Θανάσης Παπαδημητρίου, Μ. Μεσάλεμ

Στους Γιαννιώτες Μουσουλμάνους.

«Πόσες πόλεις χτίστηκαν κι ύστερα χάθηκαν μαζί με τους κατοίκους των»
Κατακλείδα επιγραφής στα Γιάννινα.

Στο μεντρεσέ το φως που μπαίνει
Από τον ανατολικό φεγγίτη
Κάθε εικοσιεπτά χρόνια πέφτει
Στο ασημουργημένο Κοράνι

Φτιαγμένο από κάλφα κι όχι μάστορα
Πάντως απ’των Γιαννίνων το εσνάφι
Στα χρόνια του Αλήπασια
Και πριν παρθεί το Σούλι

Μήπως θυμάσαι ακόμη τη βουή
Απ’ των χαλκοματάδων τα σφυριά
Κι απ’ των ταμπάκων τ’ αργαστήρια

Μήπως θυμάσαι τρομερή την πυρκαγιά
Και τον αχό των κανονιών
Όταν μας χάλασε ο Αφέντης το Βαρόσι

Ο γιος του Αχμέντ Εμίν
Στέκεται στην εχέμυθη επικράτειά του
Σκαλίζοντας άλλης μιας νύχτας
Την αδυσώπητη αυγή

Έχει στο βλέμμα μια ιλαρότητα
Που δεν αρμόζει σ’ άνθρωπο
Με την δική του φήμη

Ηταν ο Μ. Μεσάλεμ, λόγιος
Επιγραφέας στα Γιάννινα
Στα μηλίγγια του άσπρο
Κι ακόμη υπέγραφε
Ως γιος του Αχμέντ Εμίν

Λήθη τον πρόκανε στην Αβέρωφ.

Μεσάνυχτα κάθετα στη γωνιά του μεντρεσέ
Φεγγάρι στάζει αίμα στο Κοράνι
Απόψε που κατέβηκε ο Αλλάχ του
Τι βλασφήμια –
Απόψε παίρνουν το κεφάλι του Αλή.

Αιγάλεω – Κόνιτσα, Φθινόπωρο 2019

Ήλιος μετανάστης – Δημήτρης Τρωαδίτης «Λοξές ματιές», εκδ. Στοχαστής

Γράφει ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος

Στις μέρες μας παρατηρούμε ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι υποκύπτουν στον παραλογισμό της επικράτησης του δυνατότερου. Κυριαρχούν σχέσεις τύπου: «Άρπαξε να φας και κλέψε να ‘χεις» και «το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό». Δεν υπάρχουν σχέσεις εμπιστοσύνης και οι άνθρωποι ρίχνουν μεταξύ τους λοξές ματιές. Όμως, λοξές ματιές μπορούμε να ρίχνουμε και με θετικό τρόπο σε κάτι, που μπορεί να διαφοροποιηθεί και να οδηγήσει σε κάτι καινούργιο και διαφορετικό.

«Λοξές ματιές» τιτλοφορείται και η πρόσφατη ποιητική συλλογή του Δημήτρη Τρωαδίτη, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Στοχαστής». Ποίηση γραμμένη σε ελεύθερο στίχο με εσωτερικό ρυθμό και έξυπνα νοήματα.

Έχουμε παρατηρήσει ότι και στις προηγούμενες ποιητικές του συλλογές ο Δημήτρης Τρωαδίτης γράφει λιτά και μικρά ποιήματα, όμως, στην συγκεκριμένη ποιητική συλλογή υπάρχουν ακόμα πιο ολιγόστιχα. Έτσι, έχουμε την ευκαιρία να θαυμάσουμε ορισμένα χαϊκού και ορισμένα τετράστιχα. Παραθέτουμε ένα από αυτά: «Τα πρωινά συλλέγεις / τη δόση της αγρύπνιας / και τις σταγόνες / της βραδινής αγάπης».

