Φάνης Παπαγεωργίου, Δύο ποιήματα

ΠΑΙΔΙΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Είχε δέκα μικρά νήματα
για να ρίχνει δίχτυα
να τα περνάει σε βελόνα
και να συγκρατεί τα πόδια

Είχε δέκα μικρά καρούλια
για να μπαινοβγαίνει σε ρολόι
να λογαριάζει το καλοκαίρι
και να μεταθέτει τα χέρια

Ήταν εν ολίγοις
θεριζοαλωνιστική μηχανή
ίσως και αργαλειός
ή και παραγάδι

Εν πολλοίς
φύτευε
ξήλωνε
πέταγε στη θάλασσα τα ψάρια

Πέτρα ή πετραδάκι
κάβουρας ή καβουράκι
πάει καιρός
που γνώριζε τον κόσμο
μεγάλος
σαν αχινός

***

ΠΑΙΔΙΚΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ

Του είπε, αν με αγαπάς
θέλω
να περάσεις το βλέμμα σου
από μέσα μου

κι αυτός για να συγκεντρωθεί
της ζήτησε να κλείσει τα μάτια
έβγαλε το αριστερό
κι ύστερα το άλλο

και έριξε βόλους
πέρασε το ένα κάτω από τα πόδια της

παίξανε τυφλόμυγα

*Από τη συλλογή ‘Διώρυγα μεταξύ νεφών”, εκδ. Θράκα 2018.

Λειόδερμα δελφίνια – Τραγούδια των ιθαγενών της Αυστραλίας

Αυτά τα ποιήματα είναι “…από τα πιο παλιά που μπορεί να βρει κανείς σ’ ολόκληρη την ανθρωπότητα”, σημειώνει ο Λευτέρης Σκαρτσής στο βιβλίο του Αυστραλέζικα τραγούδια που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη (1989). Ο ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Πατρών, που έχει μελετήσει παραδοσιακή ποίηση απ’ όλες τις γωνιές της γης, παρατηρεί ότι οι ιθαγενείς παίρνουν ως αφορμή τους θέματα καθημερινά και απλά αντικείμενα που προέρχονται από ένα περιβάλλον εντελώς ιδιαίτερο, όπου κυριαρχεί η ζέστη των τροπικών, η αίσθηση του ωκεανού που κατακλύζει τη φύση και μια μεταφυσική διάσταση της πραγματικότητας, η οποία μπορεί να περιγραφεί ως “ονειροκαιρός”. Ακολουθούν μερικά δείγματα και πρώτα ένα που μιλά για τ’ αστέρια, τα οποία φαίνονται να έχουν έμβια υπόσταση:

Αστέρια του ανατολικού ανέμου,

εκεί που η κασουερίνα έχει σπάσει απ’ τον άνεμο,
έρχονται απ το Ντιλγιακούρκμπα,
κωπηλατούν κατά πάνω στον ουρανό,
αστέρια του κλαν Γουαρίντιλγιάκβα…
Αστέρια που λάμπουν δυνατά
προχωράνε γρήγορα κατά πάνω στον ουρανό…
εκεί είναι τώρα εκεί πέρα
τ’ αστέρια ήρθαν να ξεκουραστούν

Τα αστέρια έχουν κάνει τον άνεμο και λάμπει
εκεί πέρα ο άνεμος έχει σταματήσει
να τα έρχονται πιο κοντά
εκεί πέρα ήρθαν να ξεκουραστούν.

Τα ποιήματα των πρωτόγονων κατοίκων της Αυστραλίας έχουν φρεσκάδα κι αφήνουν μια εντύπωση παρθενική, σαν να αντικρίζουν για πρώτη φορά τον κόσμο γύρω τους. “Βρισκόμαστε εδώ σ’ έναν κόσμο φρέσκο και οικείο, δικό μας, μ’ όλο που τον έχουμε σαν ξεχασμένο”, συνεχίζει ο Λευτέρης Σκαρτσής. Ένα απ’ αυτά μιλά για τη νύχτα :

Η νύχτα ζυγώνει…
απλώνεται παντού…
Μας σβήνει καθώς έρχεται…
μας σκεπάζει σαν κουβέρτα…
Το Ανγκιόνγκβα νυχτώνεται πέρα.

