Γιώργος Λ. Οικονόμου (1960 – 2024), Τρία ποιήματα

2024), Τρία ποιήματα

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Και που να πάω μου λες
γεννήθηκα μεγάλωσα αλήτεψα
πέθανα κι αναστήθηκα εδώ

Δυο χρόνια μόνο έλειψα μακριά
όταν με πήρανε φαντάρο

Πώς γίνεται ζωή χωρίς τις Εξοχές
την Αρετσού τα Κάστρα το Ντεπώ
χωρίς την Τσιμισκή με τις ωραίες γκόμενες

Και πού να πάω μου λες
κοντά στο σπίτι μου η Τούμπα
άμα κερδίσει ο Ολυμπιακός και λείπω
πώς θ’ ακούσω τη σιωπή της κερκίδας

*

ΜΙΣΗ ΣΑΡΔΕΛΑ

Βομβάρδιζαν οι Ιταλοί με τ’ αεροπλάνα τους
σαφής η διαταγή πάση θυσία
αποκατάσταση της επικοινωνίας
Υπάκουσες ανέβηκες στο τηλεγραφόξυλο
διόρθωσες τη ζημιά βγήκες ζωντανός
Σαν αναγνώριση ανδρείας η πατρίδα
σε αντάμειψε με μισή —στο μπράτσο σου— σαρδέλα
Από τότε με τα μάτια κλειστά κάνεις τον πεθαμένο
κι άλλοτε πως κοιμάσαι μα δε με ξεγελάς
εμένα που σ’ αγάπησα πολύ
ούτε κοιμάσαι ούτε πέθανες
μόνο δείχνεις στον μονάκριβό σου
πώς να γλυτώνει απ’ τις σφαίρες

*

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΥΠΟΘΕΣΗ

Ένα ντιβάνι
παλιά κουβέρτα στρατιωτική
κι εσύ κρυμμένος μέσα
με τη ντροπή σου
για τα χρόνια της ανεργίας
Ύστερα ήρθε η σειρά της μάνας
να πέσει στο κρεβάτι
με χίλιους δυο κρυφούς καημούς
Τελευταίος εγώ
με τα μάτια καρφωμένα στο ταβάνι
να ψάχνω το λάθος μας


*Από τη συλλογή “Η σιωπή της κερκίδας”, Εκδόσεις Τύρφη, 2021.

Κριτικό σημείωμα για τον Νικανόρ Πάρρα

Μιχάλης Κατσιγιάννης

Ο Νικανόρ Πάρρα, (αντι)ποιητής της αντιποίησης (1), είναι ένας άνθρωπος που μπορεί κανείς να εμπιστευθεί. Αυτή η παρατήρηση είναι μεγάλης σημασίας αν αναλογιστούμε ότι το σύμβολο του ποιητή πάσχει διαχρονικά και έντονα από κάλπικες, μη λογοτεχνικές ανάγκες, που συχνά αντανακλούνται στην εργασία του και μεταβάλλουν αρνητικά το περιβάλλον των χρησιμοποιούμενων λέξεων. Η ποιητική του Πάρρα, μακριά από το να θωρηθεί μέθοδος αλλά μάλλον επιτελεστική πρακτική επιβίωσης, αποτελεί κι αυτή μαζί με άλλες, μία αξιοσημείωτη – όχι με την αστική έννοια της απόδοσης δαφνών – αλλαγή παραδείγματος, τόσο σε ό,τι αφορά την ενασχόληση με την ποίηση όσο και σε ό,τι αφορά τον ποιητή ως είδος. Και αυτή η τελευταία παρατήρηση είναι μεγάλης σημασίας, αφού το ποιητικό παράδειγμα/υπόδειγμα που σύστησε ο Νικανόρ Πάρρα ήταν ανέκαθεν ένα δύσκολο είδος, ένα «νομαδικό» είδος προς εξαφάνιση – από την αστική έννοια που θέλησα πιο πάνω ν’ αποφύγω – που δραστηριοποιείται εντός «ριζωματικών» αντιπλαισίων, εκδοχών και προοπτικών (βλ. Deleuze & Guattari, 2017̇ Ντελέζ & Παρνέ, 2022).

