Γρηγόρης Σακαλής, Παρωδία

Δεν είναι μόνο τα λεφτά
δεν είναι μόνο η καλή ζωή
που σου βάζουν για δόλωμα
το σύστημα έχει χίλιους δυό
μηχανισμούς στα χέρια του
το σχολείο
την Εκκλησία
τα Πανεπιστήμια
τα ψυχιατρεία
τα media
για να αναπαράγει
το λόγο του
που κυριαρχεί παντού
στα βιβλία
τις εφημερίδες
τα περιοδικά
σου φυτεύει στο μυαλό
ιδέες
που ύστερα από καιρό
νομίζεις ότι είναι δικές σου
μα δεν είναι
νομίζεις ότι έχεις
τις αξίες σου
μα είναι οι δικές τους αξίες
η ιδεολογία σου
είναι συρραφή ιδεών
από σκονισμένα βιβλία
τα συναισθήματά σου
περνούν από φίλτρα
και ό,τι μείνει
αποτελεί το δικό σου
συναισθηματικό κόσμο.

Ρογήρος Δέξτερ, Μέρα Γιορτής Ή Χάνοντας από τη Σφίγγα στα αινίγματα

Δε θυμάμαι να με χτύπησε ποτέ του
Και τις λίγες φορές που το θέλησε
Μπήκε στη μέση η μάνα
Σα γάτα που βγάζει νύχια
Μπροστά σ’ ένα άγριο σκυλί• τον θυμάμαι
Μόνο να κουνά το δάχτυλο
Σα θυμωμένος ιεροδικαστής
Έτοιμος να με ρίξει
Απ’ το ψηλό του έδρανο
Για ένα τίποτα στη φωτιά • και όλα αυτά
Μέχρι που έφυγα μακριά
Και ξαφνικά μαθαίνω ότι αρρώστησε
Και ύστερα ο θάνατος τον κάλεσε κοντά του •
Ελπίζω να έχει βρει
Σ’ εκείνα τα φωτεινά μέρη τη γαλήνη
Όπου οι ψυχές μαζεμένες
Συζητούν
Με το βλέμμα και τις σκέψεις
Ανάλαφρα θέματα •
Γιατί πρόσφατα ανοίξαμε τον τάφο
Για να κοιμίσουμε τον αδερφό του
Και ο πατέρας μου δεν είχε λιώσει ακόμη.
Μακάρι να ήταν έτσι
Με όσα τρυπώνουν και τρυπούν τα σπλάχνα
Όπως ο φθόνος, η μνησικακία, ο θυμός
Όλα να έλιωναν μαζί με τις μνήμες
Που με ξανάφεραν πίσω εδώ
Ανάμεσα στα δόντια τού όχλου
Ανάμεσα σε τόσα συγκρουόμενα αισθήματα.
Ωστόσο
Με τέτοιους μακαρισμούς και ευχολόγια
Κανείς ποτέ δεν γκρέμισε
Τα τέρατα στα τάρταρα •
Σκέφτηκα σήμερα
Που θα γιόρταζε αν ζούσε
Υψώνοντας ποτήρια στην αιωνιότητα.

16.6.2019

Χρίστος Κασσιανής, Ξανά, με τον άνεμο

Να φύγεις με τον άνεμο”, λέει το παραμύθι
Να επιστρέψεις μαζί του
να αιωρηθείς στο κενό
στις πρώτες σταγόνες της βροχής
να ξεχαστείς και να χορέψεις

Κλείνουν οι πόρτες, οι δρόμοι φθάνουν σ’αδιέξοδα
στην κραυγή του ακήρυκτου πολέμου
που ξαφνικά φουντώνει
ενώ οι δρόμοι κλείνουν κι οι πόρτες βγάζουν σ’ αδιέξοδα

Τις μύριες τόσες φοβίες και δειλίες τραβάς πρόθυμα
εσένα να βαρύνουν
και να, στου χρόνου τη στροφή
σε προλαβαίνει η κούραση,
φίλη στριμμένη, παλαβιάρα,βαρετή
να σου θυμίσει πως αύριο κιόλας το πρωί
το δρόμο συνεχίζεις
μέχρι να φθάσεις στην πόρτα
που ανοίγει σ’ ένα δρόμο που φθάνει σ’αδιέξοδο
όπου βλέπει κανείς μια ζωγραφισμένη πόρτα
ή άραγε δρόμοι και πόρτες
μας συνήθισαν σε υποδείξεις
που δεν ανοίγουν περάσματα;

Κλείνουν οι πόρτες, οι δρόμοι φθάνουν σ’ αδιέξοδα
ο χρόνος σιγοσφυρίζει το παλιό θλιμμένο ήχο
της εγκατάλειψης
και στην στροφή του χάνεσαι
μέσα στο άδειο του κενού
ενώ οι δρόμοι κλείνουν κι οι πόρτες
βγάζουν σ’ αδιέξοδα

Προχωρείς στην απουσία των αισθήσεων

Ό,τι απόμεινε οι θύμησες
θυμάσαι;
θυμάσαι, επαναφέρεις, νοσταλγείς
τις μικρές συχνές πικρίες που πνίγηκαν στη σκόνη
που σήκωσαν ποδοβολητά και καλπασμοί
χαιρέκακοι αποχαιρετισμοί
και μνήμες που δεν σβήνουν
πληγές που αργούνε να κλείσουν

Έξω, μακριά από
το γνώριμο και το οικείο
στην περιπλάνηση σε χώρους
που χωρούν ελευθερία
με τον άνεμο ξανά

Απρίλιος 1994

Ιάσωνας Σταυράκης, Από τα “Μηδέν Γραμμάρια”

Τυχαία γνωριμία

Γνώρισα τελικά τον άγνωστο
ποιητή…
Δεν είχε θέση ανάμεσα
σε αγάλματα…
Ούτε ποιήματα
δεν είχε γράψει…

Σίσυφος

Δεν είμαι ξένος εδώ…
Βλέπεις εκείνη
την κηλίδα ψέματος
που ανθίζει
μια φορά τον αιώνα
στην καρδιά της στέπας;
Βλέπεις στα μάτια
του ελέφαντα
το χάρτη
του πεπρωμένου;
Βλέπεις το Κιλιμάντζαρο
που τρίβει τους αγκώνες
και στο σκοτάδι μου φωνάζει…
Σίσυφε,
Δε με θυμάσαι;