Αρκετά ποιήματα του Δημήτρη Τρωαδίτη εκφράζουν οργή, αγανάκτηση και διαμαρτυρία. Ο ποιητής χαρακτηρίζει τους πολιτικούς ως ηδονοβλεψίες. Ο ήλιος έχει γίνει μετανάστης, ενώ οι εξουσίες φράζουν τον δρόμο προς το μέλλον. Τα εμπόδια είναι πολλά. Το τίμημα, που πληρώνει, όποιος αγωνίζεται, είναι βαρύ: «είμαι μεγάλο καθήκον / να ζεις και να θυμάσαι». Οι γυναίκες με τα μαύρα ρούχα γίνονται όλο και περισσότερες, ενώ τα μελλούμενα δεν λένε να έρθουν. Το λευκό κυριαρχεί και ο Δημήτρης Τρωαδίτης μας καλεί: «να μην αφήσουμε το άσπρο / να εξορίσει τα άλλα χρώματα», φέρνοντάς μας στο νου το ποίημα της Κατερίνας Γώγου «Για την αποκατάσταση του μαύρου». Τα κρύα έρχονται κάθε χρόνο και δυνατότερα και βάζουν τα μυαλά στην κατάψυξη. Ο ποιητής αφιερώνει ένα ποίημα στον αγωνιζόμενο λαό της Συρίας, ενώ πικραμένος φτάνει στο σημείο να πει: «Ξέχασα τη μάνα μου».

Όμως, ο Δημήτρης Τρωαδίτης δεν χάνει την ελπίδα του. Μπορεί να είναι αλήθεια ότι: «οι κερασιές των ονείρων μας / δεν άνθισαν φέτος», όμως, «παρ’ όλα αυτά / η ελπίδα πεθαίνει τελευταία». Γι’ αυτό ο ποιητής μας προτρέπει προς ένα καθήκον: «Ν’ αρχίσουμε τις μεγάλες ανατροπές».

Συμπερασματικά η ποιητική συλλογή του Δημήτρη Τρωαδίτη «Λοξές ματιές» είναι ακριβώς αυτό, που λέει ο τίτλος: Λοξές ματιές ρίχνουν οι άνθρωποι μεταξύ τους, αλλά ο ποιητής μας κλείνει το μάτι για έναν κόσμο, που μπορεί να αλλάξει.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://www.fractalart.gr/loxes-maties/

5 reasons why we need PiO in our lives

jeremybalius's avatarAm I the Black Rider? Yes.

I’ve had a couple opportunities to tagteam guest lecture on contemporary poetry at an Introduction to Literature course at Murdoch University because of the kindness and sweetheartedness of Amber Fresh asking me along.

I’d already had concrete poetry on my mind and heart, going so far as writing some, and wish I had the wherewithal to publish a blank-paged book titled You write it, but that’s been done before (but I can’t remember who by or when.  I think it was 1960s Czech concrete…).

Amber introduced me to PiO’s work and I got hooked.  Then I found out PiO had launched Eric Dando’s Oink Oink Oink and it was all over.

PiO does much more than concrete. His birth certificate says he’s called Pangiotis Oustabasides and over time he’s also been called Peter Oustabasidis, P.O., Pi-O, π-O and PiO.  He was three years old when his family migrated…

View original post 778 more words

Πόπη Αρωνιάδα, Ουλές / Scars

«Εισελθέτωσαν ύδατα έως ψυχής μου.
Στη γλώσσα μου
μετενσαρκώθηκα
μακριά, φιδίσια
γλίστρησα γλυκά
ανάμεσα στις ρίζες
ακουμπώντας άθελα
φρέσκια ουλή
από βγαλμένο δόντι
πλημμυρίζοντας αλμύρα
ματωμένης απώλειας.
Εισχώρησα αργά μέσα μου,
η καρδιά παιχνιδιάρα
γουργούρισμα αγριοπερίστερου
μπροστά σε σπόρους,
παίζω μαζί της
σαν μωρό σκυλί
που ικανοποιείται απ’ την επανάληψη.
Γλείφω περιμετρικά
το σημείο εκκίνησης,
τη σκοτεινή μήτρα
άπραγη πια, πέτρινη,
άχρηστος παλιός ασκός.
Έρπω γλιστρώντας
στην κομμένη ανάσα
πέφτω στο κενό
της έλλειψης μισού πνεύμονα,
τον ρούφηξε δράκος
απ’ άνοιγμα είκοσι δύο εκατοστών
στην πλάτη, ανάμεσα στα πλευρά.
Στέγνωσα απ’ την περιπλάνηση.
Ως τίμια γλώσσα
βούτηξα να λιπανθώ
στα ύδατα της ψυχής μου.