Ο Νικανόρ Πάρρα κατάφερε να απεγκλωβιστεί από την κατεστημένη ποιητική νοοτροπία που μέχρι και τις μέρες μας μαστίζει την εν λόγω τέχνη. Η γραφή του ανέδειξε το γεγονός ότι η ποίηση συνδέεται – καταγωγικά – με τη δράση του υποκειμένου μέσα στον κόσμο χωρίς να ξεχωρίζει την εσωτερικότητα από την εξωτερικότητά του. Αυτός είναι ίσως και ο πιο βασικός λόγος για τη συγκρουσιακή λογική που διέπει συνεκτικά αλλά και άτακτα την τέχνη του Πάρρα. Ο ποιητικός του λόγος, έμμεσος αλλά και διαπεραστικός, υπαινικτικός αλλά και ευθύβολος, απαλός αλλά και βαρύς, αποσκοπεί όχι φυσικά σε αυτό που συχνά ονομάζεται ως τέρψη του αναγνώστη, αλλά σε μια πορεία βαθύτερης, μη πλασματικής συνειδητοποίησης, σε μια ανοικτή, ενδεχομενική συνομιλία για τον κόσμο με τον κόσμο:

Ειδοποίηση

Δεν επιτρέπω να μου πει κανείς
Πως δεν καταλαβαίνει τα αντιποιήματα
Όλοι θα ξεραθούν στα γέλια.

Γι’ αυτό εγώ σπαζοκεφαλιάζω
Για ν’ αγγίξω την ψυχή του αναγνώστη.

Αφήστε τις ερωτήσεις.
Σαν είναι ετοιμοθάνατος κανείς
Ξύνεται όπως μπορεί.

Ακόμα τούτο:
Εγώ δε δυσκολεύομαι καθόλου
Να φορέσω μονάχος το ζουρλομανδύα.

(Πάρρα, 2002: 45)

Κάτι μας λέει o ποιητής για το βάρος μας στον κόσμο, για τους συσχετισμούς μας με τους χωροχρόνους του, για το άλογο της καθημερινότητας, για το κλίμα της παρακμής που στέκει ως εμπόδιο για την εύρεση εναλλακτικών πρακτικών και μορφών ύπαρξης. Ο Πάρρα ενδιαφέρεται για τον κατακερματισμό του παζλ που μοιάζουν να είναι οι ζωές μας, για το ιδιότυπο ναρκοπέδιο που είναι η ζωή (μας): «όλα δηλητηριασμένα εκ των προτέρων» (Πάρρα, 2002: 64), γράφει κάποτε, για τη σήψη του τοπίου, ενός τοπίου που όπως στον καιρό του έτσι και τώρα στον δικό μας, σέρνει τους πάντες και τα πάντα στη λήθη, στην αποχαύνωση και το σημαντικότερο απ’ όλα, στην εμπέδωση της αναξιοπρεπούς και ρηχής παρουσίας:

Η κατάσταση γίνεται δύσκολη

Αρκεί να κοιτάξεις τον ήλιο
Πίσω από ένα θαμπό γυαλί
Για να δεις πως τα πράγματα πάνε άσχημα:
Ή μήπως πιστεύετε το αντίθετο;

Εγώ προτείνω να γυρίσουμε
Στις καράμαξες
Στο αεροπλάνο με ατμό
Στις τηλεοράσεις από πέτρα.

Οι παλιοί είχανε δίκιο:
Πρέπει να μαγειρεύουμε με ξύλα.

(Πάρρα, 2002: 52)

Ποίηση αντιδογματική, αντισυμβατική, πρωτοποριακή και πολιτική (χωρίς να είναι στρατευμένη), αποφασίζει να επιτελέσει το έργο, όχι μιας κάποιας ελιτίστικης αφύπνισης του αναγνώστη, αλλά να τον προσκαλέσει σε μια συλλογική εξερευνητική ροή σκέψης και να τον προκαλέσει ν’ αφουγκραστεί τη δυναμική του πολύτιμου λόγου της – όχι επί τούτου – αμφισβήτησης και να επιτελεστικοποιήσει το ζωτικό χάος της παρέκκλισης, τον βαθύ και συνάμα πραγματικό ερωτισμό της αντίστασης, το λυτρωτικό αντιπρόγραμμα της αποδόμησης:

