Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης, Δύο ποιήματα

Ασέληνος νύχτα

Ασέληνος νύχτα
λάμπουν τα αστέρια
κρυμμένο, σβηστό το φεγγάρι.
Στο λιμάνι μονάχος
τρέμω, κρυώνω,
σκύβω, λυγίζω,
διπλώνω, τσακίζω,
σπαράω σαν το ψάρι.
ΠΩΣ ΜΠΟΡΕΙΣ και μ’ αρνιέσαι
αφού τόσο σε θέλω;
Θά’σαι κει να το δεις;
το πρωί που θα βρούνε,
θα το πάρει η παλίρροια
στην ακτή θα το πάει
και γύρω οι γυναίκες θα κλαίνε
το άψυχό μου κουφάρι.

***

Οξυγόνο

Θα μπορούσα να ανασαίνω
μονάχα όταν λες
– που και που – τ’ όνομά μου.
Όμως τόσο λίγες φορές μου μιλάς.
Και με πιάνει βαριά απελπισία.
Μια θέλω, μια φοβάμαι
τα λαμπερά, τα σκοτεινά σου τα δώρα
λαχτάρα και πόθο, άπνοια, ασφυξία.

*Από το βιβλίο “Ποιήματα Ι”, εκδόσεις ΘΡΑΣΑΡΤΕΠΟΒΕΡΑΚΟΥΝΣΤΕΒΕΡΚΕ, Αθήνα 2014.

Κυριάκος Ραμολής, Παραλειπόμενα ενός μύθου

Εκείνος που άκουσε τη σελήνη
να γλιστρά στον ουρανό
ανοίγοντας τρυπούλες
με τα λεπτά τακούνια της
πληγές φωτός ανοίγοντας
Εκείνος ερωτεύθηκε
αληθινά μες στα σκοτάδια

Μο Λι

Το φως δεν έρχεται από τον ήλιο. Εενεσιουργός αιτία του φωτός είναι τα σεργιάνια της σελήνης. Η σελήνη είναι μια τολμηρή κυρία που βγαίνει βόλτα στα σκοτεινά, χωρίς κανείς να τη συνοδεύει. Οι άνθρωποι στη γη, όταν σηκώνουν το βλέμμα τους στον νυχτερινό ουρανό, βλέπουν το στρογγυλό καπέλο της, συνήθως στραπατσαρισμένο από τη σκιά που απειλεί να την καταπιεί, σπα-νίως συγυρισμένο και ολοστρόγγυλο. Κάθε τόσο η σελήνη στραβοπατάει και κινδυνεύει να πέσει, πάντοτε όμως στέκεται όρθια. Στα σημεία που παραπάτησε σχηματίζονται τα αστέρια, οι σχισμές από όπου τρυπώνει το φως. Όταν οι άνθρωποι νομίζουν ότι βλέπουν ένα αστέρι να πέφτει, η σελήνη απλώς κλωτσάει ένα πετραδάκι που βρέθηκε στον δρόμο της.
Η σελήνη συνεπώς είναι αυτόφωτη. Το αληθινό φως είναι το σκοτάδι.

*Από τη συλλογή “απ’ το υπόγειο στη νερομάνα”, Εκδόσεις Ακυβέρνητες Πολιτείες, 2018.

Αλέξανδρος Δάρας, Έρωτας

Δεν μπορώ να θυμηθώ το πρόσωπό σου,
ό,τι πήρα από σένα ήταν η γλύκα του
να βρίσκομαι κοντά σου.
Πάντα εδώ στο τώρα
οι τόποι και οι χρόνοι και τα άτομα
να τρέχουν γύρω μου
κι εσύ μια μελωδία πεταλουδένια
που προσπαθώ να πιάσω στην απόχη μου.
Κάτι μαγικό με κατακλύζει
και η μαγεία αυτή δεν είναι
η άπιαστη κι ακαταχώρητη ύπαρξή σου
μα είναι ότι δεν βρίσκομαι στο τώρα εδώ,
έχω αρχίσει να κινούμαι.
Ακολουθώντας σε κουνάω τα χέρια πάνω
και λίγο λίγο αρχίζω να πετάω.
Εισβάλουν σαν ανέμοι
μνήμες απ’ αυτό που ζω
κι όλα σημαίνουν.
Πάντα σήμαιναν
μα πεταρίζοντας μαζί σου
δε σημαίνουν μόνο
αλλά και είναι.

