Αλέξανδρος Μηλιορίδης, ανάγκες

Έπιασες
το βλέμμα του,
κρυφοκοιτούσε αλχημείες,
σκέψεις
διαγώνιες,

έσερνες και το δάκτυλο
στο λαιμό
του ποτηριού,
κρυμμένες λέξεις στο σάλιο της σιωπής,

και κατρακυλούσες,
με τις σταγόνες του μπλουζ,
στην κόλαση
των υγρών,
ανέβαιναν με μάχες επικές στα ρίγη της προδοσίας σου,

μετακίνησες και
το φως,
για να φέρεις το σκοτάδι
στο μηδέν,
πήρες τη γουλιά καπνού,
τη ρούφηξες στα σπλάχνα του οργασμού,
Μέτρησες τα βήματα
για το άπειρο της φθοράς σας

και
άρχισες
να ξεφυσάς,
Την άνευ όρων σου παράδοση

*Από τη συλλογή “πάτησε το κουμπί”, εκδ. Οσελότος, Ιούνιος 2015.

14 χρόνια χωρίς τον Μανώλη Αναγνωστάκη

*Από τον Κώστα Καραμάρκο

One of my beloved Greek poets, Manolis Anagnostakis, passed away on June 23, 2005. Αγαπημένος ποιητής ο Μανώλης Αναγνωστάκης, που πέθανε σαν σήμερα το 2005.

Σημαδούρες ζωής οι στίχοι του στην Ερατυρα του 1979, στη Μελβούρνη του 1984, στη Θεσσαλονίκη του 1998, στην Αθήνα του 2009, στη Μελβούρνη του 2019.

“Δέχτηκες τελικά, στο βάθος, κάθε αναθεώρηση, κάθε αλλαγή πορείας, κάθε αποστασία. Δεν είναι πάντα η θέληση λίγη- είναι πολλές φορές ο πόνος μεγάλος. Κρίνεις γνωρίζοντας μόνο ως εκεί που έχεις φτάσει, όχι ως εκεί που θα μπορούσες να φτάσεις αν και αν και αν…”

As correctly stated in Wikipedia “Manolis Anagnostakis (10 March 1925 – 23 June 2005) was a Greek poet and critic at the forefront of the Marxist and existentialist poetry movements arising during and after the Greek Civil War in the late 1940s. Anagnostakis was a leader amongst his contemporaries and influenced the generation of poets immediately after him. His poems have been honored in Greece’s national awards and arranged (e.g. by Mikis Theodorakis) and sung by contemporary musicians.”

“Now He Is a Simple Spectator – Poem by Manolis Anagnostakis

Now he is a simple spectator
An insignificant fellow in the crowd
Now he no longer applauds nor is applauded
A stranger wandering to the call of the streets.

The new trumpeters come from afar
From the chosen classes of the future
Their cries demolish the decayed walls
They melt the mud into luminous streams.
The pure are coming, the non-hypocrites,
Violators, non-participants, virgins,
Crafty fellow diners, these innocents,
And the registrars of our days.
The great blaze is coming
Amid the jets of merry water.
The final proscriptions are coming.

But now he is a simple spectator
An anonymous little fellow in the crowd
With his arms on his chest a dead man laid out
Now he no longer applauds nor is applauded.”

(Always know the when and the how).

*Translated by Philip Ramp

Μαρία Γερογιάννη, Τέσσερα ποιήματα

Artwork: Jerry Velsmann

Όπως το χιόνι κι η σκιά

Η σκιά φώτισε το μισό βουνό
Το χιόνι έλιωσε και άσπρισε το άλλο μισό

Οι πληγές δεν είχαν φωνή, να μην ξυπνήσουν τη σιωπή
Άνοιξε το παράθυρο στη δύση
Σκορπίστηκε στον Ουρανό της λήθης