Fuga

Δεν υπάρχει εμβόλιο για τη φυγή,
ακριβέ μου…

Χωρίς παραλήπτη

Δε χρειάζομαι άλλα μηνύματα…
Έβαλα στην τσέπη το τελευταίο κονσερβοκούτι
που λήστεψα απ’ το ναό της ελπίδας…
Ξεκίνησα μυστικό διάλογο με τα φρούτα
που τόσο εύκολα φθείρονται…
Δεν έλαβα απαντήσεις…
Ούτε απ’ τους ανθρώπους απαντήσεις έλαβα…
Το σύμπαν με ξεγέλασε…
Στεγνώνω σαν χταπόδια
ένα ένα στον ήλιο
τα πτώματα των φίλων μου…
Χαμηλώνω τα μάτια
και με χνώτα ζεσταίνω
την σακοράφα
προτού ράψω
το στόμα μου
για πάντα…
Πόσες ψυχές θα κουβαλήσω;
Για πόσες ψυχές θα κλάψω ακόμη θεέ μου;
Για πόσους φόνους
θα αντέξω να τραγουδήσω;
Πόσα κέρματα θα σπείρω κάτω
απ’ το παγωμένο βλέμμα
του λευκού;
Δεν θα λάβω απάντηση καμιά,
μα ούτε θα σε ξαναρωτήσω,
ακριβέ μου…

Ειδωλολάτρης

Είμαι ο αρχιερέας των παγανιστών
που λάτρεψαν το κορμί σου…

Μήτρα

Η μάνα της τέχνης
είναι η παύση…

Το χρέος

Να σου συστήσω τον κόσμο
όπως τον έχω γνωρίσει…
Αυτό ήταν το χρέος μου…
Ούτε κι εγώ ποτέ κατάλαβα γιατί…

Άνθρωποι και πόλεις

Πάφος…
Πεκίνο…
Μπουένος Άιρες…
Αθήνα…
Βερακρούς, Νάπολι, Σαο Πάολο
Αβάνα, Ναϊρόμπι…
Όλες οι πόλεις του κόσμου είναι ίδιες…
Κι άνθρωποι μονάχα στα ονόματα
διαφέρουν…

Άκουσα την σενιόρα Ροντρίγκες
να κλαίει για το δεύτερό της γιο
που ήταν κάπως τρελαμένος…

Ξημέρωσε μάνα σκέφτηκα…

Οι άνθρωποι
μονάχα στα ονόματα
διαφέρουν…

ΙΙ

Όπως κι αν έρθει η ζωή
θα της δώσω το σχήμα μου…

Κυνήγι

Πώς να κυνηγήσει κανείς
άγριες λέξεις
σχεδόν σαρκοφάγες
που φυτρώνουν δίπλα
απ’ το βλέμμα του λύκου
και των πνευμάτων
τους βρυχηθμούς;

Τρομοκράτης

Σταμάτησα να φοβάμαι
τις εικονικές εκτελέσεις…
Η πραγματικότητα ήταν
πως πάντα έτρεμες
να με πυροβολήσεις…

Πλεκτάνη

Στα έγκατα του ανθρώπου
βρίσκεται λένε ο θεός…
Το παράδοξο είναι πως
όταν κανείς αγαπήσει
τόσο πολύ τον εαυτό του
δεν ονομάζεται πιστός
αλλά Νάρκισσος…

Τοτέμ

Στην έρημο της ψυχής
υπάρχει ένα τοτέμ
κτισμένο από τύψεις…

Οι μορφές που θα δεις σκαλισμένες
θυμίζουν πνεύματα γερασμένα
που ξαποσταίνουν στη σάρκα
της πέτρας…
Οι προσευχές που θ’ ακούσεις
ξελογιάζουν της ικεσίας το τέρας
κι ανασταίνουν τσακάλια
που ξεσκίζουν
τον ανθρώπινο φόβο
και μετατρέπουν
το βλέμμα του τρομαγμένου
σε ψυχή αετού…

ΙΙΙ
Τα όνειρα
είναι κβαντικά
αποστάγματα…

Θυμάμαι

Υπάρχει ένας μαύρος θεός
κι ένας λευκός διάβολος…
Τους είδα…
Τους θυμάμαι μέσα στα μάτια σου…

Η καταδίκη

Έχετε ποτέ καταδικαστεί;
Χιλιάδες φορές, κυρία μου…
Τις περισσότερες από τύψεις…
Κύριε, εννοώ αν έχετε καταδικαστεί ποτέ από το κράτος.
Ναι, χιλιάδες φορές, κυρία μου…
Κουβαλώ στον αυχένα
τα σύνδρομα της γενιάς μου…
Κύριε…
Έχετε πάει φυλακή;
Χιλιάδες φορές,
αλλά κανείς δεν είδε τα χαρτιά μου…
Μάλιστα, θυμάμαι κι ένα κακό σκυλί
να γυροφέρνει στο κρανίο μου
ν’ ακούω τα γαβγίσματά του
και να μην μπορώ να μιλήσω…
Να μην μπορώ να σκεφτώ
και να βλέπω τα δάκρυα μου να κυλούν
κάθε που τον έπιανε η λύσσα…
Μην με ρωτάτε λοιπόν αν έχω καταδικαστεί…
Μην με ρωτάτε τίποτα πια…
Θέλω μονάχα μια υπογραφή και θα φύγω…
Θέλω μονάχα μια υπογραφή και δεν θα ξανάρθω στον ύπνο σας…
Θέλω μονάχα μια υπογραφή για να θυμάμαι πως υπήρξα…
Όπως συμβαίνει στην αρχή κάθε ζωής
και στην αρχή κάθε θανάτου…

“Ηλεκτρογραφία” του Ζ.Δ.Αϊναλή

Η ποίηση του Ζ. Δ. Αϊναλή είναι μια ηλεκτρική εκκένωση που αιωρείται πάνω από τον νυχτερινό ουρανό και φωτίζει για μια στιγμή το αποτύπωμα που άφησαν τα πράγματα και τα γεγονότα στο πέρασμά τους στο χρόνο.

Ο χρόνος κάμπτεται, αποκτά χρώμα, σχήμα, μπορείς να τον λυγίσεις όπως τον συνδετήρα, για να παραβιάσεις μυστικά φυλαγμένα σε κλειδωμένα σεντούκια, μπορείς να τον ανακρίνεις για να μάθεις τα μυστικά του. Ο χρόνος έχει σχήμα/ μπορείς να τον πιάσεις/ να τον λυγίσεις/ συνδετήρας/ να τον ισιώσεις να προσπαθήσεις να ξεκλειδώσεις/ σπίτια ξένα σεντούκια/ ημερολόγια εφηβικά κοριτσιών/ αδημονούσες τα μυστικά τους/… έχει σχήμα/ πότε πυραμίδα πότε παγόδα κάποτε ζιγκουράτ/ πρέπει να τον συλλάβεις/ να ξεράσει τα μυστικά του/…

…πώς πότε ποιος/ ο χρόνος είπε/ ειν’ ο καλύτερος γιατρός/ έχει σχήμα/ νυστέρι βυθίζει άπληστα/ σ΄ όλες τις σάρκες/ αίμα και άλλο αίμα και άλλο αίμα…

Ο ποιητής περιγράφει, μέσα από θραύσματα στιγμών, ένα παρόν χαλκευμένο που μέσα του η ύπαρξη εξεγείρεται και ασφυκτιά με όσα συμβαίνουν στον κόσμο· τη διαχρονικότητα του πολέμου, την ωμή βία, την κρίση των ανθρώπινων αξιών, τα συρματοπλέγματα μεταξύ των ανθρώπων. Μέσα από το προσωπικό του βίωμα, περιγράφει την υπαρξιακή αγωνία τού ανθρώπου μπροστά στη μοναξιά και το θάνατο, αλλά και ένα άλλο είδος φθοράς που πηγάζει από την πραγματικότητα, ένα είδος απόσυρσης από τα μεγάλα όνειρα. Την αίσθηση μιας αδράνειας που προκύπτει από την αδυναμία του ανθρώπου να επηρεάσει τη ζωή του μέσα σε ένα κοινωνικό σύστημα που παραλύει την πρωτοβουλία και μουδιάζει τη σκέψη. Ό,τι είναι αληθινό και έχει αξία για τον άνθρωπο μοιάζει να έχει αντικατασταθεί με κάτι ψεύτικο που δίνει την ψευδαίσθηση της ευδαιμονίας.