“Lei water reach my soul”
In my tongue
I was transubstantiated
long, snake-like
I sweetly slipped
in-between the roots
touching unwillingly
the fresh scar
from a lost tooth
flooded with the saltness
of a bleeding loss
I slowly entered my inside
a playful heart
always with a wild pigeon’s gurgle
when facing seeds,
I play with it
like a baby dog
that is satisfied
with repetition.
I lick all around
the starting point
the dark vagina
inactive by now, a stone
a useless old sac.
I crawl slipping
over a breath taken away
I fall into the void
of half a lung missing
sucked in by the dragon
from an opening of twenty two centimeters
of my the back, in between two ribs.
I dried up from wandering around
as an honest tongue
and dipped in to be fertilized
by the water of my soul.

*Από τη συλλογή “Ουλές / Scars”, δίγλωσση έκδοση, Το ΡΟΔΑΚΙό, Οκτώβρη 2016.

**Αγγλική μετάφραση: Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ.

Νεκτάριος Μπέσης, Ένας θλιμμένος νότιος άνεμος

Ένα κρύο έρχεται και σκεπάζει τα πάντα,
ένας ταξιδιώτης από την βόρεια πλευρά.
Όλοι τον κοιτάζουν,
εγκλωβισμένοι στις σκέψεις τους,
σαν πουλιά που σκεπάζουν το κεφάλι τους,
σαν μικρά κουλουριασμένα γάντια.
Εγώ δίνω διαταγές στον εαυτό μου,
κάνε αυτό,
κάνε εκείνο,
τον συμβουλεύω να γίνει καλύτερος.
Μια καταιγίδα που έρχεται από την γκρίζα δύση
και καταστρέφει όλες τις δυνατότητες.
Μικρά ζεστά ερείπια χωρίς σκιά,
από την ανατολή.
Ένα φως που συνεχώς επιστρέφει
και καίγεται αργά αργά,
μέσα σε έναν θλιμμένο,
νότιο άνεμο.

Έρμα Βασιλείου, Τρία ποιήματα για τις φωτιές

Ζώνη διακεκαυμένη
 
 
Αν είν’ καλύτερη η χρονιά
μην ρωτάς …
ανοικτά περιμένουν τη βροχή
τ’ αναμμένα κοχύλια
η λάβρα βάφει αλύπητα φέτος
ούτε η θάλασσα
δεν σβήνει τον πυρετό του αέρα
ένα θηρίο φυσάει τα σωθικά του
σαν να θέλει να πεθάνει
σαν να θέλει να ζήσει
μια μικρή με βάδισμα μάγισσας
και κόκκινη φούστα φέρνει μήνυμα
από τα χείλη του αστεριού
οι μαργαρίτες έχουν
πάψει να μαδιούνται γι’ αγάπη
θα βρέξει δεν θα βρέξει
ρωτούν
οι αγάπες έχουν πάψει
να μαδιούνται γι’ αγάπη
θα μείνει δεν θα μείνει
ρωτούν
η μανία του υδράργυρου
πιο μεγάλη από του έρωτα
ζώνη διακεκαυμένη
καμένη που δροσίζει
η υπομονή δεμένη
κι αψίζει, στεγνώνει
πασκίζει

***

Σε δισύλλαβες λέξεις χωρέσαμε

Την εποχή που ο αγέρας
ορθώνεται ζεστότερος
και οι αξίες με του
φθινόπωρου τις έννοιες ταυτίζονται
φωνάζαμε στα δάση
τα σύνορά τους να κρατούν περήφανα
ενώ το χάναμε εμείς
το μισό το κορμί μας.
στην αυτοτέλεια του ονείρου
στην τάφρο του καθήκοντος
αμίλητοι μείναμε
θαρρείς νεκροί