***

Διαδρομή

Τη σιωπή σου έχτισες με πέτρες
που ζέσταιναν αναπνοές παιδιών
Τον θυμό σου δεν τον δώρισες
ήθελες δώρα πάντα ακριβά
Κοίταξες των ενοχών τις φιγούρες
Τι κρίμα
Σε περίμεναν ακόμη

***

Οι Απέναντι

Και ο συρμός ξεκίνησε να σβήσει τη βοή του

Κορνίζα στο υπόγειο οι Απέναντι
Μαύρο, χακί, πορτοκαλί, μακρύ το ράσο, δυο κόκκινα σαντάλια

Ήθελα ένα βλέμμα να ζωγράφιζα
Ούτε ψυχές δεν πρόφτασα

Οι Απέναντι – ξερό κλαδί παρασυρμένο στο ποτάμι

***

Πορτρέτο

Ο κύριος με το μαύρο καπέλο του
λίγο λοξά
όπως λοξό και το βλέμμα

Η γραμμή που διαγράφει τη μύτη
λίγο πριν τελειώσει τον προορισμό της
χάνει την ισορροπία της
λοξά και αυτή τελειώνει

Λοξά δεμένη κι η γραβάτα

Πώς όλα τούτα τα λοξά
να τα ισιώσει μόνο με το χαμόγελο;

Έτσι και το μειδίαμα λοξό τού βγήκε.

*Από τη συλλογή “Άδειοι στίχοι”, εκδ. Γαβριηλίδης, 2012.

Αντιγόνη Βουτσινά, Δύο ποιήματα

Philip Guston, Zone

Άλλοθι

Μοιάζει αστείο,
μα τις νύχτες κυκλοφορώ κρατώντας ένα σάπιο μαχαίρι
-δεν βρήκα, βλέπεις, άλλον τρόπο να κόψω
τις κακές συνήθειες –
μόνο που έτσι, κάθε βράδυ, έχανα όλα μου τα δάχτυλα.
Υιοθέτησα λοιπόν μια παραπληγική αφή,
κυρίως για να μην κατηγορηθώ για έγκλημα
αφού στο γάμο της μητέρας μου,
όλοι είπατε ότι πέταγε από τη χαρά της
και ναι,
η μάνα αιωρούνταν.

Μα τόσοι καλεσμένοι
και μόνον εγώ κατάφερα να δω
ότι ήταν
θηλιά
αυτό το υπέροχο το κόσμημα
που φόραγε
τριγύρω στο λαιμό της;

***

παλέτα συναισθήματος

Κάθε βράδυ, πιάνω ένα σμήνος αλεπούδες
καθώς αυτές
πετάνε απ’ τα σπίτια σας μες στην ψυχή μου
και τις βάφω άσπρες.
Εκείνες μετά, πεινάνε πολύ
και τρώνε τους αγγέλους ή τις κότες τους.
Ματώνουν τα πόδια τους
και επιστρέφουν
κατακόκκινες.

Γι’ αυτό, σας λέω,
μη μ’ αδικείτε·
δεν έμαθα ποτέ
τι είναι
το πορτοκαλί.

*Από τη συλλογή “το λάθος ποίημα”, εκδ. Μελάνι, Μάρτης 2012.

Παναγιώτης Χαχής, S.S.Great Eastern

οι αισθήσεις με πάνε στις αισθήσεις
Νίκος Καρούζος

πριν γίνει μάτι ή συσπείρωσις τον σκότους
Ανδρέας Εμπειρίκος

Κιβωτός και ναυάγιο
Ψίθυροι στα κάτω
Χείλη του κόσμου
Φυλλομετρώντας σώματα
Με βλέμμα σαρκοβόρο
Δέκα εικόνες ηδονής
Που χάνονται στα δάχτυλα.

Στον σκοτεινό θάλαμο
Από τη σάρκα
Στη γραφή
Ο φακός
ήταν
ο φαλλός
του μέλλοντος

*Από τη συλλογή “Hotel Nada”, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Ιανουάριος 2018.