Σαν κλείσω τα μάτια/ δαιμονισμένα χοροπηδούν κβάντα/ σαν τ’ ανοίξεις/ το κεφάλι μου σ’ ενυδρείο/ περικεφαλαία σκαφάνδρου/ χρυσόψαρα μ’ απορία/ βόσκουν στις ρίζες του/ ψεύτικα φαγιά που τους πετούν οι αφέντες/ γελούν και δείχνουν/ με τα ψόφια τους δάχτυλα/ γυάλινα κι άδεια/ τα νεκρά μου μάτια/ πισ’ απ’ τα ψάρια/ σκοτάδι.

Ο χρόνος λιμνάζει, η επιθυμία και η λαχτάρα για ό,τι αξίζει και δίνει αξία στον άνθρωπο διαχέεται στην ποίηση του Αϊναλή. Ο πόνος της στέρησης από μια ζωή αληθινή αιωρείται σαν ομίχλη πάνω από τις λέξεις, μάταια προσπαθεί να εξηγηθεί από τους νόμους της φυσικής και της χημείας.

Ο θείος έρωτας, εκείνος που τόσο έχουν υμνήσει οι υπερρεαλιστές, η κινητήριος δύναμη για να αλλάξει τον κόσμο, δεν υπάρχει πια, έχει καταντήσει προϊόν συναλλαγής.

Μια γυναικεία μορφή επιπλέει εγκλωβισμένη σε μια γυάλα και μοιάζει να είναι σε κατάσταση προχωρημένης μετάλλαξης, …φύκια φυτρώνουν ανάμεσα στα πόδια της, λικνιζόμενα στο ρυθμό των ρευμάτων, ένα σκυλόψαρο είναι κρεμασμένο με τα δόντια από τα χείλη της, ολόγυρα ψεύτικα βράχια, φυτά. Από πάνω της αργά βυθίζονται αμέτρητ’ αγκίστρια τορπιλισμένα. Όλοι ζητούν από ένα κομμάτι της…

Ο χρόνος γίνεται ένα ατέρμονο παρόν, μέσα του επιπλέουν θραύσματα αναμνήσεων, ερείπια άλλων εποχών. Η πνευματική κληρονομιά του ανθρώπου ψυχορραγεί μέσα στο μετανεωτερικό τοπίο.

Τα ποιήματα γίνονται ηλεκτρογραφίες της κατάστασης του ανθρώπου στη σημερινή εποχή. Ρίχνουν για μια φασματική στιγμή τον προβολέα τους στο κλειστοφοβικό δωμάτιο, όπου η αγωνία του ανθρώπου μεγεθύνεται από το σκοτάδι της νύχτας: Ξένα τα πιο δικά μας στο σκοτάδι./ Η πράσινη πολυθρόνα με τ’ άσπρα μπράτσα μεταμορφώνεται σε ηλεκτρική καρέκλα/ ο καλόγερος με τα σπασμένα άκρα δήμιος και τοποθετεί ηλεκτρικά καλώδια στο κρανίο σου/….

Στα κατεστραμμένα τοπία μιας βομβαρδισμένης πόλης, που θυμίζει τόσο σε περιγραφή την Γκουέρνικα του Πικάσο … δεν τολμάς να κοιτάξεις σε τρομάζουν τα κομμένα πόδια που/ εξέχουν άνθη σε μακάβριο ανθοδοχείο/ σταχτοδοχείο η πολιτεία απέραντο κατεσπαρμένο με πτώματα/ βίαια σβησμένα διαμελισμένα κεφάλια αλόγων ταύρων μινωταύρων/ –ο μίτος της Αριάδνης απ’ την αρχή μια απάτη,/ ―ποτέ δεν τον πίστεψες―/ μια κίτρινη άρρωστη βροχή ξεπλένει τώρα το αίμα.

H ποίησή του, αν και γραμμένη σε πρώτο ενικό, είναι πολυφωνική, δεν είναι πάντα ο ποιητής που μιλάει… Συχνά ακούς να παίρνει το λόγο η φωνή ενός αγάλματος, που στην ουσία είναι αλληγορία για τον άνθρωπο που αισθάνεται άδειος και ανήμπορος να επέμβει και να επηρεάσει τις καταστάσεις.

…Πού θα σταματήσει σκέφτομαι ετούτος ο θάνατος/ ετούτος ο τρόμος/ τι άλλο απομένει να κάνεις/ άμα ο νεκρός τίποτα πια δεν κοστίζει/ στις διεθνείς χρηματαγορές/ λένε/ έπεσε στα δέκα λεπτά το κεφάλι/ κι εγώ κάθομαι με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια/ άχρηστο άπρακτος/…

Στο ποίημα «Εγκαλούμενοι», η πορεία των ανθρώπων στην έρημο λειτουργεί όχι μόνο σαν αλληγορία για τον σημερινό άνθρωπο που βιώνει την καθημερινότητά του σαν μια συνεχή έρημο, αλλά και σαν περιγραφή των δεινών των προσφύγων που φεύγουν από τις εμπόλεμες περιοχές της πατρίδας τους και περιπλανώνται, προς αναζήτηση καλύτερης τύχης. Θυμίζει συνειρμικά την περιπλάνηση των Ισραηλιτών στην έρημο του Σινά.