Όπως σημειώνει ο μεταφραστής κι επιμελητής του βιβλίου, “η ποίηση αυτού του είδους ίσως πρέπει να γίνει πρωταρχική πηγή γλωσσικής σπουδής και ποιητικής αγωγής, αφού τόσο φυσιολογικά νιώθουμε την φρεσκάδα της να είναι η αφετηρία της φυσικής μας ζωής”. Ο αφηγητής με την περιέργεια μικρού παιδιού αφουγκράζεται την παλίρροια:

Κύματα που έρχεστε ψηλά, κόντρα στους βράχους
σπάζοντας, σι, σι!
Όταν ψηλά είναι το φεγγάρι με το φως του πάνω στα
νερά·
παλίρροια ανοιξιάτικη, παλίρροια που κυλάς μες τα
χορτάρια
σπάζοντας, σι, σι,
μες στ’ άγρια νερά της λούζονται τα νέα κορίτσια.
Άκου το θόρυβο που κάνουν καθώς παίζουν!

Άλλοτε παρατηρεί τις αχιβάδες:

Πού πήγε το κοντάρι μου; Εκεί που οι αχιβάδες σπρώχνουν
την παλίρροια.

Άλλοτε μια ομάδα από σαλάχια που βγαίνουν στην ακτή:

Κοίτα τα που περνάνε το ένα τ’ άλλο στο Αριντιγκμάντζα.
Έλαμπε δυνατά η άμμος;
Η παλίρροια φούσκωσε ως πέρα βαθιά και μαύρη…
Σαλάχια στο κανάλι μια γραμμή.
Κάνουν δρόμο και προχωράνε.
Μια γραμμή πάνω απ’ τον ύφαλο.
Τώρα γλιστράνε δίπλα δίπλα.

Γύρισαν προς τα πίσω έρποντας στην αμμουδιά:
Κοίτα τα που περνάνε το ένα τ’ άλλο και γυρίζουν πίσω.

Κι άλλοτε τα δελφίνια που σκίζουν τα νερά:

1. Δελφίνια των νησιών κυνηγάνε το ένα το άλλο.
Απ’ όλα τα νησιά, νγκεγεγίμγκε
Απ’ τους βράχους που οι άνθρωποι χτυπάνε τα στρείδια,
απ’ τους υγρούς βράχους.
Τους μουσκεμένους απ το ράντισμα του ανατολικού ανέμου…
Απ’ τη λαμπερή ξηρά τη ανατολής.

2. Λειόδερμο δελφίνι προχωράει έξω στην ανοιχτή θάλασσα …
Ένα ζευγάρι δελφίνια σκουντάνε το ένα το άλλο.
Κόβουν το ένα το άλλο το δρόμο απ’ το Αλακβουράντζα…
Το ένα κόβει το άλλο λοξά στη μέση καθώς προχωράνε,
εγιέγια.
Έκοψαν το ένα το άλλο καθώς όλο προχωρούσαν…

Η απέραντη θάλασσα που αντίκριζαν κάθε μέρα οι ιθαγενείς της Αυστραλίας έφερνε κάθε φορά στην στεριά κάτι καινούριο:

Από πού είναι αυτές ο καρύδες; Από πού;
Απ’ το Άρνμπαρρνγκίνα, απ’ το Αρμπαρργκίνα.
Χοροπηδώντας πάνω στα κύματα, πλέοντας πάνω στη
θάλασσα,
σκορπισμένες ολόγυρα,
παρασυρόμενες. Πάω στο Μουρούνγκβα που ο άνεμος
φυσάει φρέσκος
και κοντά το Γινμπίγια.
Καρύδες σκόρπιες ολόγυρα. Στη απανεμιά έχουν
σταματήσει.
Πίσω πάλι στη θάλασσα, μετά ξεπλυμένες ως την ακτή.
Πάω στο Μουρούνγκβα και στο Αλιλιγιάνγκα.
Σ’ αυτή την πλευρά οι καρύδες ήρθαν να ξεκουραστούν.