Πόπη Γιόκαλα, Μετανάστης πολέμου

Όταν η νύχτα μιλάει για πόνο-
Τ’ αστέρια κοκκινίζουν-
Ο αέρας τρέμει από αιώνιους αποχωρισμούς-
Οι ποιητές χωρίς χαρτί, μολύβι… γράφουν τη δύνη του πολέμου, που δαγκώνει τα σωθικά τους σε πρόσωπα ασάλευτα.

Ολόκληρη η Ζωή… είναι η θαμπή ανάμνηση μιας άλλης Ζωής.

Πώς ν’ αναπνεύσεις;
Δεν έχει αέρα-
Πώς να κρατήσεις άλλη μια μέρα;
ΚΕΝΟ ΚΕΝΟ ΚΕΝΟ

Λυγμός, αναστεναγμός, πνιγμένο βουβό κλάμα-

Πνοή φόβου-
Βλέμμα μελαγχολικό-
Σιωπή που κραυγάζει-
Θλίψη σκορπισμένη παντού-
Μεταίωρη ψυχή-
Περπάτημα αβέβαιο-
Κλεισμένος εαυτός-

Όνειρα, αισθήσεις, ελπίδες, ζωή…..
Θάβονται και πνίγονται-

– ΦΟΒΟΣ ΠΑΝΤΟΥ –

Μάτια που καθρεφτίζουν τη φρίκη του πολέμου-
Παιδιά που ο σπαραγμός τους σκίζει ψυχές-
Χάνεται στις πέτρες-
Το αίμα κυλάει στο κορμί τους νερό-

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΕΡΧΕΤΑΙ ΑΡΓΑ –
ΚΑΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΣΚΟΤΕΙΝΙΑΖΕΙ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ –

θα ήμουν τυφλός αν όλοι το ξέραν

ένα έτσι's avatarένα έτσι

mat

Τα μάτια προσπαθούν να χωρέσουν τα σφραγισμένα σώματά μας. Μεγαλώνουν και πρήζονται κι αλληθωρίζουνε και συντρίβονται στο πρώτο, τυχαίο, νεκρό τοπίο και προσεύχονται να τον χωρέσουν ολάκερο τον κόσμο, να μην μείνει κάτι, οτιδήποτε, που τα χείλη θα αναγκαστούν να ψελλίσουν και τα χέρια ν’ αγγίξουν κι η φωτιά ανάμεσα στα σκέλια να κατασπαράξει. Έτσι κοιταζόμαστε και κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε τι είναι αυτό που ο καθένας μας αντικρίζει στα μάτια του άλλου ή στα μάτια τα δικά του, στο φως ή στο σκοτάδι, στο πόνο ή στην χαρά. Στην ζωή ή στον θάνατο.

View original post

Μάτση Χατζηλαζάρου, Ποιήματα

ΜΙΚΡΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ

Σε περιβάλλω με μια μεγάλη αναμονή.
Σε περιέχω όπως τ’ αραχωβίτικο κιούπι το λάδι.
Σε ανασαίνω όπως ο θερμαστής του καραβιού ρουφάει
μες στα πλεμόνια του το δειλινό το μπάτη.
Σ’ αγρικώ με την ίδια διάθεση που ο Ερυθρόδερμος
κολλάει το αυτί του χάμω, για ν’ ακούσει
Τον καλπασμό του αλόγου.

(Έρως μελαχρινός)

Δεν ήτανε ανάγκη βασίλισσα να με κάνεις του Περού.
Ανάγκη ήτανε να σκύψεις από πάνω μου, να δω στα μάτια σου
εκείνα τα δυο φωσάκια. Φωσάκια που λένε ότι είμαι
τ’ ονειρεμένο σου νησί στην Ωκεανία, ξωτικό, πρωτόγονο,
ηλιοπλημμυρισμένο, καθάρια γαλάζια τα νερά του,
κι οι βυθοί του ανθόσπαρτοι σαν το πιο γόνιμο χωράφι.