*Από τη συλλογή “ή”, Εκδόσεις Ίδμων, 2007.

Ξένια Καλαϊτζίδου, Απόδραση

Φώτο: Con Begoña M Fernández

Κάθε ξάστερο δείλινο… μόνο τα μάτια να κλείσω,
Μόνο να καταπιώ τ’ ουρανού τα κενά.
Μα τους μαύρους θεούς —δε θα μου ευχηθώ να ξυπνήσω
Κάτω από το ίδιο ταβάνι ξανά.
Μια φυγή στο απέραντο χρόνια θανάτου αξίζει
Και σαν λάβαρο βάφεται δάκρυ ζεστό.
Είναι λόγια, μού λένε —κι ο λόγος οστά τραυματίζει.
Και εισέρχεται μέσα στο σπίτι κλειστό.
Είναι λόγια, μού λένε —κι ο λόγος βουνά ξεσηκώνει
Και ανάβει καρδιές μες στους τύμβους παλιούς.
Ίδιος δολοφονεί, ίδιος πάλι αναζωπυρώνει,
Πως να τον χαλινώσω μ’ αρχές και ρυθμούς;
Κάθε γκρίζο πρωί… θέλω μόνο το δρόμο να χάσω,
Μη μου λέει κανείς πότε να κουραστώ.
Λίγα έζησα μα έχω τόσα πολλά να ξεχάσω
Που η μοίρα μου είναι σκυλάκι πιστό.
Χίλια πόδια περάσαν εκεί όπου έπεφτα κάτω,
Χίλια μάτια περάσαν χωρίς το γιατί,
Όλοι σαρξ εκ σαρκός μεγαλούπολης π’ όλο κοιμάται.
Μα γι’ αυτό ψάχνω χέρι να πιάσω,
Γι’ αυτό ψάχνω στυλό και χαρτί.

*Από τη συλλογή “Ήρωες άχαρων πολεων”, Εκδόσεις Ένεκεν, 2015.

Θανάσης Παπαστεργίου, Λιχνίζω το χρόνο


Λιχνίζω το χρόνο
το χιόνι

τη βροχή

το θάνατο

και τη σιωπή



Μαζώνω τη ζωή
το δρόμο

την πηγή

το αύριο

και τη στιγμή



Θερίζω στάχυα

ξανθά

λυγερά

πίνω το δάκρυ μου

σιγανά



δέρνω τα όνειρα

τα πάθη

τις σκιές

αφήνω το πνεύμα μου

στις πυρκαγιές


Μανόλης Αναγνωστάκης, Ποιήματα που μας διάβασε ένα βράδυ ο λοχίας Όττο V…

Ι

Σε δύο λεπτά θ’ ακουστεί το παράγγελμα «Εμπρός»
Δεν πρέπει να σκεφτεί κανένας τίποτ’ άλλο
Εμπρός η σημαία μας κι εμείς εφ’ όπλου λόγχη από πίσω
Απόψε θα χτυπήσεις ανελέητα και θα χτυπηθείς
Θα τραβήξεις μπροστά που μαντεύονται χιλιάδες ανήσυχα μάτια
Εκεί που χιλιάδες χέρια σφίγγονται γύρω από μι’ άλλη σημαία
Έτοιμα να χτυπήσουνε και να χτυπηθούν.

Σ’ ένα λεφτό πρέπει πια να μας δώσουν το σύνθημα
Μια λεξούλα μικρή μες στη νύχτα, που σε λίγο εξαίσια θα λάμψει.

(Κι εγώ που ’χω μια ψυχή παιδική και δειλή
Που δε θέλει τίποτ’ άλλο να ξέρει απ’ την αγάπη
Κι εγώ πολεμώ τόσα χρόνια χωρίς, Θε μου, να μάθω γιατί
Και δε βλέπω μπροστά μου τόσα χρόνια παρά μόνο τον δίδυμο αδερφό μου).