Τέτοιοι στίχοι προερχόμενοι από τόπους, όπου το καλοκαίρι δεν τελειώνει ποτέ, μεταφέρουν στον αναγνώστη μια διάθεση εντελώς αναζωογονητική. Αυτό είναι το τοπίο που έβλεπαν εκείνοι οι άνθρωποι:

1.Οι βράχοι του βουνού προχωρούν με παράλληλα χωρίσματα·
Οι κοιλάδες του βουνού προχωρούν με παράλληλες χαρακιές.
Οι βράχοι του βουνού προχωρούν με κοφτούς γκρεμούς.
Κατά τους πρόποδες κατεβαίνουν σκαλιά σκαλιά ·
Στα κάτω βάθη κατεβαίνουν σκαλιά σκαλιά.
Πυκνές συστάδες βουνίσια χορτάρια κατεβαίνουν σκαλιά σκαλιά…

2. Μια μάζα κόκκινα χαλίκια σκεπάζει τις πεδιάδες,
Μικρά άσπρα αμμορύακα σκεπάζουν τις πεδιάδες.

Γραμμές κόκκινα χαλίκια ραβδώνουν τι πεδιάδες,
Γραμμές άσπροι αμμόλοφοι ραβδώνουν τις πεδιάδες.

Ένα σπηλιομονοπάτι είναι ανοιχτό μπροστά μου,
οδηγώντας ίσα προς τη δύση…

Αυτή είναι η εικόνα των γερακιών του βουνού:

Τα βουνίσια γεράκια κατεβαίνουν με στροβιλιστά φτερά,
Από το θόλο τ’ ουρανού κατεβαίνουν με στροβιλιστά φτερά.
Βουτάνε κάτω, όλο πιο κάτω ·
με τραχιές κραυγές κάθονται στο χώμα.

Κι αυτή είναι η εικόνα ενός πανέμορφου θαλασσαετού:

Πέταξε προς τα κάτω για ψάρια.
Λικνιστά γλίστρησε.
Παίζοντας, γυρνώντας το στήθος,
ξυρίζοντας τη θάλασσα.
Έρχεται απ’ τα ύψη
πολύ ψηλά.
Κει πέρα στον ύφαλο
αγγίζοντας με το στήθος τη θάλασσα.
Βουτώντας με το στήθος κατά κάτω…
Άσπρα πούπουλα πλέουν σαν καπνός.
Άλλο ένα φευγάτο πούπουλο πέφτει
Χνουδωτά πούπουλα πέφτουν
Στημένο στήθος,
κει πέρα στον ύφαλο,
κοφτά γλίστρησε πέρα.

Απόστολος Σπυράκης

*Από το Στίγμα Λόγου στο σύνδεσμο: https://mail.google.com/mail/u/0/#inbox/FMfcgxwChJnRdDKLmpBxhrtxRRqQpKDz

Λίνα Φυτιλή, Δύο ποιήματα

Σοφά λόγια

Όποιος κρατάει
το βουνό
έλεγε η μάνα μου

κρατάει τη χώρα

τα ίχνη της νύχτας
τον ήχο της παλιάς
καμπάνας
στην κοιλιά του

κι όλες εκείνες
τις τρελές σκιές
των προγόνων

που – έναν αιώνα
τώρα-

στοιχειώνουν
την κορυφογραμμή

***

Σπάνιο φως

Κι οι λάμπες κάποτε

θα αστράψουν 

από έρωτα

με χέρια σπλαχνικά
ενθυμούμενα

της μάνας μου 

το χάδι.

Βουνά και θάλασσες

αίφνης,

θα τα χάσουν

με τούτο τον εξαγνισμό

*Από τη συλλογή “Ισόβιο πρόσωπο”, Εκδόσεις Μελάνι 2018.