(Έρως μελαχρινός)

Σκέπτουμαι μια ζωή που θα ‘τανε βαριά σα σήμερα,
μονάχα αν έλειπες ταξίδι. Το πρωί σκέπτουμαι
τα μέλη σου σφιχτοδεμένα – εκεί κάπως εντοπίζω
την αγκαλιά σου. Το βράδυ βλέπω τα χείλια σου σαν
το δαγκωμένο φρούτο.
Έλα, η μέρα είναι τόσο ωραία – τα ποιήματα που
αγαπώ θέλω να τα ζήσω μαζί σου. Μπορούσα τόσα πράματα
να τα μετατρέψω σε χαρά και να σ’ τα δώσω.
Κάθε στιγμή μπορούσα να σου την κάνω μουσική
πρωτόγονη, γούνα μαλακιά, ζεστή, ηλεκτρισμένη, που
βουλιάζει βαθιά μέσα. Χορός τέλεια ελεύθερος, αντί από
μέλη να ‘χεις φτερά, και πάλι φτερά ονείρου. Ή μυρουδιές
—μήπως θέλεις μυρουδιές; Τότε θα ‘ναι μυρουδιές δροσερές,
σαν μικροί καταρράκτες όλο πολυτρίχι – ή σαν γιαλός
το πρωινό όπου βγαίνει και λιάζεται το φύκι, ο σταυρός,
ο αχινός – και το κύμα στην αμμουδιά δεν είναι σοβαρό,
μα παίζει. Πέρα βέβαια η θάλασσα έχει μιαν απαλή τραγικότητα.

(Έρως μελαχρινός)

Την πιο ηδονική αφή την έχει το σταφύλι το πρωί,
σαν είναι δροσερό και σκεπασμένο με κείνη την άχνη
τη λεπτή. Πιάνω την κοιλιά σου, με τα τρία μου δάχτυλα,
και μου γεννιέται πάλι η εικόνα της δροσιάς του αμπελιού.

(Έρως μελαχρινός)

Λες κι ήτανε χθες βράδυ ακρογιάλι το σώμα μου,
τα χέρια σου δυο μικρά τρυφερά καβούρια.

(Έρως μελαχρινός)

Δεν θέλω ανεμώνες κόκκινες, μαβιές και άσπρες, θέλω
να χώσω τη μούρη μου μες στα μαλλιά σου, που ‘ναι
σα χόρτα στην άκρη του ποταμού.

(Έρως μελαχρινός)

Τα λουλούδια των δέντρων είναι τα πουλιά.
Το σιγανά κελάηδισμα της θάλασσας είναι η πτώση
της βροχής στο τελευταίο τεμπέλικο κύμα του ακρογιαλιού.
Τη μυρουδιά του ήλιου τη χύνει το σφαγμένο πεπόνι.
Η ποίησή μας είναι η ζωή.

(Έρως μελαχρινός – Μάης Ιούνης και Σεπτέμβρης)

Εθωρούσεν ο νιος πίσω απ’ την αγναντεύτρα κουρτίνα.
Επερίμεναν οι σπιλιάδες του Αυγούστου μες στους φουσκωμένους φλόκους.
Ένα αγιόκλημα εσκαρφάλωνε αναστενάζοντας και μοσχοβολώντας –
ίσαμε που έμπλεξε μες στο σύννεφο του δειλινού.
Τόσα δάση φλέγονται,
τόσα παγόβουνα λιώνουνε,
τόσες μανόλιες μας λιποθυμούν,
τόσοι κάμποι μας παιδεύουνε.
Εμείς ας σταθούμε γοργόνες, τα στήθια ξέσκεπα στον ήλιο
-η κεφαλή ριγμένη πίσω, τα μάτια στο κατάρτι.
Η θάλασσα είναι παντάνασσα – πλένει όλους τους καημούς μας.

