιοι τέσσερις ξεσπιτωμένοι τόσοι χωρίς μαχαιροπίρουνα τόσοι με κατασχεμένα τα κορδόνια τα ξυραφάκια Με ματασχεμένο το όνομά τους.
Είναι μια μικρή ραγισματιά κ’ η ώρα δε μας παίρνει να μας αγγίξει κάποτε σαν χάδι ένα φτερό αυτοκινήτου. Έτσι -μέσα στις πέτρες μέσα στα χαλάσματα πάντα δίπλα στους καπνούς έτσι -μέσα στον χειμώνα στα κουρέλια του ίσκιους μας πάντα δίπλα στους πνιγμένους έτσι -μες στην νύχτα που πριονίζει όλη νύχτα τα ασημένια δέντρα τον μολυβένιο ουρανοί το χάρτινο φεγγάρι δίπλα στα ρινίσματα μιας ψιλής βροχής έχουμε μια ραγισματιά.
Η ώρα δε μας παίρνει. Στήνουμε αυτί να ακούσουμε τα νέα και μας τα αρπάζουνε βαριά τραυματισμένα σε πρόχειρα φορεία. Κάνουμε να μετρήσουμε τα αστέρια και πέφτουν στα λιθόστρωτα σαν ανάποδες πινέζες. Με μια μικρή ραγισματιά επιμένω και τραβάω μες στις λάσπες ξεριζώνοντας κάθε μου βήμα σαν ένα κούφιο δόντι. Ανασηκώνω τα πηγούνια των ανθρώπων για να αντιγράψω βιαστικά το φως που απόμεινε στις κόχες των ματιών τους και κρύβω το σημείωμα στην καρδιά κατάσαρκα για να δουν στη νεκροψία πόσο λίγο ζήσαμε.
Αη-Στράτης 1950
*Από τη συλλογή “Αγονος γραμμή”. Περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Ποιήματα 1941-1974”, Εκδόσεις Ύψιλον-Βιβλία, Αθήνα 1991.
Κατάσταση πολιορκίας […] Αύριο θα αγαπάμε τη ζωή. Όταν έρθει το αύριο, τη ζωή θα τη λατρεύουμε. Όπως και να είναι, ήσυχη ή δόλια, γκρίζα ή πολύχρωμη… δίχως Ανάσταση νεκρών και δίχως Κρίση. Κι αν η χαρά είναι αναπόδραστη, ας είναι ελαφριά να τη σηκώσει η καρδιά κι η μέση μας. Ο καλός πιστός δυο φορές δεν ξεγελιέται. [Σε έναν δολοφόνο:] Αν κάρφωνες στοχαστικά το βλέμμα σου στο πρόσωπο του θύματός σου, θα θυμόσουνα τη μάνα σου στον θάλαμο των αερίων. Τότε θα ξέφευγες από τη λογική του όπλου, θα μετάνιωνες: «Δεν θα την ξαναβρώ ποτέ έτσι την ταυτότητά μου». [Σε άλλον δολοφόνο:] Άλλες τριάντα μέρες ν’ άφηνες το έμβρυο στην κοιλιά της μάνας του, σήμερα τίποτα δεν θα ήταν ίδιο. Θα τέλειωνε η κατοχή. Δεν θα θυμόταν την πολιορκία το βρέφος. Θα μεγάλωνε υγιέστατο. Ολόκληρο παλικαράκι θα γινόταν και θα μελετούσε στο σχολείο την Αρχαία Ιστορία της Ασίας, με μια κόρη σου μαζί. Μπορεί και να ερωτεύονταν και να έκαναν κι εκείνοι κόρη (θα ήταν Εβραία από μάνα). Και τώρα τι κατόρθωσες, Η κόρη σου έμεινε χήρα κι εγγονή σου ορφανή. Και η οικογένεια σου; Διαλυμένη. Πώς τα κατάφερες και σκότωσες τρία περιστέρια μ’ έναν σμπάρο; […]