Όταν οι Ισπανοί

Όταν οι Ισπανοί ήρθαν στη Χιλή
Τα’ χασαν στην κυριολεξία γιατί εδώ
Δε βρήκαν ούτε ασήμι ούτε χρυσάφι
Χιόνι και τριμμένη πέτρα, ναι, τριμμένη πέτρα και χιόνι
Τίποτα δηλαδή που ν’ άξιζε τον κόπο
Τα είδη διατροφής ήταν ελάχιστα
Και συνεχίζουν να’ ναι θα μου πείτε
Είναι ακριβώς αυτό που ήθελα να τονίσω
Ο κόσμος στη Χιλή πεινάει
Κι ας ξέρω πως ομολογώντας το
Μπορεί να καταλήξω στην Πισάγουα
Αλλά ο αδιάφθορος Χριστός του Έλκι
Δεν μπορεί παρά να λέει την αλήθεια
Ας μου το συγχωρέσει ο στρατηγός Ιμπάνιεθ
Μα στη Χιλή ούτε έχουν ακουστά για ανθρώπινα δικαιώματα
Ούτε για ελευθερία του τύπου
Εδώ διατάζουν όσοι έχουν τον παρά
Κι η αλεπού φυλάει το κοτέτσι
Αλλά πείτε μου, αλήθεια,
Σε ποια χώρα σέβονται τ’ ανθρώπινα δικαιώματα;

(Πάρρα, 2002: 76)

Καταληκτική σκέψη. Η όποια προσπάθεια ανάγνωσης του έργου του Νικανόρ Πάρρα είναι αφετηριακά απολύτως θετική, και αναγκαία θα πρόσθετα. Ωστόσο, για να είναι και ουσιώδης, δηλαδή όχι απλώς ένας καταναλωμένος όγκος λέξεων και όχι νοημάτων, απαιτείται από τον αναγνώστη να συμμετάσχει στην αλλαγή παραδείγματος που συνέβαλλε και αναζωογόνησε ο Πάρρα.

  1. “Ο όρος που έγινε ευρύτερα γνωστός υπαγορεύοντας τη ρήξη με την παραδοσιακή ποίηση, έχει τις ρίζες του στη διαμονή του ποιητή στην Οξφόρδη κατά την περίοδο 1949-1952 και την επαφή του με το έργο των Πάουντ, Έλιοτ, Κάφκα, Μπλέηκ, με τη φροϋδιανή θεωρία και τον υπερρεαλισμό”. (Άγγελο, 2025, βλ.επίσης, Τσαλαπάτης, 208, Χρηστάκου, 2022).

Βιβλιογραφία

Αγγελή, Ν. (2024). Nicanor Parra, Οικοποιήματα. Νέο Πλανόδιον. Ανακτήθηκε 24 Αυγούστου 2025, από: https://neoplanodion.gr/2024/12/22/nicanor-parra-ecopoemas/

Deleuze, G. & Guattari, F. (2017). Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια 2. Χίλια Πλατώματα (Β. Πετσογιάννης, Μτφρ.). Αθήνα: Πλέθρον.

Ντελέζ, Ζ. & Παρνέ, Κ. (2022). Διάλογοι (Κ. Β. Μπούντας, Μτφρ., Δ. Τουλάτου, Επιμ.). Αθήνα: Εκκρεμές.

Πάρρα, Ν. (2002). Ποιήματα και αντιποιήματα (Ρ. Καππάτος, Μτφρ.). Εκδόσεις Εκάτη.