(Έρως μελαχρινός – Μάης Ιούνης και Σεπτέμβρης)

Κάποτε ακουμπάμε τον εαυτό μας σαν ένα κουμπί γυμνό
επάνω σ’ ένα καθρέφτη, και την αυγή βρίσκουμε ένα χαμομήλι
μες στον ανοιξιάτικο κάμπο.
Κάποτε ακουγόμαστε σαν την πιο θριαμβευτική κραυγή ζώου,
κι όταν ξανασταθούμε ν’ ακούσουμε ο ήχος μας είναι
σκληρό γρατσούνισμα φτυαριού πάνω στον άγονο βράχο.

(Έρως μελαχρινός)

Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,
όλα τα μάτια, και τους καημούς, τα βράχια, τ’ ακρογιάλια,
τους αετούς, τη μουσική όλων των κλαριών, τον αφρό όλων
των κυμάτων.
Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,
όλους τους ασφοδέλους που φύτεψα στα βράχια, όλα μου
τα μεράκια, τα ντέρτια — το τσιφτετέλι και το ζεϊμπέκικο,
το κρεμεζί μου το μαντίλι και τις γαλάζιες μου τις χάντρες.
Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,
όλα μου τα κολύμπια στην Κινέτα, τον έρωτά μου με το φως
και τα βότσαλα, την αναπνοή μου όταν αγαπώ, το φόβο μου
όταν με διώχνουνε, την έξαρσή μου όταν θέλω, τη χαρά μου
όταν ζω.
Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,
όλες τις μέρες του χρόνου — δικές μου είναι, από τη μιαν
αυγή στην άλλη — με πλημμυρίζουνε ανοιξιάτικες ευωδίες,
ξεφάντωμα και κορεσμός του ήλιου.

(Έρως μελαχρινός)

*Τα ποιήματα προέρχονται από την έκδοση «Ποιήματα 1944-1985» εκδόσεις Ίκαρος 1989, Αθήνα.

«Λοξές Ματιές», μία νέα ποιητική συλλογή του Δημήτρη Τρωαδίτη

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΛΥΜΝΙΟΣ


H νέα ποιητική συλλογή του Δημήτρη Τρωαδίτη, «Λοξές Ματιές», σηματοδοτεί μια παρέκκλιση από το μέχρι τώρα έργο του.

Όχι θεματικά, διότι συνεχίζει να τρέφει τις ίδιες πολιτικο-κοινωνικές ευαισθησίες όπως και στις προηγούμενες του συλλογές, αλλά σίγουρα, από άποψης προσεγγίσεως και ποιητικής. Εκεί όπου ο ποιητικός λόγος του πρώιμου Τρωαδίτη αντιμετωπίζει άμεσα, κατάμουτρα, κατακούτελα, τα ερείσματά του, ο πλέον ώριμος Τρωαδίτης γίνεται πιο έμμεσος, πιο υπαινικτικός, πιο πολυσήμαντος. Ανασκοπεί τον κόσμο του όχι μόνο με την πρώτη, αλλά και με τη λοξή ματιά, εκείνη της ύστερης όρασης αλλά και του γνωστικού.

Η αλλαγή του ρυθμού, συνειδητή. Ο στρατευμένος στίχος του Τρωαδίτη, παραδοσιακά χειμαρρώδης, μοιάζει με το βηματισμό του πορεύοντος αγωνιστή. Σ’ αυτή την συλλογή, το βήμα επιβραδύνεται, αντιστρέφεται. Ο ποιητής ανατρέπει την έννοια της πορείας, στρέφοντάς την προς τα ένδον. Είναι πολύ εύκολο να αντικατοπτρίζει κανείς αντιδραστικά και μόνο την επιφάνεια. Χρειάζονται όμως τρομερές δυνάμεις αυτοαντίληψης, ενδοσκόπησης και πνευματικής διορατικότητας ώστε να διεισδύσει κανείς στην ουσία των πραγμάτων – να τα αφομοιώσει στην λεκτική του χοάνη και έπειτα να διαχωρίσει τα συστατικά του στοιχεία, για να τα ανασυναρμολογήσει με το δικό του ποιητικό λόγο. Ο προσεγμένος ποιητής Τρωαδίτης, αυτό κάνει.