Το ποίημα «Επικήδειος» αναφέρεται στην άδικη εκτέλεση, εν ψυχρώ από την αστυνομία των Η.Π.Α. ενός νεαρού άνδρα που απλώς πήγαινε στη δουλειά του και βρέθηκε σε λάθος σημείο τη λάθος ώρα, ήταν ο Jean Charles de Menezes. Ο ποιητής σκιαγραφεί το ψυχολογικό προφίλ του εκτελεστή, που παρουσιάζει σαν τη μοντέρνα εκδοχή του δημίου μιας άλλης εποχής, θέλοντας να δείξει ότι έχει ακόμα τη θέση του στα πλαίσια ενός κράτους που δηλώνει δημοκρατικό και ευνομούμενο. …Φρίκη είναι η πεταλούδα που πληγώνει/ το μικρό διάστημα/ στο κενό της αστραπής/ ξεθωριασμένη δαγκεροτυπία/ δαγκώνει τα χείλη να μην ουρλιάξει/ στον τοίχο καρφωμένο καρφώνει/ το μάτι με πελώριες πρόκες / ο βασανιστής/ χτυπά το σφυρί δίχως αισθήματα/ παίρνοντας τον ρόλο του κάπως πολύ στα σοβαρά/ το αίμα το χυμένο/ τι να το κάνω/ βούτηξε μέσα τους σπασμένους εγκεφάλους/…

Στο σύνολό της, η ποίηση του Ζ. Δ. Αίναλή έχει ένα συνεχές déjà vu, μια διαρκή ανάμειξη του παρόντος με την ιστορία. Αυτό διαφαίνεται και από την ποιητική του γλώσσα, η οποία εντάσσει με άνεση και δεξιοτεχνία τα αρχαία ελληνικά στη γλώσσα της καθημερινότητας. Αντανακλά τη διάθεση και την ικανότητα του ποιητή να συνδιαλέγεται με την ιστορία και να αντλεί από εκεί συνειρμούς και εικόνες που αντικατοπτρίζουν και κάποτε ερμηνεύουν το σήμερα. Ο ποιητής ψάχνει στο παρελθόν να βρει απαντήσεις για τα δεινά του παρόντος και κάθε φορά σκοντάφτει πάνω στη διαχρονική δίψα του ανθρώπου για χρήμα και εξουσία. Στην ποίησή του οι χρόνοι συγχέονται για να αναμοχλεύσουν το παρελθόν που κρύβεται πίσω από τα καθημερινά συμβάντα. Άλλοτε πάλι, αποδομεί τους μύθους. Όπως στο ποίημα «Εν Βηθλεέμ»… Εδώ οι τρεις μάγοι μετατρέπονται στους εκπροσώπους των ιερατείων που προέβλεψαν τη δυναμική της νέας θρησκείας και μετέτρεψαν το δίδαγμα της αγάπης σε σύμβολο για την επιβολή της κυριαρχίας τους ανά τον κόσμο.

Η εξαγορά στάθηκε άμεσως/ τα χρυσία πάντως όσο να’ ναι στραφτάλιζαν/ κάπως παράταιρα πεταμένα έτσι/ στην κοπριά…
«Κούσκο, Περού, 1572 μ.Χ. ή Η Μελαγχολία της Αντίστασης», είναι ο τίτλος του ποιήματος που έγραψε ο ποιητής για να τιμήσει το θάνατο ενός φίλου, θεωρώντας τον σημάδι τέλους μιας εποχής. Η ημερομηνία σηματοδοτεί το τέλος του πολιτισμού των Ίνκας, από τους Ισπανούς κατακτητές, όταν τους απαγόρευσαν το δικαίωμα να ασκούν τη δική τους θρησκεία και γκρέμισαν τους ναούς τους, κτίζοντας στη θέση τους εκκλησίες.

Ο ποιητής αμφισβητεί τους νόμους της συμβατικής φυσικής, όπως διδάσκεται στις μαθητικές αίθουσες και παλεύει να βρει τη δύναμη αντιστάσεως μιας λυχνίας καμένης. …σπρώχνω το φως/ από πόλο σε πόλο/ μετρώντας τις μικρές κίτρινες δυνατότητες/ άπειρες/ κι όχι κατά πως παπαγάλιζαν καθηγητές ελέφαντες/ σ’αίθουσες μαθητικές διδασκαλίας ειδεχθείς/…

Στην ποίηση του Ζ. Δ. Αϊναλή το παρελθόν επηρεάζεται από το παρόν που αλλάζει τις ιστορίες των μύθων. Οι ήρωες τους έρχονται στις ακτές του παρόντος για να πεθάνουν. Όπως ο Οδυσσέας που τον βρίσκουμε μετά από μάταιους αγώνες και την προδοσία των συντρόφων του φυλακισμένο σε κάποια μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων/… να κοιτάζει τα αυτοκίνητα/ κόκκινα κίτρινα φώτα περαστικά/ απ΄το παράθυρο/ κρύπτη/ σκοτεινή εσοχή/ πεθαμένα πορτρέτα στη σειρά/ πανάρχαια περικλεών τεκόντων βλοσυρά/… έξω/ ο δρόμος/ κειτόταν ακίνητος/ σκοτωμένος/.

Ο μονόλογος του Τηλέμαχου στο αντίστοιχο ποίημα, δείχνει ότι απέτυχε στην προσπάθειά του να βρει συμμάχους για να βοηθήσει τον Οδυσσέα να επανέλθει στην εξουσία. …Τις παλάμες μου κόψανε λάφυρα στον άλλο πόλεμο/ λαθροκυνηγοί/ ό,τι περίσσεψε το χώρεσαν σε σκουριασμένους χαλκάδες/ γι’ αυτό και τώρα βλέπεις να κρατώ με τα δόντια το καλαμάρι με τη γλώσσα να βάφω/ τη σελίδα κατάστικτη/ σταγόνες το αίμα μου…

Ο μονόλογος της Πηνελόπης φανερώνει ότι ο Οδυσσέας ποτέ δεν επέστρεψε στην Ιθάκη.
Το πρόσωπο του ανθρώπου έτσι που το κατάντησαν γέμισε ρήγματα/ έτσι βρεμένος/ τα μετράς στον καθρέφτη/ υπόμνηση ματαιωμένων υποσχέσεων ευτυχίας/…

Ο ποιητής ταυτίζεται με τον Τηλέμαχο του αρχαίου μύθου, εκείνον που ταξίδεψε προς αναζήτηση συμμάχων για να επαναφέρει τη συμβολική τάξη και τη δικαιοσύνη στην Ιθάκη και να δώσει τέλος στη νύχτα των μνηστήρων.

Ο ποιητής αποδεικνύει όντως ότι ο χρόνος είναι νυστέρι, που βυθίζεται άπληστα σε όλες τις σάρκες προκαλώντας αίμα και άλλο αίμα…, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στο ποίημα του, «Ο χρόνος». Ωστόσο ο χρόνος δεν παύει να είναι και ο καλύτερος γιατρός γιατί καθαρίζει την πληγή ώστε να μπορέσει να επουλωθεί, έστω κι αν αφήσει σημάδια.Το ίδιο κάνει και η γραφή του ποιητή, η οποία βυθίζει βαθιά το νυστέρι της και ανατέμνει το χρόνο, για να βρει τις αιτίες της σημερινής κατάστασης των πραγμάτων. Παρόλα αυτά η γραφή του δεν κάνει τίποτε άλλο από το να συντείνει στην επαναμάγευση του κόσμου, στην επιθυμία για αναζήτηση της αληθινής ζωής και αυθεντικών συναισθημάτων, στην αναζωπύρωση της ελπίδας για δικαιοσύνη στο κόσμο, γιατί όπως γράφει ο ποιητής στο ποίημα του «Εγκαλούμενοι», νιώθουμε …πρώτη φορά να βαραίνει στους ώμους μας έτσι αβάστακτα η ευθύνη…
Κατερίνα Τσιτσεκλή 