18

Μαρία Αγγελοπούλου, από την “Απουσιολόγο”

10
Στην ειδικότητα
κούραρα έναν ασθενή
μανιακό

Έγραφε ποιήματα
Για ‘μένα,
Σε άδεια πακέτα τσιγάρων,
Σε ‘μένα
Τα ‘δινε
Μόνο.

Πήρα πτυχίο
Και πήγα να τον αποχαιρετίσω.
Τον αγκάλιασα.
“Να σε φιλήσω;”
“Ναι”
“Στο στόμα, στο στόμα” φώναζαν οι τρόφιμοι.
“Όχι, δε σε φιλώ στο στόμα”.

Με φίλησε στο μέτωπο.

***

11.

Υπήρξε αναχωρητής.
Ως αθάνατος
βαρέθηκε τελειότητα
ως θνητός
κανονικοποιήθηκε με επιτυχία.

Θάνατος
μαδώντας τον,
καρφώνει αράχνες στα μάτια
αυτές που δαγκώνουν
γνέθουν, στις κόγχες τους, ιστό.

“Τυφλέ”
Φώναζαν οι φίλοι του.
“Τυφλέ,
οι άνδρες δεν κλαίνε”.

***

12.

Στο ενδιάμεσο του χρόνου της
ο χρόνος σταμάταγε
δίχως οίκτο, αθεμελίωτα.

Πάντα, φορούσε γυαλιά ηλίου
και πάντα -όταν τα έβγαζε-
έβλεπες τα μάτια της κόκκινα
μ’ ένα μαύρο τόξο κυκλικό
γύρω απ’ την κόρη.

* “Η απουσιολόγος”, εκδόσεις Θράκα, 2016.

Ηλέκτρα Λαζάρ, Στα προάστια

Εδώ το χώμα ασύρματος
Οι άνθρωποι μισές ζωές
Τα μεσημέρια οδύνη
Τα παγκάκια χώρες κλειστές
Τα πουλιά μαρμάρινα
Οι βελανιδιές νυκτόβιος τρόμος
Οι ίσκιοι παράθυρα
Οι γάτες αιώνια λύπη
Οι πιλοτές δαγκωματιές
Η δυστυχία καλλωπισμένη
Κι ο θάνατος θάνατος

*Από τη συλλογή “Άγια Νήπια”, εκδ. Άπαρσις 2019.

Χρήστος Μαρτίνης, από “το ξένο φως”

7.
ακίνητο το σώμα μου και προσημειωμένο τα χέρια μου
τα δάχτυλα σάρκες εις χείρας τρίτου η γλώσσα μου
τα μάτια μου τα νύχια μου το σπέρμα όλα καταχωρήθηκαν σε
χωριστή μερίδα τα δάκρυα ρυθμίστηκαν σε βάθος τριετίας η
γλώσσα μου στη Ζάκυνθο στον Έβρο το συκώτι οι πνεύμονες
τινάζονται στον ήλιο της Αθήνας το γέλιο μου τοκίστηκε
σε ωριαία βάση αιτήθηκα πρωτόκολλο κοινό για το κορμί
μου οι υπεύθυνοι αρνήθηκαν λόγω νομολογίας μού τόνισαν
κύριε το σύστημα δεν το υποστηρίζει τις εγκυκλίους μού
έφεραν μού έδειξαν αποφάσεις χίλια εκατό του έβδομου
κάθετος δυο χιλιάδες εικοσιπέντε είκοσι του ενενήντα πέντε
κι όσο στεκόμουν στην ουρά κομμένος σε κομμάτια έψαξαν
προσημείωσαν τα έντερα τη σπλήνα το αφρισμένο σάλιο μου
τις σηκωμένες τρίχες τακούνια χαρτοφύλακες πατήσαν στη
χολή μου σφράγισαν τις ανάσες μου με στρογγυλή σφραγίδα
και με αρχειοθέτησαν ως πράξη τελική

*“το ξένο φως”, εκδ. Υποκείμενο, 2017.