II

Σε τούτη τη φωτογραφία ήμουνα νέος κοντά 22 χρονώ· εδώ είναι η γυναίκα π’ αγαπούσα: η γυναίκα μου
Τη λέγανε Μάρθα· έσφιγγε το γιο μου με λαχτάρα στην αγκαλιά της
Δε μου ’πε: «χαίρομαι που πας να πολεμήσεις». Έκλαιγε σαν ένα μικρό κοριτσάκι.
Κι εδώ κάποιο σπίτι παλιό μ’ έναν κήπο στη μέση και μ’ άνθη…
…Θυμάσαι όταν ήμασταν παιδιά είχαμε ένα ξύλινο άλογο και μια γυαλιστερή τρομπέτα
Τα βράδια ξαγρυπνούσαμε στα βιβλία με τις αρχαίες ηρωικές ιστορίες
Τον αθώο μας ύπνο τυράννησαν οι αντίλαλοι των φημισμένων πολεμιστών
Ύστερα τα ξεχάσαμε όλα αυτά σε μια γωνιά γελώντας για τα παιδιάστικα καμώματα.
Ίσως αύριο μια τόση τρυπίτσα μού χαράξει το μέτωπο
Ω μια τρυπίτσα που χωρά όλο τον πόνο των ανθρώπων
Ποιός είμαι; Πού βρίσκομαι; Σκίστε τα ρούχα μου εδώ μπροστά στο στήθος
Ίσως θα βρείτε ακόμα τ’ όνομά μου σκαλισμένο. Ποιός το θυμάται;
Ψάξτε τα ρούχα μου ακόμα… Εδώ ήμουνα νέος 22 μόλις χρονώ
Κι εδώ μια γυναίκα που σφίγγει με λαχτάρα ένα παιδί στην αγκαλιά της.

(Έκλαιγε αλήθεια όταν έφευγα σαν ένα μικρό κοριτσάκι).

* Από τη συλλογή “Εποχές” (1945).

Λάζαρος Γεωργιάδης, Από μικρούς μας μάθαιναν ότι ο λύκος είναι πάντα κακός

Το θυμάμαι και λυσσάω
Βγάζω αφρούς
Μετά Γαλήνη

Κιτρινίζει το μυαλό μου
Αταραξία
Όχι αποχαύνωση
Μόνο ετοιμότητα για όλες τις απιθανότητες

Στέκομαι σε μια γωνία και παρατηρώ
Μέσα από την κουκούλα μου εστιάζω καλύτερα
Η μεγάλη μυρμηγκοφωλιά σε πλήρη τροχιά και γύρω-γύρω
Γύρω-γύρω
Από τη στασιμότητα

Τους ακούω να λένε
Πως θα φροντίσει η μανούλα για όλα
Η μητέρα Ρωσία η μητέρα Αμέρικα
Η μητέρα Εξουσία η μητέρα Ησυχία
Η μητέρα Παναγία η μητέρα Πυραμίδα

Η μητέρα Μπαντρίδα η μητέρα Ξεξάρχεια

Ένιωσα πως όλα τα πρόβατα την ποθούν
Όπως διάολο κι αν την ονομάζουν
Και τη ζητάνε ακατάπαυστα
Με κλάματα πολλά και παρακάλια

Ένας Γόρδιος Οιδίποδας ριζωμένος σε κάθε κεφάλι

Είδα τους βοσκούς τους να φοβούνται
Να οχυρώνονται στα κάστρα τους
Να μαζεύονται
Και στα μεγάλα τους συμβούλια να συμφωνούν
Για προληπτικά μέτρα και σταθμά

Περαιτέρω ανασφάλειας
Περαιτέρω αποκτήνωσης

Σφίγγουν ολοένα και περισσότερο τη θηλιά
Σφίγγουν ολοένα και περισσότερο τα ένστικτα

Καμία πίστη και καμία ελπίδα

Μόνο τα νύχια να σκάβουν τους τοίχους τους θέλω
Και ουρλιαχτά που έχασαν το γκάζι να σκίζουν το σκοτάδι
Μόνο τα δόντια να ξεριζώνουν τα κάγκελα θέλω

Και ο ήλιος
Να ζηλεύει να φθονεί
Να φθονεί ατέλειωτα που δεν περπάτησε ποτέ.

*Από τη συλλογή “Τέλος”, Εκδόσεις Στοχαστής, 2018.