In terra Pontica

Κι όμως δεν πέθανα
εκτοπίστηκα στο βάθος της πιο μικρής σχισμής
στον πιο απρόσμενο από τους τοίχους του σπιτιού μου
από κει στέλνω στη Ρώμη επιστολές γεμάτες παράπονα
τους Καίσαρες κωλογλείφοντας
τις νύχτες κρυφά
διασχίζοντας χίλιους κινδύνους
η μάνα μου
μουσκεμένη σύγκορμη στον Αχέροντα
μου’ φερνε
ένα χέρι χαρακωμένο απ΄τα συρματοπλέγματα
τα τσιγάρα πακέτα
μολονότι δεν κάπνισα ποτές μου
εγώ
τι να κάνω
τα’παιρνα από συμπόνια
για όλη αυτή την άχρηστη αυτοθυσία
το πρωί τα μοίραζα στους πελεκάνους
σε κείνα τα μεγάλα σα σπηλιές στόματά τους
απόθεσα όλα μου τα υπάρχοντα
τα μεταφέρουν μυστικά
πετώντας άσκοπα
πάνω από ανύπαρκτες θάλασσες
και ήλιους καμένους
όσο για τον υπόλοιπο χρόνο
αποκλεισμένος στο νησί μου
προσμένοντας τη θριαμβευτική τους επάνοδο
σκοτώνω την ώρα μου
εκτοξεύοντας
με συνετήν διαχείρισιν κι οικονομία
κόκκους άμμου
στο περιβάλλον
συρματόπλεγμα
για δυνητικές ελέγχοντας
μελλοντικά
ηλεκτροπληξίες.

*Αναδημοσίευση από το Στίγμα Λογου στο http://stigmalogou.blogspot.com/2019/06/blog-post_12.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+blogspot%2FJkQng+%28στίγμαΛόγου%29

Jorge Palma, Μάρκες / Marcas / Brands

Μάρκες

Θα πρέπει να λυγίζεις τα γόνατά σου
μπροστά από την ερήμωση.
Μην βλάψεις τα οστά σου
την Αυγή;

Δεν έχουν ακόμη βάλει μάρκες
στο δέρμα σου,
αλλά στα σύνορα
της ψευδαίσθησης
τα σκυλιά ουρλιάζουν
από το σπίτι σου.

Δεν υπάρχει πιθανός ουρανός
πριν από μια τέτοια απόφαση.

***

Marcas

Deberias doblar tus rodillas

frente a la desolación.

¿No te duelen los huesos

al amanecer?

Todavía no han puesto marcas

en tu piel,

pero en las fronteras

de la ilusión

ya aullan los perros

de tu casa.

No hay cielo posible

ante tamaña decisión.

***

Brands

You should bend your knees
In front of the desolation.
Don’t hurt your bones
At Dawn?

They haven’t put brands yet
In your skin,
But at the borders
From the illusion
The dogs are howling
From your house.

There is no sky possible
Before such a decision.

*Ελληνική απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Σωτήρης Λυκουργιώτης, 16 Χαϊκού

κρύο πρωινό
ο ήλιος ανατέλλει
πίσω από τα μάτια
*
αιγαίου το φως
ο κόσμος που πνίγεται
για μια ελπίδα
*
φωτιά που ανάβει
σε ψυχρό παγετώνα
είναι η ελπίδα
*
ζωή που γεννά
ολόκληρο το σύμπαν
σε ένα σημείο
*
έρως της νύχτας
ένα κορίτσι γελά
μέσ’ απ’ τα χείλη
*
ζεστή μου πηγή
ποτέ δε θα μπορέσω
να ζήσω μακριά
*
μήτρα που ρέει
το υγρό της ποτάμι
γίνεται φως
*
ναυάγιο φως
στη θάλασσα που πλέει
η ιστορία

άραγε μπορώ
να χωρέσω τον κόσμο
σε δυο σταγόνες;
*
τρανέ ουρανέ
των βουνών οι κορυφές
δε θα σ’ αγγίξουν
*
δίνη του κόσμου
στο ζεστό σου ταξίδι
πάρε μας όλους
*
πώς να μαζέψω
τον ανθρώπινο πόνο
σε ένα δοχείο;
*
ίχνος στην πέτρα
μουσική της πλημμύρας
είν’ ο λυγμός μου
*
βάρκα στη λίμνη
λυμένη από κάβους
ειν’ η ζωή μου
*
λευκή ομίχλη
η θάλασσα δε μπορεί
να τη σηκώσει
*
καρποί του δένδρου
ο δειλινός ουρανός
πόσο σας μοιάζει

*Από τη συλλογή “Ιερουργία της Άνιξης”, εκδόσεις Κουρσάλ.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Η σκηνογραφία του πάθους

Δυό κονσέρβες
μια μπύρα
και τρεις φέτες ψωμί
όλη η περιουσία
αλλά η καρδιά θέλει
άλλη τροφή

Ο οίστρος ανάχωμα
στην αναλγησία
μια γροθιά στο
σάπιο στομάχι
μια μούντζα στην
υστεροφημία

Τίποτε δεν είναι αληθινό
λένε ότι τα πάντα ρει
η σκηνογραφία του πάθους
παίζει ξυλίκι με τις αδημονίες

Γιάννης Λειβαδάς: Η σύγχρονη ποίηση – Υποβάλλοντας προηγούμενα συναγόμενα σε δεύτερη έκθεση

Raha Raissnia, Animism (μελάνι σε φιλμ προβολής, 2013)

Η ποίηση αποτελεί εγχείρημα δημιουργίας μιας περιεχομενικής υπόστασης. Το γεγονός πως πρόκειται για εγχείρημα δημιουργίας και όχι για διακήρυξη ή έκφραση σημαίνει πως για να μετατραπεί το εγχείρημα σε καταπίστευμα αποκτά μιαν αλλότητα: η υπόσταση του ποιήματος αποκτά ανάκλαση.
Ο σύγχρονος ποιητής εργάζεται σε σύνολα δυναμικών ιδιοτήτων οι οποίες καθορίζουν όσα μας αφορούν δίχως όμως να είναι προσαρμοσμένες σε όσα μας αφορούν. Προσαρμοσμένες υπήρξαν έως το σημείο όπου η ποίηση δεν ήταν σύγχρονη, ήταν άλλη. Προτού ο σύγχρονος ποιητής γνωρίσει, από πρώτο χέρι, πως όσο βαθιά είναι η προσαρμογή τόσο βαθιά είναι η υποταγή, τόσο πιο βαθιά είναι η ψευδότητα. Ο σύγχρονος ποιητής με την ποίησή του δεν περιγράφει απολύτως τίποτα και δεν αναφέρεται σε τίποτα, το οποίο εκκινεί από τη μνήμη, τη χρονικότητα ή τον λογικό συγκριτισμό, μα, αντιθέτως, εκκινεί από το άδειασμά τους – η σύγχρονη ποίηση αδειάζει τις προδιαγραφές και τα, λεγόμενα, θεμελιώματα, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα ως εκκενωτήρα.