Αντώνης Μπουντούρης, Η χώρα μυρίζει θειάφι

Παραδοθήκαμε σε δανειστές και σε τουρίστες.
Θρυμματίζεται η ζωή το καλοκαίρι.
Οι παλιές δροσερές μας αυλές
γίναν στολιστικά για γάμους Ασιατών.

Φώλιασε και θέριεψε
ο ψεύτικός μας εαυτός.

Δε βρίσκουμε χρόνο ούτε για προσκύνημα
στα κοιμητήριά μας.

Τ΄αγιοκάντηλα στα ξωκκλήσια ανάβουν για
τις ανάγκες της φωτογράφισης.

Οι αψιές νησιώτικες φωνές
μοιάζουν όλες γυναικείες.

Στ΄απόφεγγο όλα δείχνουνε πιο μαύρα.

Κουρασμένα ματόφυλλα
Μάτια που δε βλέπουν.

Richard M. Berlin, Τι θυμάται ένας ψυχίατρος

Θυμάμαι τo σφυροκόπημα της βροχής
στην πράσινη αλουμινένια στέγη 1,
το φως που ’μπαινε απ’ έξω
ν’ αλλάζει χρώμα ανάλογα με τις ώρες των ραντεβού.

Θυμάμαι τ’ αρώματα και τον αγχωμένο ιδρώτα,
εκείνων που προτιμούσαν
τη μεγάλη δερμάτινη πολυθρόνα
κι εκείνων που κρύβονταν στην άκρη του καναπέ.

Θυμάμαι μαλλιά που αραίωναν,
πρόσωπα που πάχαιναν και άλλα που αδυνάτιζαν
σαν το σωρό του χιονιού που λιώνει στον ήλιο.

Θυμάμαι άδειους άνδρες
που καταβρόχθιζαν τις λέξεις μου
και άλλους που ήταν
πολύ σίγουροι για τον εαυτό τους.

Θυμάμαι χαμένες στη λήθη οικογένειες
που θα μπορούσα να τις περιγράψω
σαν να κοίταζα μια παλιά φωτογραφία,

πώς οι άνθρωποι εξασκούνταν
στις νέες φράσεις
όπως οι ηθοποιοί σε μια ξένη πόλη 2.

Ακόμα θυμάμαι, γυναίκες και άνδρες που καίγονταν
και άλλους που πάγωναν,
όλοι τους χρειάζονταν την παρηγοριά μου.

Θυμάμαι τα λόγια ενός άνδρα που με μαστίγωσαν
σαν τη ζώνη του πατέρα μου,
όταν ξέχασα μια συνεδρία μαζί του.

Τη μικρή μου αμνησία για τους εορτάζοντες,
που τους πλήγωνε πάρα πολύ
όταν αυτό συνέβαινε.

Θυμάμαι να κάθομαι σαν τους ασθενείς μου
όταν έληγε ο χρόνος, ολόκληρες ζωές
να χωράνε σε μια συνεδρία 50 λεπτών,

πως στις αμήχανες στιγμές μου έγερνα
πολύ πίσω στην κουνιστή μου πολυθρόνα
με το φόβο της πτώσης μου.

Σημειώσεις
1. Η στέγη του ιατρείου του ψυχιάτρου είναι κατασκευασμένη από πράσινο αλουμίνιο και η ακουστική της είναι σαν την ακουστική ενός τυμπάνου κατασκευασμένου από δέρμα ή συνθετικό υλικό. Άρα η βροχή όταν σφυροκοπάει τη στέγη πολλαπλασιάζεται ηχητικά εξαιτίας του υλικού της στέγης και επηρεάζει τα γεγονότα που εξελίσσονται στο γραφείο του ψυχιάτρου. Έτσι και δημιουργείται και η ανάλογη διάθεση στον ψυχίατρο-ποιητή να γράψει το ανάλογο ποίημα σε σχέση με το περιστατικό που αντιμετωπίζει. (προσωπική επικοινωνία).