Θάνος Ανεστόπουλος, Κίτρινα Χρόνια (Ο κύκλος)

Της πιο μικρής μου μέρας, της ασήμαντης.
Του πιο μικρού μου ύπνου, του ασήμαντου.
Του πιο ανώφελου φευγιού το τέλειωμα.
Του πιο ανάξιου διάλογου το τέλειωμα.
Του πιο μεγάλου πότη το “ποτέ”.
Του πιο μεγάλου ανάξιου το “γιατί”.
Του άξιου αδελφού μου το μυστρί.
Του δόλιου του Πατέρα μου ο ιδρώτας.
Ο φόβος να μην πέσει χάμω ο Γιος μου.
Ο φόβος μήπως και δεν νικηθεί ο φόβος.
Ο Γιάννης, ο Αλέξης που δεν είναι πια.
Ως σώματα, ως αιθέρες, ως θηλιές.
Που η ζωή μας κατρακύλησε;
Σε ποιες άνισες σπηλιές;
Σε ποιες ασήμαντες στεριές;
Όλα αυτά είναι που σκιάζουν τη σκιά της ομορφιάς.
Όλα αυτά είναι που λιάζουν το απόψε μιας γενιάς.
Όλα αυτά είναι που τέμνουν τον χρόνο και το άδικο.
Όλα αυτά είναι που ενώνουν τον πόνο με το φάρμακο.
Της πιο μικρής μου αγάπης της ασήμαντης.
Του πιο μικρού της κύκλου τις γραμμές.
Του πιο αγνού μου Κρίνου τις ρωγμές.

Ε. Μύρων, Έξι ποιήματα

Κακή ζαριά

Όλες οι πιθανότητες
γκρεμίστηκαν –
μόνη στέκει πια
η έβδομη πλευρά.

***

Διπλανός

Έμαθε
(από τόσος δα μικρός)
να παπαγαλίζει:
“Τι κάνεις, καλά;”

***

Στέκι

Σα μαγαζάκι στριμωγμένο στο κέντρο
που μικραίνει
για να χωράει στην πιάτσα
έτσι μικρός έγινες
στέκι για εφιάλτες.

***

Δεξιότητες

…ήταν κακή επιλογή τα όνειρα
για άρματα –
βούλιαξαν από νωρίς
στη λάσπη.

Εκεί πας με το ελαφρύ βιογραφικό.

***

Άρνηση

Με τα δόντια κρατάω
εκείνη την παιδική ανάμνηση –
κι ας θυμίζουν όλα γύρω
εξαγωγή φρονιμίτη..

***

Μωβ ανοιχτό

Μέσα μου
μιά θάλασσα χύθηκε.
Μου πνίγει το αίμα
λίγο-λίγο·
ξεβράζοντάς το
στους μορφασμούς
αγνώριστο.

*Από το ποιητικό φυλλάδιο με τον τίτλο “Απνευστί”, έκδοση του ποιητή, 2019.

Μαρία Πανούτσου,‘Ουδέν νεώτερον’ από το μέτωπο

α

Ο ήλιος καίει τις ρίζες
μακριά η ημερομηνία 401 π.χ
ο άνθρωπος γεννήθηκε με δυο πουλιά
ξερίζωσε το ένα
ελεύθερος αναζήτησε τα’ άλλα πουλιά
αυτά που πέταγαν αγαπούσε πιο πολύ
με χειρονομίες με πήρε ένα απ’ αυτά
και μ’ έβγαλε απ’ την λίμνη που κρυβόμουν

β

ένα παιδί πάντα στο όνειρο μέχρι το χάραμα/
σε σκουπιδότοπο το βρήκα/ σε μάντρα/

μέσα μου ήξερα/
δικό μου γέννημα ήταν/

μια τσιμπιά στο μπράτσο/
μέλισσα με συναισθήματα και βλέμμα ανθρώπου
λιγδιάρικο μωρό φώναξα και ξαναφώναξα/ και γλίστρησα/
φύγε από πάνω μου/ δεν σε αναγνωρίζω

γ

Ναυάγιο το ταξίδι
Και το κραταιό φιλί ανύπαρκτο
Στεγνά τα χείλη και το κάθε τι
Σταφύλι και ρόγα κουκούτσι χυμός
Αναδύονται και ένα σώμα στο χώμα μπηγμένο
Αναφωνεί το υπέρτατο όχι
Νοσταλγία, νοσταλγία, νοσταλγία, φωνάζω
Τώρα η πόρτα ανοιχτή περάστε κόσμε

Ο έρωτας ως μία απόλυτη απώλεια

Κέα 2η Σεπτεμβρίου 2019