Τσαλαπάτης, Θ. (2018). Ο Νικανόρ Πάρα και η αντιποίηση. efsyn.gr. Ανακτήθηκε 24 Αυγούστου 2025, από: https://www.efsyn.gr/nisides/anohyroti-poli/139098_o-nikanor-para-kai-i-antipoiisi

Χρηστάκου, Β. (2022). Μονόλογος του ατόμου. Χάρτης. Ανακτήθηκε 24 Αυγούστου 2025, από: https://www.hartismag.gr/hartis-47/metafrash/monologhos-toi-atomoi

Αλέκος Λούντζης, Ξεκούρδιστο πορτοκάλι

Δεν είχαμε ως απόψε δει
νεράκι στο κατώφλι μας
Μα ξέραμε
πως κατά βάθος
δεν έχει πόρτα ο βυθός

Και πέρασε η νύχτα τις όχθες των σπιτιών
και χώρισαν οι όχθες
τον ύπνο των παιδιών
σε δικό τους
και σε δικό μας

κι εστάθη ο ύπνος με μάτια ανοιχτά
Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;

Γιατί ούτ’ εδώ
στις άνυδρες πλημμύρες
σ’ όσα μοιάζουν με πόλεμο ή μοιάζουν μεταξύ τους
σε κουκλοθέατρο
γενέθλια σε κλουβί

δεν είναι για γραφή απ΄ τη μεριά αυτή
Ίσως ούτε από την άλλη

Ποιος λόγος σβήνει το νερό για να μας νανουρίσει;
Αυτή τη νύχτα τη μακρά
νησάκι στην αγρύπνια μας κάθε μισός Μεσσίας
Άλλοι νοστάλγησαν μια θύρα ασφαλείας
Άλλοι σφιχτά δεθήκανε στο άλλο Του μισό

μάταια· όπως γνωρίζετε
όλοι κάποιον άλλον ανέμεναν

*Από τη συλλογή “Οι επόμενοι εμείς”, Εκδόσεις Ευρασία-Στιγμός, 2021

Δημήτρης Μιχελουδάκης, Λέγειν

Από εμένα και τον Αγησίλαο
η ζωή μόνο ραθυμία μπορούσε να περιμένει εκείνη την περίοδο. 

“Εγώ πότε δε βαριέμαι τη βαρεμάρα”, μου ‘πε. 

“Ναι, αλλά σε παίρνει γιατί έχεις εμένα, 
σε ποτίσω, σε ταΐζω, σου ‘χω πάντα 
το κρεβάτι σου έτοιμο. “

Τα μάτια του έπαιξαν πέρα δώθε 
σα σταγόνες λαδιού. Χασμουρήθηκε, 
κι έφυγε καμαρωτός. 

Τελευταία μιλάει πολυ. 
Συγκριτικά με παλιότερα, τουλάχιστον, 
που σπάνια του ‘παιρνες λέξη.
Όσα ξεστομίζει έχουν μια γνησιότητα, 
λες και βάζει σε λεξεις μόνο ό,τι του μετακινεί το αίμα. 

Μετά από κάμποση ώρα γύρισε.  
Κάποιες τρίχες απ’ το μουστάκι του
κουβαλούσαν σταγόνες νερού 
κι έπεφταν ίσιες σα τις βελόνες
της γιαγιάς, τις μικρές
που είχε για να μου πλέκει τερλίκια,  αμίλητη για ώρες στην ξύλινη καρέκλα,(κάθε κόμπος της κάλπαζε
μετά τον άλλον), προσηλωμένη στον σκοπό της, χωρίς να το ξερει, 
έδενε με φροντίδα το παρελθόν στο μέλλον.

Ο Αγησίλαος με κοίταξε με το γνωστό αλαζονικό του ύφος: 
“Μας το χε πει ο κτηνίατρος 
πως το φάρμακο παίζει 
να προκαλέσει παραισθήσεις”.

Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Ποιήματα

Η λέξη ποιητής

Ο ποιητής δεν είμαι προφήτης, είμαι η δόξα
του πρωινού. (Είμαι; Παίζω στα ζάρια το «θα»,
όπως όταν σκάβεις ένα άστρο
και τινάζονται από μέσα εξέχοντα ορυκτά.)
Πάντα αθώο το μήλο όταν πέφτει – δεν ξέρει
την κατάσταση της πτώσης από πριν.
Ενώ ο ποιητής γνωρίζει τον θάνατο γι’ αυτό
σκιρτά στις ενάρξεις.
Κυλά στο πληκτρολόγιο το νυν το αεί ο
αόριστος ο τετελεσμένος μέλλων
το τετελεσμένο τιτίβισμα του πτηνού μου
που πάντα με γλυτώνει από τον χρόνο.
Σε αυτά τα απόκρημνα σκαλοπάτια
από ρόδα κι αγκάθια, από άγρια χόρτα και ζώα,
η χαρά φωνάζει: κράτα με να γίνω η πολυθρόνα,
ο καναπές σου, η τηλεόραση, το χαλί, ο πολυέλαιος,
η κουζίνα, η βρύση.
Η ζωή μου καθιστή ή ξαπλωτή ή σε καρέκλες τραπέζια
από λέξεις που ξυπνούν ξαφνικά μέσα σ’ ένα ελάφι
(γι’ αυτό αγαπώ τη δροσιά
την παράξενη φύση των βρύων).
Οι λέξεις λόχμες. Κι άλλοτε φτερά από αηδόνι.
Όμως πάντοτε επιστρέφει το ερώτημα:
Είμαι δεν είμαι, είμαι δεν είμαι
(σαν βροντή σαν χαλάζι στο Κατοικητήριο
των Ιμαλαΐων
ή
σαν στόμα που προσκαλεί το
γράμμα άλφα μέσα στο ποίημα, δηλαδή
ένα ζαχαρωτό της έναρξης).
Σ’ αυτό το «θα» ποιο νόημα να
δώσω; Το σώμα του μέλλοντος αιώνος ή
του τίποτε;
Είμαι δεν είμαι, είμαι δεν είμαι
–δεν είμαι δεν είμαι ακόμα η
δόξα του πρωινού.

Η γλώσσα διόρισε την Κλεοπάτρα υπηρέτη, στην εξιστόρηση
επεισοδίων της ζωής να βάζει στο βάζο λόγια με αγκάθια και
ερήμους, άλογα με φτερά και ηνιόχους. Όμως η ποιητής άλλα
κοιτάζει, άλλα θαυμάζει, αντί ν’ ανοίγει βεντάλια με στίχους,
λέει:
να γίνω η αμνός.

Σε συστάδες φωτός φωνασκεί η φωνή του Μάρκου Αυρήλιου,
καθιστή στους ίππους χρεμετίζει.: Περιορίσου στο παρόν. (Το
παρόν υπάρχει,; Από τα χέρια του βγάζει χέρια, σε καλεί σε άλλες
πόλεις σε άλλους πολίτες, σκύβει επάνω σου με πλανήτες και
φανταχτερά οπωροφόρα, σε νικά με το δάγκωμα της αμεριμνησίας.)

*

Το δεν είμαι ακόμα

Η γλώσσα γράφει. Η ποιητής
παρατηρεί τον εαυτό της. Ο εαυτός της γλώσσα
διαρκώς εκτείνεται, αφήνει πολλά ονόματα, ομιλίες
φάτνες και νεογέννητα – εδώ κι εκεί μεταπηδά,
χωρίζεται σε πολλά, κλέβει ό,τι βρει,
υπόσχεται να φέρει
μια αύρα καλοκαιρινή μες στη λογιστική.
Είναι η διαίρεση της γλώσσας συγγενής με τον πολλαπλασιασμό;
ή χρειάζεται απλώς η συμπύκνωση
για να προσθέσεις αυτό το
δεν είμαι ακόμα.
(Φράση ακατανόητη; Μάλλον όλα δείχνουν
πως το άρτιο καθυστερεί.)
Ίσως το άρτιο είναι ο κορυδαλλός.
Ή μία κότα που γεννάει το αυγό της.
Ή το αυγό που έγινε από την κότα
και τώρα κυλάει σαν μπαλίτσα
ως τα θεμέλια του σπιτιού.
Η λέξη σπίτι, αγαπητοί ακροατές: εννοώ κρυστάλλινα ποτήρια σ’
ένα τραπέζι με επίμονους συνομιλητές.

*Από τη συλλογή “Το δεν είμαι ακόμα”, Εκδόσεις Ίκαρος, 2022.