2.Η παρομοίωση των ασθενών με τους ηθοποιούς ενός θιάσου που παίζουν για πρώτη φορά ένα νέο έργο, σ’ ένα άγνωστο τους θέατρο, σ’ ένα άγνωστό τους κοινό, σε μια άγνωστή τους πόλη, πού ακόμα και τις πρόβες του νέου έργου τις κάνουν στο άγνωστό τους θέατρο, αποκτά ιδιαίτερη συμβολική σημασία επειδή το ίδιο αμήχανο συναίσθημα με τους ηθοποιούς το νιώθουν και οι νέοι ασθενείς του ψυχιάτρου όταν αρχίζουν να του διηγούνται τις ιστορίες τους.

*Από το βιβλίο “Ακούσιος εραστής του θανάτου”, επιμέλεια – μετάφραση: Μίλτος Αρβανιτάκης, Θεσσαλονίκη 2018.

Γιώργος Δομιανός, από την “Πάσα Ανάσα”

ΕΙΣΟΔΟΣ
μη μιλάς· σταμάτα λίγο. έχεις ακούσει πώς αναπνεέει η
θάλασσα; έχεις πέσει μεσα σε γκρεμό ανθρώπου; το κόκκινο
έχεις καταφέρει να το μυρίσεις; σε έχει ερεθίσει θρήνος; έχει
πεταχτεί απογευματινός ήλιος μεσα από την τσάντα σου;
έχεις πρωτοφιληθεί σε κτελ; έχεις μαραζώσει γιατί μπαίνει η
άνοιξη; έχεις κλάψει χωρίς μάτια; εχεις παρακαλεσει τη σκιά
σου να σταματήσει να είναι τόσο γρήγορη; έχεις αλληλομισηθεί
με ποίημα; έχεις απαντήσει στις φωνές; τον θόρυβο, έχεις
προσπαθήσει να τον σφάξεις; τον θόρυβο, τον θόρυβο, τον
θόρυβο, τον θόρυβο

εγώ
που πριν ξαπλώσω

γεμάτος αποσπάσματα
θα κλείσω
το παράθυρο
να φυλακίσω
το μακέλεμα,
να γίνω τελετάρχης
του μνημοσύνου
του θαύματος

δε γνωρίζω ποιος είμαι

τέσσερις και είκοσι πέντε προ μεσημβρίας

*“Πάσα Ανάσα”, εκδ. Υποκείμενο, Δεκέμβριος 2016.

Neo_Hellene Poets an Anthology of Modern Greek Poetry 1750-2018

vequinox's avatarManolis

Poem by Vasilis Faitas//Ποίημα Βασίλη Φαϊτά

ΣΤΟ ΚΑΦΕ «ΕΝΤΡΟΠΙΑ»

Έξω απ’ το παράθυρό μου εκεί

στη φευγαλέα ζωή των προαστίων

κάποτε ένα παιδί έσωσε τον κόσμο

γύρισε την πλάτη του στο κενό

δείχνοντας το αστραπιαίο πέρασμα του μυστικού.

Στο καφέ «Εντροπία» συγκομιδή ψυχών

οι θαμώνες αφουγκράζονται ανήσυχοι κάτι αμετάκλητο

ένας μεταλλαγμένος άνεμος εισβάλλει στις αισθήσεις

διασπά το χρόνο σε μοναχικά συμβάντα

τις λέξεις σε τρομαγμένα πουλιά.

Ρέω σε θάλασσες σωσίες υδάτινους λαβύρινθους

κάθε άνοιξη είναι ένα αβέβαιο κρυπτόγραμμα

πού πάει όλη αυτή η θύελλα που με γέννησε

πού μεταναστεύει.

Αυτό που πέρασε αστράφτει απρόσιτο

ό,τι έρχεται ζει εδώ

ανάμεσα σε μας και τους παγετώνες.

CAFÉ ENTROPY

Just outside my window

in the fleeting life of the burbs

a boy saved the world once

turned his back to the void showing

the momentary passing of the secret

gathering of souls at the Café Entropy

listening to something unchangeable

mutated wind attacks…

View original post 72 more words