Κύριο παράδειγμα αυτής της λεπτολογικής γραφής βρίσκεται στο πώς η ένταση κλιμακώνεται στο πρώτο ποίημα της συλλογής, «Εδώ στις Νότιες Εσχατιές» όπου με λίγες ελαφριές κινήσεις της πένας, προσθέτοντας το στοιχείο του κρυφού, του φευγαλέου, του κεντρόφυγου, ανατρέπει τη λεκτική και λογική αρμονία της Αντιποδικής μας ύπαρξης:

«Εδώ στις νότιες

εσχατιές

οι άνεμοι κρυφακούν

τις ανάσες μας

εδώ στις απέραντες

εκτάσεις

του λείου

το καλοκαίρι

παίζει κρυφτούλι

με τα σύννεφα

εδώ στις μονότονες

ιαχές του γκρίζου

η τρέλα μας

ανέρχεται
σε ανώτατο στάδιο».

Η Εσχατιά από τη φύση της δεν αφήνει περιθώριο για περαιτέρω πορεία. Σε μία στάσιμη κοινωνία που αδυνατεί να υπερβεί τον εαυτό της, όλοι κρυφακούν, όλοι παίζουν κρυφτούλι και οι ιαχές αποχρωματίζονται.

Σε μία τέτοια κοινωνία, που για τον κάθε αγωνιστή είναι τόπος εκτοπισμού αλλά και δράσης, όπου «εμείς πασχίζουμε να μονιάσουμε με τις νέες τοπολογίες», όπως υποστηρίζει στο ποίημα: «Το Παρελθόν είναι ένα ύφασμα», η ιστορική μνήμη, δηλαδή το σύνολο της ανθρώπινης εμπειρίας με μία κίνηση του ψαλιδιού της Ατρόπου, κόβεται και γίνεται αμετάκλητη. Το άτεγκτο και το δογματικό στη ζωή των ανθρώπων, θρυψαλιάζεται και περνά στην αφάνεια.

Μια παρόμοια λήθη περιγράφεται στο ποίημα: «Αφομοίωση», όπου με πρωτότυπο τρόπο, οι παραιτούμενοι από το αγώνα για κοινωνική χειραφέτηση και δικαιοσύνη, παρομοιάζονται με Έλληνες μετανάστες που αφομοιώνονται και αποδέχονται τις αρχές της άρχουσας τάξης:

«Το τυχαίο γεμίζει

τα κενά των σπιτιών

ο ήλιος έχει παραδοθεί

σαν παλιός μετανάστης

με κλαριά αφομοίωσης

στα χέρια

κι οι κουβέντες ξεραίνονται

πάντα στα χείλη».

Κύριο μέλημα του αγωνιστή Τρωαδίτη είναι να εγείρει από το λήθαργό τους, όλους εκείνους τους αγωνιστές που κάποτε μάχονταν για ένα καλύτερο αύριο και τώρα πλέον εφησυχάζουν, συμβιβασμένοι με τα δεδομένα των καιρών.

Στο τρομερό ποίημα, «Δεν υπάρχει φως στα μάτια», αφιερωμένο στον αγωνιζόμενο λαό της Συρίας, οι συνέπειες αυτού του εφησυχασμού φαντάζουν τρομακτικές και επώδυνες:

«ποιους νεκρούς ν’ αναστήσεις
»και σε ποια ιδέα να μυηθείς

ποια μορφή να τραγουδήσεις

και ποια φωνή να βγάλεις

σε εκτάσεις αλλόφρονες

που το λιοπύρι στέγνωσε

που τα δάκρυα και οι βρύσες

γίνονται ηφαίστεια

που τα νάματα της ζήσης

στοιχειώνονται».