Joaquin Giannuzzi, Ύστατος λόγος

Σχέδιο του Giannuzzi: Soledad Calés

Αντιστρεφόταν όλες τις ιδεολογίες.
Δεν γνώρισε την ευχαρίστηση της πιθανότητας.
Την ταπείνωσαν η ιστορία του κόσμου
και η ντροπή της χώρας της,
η γύμνια, τα πεσμένα δόντια,
οι μαύροι κύκλοι γύρω από τα μάτια,
η προσωπική αποτυχίας της γλώσσας της.
Ο εργάτης που ανάσανε
άπληστος για οξυγόνο και το πεπερασμένο σύμπαν
που άφησε να πέσει το σφυρί, ήταν ο λόγος
που σφάλισε τα παράθυρά της. Αλλά ούτε
μέσα στο παραλήρημα βρήκε κάποιο νόημα.
Γι’ αυτό, ίσως δεν ήταν και τόσο απρεπής
ο τρόπος που απαρνήθηκε τον κόσμο.

Έτσι συνέβη: εμετική
η απέχθεια της εποχής
και πληγιάζοντας πάνω στο τελευταίο μαξιλάρι
έστρεψε προς τον τοίχο
ό,τι απέμεινε από το πρόσωπό της.

*Από το βιβλίο “”Χοακίν Χιανούτσι, Ποιήματα”. Μετάφραση΅Στάθης Ιντζές. Εκδόσεις Θράκα, 2014.

Πέτρος Νταβερώνης, Το Λαύριο [απόσπασμα]

…….
Δεν είναι φασκιωμένη η ψυχή τους
Με το δέρμα του παραγωγικού πιθήκου
Τις φολίδες της αναίσθητα ναυλωμένης Σφίγγας
Του αγορασμένου στο παζάρι
Δεν είναι
Μαρκαρισμένοι του Στρατοπέδου
Του Εργοτάξιου
Της αλλόκοτης στοίχισης αριθμών
Με το στίγμα που διαχέει φτήνια
Περιθώριο ανωνυμίας.
“Εργατικό δυναμικό”
“Ενεργός πληθυσμός”
“Έμψυχο υλικό”

Το Λαύριο δεν έχει μυαλό να σκεφτεί
Δεν έχει χέρια να χουφτιάσουν τη μοίρα του
Μάτια να δει
Στόμα να πει για τη ζωή του
Να μιλήσει για τον εαυτό του
Από αυτή την αποδοχή ξεκινούν Όλοι.

Το Λαύριο είναι ένα προσφερόμενο κοπάδι
Ανίκανο να διεκδικήσει τον Εαυτό του
Προκαλεί τη διαμάχη βοσκών
Καθένας με τη δική του λογικώτερη αλυσίδα.

Σαν το σκουλήκι εργάζεται αθέατα στο υπέδαφος
Επωμίζεται την ευφορία
Το σκάψιμο
Τη σπορά
Τη συγκομιδή
Την ετοιμασία
Δίχως νάχει πουθενά δικό του πηδάλιο

Πάντα με υπόδειξη
Με κέντρισμα
Με χειραγώγηση ευεργέτη ή δήμιου
Με συμβουλή
Τιμωρία
Αμοιβή
Φόβο
Ελπίδα

Γονάτισμα αντιμέτωπου με την αντίσταση τη ύλης
Για τούτο πραγματικό κι απλό σαν την ύλη.

*Από τη συλλογή “Το Λαύριο”, εκδόσεις “Ελεύθερος Τύπος” (χωρίς χρόνο έκδοσης, αλλά, μάλλον αρχές της δεκαετίας του 1980).

Νόα Τίνσελ, Ποιήματα

ΧΩΡΙΣ ΥΠΟΚΛΙΣΗ

Κάμερες πάνω μου
Βγαίνω
στη σκηνή

Η μόνη αλλήθωρη σε όλο το σχολείο

*

ΦΡΑΣΗ ΠΟΥ ΣΟΥ ΕΙΠΕ Η ΓΙΑΓΙΑ ΣΟΥ ΕΝΩ ΣΕ ΠΕΡΊΜΕΝΑ
ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ

Βγαίνεις μαζί με την προβληματική

Και σε γελάνε

*

ΣΤΑ 8 ΤΟΥ ΣΚΑΩ ΚΑΤΩ

-Η μέση μου!