***

Η φλόγα
 
Ζει στο πάθος της
αντανακλά στο φως της
πολεμάται
από τα ίδια τα τομίδια
που γράφτηκαν για να την υμνήσουν
όλα καλά αν το μήνυμα
ταξιδεύει να βρει τη βροχή
ο σίφουνας έχει ένα χαρακτήρα
που ξοδεύεται στον ίσκιο
της ψυχής της

Fernando Pessoa, Ποιήματα

Ο αέρας φυσάει δυνατά
Να ησυχάσω δεν μπορώ
Νιώθω μέσα μου κάτι
Στο τέλος του να φτάνει.

Ίσως αυτό που είναι στην ψυχή μου
Νομίζει τη ζωή αληθινή…
Ίσως αυτό που την ψυχή μου ηρεμεί
Που την κάνει να αισθάνεται…

Φυσάει αέρας δυνατός.
Φοβάμαι να σκεψτώ.
Αν αφήσω ελεύθερη τη σκέψη μου,
Το μυστήριό μου θα ανυψωθεί.

Αέρα που περνάς και λησμονείς,
Στάχτη που σηκώνεσαι και πέφτεις…
Σ’ ευχαριστώ, Θεέ, που μέσα μου
Δεν ξέρω τι συμβαίνει!

5-11-1914

***

Μακριά, στο φεγγαρόφωτο,
Στο ποτάμι, μια βάρκα
Γαλήνια περνά.
Αυτό τι φανερώνει;

Δεν ξέρω, μα εγώ απομακρύνομαι
Από τον εαυτό μου,
Και ονειρεύομαι
Κάτι που δεν μπορώ να δω.

Ποια αγωνία με καταβροχθίζει;
Ποιος έρωτας κανέναν μας δεν εξηγεί;
Η βάρκα περνά
Κι η νύχτα μένει.

Αλέξης Τραϊανός, Παρουσία

Υπήρξα ίσως στο παρελθόν ίσως πάλι να μην υπήρξα
Να ‘μαι το δημιούργημα μιας ιστορίας φανταστικής
Αφού τίποτα δεν ορίζω δεν ξέρω
Μόνον ορίζομαι περιορίζομαι απ’ ομορφιά και θάνατο
Πέφτοντας απ’ ομορφιά σ’ άλλη ομορφιά
Από θάνατο σε θάνατο
Σηκώνοντας στα χέρια μου το κρανίο του κόσμου
Κύματα της πέτρας χρυσά κάτω απ’ το χειμωνιάτικο ήλιο
Στο στόμα του χρόνου ως την άκρη της ματιάς
Και το ξεψύχισμα μιας εποχής αργό τεφρό
Στο πρόσωπό μου

*Από τα Αδημοσίευτα ποιήματα της περιόδου 1968-1972.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Μέσα μου σκάβω

Φώτο: Γιαννης Καρακάσης

Όπως σκάβω με το κλαρί
το χώμα που νότισε
από την πρωινή βροχή
ανάμεσα στα πλακάκια της πλατείας,
μετρώ τις γωνίες και τις πλευρές
αθροίζοντας τα χρόνια
που θα ήθελα να ζήσω.
Μα η γιαγιά καταφθάνει
με τη μαύρη της ρόμπα
και τη μαντίλα
που άλλοτε σκέπαζε τα καρβέλια,
κουνώντας αποδοκιμαστικά τη δεξιά της παλάμη,
μη τύχει και κολλήσω
Τσερνόμπιλ και καρκίνο
προτού προλάβει
να ξημερώσει η νέα μέρα.
Και οι αριθμοί μου ξόφλησαν
κάπου στο τριάντα εννιά,
για φαντάσου άκληρη δίχως ν’ αγαπηθώ,
και δεν έχω και έναν αδερφό
να με καθίσει στα γόνατά του,
να παρηγορηθούμε
που θα πεθάνουμε
άγαμα και άδοξα τέκνα
της μαμάς μας.