Το στοιχείο του ξένου τόπου (σε εκτάσεις αλλόφρονες) εντείνει την ανησυχία του ποιητή. Δεν υπάρχει πλέον οικείος τόπος όπου θα μπορούσε να δραστηριοποιηθεί όπως θα ήθελε. Δεν είναι πλέον σε θέση να διαλέξει το πεδίο μάχης. Ο προβληματισμός του οδηγεί φαινομενικά σε αδιέξοδο.
Μ’ αυτή την αδιέξοδο ασχολούνται τα δύο τελευταία ποιήματα της συλλογής που περιέχουν εντονότατα, την αγωνία του ποιητή. Στο ποίημα «Υάκινθοι και Μικροί Ήλιοι», ο ποιητής, με αξιοζήλευτη δεξιοτεχνία, δημιουργεί το οξύμωρο ενός υακίνθου που ξεφεύγοντας από την πορεία του, πάει να ψηλώσει σ’ απροσμέτρητους θριάμβους:

«… υάκινθοι και μικροί ήλιοι
υψικάμινοι χρέους

υψώνονται στις ψυχές μας

αλαβάστρινα αγάλματα ευθύνης».

Είναι στ’ αλήθεια η αυταπάτη του, η ιδιαίτερη του οντοπαθολογία που του δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να ψηλώσει πέραν του φυσικού, ή εστιάζεται η ειρωνεία στο γεγονός ότι ο υάκινθος είναι εφήμερος και εποχιακός; Ο αγώνας λοιπόν είναι σισύφειος και κυκλικός. Τα συστατικά στοιχεία της ύπαρξης αλλά και της συντριβής του κρύβονται εντός του ζωοφόρου βολβού. Γνωρίζουμε όμως από τη μυθολογία ότι ούτε ο θεός Απόλλων, ο θεός του Ηλίου, αξίζει να σημειωθεί, αδυνατούσε αναστήσει τον Υάκινθο, τον οποίον ο ίδιος απώλεσε. Ποια οι τύχη των μικρών Ηλίων κατ’ εικόνα και ομοίωσίν του;

Αλαβάστρινα λοιπόν τα αγάλματα της ευθύνης μας. Αστραφτερά, άσπιλα, πετρωμένα αλλά και εύθραυστα.

Ας σταθούμε για λίγο στο ύστατο ποίημα, ο τελευταίος σταθμός ενός συνειρμικού κειμένου. Εδώ, κάνουμε το γύρω και επιστρέφει ο παλαιός ο ποιητής, μεταλλαγμένος αλλά αναγνωρίσιμος, για να μας δώσει ένα Μαγιακοβσκικό τέλος, παραινετικό, ένα εμβατήριο που σίγουρα θα εγείρει τους καθεύδοντες:

«Να ξαναγεννηθούμε απ’ το χώμα

Να προσπεράσουμε τις μοιραίες συναντήσεις

Να διαλύσουμε ψεύτικες ευχές και διλήμματα

Nα εκμυστηρευτούμε τα μυστικά μας

Ν’ αρχίσουμε τις μεγάλες ανατροπές

Να αποτινάξουμε το ταραγμένο φόντο των ημερών».


Να ξαναγεννηθούμε λοιπόν από το χώμα, σαν τον υάκινθο,

Να δώσουμε τον αγώνα μας, να γίνουμε νέοι άνθρωποι, με τον τελευταίο στίχο του ποιήματος να συντροφεύει τον Μαγιακόβσκυ που είπε: «Να σπάσουμε τον νεφρίτη του παρελθόντος» εκείνου που ο ποιητής Τρωαδίτης, θρηνεί.