Διαπιστώνει λοιπόν κανείς, εφόσον τολμά να αποδεχθεί αυτή τη διαπίστωση, πως η σύγχρονη ποίηση διαφέρει από κάθε άλλη ποίηση με τον τρόπο σχεδόν που διαφέρει από την «ποίηση»∙ είναι διαφορετική επειδή η διαφορά αυτή δεν εμπίπτει.

Η κατάσταση ποίησης, δεν είναι κατάσταση ατομική ούτε συλλογική. Πρόκειται για μια υπαρκτική ανανέωση που αναγνωρίζεται από την περάτωση της εξάντλησής της, κατά την οποία καταργούνται οι επαναθεσμοθετήσεις προγενέστερων δημιουργιών ή δημιουργικών τάσεων: τίποτα δεν μετατρέπεται σε κανονιστική αξία, τίποτα δεν αποδίδεται σε πλαίσια «κοινωνικής» δράσης. Το αντίθετό της, η προσπάθεια δηλαδή ενός περάσματος από την επικοινωνιακή αμεσότητα στην επικοινωνιακή εμμεσότητα, είτε το αντίστροφο, αποτελείται από ακολουθίες τελειωμένων επαναθεσμοθετήσεων κατά τις οποίες οι κανονιστικές αξίες χρησιμοποιούνται ως προστατευτικές δυνάμεις ενάντια στις συντριβές και τις ερειπώσεις που η ποίηση προκαλεί. Είναι τώρα πια καταδεδειγμένο πως τα στηρίγματα της «σταθερής ποίησης» και της κουλτούρας που προέκυψε απ’ αυτή, υπήρξαν ευεπίφορα στην αποφυγή και τη νοσηρότητα.

Για να οριστεί στο ποίημα ένα νέο δεδομένο, το ποίημα αποκτά πρώτα ένα χάσμα γι’ αυτό, το οποίο μπορεί κανείς να υποστηρίξει πως φέρνει στο κέντρισμα μιας εσωτερικής ανοικειότητας: το ποίημα αναθέτει έναν ζημιωτικό διαλογισμό. Το ποίημα εισάγει μία ρήξη αληθινή, απρόσμενη, με όρους ύπαρξης. Αναβλύζει μία προέκταση ταυτότητας η οποία αντιπροσωπεύει και εκφράζει εκείνο που απουσίαζε έως το ανάβλυσμά της, και η οποία υπονομεύει ακόμη πιο σθεναρά την ταυτότητα της οποίας αποτελεί προέκταση. Η ταυτότητα αυτή δεν ησυχάζει, δεν πρόκειται ποτέ να ησυχάσει∙ ενώ τα κείμενα κάθε «ποίησης» γυρνούν αενάως γύρω από την επιθυμία παρουσίας σταθεροποιώντας την επιθυμία, διατηρώντας την παρουσία τους εδραιωμένη στις επιλογές που καθιστούν την όποια εκπροσώπηση, μέσω της μη ποιητικής γραφής, απαραιτήτως ανακλώμενη πάνω στην επιφάνεια της «κοινότητας» με την οποία μοιράζεται την ευαρέσκεια αυτή.

Η ποίηση δεν διαμεσολαβεί, μα μεταστρέφει τόσο όσο να αδειάζει τα μεταστρεφόμενα που επηρεάζει, τα οποία γίνονται εαυτός της. Εξ αυτού και ο τρόμος των «ποιητών» την ώρα και τη στιγμή που ανακαλύπτουν τον πραγματικό τους ρόλο και τον ρόλο που παίζει η υπόληψή τους: η ποίηση δεν διαθέτει εξωτερικότητα μολονότι η σύνθεσή της αποτυπώνεται με ίχνη τα οποία αποτελούν κοινά γλωσσικά στοιχεία, τα οποία εκ πρώτης όψεως μοιάζουν να προσφέρονται ανωδύνως στον καθένα. Τα γλωσσικά στοιχεία τελούνται επίσης σε κοινωνικότητα, σε κοινωνία, οι οποίες μολονότι δεν μπορούν να αμφισβητούν την ποίηση, μπορούν να την απορρίπτουν, να αδιαφορούν γι’ αυτή, να την αποφεύγουν ως διαχειρίστρια των δυνάμεων αμφισβήτησης της εξωτερικότητας που τις διέπει – παράγοντας μία ανάλογη «ποίηση».

Ποια είναι εκείνη η σχέση την οποία τελικά η ποίηση αναιρεί ώστε την απόκτηση κενού να πραγματοποιήσει; Ερώτημα ή προβληματισμός η διευκρίνηση του ποιητικού δυναμισμού; Τόσο ο τύπος όσο και η ουσία, τόσο η μορφή όσο και το περιεχόμενο, τόσο το υλικό όσο και το ύφος, εκπροσωπούν την απουσία προτεραιοτήτων της ποίησης – προτεραιότητες υπάρχουν μόνο στο στάδιο της βασικής κατάρτισης. Η αμφισημότητα όσων επιλέγονται και όσων δεν επιλέγονται για τη δημιουργία της ποίησης είναι ως προς το περιεχόμενο της ποίησης ενσαρκωτική∙ η ανάπτυξή της αναπτύσσει ταυτόχρονα την κρίση που της αναλογεί. Το ποίημα όταν τελειώνει αρχίζει, το ποίημα όταν αρχίζει τελειώνει: το αληθινό συστατικό της ποίησης είναι πράξη, όχι εμφάνιση – δεν είναι φωνή, είναι άσκηση, μία παράταση της κατάρας η οποία ζωντανεύει μετά από κάθε «γενεαλογική» κατάρρευση.

Οι επιγνώσεις πολύ συχνά αποθαρρύνουν την κριτική στάση απέναντι στο πεπερασμένο, όταν ως επιγνώσεις αποτελούν μπαίγνια μίας παθητικότητας η οποία εκφράζεται ως επιθυμία για νέα δεδομένα, τα οποία όμως, εν τέλει, αντλούνται από τους ιστούς κάθε προϋπάρχουσας μορφής ή ύλης. Οι μορφές και οι ύλες αυτές παραπέμπουν στην ύπαρξη ανάλογων επιγνώσεων, ακριβώς επειδή η αναδιαμορφωμένη παλαιότητα του ποιήματος είναι μια γλωσσική διαδικασία η οποία εκπέμπει τους ήχους του στραγγαλισμού της. Ο στραγγαλισμός είναι η «ποίηση» και το «ποίημα», ατελής και ανολοκλήρωτος, όντας η επιβεβαίωση μιας κορυφαίας μη κατανόησης, εκείνης της αρνητικότητας της ποίησης η οποία μπορεί να σημάνει το τέλος κάθε προσποιητού αρνητισμού: την επαλήθευση του πεπερασμένου το οποίο θεωρείται ηρωικό διότι αντιστέκεται στην ποίηση, καθώς νομοτελειακά λειτουργεί ως συμπέρασμα κοινωνικής σχετικότητας∙ υποχρεώνεται να υπηρετήσει την εξωτερικότητα γιατί αυτή είναι εντέλει κορυφαία, αυτή αποτελεί την κατ’ εξοχήν υποχρέωση που απελευθερώνει. Το ποίημα, τότε, δεν είναι ποίηση, είναι ενίσχυση μίας παθητικότητας η οποία εντοπίζεται με όρους ενημέρωσης ή ηδονής. Ανάκλαση παγιωμένη στη συνείδηση, η οποία οφείλει να είναι απολύτως παγιωμένη ανάκλαση εντός συνείδησης. Εάν η ανάκλαση αποφύγει την παγίωση και αποδεσμευτεί από τη συνείδηση, θα τείνει προς την ποίηση.