Καλύτερα να σήκωνα ντουλάπα

*

TINDER MATCH

Μου τον πασάρει
Ταιριάζουμε

Είμαστε και οι δύο χοντροί

*

ΜΕΤΑΞΥ ΑΝΔΡΩΝ

Μας χαρτζιλικώνει
Στον αδερφό μου δίνει παραπάνω

Εκείνος πρέπει να γαμήσει

*

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΝΑ ΜΕΓΑΛΩΝΕΙΣ ΩΣ BUTCH
ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΡΧΙΑ

Πολλά νευριασμένα αγόρια που θέλουν να πεθάνεις

*

ΡΟΜΑΝΤΖΟ

Η μάνα σου σε λέει ανάπηρη
Εμένα πουτάνα
Εύχεται να με κομματιάσει νταλίκα

Ο αδερφός σου ουρλιάζει
Αν βρεθώ στον δρόμο του
Θα μου σπάσει τα πόδια

Κλαις με λυγμούς – κλείνει η γραμμή

Είμαι 15 και θέλω να πεθάνω

*Από τη συλλογή “Μακάρι να το είχα κάνει νωρίτερα”, Εκδόσεις Θράκα, 2023.

Βαγγέλης Μπριάνας, Τρία ποιήματα

ΤΗΣ ΚΡΑΝΙΑΣ

Κόκκινο ποτάμι και στυφό νερό απ’ τη σχισμή σου
να ποτίσει ο κισσός που πνίγει το κλωνί σου

*

ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΙ

Φεύγοντας πας πετάει -κι αντίστροφα-
πετάς πας φεύγοντας
σε κλαρί γυμνό και στέκεις
λυπημένο πουλί από ψυχής γεφυράκι χτίζεις

Βουνά-βράχια πολλά στο στόμα σου μετράς
κι οι πέτρες που ξεστομάς με παίρνουν κατακέφαλα

*

ΜΕΣ ΣΤΗ ΔΡΟΣΟΥΛΑ

Δροσούλα και φθηνή σκιούλα
που γυρεύει νεκροπούλια

Ένα τους θα κάτσει θα ξεχαστεί
θα κοιτάει τα φύλλα θα κοιτάει τη βροχή

Το σκάγι που το παίρνει
το αφήνει στον τόπο.

*Από τη συλλογή “Ντελάλης”, Εκδόσεις Θράκα, Αύγουστος 2021.

Γιώργος Α. Τζαμαδάνης, Τρία ποιήματα

Χωρίς οίκτο

Όταν θα ‘ρθεί δεν ξέρω πού θα σε βρω
θα ‘χεις ανοιχτεί στο πέλαγος
ή θα ΄χεις αναρριχηθεί σ’ αητοφωλιές
Κάποιοι θα πουν πως φοβήθηκες
ή ντράπηκες να τον συναντήσεις
Μόνο εγώ θα ξέρω πως το ’κανες
για να μην τον σκοτώσεις
αν και του άξιζε του κερατά…

*

Η αλήθεια μιας κατσαρίδας

Εδώ ακριβώς γέννησε και κατσαρίδα
στον εγκέφαλο ενός δικαστή
Μη σε παραξενεύει, μπολιάζεται απ΄ τα μικρόβιά του
γι΄ αυτό επιβιώνει στα δύσκολα.
Γι’ αυτό πρέπει να χυθεί πολύ αίμα…
Κουράστηκα να σκοτώνω κατσαρίδες
και να πίνω αντιβιοτικά…

*

Κατσαρίδας συνέχεια

Βάψανε τα γείσα μαύρα
τους ενόχλησε ο ήλιος
Βάψανε τις παπαρούνες μαύρες
τους ενόχλησε η κόκκινη γύρις
Βάψανε τα ποτάμια μαύρα
τους ενόχλησε ο ανατρεπτικός λόγος
Βάψανε τα μάλλινά τους μαύρα
Για να φιλοξενούν μόνο κατσαρίδες
Μιλώ για τους δικαστές, που προσπαθούν
να κλείσουν τις τρύπες του μυαλού τους
μη τους ξεφύγουν και τρυπώσουν
στις τσέπες των κατηγορούμενων
μη ξεχάσουν τις μοναδικές λέξεις
που ‘μαθαν στο κατσαριδοσχολείο:
“ένοχος, δίχως ελαφρυντικά”.

*Από τη συλλογή “Κατσαρίδες”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2019.