Αυτό λοιπόν είναι το καθήκον μας; Ο αναγνώστης δικαίως δύναται να τρέφει κάποιους ενδοιασμούς. Αλλού, στο ποίημα: «Το τίμημα είναι πολυσχιδές», θα γράψει:


«Η αντίσταση πρόδωσε

τον εαυτό της

η απομίμησή της

εξακολουθεί να κάνει τα ίδια λάθη.»

Κοιτάμε λοξά τον ποιητή, ή δεν τον κοιτάμε; Η δική του λοιπόν, είναι μία ποίηση που αν και δεν έχασε τίποτε από το πάθος των πρώιμών του χρόνων, ξέρει πια να διεισδύει. Η λοξή του ματιά, όπως θα πει στο ομώνυμο ποίημα της συλλογής, εντοπίζει:

«…αρώματα φυτών

που ξεστρατίζουν

ρωγμές σε φόντο καταχνιάς

μέσα τους κουρνιάζουν

ερπετά

πτηνά

όνειρα

αχτίδες σεληνόφωτος»…

Αξιοσημείωτο το γεγονός ότι τα ερπετά αλλάζουν το δέρμα, αλλά όχι την ιδιότητά τους, τα πτηνά ίπτανται, υπερβαίνοντας τα χθόνια, όπως και τα όνειρα τα οποία δεν έχουν ύπαρξη εκτός της συνείδησης του καθενός, ενώ οι αχτίδες σεληνόφωτος, ούτε καν της σελήνης είναι, αντικατοπτρίζοντας έναν διαφωτισμό που προέρχεται από αλλού. Αυτά όμως αποτελούν τα συστατικά στοιχεία της ελευθερίας.

Στις «Λοξές Ματιές» λοιπόν, ο ποιητικός λόγος του Δημήτρη Τρωαδίτη, αρθρώνεται με πολυσχιδή τρόπο – αυτοαναιρείται, υπαινίσσεται, αντιτίθεται στις εύκολες ερμηνείες και τελικά, κατασπαράζει τον ίδιον τον εαυτόν του.

*Από εδώ: https://neoskosmos.com/el/218651/lokses-maties-mia-nea-poiitiki-syllogi-tou-dimitri-troaditi/

Γιώργος Γέργος, Τρία ποιήματα

.να μην ξεχάσω

να μην ξεχάσω να ευχαριστήσω τον Κύριο
τόσο που μ’ έκαψε το ρήμα του
μεγαλώνοντας
στη νύχτα ανάμεσα και στη νύχτα
πείνασα πάθος
διυλίζοντας απόψε εαυτό στ’ αστρόφωνα
μα πριν χορτάσω
να μην ξεχάσω να ευχαριστήσω τον Κύριο
που ξέρασε επάνω μου ολάκερη τη θλίψη χαρίζοντας μου
την Αλήθεια τρομερή
και τη σιωπή Του
απλόχερα δοσμένη
ευλογώντας με να υπάρχω
δραπέτευσα
και ως στρουθίον ερρύσθην εξ Αυτού
καλύτερος.

***

.επωδός

Ζέφυρε σα θρύψαλο
σε τρυγώ απ’ το στήθος μου τρέχα κι αρρώστησα
εδώ στα νεφελώματα

***

.11.10.2013

του Βαγγέλη

ένας
μεγάλος
άντρας
έφυγε.

Ψηλός σαν την αλήθεια

ήταν και
φορούσε την (τα βουνά
ξέρουν πώς) ζωή

σαν (τώρα
μ’ εν
αν ήλιο μέσα

γλυκό, τώρα με

μυριάδες
λογιών, φλεγόμενα άπειρα,

ακατονόμαστης
σιωπής) ουρανό.

*Από τη συλλογή “ο εαυτός ήχος”, εκδόσεις Εξάρχεια, Νοέμβρης 2013.