Η αλόγιστη ευαισθητοποίηση όντας παγίωση και ανάκλαση, αμέσως νομιμοποιείται ως κατανόηση, το «ποίημα» αποκτά έναν εσωτερικό προσδιορισμό αδιαφάνειας, που προσδιορίζεται ως τύπος, επιθυμία για επ’ αόριστον αδιαφάνεια. Η αδιαφάνεια, λοιπόν, αποτελεί το υλικό ενός τύπου που αποφεύγει την ουσία∙ παρά την αποφυγή αυτή όμως, πρόκειται για τύπο που τελεσφορεί, που φέρνει σε πέρας τη δουλειά που είναι προορισμένος να κάνει.

Πολλές έννοιες, λιγότερο ή περισσότερο αισθητικές είναι ασήμαντες ή μειονεκτικές ως έννοιες, προϋποτίθενται ως επαναλήψεις προβληματισμών που εγκωμιάζονται ως κάτι αναλλοίωτο – το οποίο διέπει ένα είδος ποίησης που δεν αποτελεί τέχνη, προέρχεται από μία τρομακτικά ιδιότυπη αγάπη προς τη συνείδηση, ή ακόμη και προς τις «συνειδήσεις».

Η διανοητική παθητικότητα διέπεται και αυτή από ανάγκη προσδιορισμού μίας «κοινότητας» συνειδήσεων, συντηρείται μέσα στον αποκλεισμό μίας διασφαλισμένης καθολικότητας, στην εκπροσώπηση ενός προβληματισμού πάγιας αναδρομής στην «αντικειμενικότητα» μίας γλώσσας που ανακλά όλα όσα περιορίζονται από τα σαφή της όρια. Τα περιεχόμενα των ορίων αυτών συνθέτουν μία γλώσσα ακατάλληλη για ποίηση, μολονότι η «ποίηση» αυτής της γλώσσας είναι ιδιαίτερα σημαντική ως γεγονός ακατάλληλης για ποίηση γλώσσας, ως γεγονός μίας ποίησης που όσο πιο χθαμαλή και ανούσια είναι τόσο πιο ισχυρή κοινωνική υπόσταση αποκτά. Τόσο πιο διαπρύσια διαδίδεται.

Το πιο έκδηλο από τα ειδικότερα χαρακτηριστικά της ποίησης είναι η κατεύθυνσή της, δηλαδή το είδος της: δεν διαθέτει ενδιαμεσότητα, ούτε στη γενεαλογική της ακολουθία μα ούτε και στη συγκριτική της, δεν διαθέτει πλευρά ή πλευρικότητα – και όπως έχω καταδείξει προηγούμενα, ξεκινά και τελειώνει, ανά μονάδα, με ενός τρόπου τη συνέπεια και όχι λόγω ενός τρόπου ή λόγω κάποιας συνέπειας.

Η «ποίηση» όντας απτή και συνειδητή διαφήμιση όσων επιφυλάσσονται να αναγνωρίσουν και να βασιστούν στην πνευματική δοκιμασία της ποίησης, φέρνει στο κοινωνικό προσκήνιο όλα εκείνα τα περιγράμματα και τις υποσκιάσεις που εξαρτώνται από τη συνοχή και την αναγνώριση της σημασίας αυτού του κοινωνικού προσκηνίου, μα και του παρασκηνίου, στο οποίο δεν βρίσκεται τίποτα κρυφό ή αποθηκευμένο. Το κοινωνικό προσκήνιο φωταγωγείται από το παρασκήνιό του καθώς το παρασκήνιο αντλεί την ενέργειά του από το προσκήνιο.

Η «ποίηση» λοιπόν δεν είναι απλώς αναγκασμένη, μα υποταγμένη, στην «κοινωνική» της υποχρέωση: στον όρθωση ενός λάβαρου που φέρει τα σύμβολα των πανίσχυρων αυτών βεβαιοτήτων, του προσκηνίου και του παρασκηνίου. Από τη σήψη του πτώματος έχει απομείνει ένας λεκές στο χώμα και τα μόρια μιας δυσωδίας που αιωρούνται στο λιόγερμα: ω δύστοκη εσύ αιωνιότητα!
Ουδέν εκ των προτέρων, ουδέν εκ των υστέρων – γι’ αυτόν τον λόγο η ποίηση εμφανίζεται και δημιουργείται με ποιητές, δηλαδή ανθρώπους οι οποίοι δεν υφίστανται εντελώς και λαμβάνονται υπόψη μόνο όταν οι λαμβάνοντες αντιληφθούν πως η ζωή και η ύπαρξη δεν αποτελούν υπονοήσεις μήτε εννοιακές, αξιακές εκπροσωπήσεις. Όταν αντιληφθούν, δηλαδή, πως η πραγματική σήψη είναι η συνείδηση.

Ο χώρος και ο χρόνος όσο υπονοούνται άλλο τόσο υποκινούνται μέσα σε μία ματαιοδοξία ελέγχου ο οποίος στην «ποίηση» εμφανίζεται είτε με όρους αγαθοεργίας είτε ως μέρος μιας ορθολογικής γνώσης του κόσμου όπου η σκέψη, η αντίληψη και η επινόηση, αποτελούν επιχειρήματα κοινών δοξασιών, όπου η λογική δεν είναι το σύνολο των επιπόλαιων ρηγματώσεων στην επιφάνεια του κενού μα το ζενίθ της ανθρώπινης σύμβασης, ή ορθότερα, το ζενίθ της κοινωνικής σύμβασης∙ η ζωή είναι επαρκώς αιτιολογημένη ενώ ταυτόχρονα η ερευνητική εξάντληση της ανθρώπινης ύπαρξης εξαρτάται από την πρωτοκαθεδρία των εμμονών: τα είδη και τα υποείδη καταλήγουν στην ίδια σκέψη, στην ίδια προσθετική νοηματοδότηση.