Πολιορκούμεθα λοιπόν Πολιορκούμεθα από ποιον Από σένα κι από μένα απ’ τον τάδε και τον δείνα Πολιορκούμεθα στενά Από σύνορα, τελωνεία, ελέγχους διαβατηρίων, την Ιντερπόλ, τη στρατιωτική Αστυνομία, τα τανκς, τη ρητορεία, τη βλακεία, Απ’ τα παράσημα, τις στολές, τους εκφωνηθέντας λόγους Τις υποσχέσεις, τις ψευτιές, την κουτοπονηριά Τη δήθεν αγανάκτηση των ιθυνόντων, την υποκρισία Την τηλεόραση, τη ραδιοφωνία, τα σαπούνια, τ’ απορρυπαντικά Τις διαφημίσεις, τον τουρισμό, τα οργανωμένα ταξίδια, τις κρουαζιέρες Τις γκαζιέρες, τα ψυγεία, τις κατασκηνώσεις, τους προσκόπους, Τ’ άρθρα για την εκπαίδευση, την πολυκοσμία, τη σκόνη, τις ποιητικές συλλογές Την έλλειψη ύδατος, τα λιπάσματα, τα νεύρα, την κακή χώνεψη, τη φαλάκρα, Τους εφοπλιστές, το ποδόσφαιρο, τα λεωφορεία, την ακρίβεια, τις παθήσεις Της σπονδυλικής στήλης, τη γραφειοκρατία, την καθυστέρηση, τις διαβεβαιώσεις, Τις κριτικές, την εκκλησία, τα βασανιστήρια, τους καιροσκόπους, Την υποψία, τους κατατρεγμούς, το φόβο, τη θρασύτητα, τους διαγωνισμούς Καλλονής, την έλλειψη χρημάτων, την έλλειψη δικαιωμάτων, πολιορκούμεθα από τους βάναυσους Τους άναρθρους, από τις μαύρες σκέψεις μας. Από τον εαυτό μας Κι απ’ ό,τι άλλο βάλει ο νους σας πολιορκούμεθα στενά.
Χθες βράδυ καθώς κοιμόμουν Ονειρεύτηκα- σφάλμα θαυμαστό!- Ότι μια άνοιξη ξεσπούσε Στην καρδιά μου. Είπα: μέσα από ποιο μυστικό υδραγωγείο Ω! νερό, έρχεσαι σε μένα, Νερό μιας ζωής καινούργιας Απ΄ το οποίο ποτέ δεν δοκίμασα; Χθες βράδυ καθώς κοιμόμουν Ονειρεύτηκα- σφάλμα θαυμαστό!- Ότι είχα μια κυψέλη Εδώ μες στην καρδιά μου. Και οι χρυσαφιές μέλισσες Έφτιαχναν λευκές κηρήθρες Και μέλι γλυκό Από τις παλιές μου αποτυχίες. Χθες βράδυ καθώς κοιμόμουν Ονειρεύτηκα- σφάλμα θαυμαστό!- Ότι ένας ήλιος πύρινος έδινε Φως μες στην καρδιά μου. Πύρινος γιατί ένιωσα Τη ζεστασιά της εστίας Και ήλιος γιατί έδωσε φως κι έφερε Δάκρυα στα μάτια μου Χθες βράδυ καθώς κοιμήθηκα Ονειρεύτηκα- σφάλμα θαυμαστό!- Ότι ήταν ο Θεός, που είχα Εδώ μες στην καρδιά μου.
Η ελευθερία είναι σαν ένα μουλαρίσιο τομάρι. ΑΡΙΑΝ ΜΝΟΥΣΚΙΝ
Σ’ αυτόν τον κόσμο που ιστόρησε ο γέρο Ευριπίδης κτίστης δραμάτων και ταβερνιάρης λέξεων Στον κόσμο που γδέρνει, κηδεύει και στενάζει
Χλευάζοντας έστησα το μουλαρίσιο τομάρι Έμβλημα κρατερό στους ναούς, στις πλατείες, στα πορνεία Και το τραγουδάω στίχο, στίχο το τεμαχίζω μερίδα την μερίδα
Γένος αχόρταγο, άγριο γένος των ανθρώπων Που χάθηκαν οι γενναίοι ταμπάκηδες με τους ωραίους τρόπους;
Σπορά του γδάρτη, του μακελάρη του αποκεφαλιστή, του ερημωμένου Βλέπω τυφλούς ανθρώπους στο Πουργατόριο να σέρνουν την τιμή τους Έθνη της ηδονής και της κλεψύδρας στο Μέγα Κόφτη να ουρλιάζουν:
Σαν τα φύλλα της Βίβλου, Κύριε το μέσα μας έξω το γυρίζεις!