Στην «ποίηση» η ελευθερία αντιμετωπίζεται ως μία απλή δυνατότητα πρόσβασης, ως μία ανώφελη δυνατότητα σχολιασμού, οι οποίες καθιστούν την εποχή κατά την οποία αυτή η «ποίηση» γράφεται, «σύγχρονη». Πιθανώς τίποτε δεν είναι τόσο βαθιά συνυφασμένο με το θέαμα όσο οι εκπροσωπήσεις. Η «ποίηση» δεν είναι ανεπανάληπτη, δηλαδή ποίηση, για έναν λόγο: έχει άπειρες δυνατότητες επανεμφάνισης, μετατροπής, μεταβολής, ακόμη και μεταμόρφωσης – παραμένοντας αδιαλείπτως εκπροσώπηση. Μπορεί να είναι τα πάντα, εκτός από ένα πράγμα, ποίηση. Όλες οι δικαιολογίες και οι κρίσεις τόσο από όσο και προς την ίδια, εξάλλου, δεν είναι τυχαίο πως απορρέουν από τις προαναφερθείσες δυνατότητες.

Κάθε ποιητής εγκαινιάζει και μια απόγνωση η οποία είναι ζωτική, τα όσα συνεπάγονται όμως από τη ζωτικότητα αυτής της απόγνωσης διαπιστώνονται σχεδόν πάντοτε καθυστερημένα ως άχρηστα προνόμια του δημιουργού τα οποία σε κάθε μετέπειτα εποχή αξιολογούνται διαφορετικά. Στη σύγχρονη εποχή, σε μία εποχή δηλαδή η οποία ξεκίνησε τελειώνοντας και τελειώνει με την ολοκλήρωση του επιλόγου της, τα συνεπαγόμενα αυτά δεν χρησιμοποιούνται για την προσέγγιση κάποιας καθοριστικότερης και υψηλότερης αλήθειας, μα, για την επιβεβαίωση εκείνης της ποταπότητας η οποία αντιμετωπίζεται και θεωρείται καθοριστικότερη και υψηλότερη αλήθεια, η οποία είναι ήδη πλήρως διαμορφωμένη ως μία υπερ-αντικειμενική θεώρηση της οποίας το τεντωμένο σκοινί απέχει μόλις λίγα εκατοστά από το έδαφος όπου σέρνονται οι αισθητικές παραισθήσεις, οι διανοητικές δοξασίες και οι κοινές επιδιώξεις.
Το πρόβλημα είναι, βεβαίως, η μεταφυσική, η οποία δείχνει να μην είναι κατάρα, μα καταραμένη. Η ποίηση στρέφεται σε άλλη κατεύθυνση από εκείνη στην οποία στρέφονται οι αισθητικές παραισθήσεις, οι διανοητικές δοξασίες και οι κοινές επιδιώξεις που εξασφαλίζουν την ευστοχία τους μέσω της αδράνειά τους.

Ο ποιητής είναι η ποίηση για έναν και μοναδικό λόγο, για το ότι είναι ο μόνος που δεν περιορίζεται στο να ζει και να λειτουργεί υπέρ της ή εναντίον της – όπως συμβαίνει με όλους τους υπολοίπους. Η ποίηση για να δημιουργηθεί συνθέτει τον ποιητή και ο ποιητής για να δημιουργήσει συνθέτει την ποίηση. Με τη σημασία αυτής της διττής σύνθεσης η ποίηση είναι μία εξαίρεση η οποία επιβεβαιώνει έναν κανόνα που δεν έχει ακόμη ολοκληρωτικά διευκρινιστεί.

Για τον λόγο αυτό η μετατροπή λεκτικών προϊόντων σε ανάγκες δεν έχει ουδεμία απολύτως σχέση με την ποίηση, καθώς και η ανάγκη για λεκτικό προϊόν δεν έχει απολύτως καμία σχέση με της ποίησης την ανάγνωση. Αυτές οι δύο χαρακτηριστικές γελοιότητες περιγράφουν τα απώτατα όρια έξω από τα οποία στέκεται η ποιητική τέχνη.

Με άλλα λόγια, ο ποιητής είναι το διαλυτήριο της ποίησης, και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η ποίηση και ο ποιητής είναι αδιαχώριστοι: η ποίηση αποκτά γίγνεσθαι καθώς διέπεται από τον ποιητή στον βαθμό που αυτός δοκιμάζει εντός της τη μεταφυσική διάκριση, ήτοι την προσωρινότητα της ποιητικής του τέχνης: την επίτευξη μιας ακρογωνιαίας καινοφροσύνης.

Παρίσι
Ιανουάριος 2019

*Από το Book Press: https://www.bookpress.gr/stiles/eponimos/i-sygxroni-poiisi-leivadas (12/1/2019)
** Επίσης: https://livadaspoetry.blogspot.com/2019/01/book-press-12012019.html?m=1&fbclid=IwAR3jaQn6jpu0o71vNAmOYbpwgqDVpRsET1t3qd1qmRZAwY2Vgc0wMS3jsTg
*** Στην κεντρική εικόνα το έργο Animism (μελάνι σε φιλμ προβολής, 2013), της Raha Raissnia, visual artist με καταγωγή από το Ιράν, ο οποίος ζει στη Νέα Υόρκη.

Κωνσταντίνος Μελισσάς, Κάτω Ρίνη

Εκεί, κάπου μετά το 40ό χιλιόμετρο,
δεκαπέντε χιλιάδες μέτρα μετά το σταθμό διοδίων των Μαλγάρων,
κάνε τρεις φορές το σταυρό σου για το σκύλο πού πέθανε
αφήνοντας το κουφάρι του στη βρεγμένη άσφαλτο.
Το νερό της βροχής χάϊδεμα σε μνημόσυνο γαμήλιας σχέσης
σ’ ένα άδειο ξωκλήσι στο βουνό με πλάνο αργό
σαν σε κομμένη σκηνή απ’ τον Μελισσοκόμο του Αγγελόπουλου.

Κι εμείς κι εσείς κι εγώ
στον πρώτο όροφο του Ειρηνοδικείου του χωριού Κάτω Ρίνη.
Στο διάδρομο η διάσημη για τις λανθασμένες ημερομηνίες
στους φακέλους υπερχρεωμένων γραμματέας
να τραγουδά με κολλημένο το κουμπί της επανάληψης
«Ζω στον δικό μου κόσμο εγώ».

Κι εμείς κι εσείς κι εγώ
να αναμένουμε μια δεύτερη συνάντηση
με την κινέζα πριγκίπισσα Τσιν Τσαν Χάκα
με την ελπίδα ότι τώρα
μετά την οικονομική Φουκουσίμα
η ίδια θα είναι επιεικής
με τους γιαπωνέζους υπηκόους της.
Ίσως, σήμερα, ίσως
να μην τους ζητήσει να μιλήσουν μανδαρίνικα
και ζήσει αύριο χωρίς μια νέα τσάντα Λουί Βουιτόν
ή ένα παλτουδάκι της Ερμές.

Στο δρόμο της επιστροφής εσύ
-όχι εμείς, εσείς, εγώ-
ήδη μερικώς δικαιωμένος
(ολικώς μόνο «ο νεκρός δεδικαίωται»)
αγαπούσες πολύ τη ζωή
σκουπίδια όμως οι σκέψεις
και τα λουλούδια «μύριζαν εφηβικό πνεύμα»
όταν βούτηξες στο βυθό της Μεθώνης για γαρίδες.

*Από τη συλλογή «Ματς Πόιντ», εκδόσεις Θράκα, 2018.