Κι ακούγεται του πίθηκου ο τροχός Δέρμα για πορτοφόλια για αμπαζούρ, για άλμπουμ Δέρμα της σκύλας του Μπούχενβαλντ δέρμα εργατικό, δέρμα του σκλάβου δέρμα παραφροσύνης Πέτα, καταραμένο Τίποτα, πέτα Εγκαταλείπω την ΣΑΡΚΑ!
Φτωχός θεατρίνος, που με απληστία σπαράζει την Μοίρα πάνω στου ρόλου το γερασμένο πετσί
Γδάρε το μάτι που επιθυμεί γδάρε το κεφάλι που κρέμεται γδάρε τα βλέφαρα που νεύουν γδάρε τα χείλη που ρωτούν γδάρε τις μπούκλες που παγιδεύουν
Κι όταν κερδίσεις τον έπαινο Άνθη κισσού αμάραντα κι ολόχρυσο στεφάνι Πέτα, καταραμένο πανανθρώπινο Τίποτα, πέτα!
Θα ‘ρθει μια μέρα, μια ουράνια μέρα ΘΑ ’ΡΘΕΙ ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΜΕ ΛΑΜΨΗ ΚΑΙ ΦΩΤΙΑ.
*Από τη συλλογή “Τι αιώνα κάνει έξω;”, Εκδόσεις Περισπωμένη, 2025.
Αδίστακτη -Έξω απ’ το στριπτιζάδικο-Άγριο χάραµα-Moυ λέει πως είναι Αδίστακτη-Πως όλα είναι χαµένα-Και δεν έχει να χάσει τίποτε-Πως η πατρίδα της σωριάστηκε στο Παραπέτασµα-Πως σαν το εµπόρευµα την ξεπουλήσανε Άνθρωποι-Τέρατα-Αλλά αυτό το χάραµα-Δεν µπορεί να ζήσει χωρίς εµένα-Θέλει να πάει στη θάλασσα-Να πάρει απ’ τον κόσµο-Αέρα-Στη διαδροµή µε το ταξί-Μιλάµε ελάχιστα-Πίνουµε απ’ την ίδια µπίρα-Κοιτάµε τη Μητρόπολη των Θαυµάτων και της Απελπισίας-Να ξηµερώνει στα κτίρια-Στην παραλία τρέχει σαν το παιδί-Ανάκατα-Λούζεται µε το νερό-Χορεύει µε το φουστάνι της σαν ιέρεια- Δεν είναι πια Αδίστακτη-Η πατρίδα της δεν σωριάζεται στο Παραπέτασµα-Δεν την ξεπουλάνε σαν το εµπόρευµα Άνθρωποι- Τέρατα-Μπορεί να ζήσει χωρίς εµένα-Για ένα χάραµα-Στη θάλασσα-Που ζήτησε να πάρει από τον κόσµο-Αέρα–
*Από την συλλογή “Σάκος του µποξ”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2025.
Πρώτος να περάσει μέσα ο δεκαπενταετής πλοίαρχος ύστερα να μπει σκονισμένος ο Ιβανόης αφήνοντας τ’ άλογό του στην πόρτα Ο καλός μας επίσκοπος Μυριήλ να καθίσει σ’ αυτή την καρέκλα καθ’ ον χρόνον ο Μάριος θα ξεδιπλώσει μια βουτηγμένη στο αίμα του σημαία προς απόδειξιν της προδοσίας του βασιλόφρονος παππού του
Ο Τομ Σώγιερ, το πειραχτήρι, θα πετάξει ένα ποντίκι στο παράθυρο και θα βγει να τον κυνηγήσει με τη σκούπα η κυρία Θεναρδιέρου η γριά Φραγκογιαννού (που έχει χρόνια να μιλήσει στις γειτόνισσες) κι η ματαιόδοξη Μαρμελάδοβα
– Τόσο πολύ τους σκέπτομαι ώστε θα με βαρέθηκαν
*Από τη συλλογή “Ποιήματα με ημερομηνία λήξεως”, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 1995.