Αντιγόνη Βουτσινά, Δύο ποιήματα

εξόριστες μέλισσες

Εξόριστες μέλισσες
τα λόγια μου.

Τα ‘διωξε κάποτε η κερήθρα
γιατί δεν είχανε
κεντρί.

Τώρα εδώ,
δεν φτιάχνουν μέλι
δεν κάνουν θόρυβο
δε ζευγαρώνουν.

Ψάχνουν μονάχα
αυτή τη λόγχη
που παίζοντας κάποτε κρυφτό
χάθηκε
μες στα ποιήματα.

***

ωραίες βλέψεις

Να είναι νύχτα
με καμένες τις λάμπες των εθνικών οδών.
Ο ηλεκτρολόγος της πόλης να ξεκουράζει τα δάχτυλά του
κι εγώ
να πάρω την ξύλινη σκάλα του απέναντι διαμερίσματος
ν’ ανέβω
να βιδώσω το φεγγάρι σε πανσέληνο,
έλεγα

Κι είχα τα δάχτυλα
μουσκίδι στο πιοτό.

*Από τη συλλογή “το λάθος ποίημα”, Εκδόσεις Μελάνι, 2012.

Αλέξης Αντωνόπουλος, Τρία ποιήματα

ΕΙΣΑΙ ΑΚΟΜΑ ΖΩΝΤΑΝΟΣ

Δεν είναι το τίποτα

δεν είναι το κενό

αυτό που νιώθεις.

​

Είναι η πείνα. 

***

ΠΟΣΟΙ ΑΣΤΕΓΟΙ ΕΙΝΑΙ ΑΣΤΕΓΟΙ;

Πόσοι άστεγοι είναι άστεγοι;

Και πόσοι απλά τρέμουν εκείνο το άδειο σπίτι;

***

ΗΛΙΘΙΑ ΕΡΩΤΗΣΗ #357

Πώς γίνεται να μη νοιάζονται 

για σώματα που κάποτε άγγιξαν;



Πώς γίνεται

να άγγιξαν τούτα τα σώματα

αλλά να



Πώς γίνεται να μη νοιάζονται

αν τούτα τα σώματα 

σήμερα 

κρυώνουν

*Για περισσότερα ποιήματα του Αλέξη Αντωνόπουλου: http://www.alexantonopoulos.com

Ρογήρος Δέξτερ / Σχεδίες – Το συναξάρι τού Σνιφ

Nikos Nikolaidis, Euridice-ba-2037

Τον βρήκαν τις προάλλες
Χαράματα τής Πέμπτης
Στα χαμηλά κλαδιά ενός δέντρου•
Ποιος ξέρει πόσες μέρες-πόσες νύχτες
Αυτή η διελκυστίνδα
Στο στόμα των ανέμων θα παιζόταν
Έχοντας μια και καλή περάσει
Τη γέφυρα τού Αχέροντα•και
Ότι δεν άντεξε – διαδόθηκε η φήμη –
Τη στέρηση που τού ‘γινε εφιάλτης.
Εγώ πάλι νομίζω
Πως κάποια νεράιδα θα είχε αγαπήσει
Που πιο πολύ κι από τη σκόνη θα τον τρέλανε
Χωρίς να ξαναβρεί γαλήνη•ας μιλήσουν άλλοι
Αν έκανε σωστά στα 24
Ή αν έπρεπε (λόγια δικά του)
Να περιμένει πρώτα
Να τον ξεκάνουν στα 40 τα ποτά
Και στα 50 οι γυναίκες να τον ξεζουμίσουν.
Ένα βράδυ έκοψε ξαφνικά φτερό στο μπαρ
Και βγάζοντας αφρούς
Για μια πλάκα απειλούσε να με σφάξει
Γιατί τού σφύριξα ότι
Στο καπάκι τής λεκάνης
Είν’ απλωμένες δυο γραμμές
Από άσπρη σκόνη [σαπούνι που έχωσε
Χωρίς κανένα δισταγμό στη μύτη του]•
Αυτός ήταν ο Σνιφ
Δεν έλεγε πολλά
Μια φράση ξεκινούσε
Και την έκοβε απότομα στη μέση
[Λεφτά που έκαψα στα κουραφέξαλα
Σ’ ένα χωράφι ανάμεσα στα χόρτα
Ακόμη ένα ποτηράκι φίλε
Είδα την Κάτε να γαμιέται]
Με την καρδιά παιδιού
Που ονειρευόταν το ριχτάδικο για την κονόμα
Και χλεύαζε το θάνατο
Σα γάτα που διασχίζει το δρόμο
Ατάραχη μπροστά στα τροχοφόρα•όμως
Τέτοιο χοντροκομμένο συναξάρι
Μονάχα εκείνος που ζωγράφισε
Το λύκο να πηδάει την Κοκκινοσκουφίτσα
Θα μπορούσε στ’ αλήθεια να το κάνει ποίημα
Σαν κεραυνό που πέφτει για να κάψει
Το βοσκό και το κοπάδι του στο δάσος
Και όχι όποιος ζει από μακριά τα ξένα σκοτάδια
Με τόσες φωνές μες στο μυαλό να λένε
Θα φύγω στο μέλλον
Να γίνω μνήμη σαν καλαμιά
Και όσα θα γίνουν να θυμάμαι
Όταν δε θά ‘μαι πια εδώ να αφουγκράζομαι
Και τα πουλιά θα τραγουδούν
Με την κραυγή στο ράμφος
Αυτό το τραγούδι που δεν τέλειωσα.

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Λόγια στην Καλυψώ (απόσπασμα)

Όπως τα δάση μακρινά τα μάτια σου

Ανάμεσα σε σένα και σε μένα
τα δάκρυα που δεν είναι πια δικά μου.
Λόγια που δεν τα πίστεψα στην ώρα τους
και τα πιστεύω τώρα που κανείς δεν τα πιστεύει
στολές που δεν τις φόρεσα στη δόξα τους
και τις φοράω τώρα κουρελιασμένες
— ένας συνταξιούχος ναύτης που τον ζαλίζει το φεγγάρι.
Πούλησα τον παπαγάλο μου για ένα τρανζίστορ
όλη τη νύχτα ταξιδεύω στα βραχέα.

Δεν με λυπάται η στεριά δεν με λυπάται η θάλασσα
γιατί σαπίσαν στην καμπίνα μου τα φρούτα που μου χάρισες
γιατί έχασα όλες σου τις φωτογραφίες κι όλους σου τους όρκους
— τί να την κάνω τώρα την πατρίδα;
όλη τη νύχτα ταξιδεύω στα βραχέα.

Δεν με λυπάται η στεριά δεν με λυπάται η θάλασσα
είμαι νεκρός μες στα τραγούδια που έρχονται,
μην ψάχνεις πια για μένα
είμαι νεκρός ανάμεσα στα χείλη σου
είμαι νεκρός από καιρό μην ψάχνεις πια για μένα.

*

Το κρασί των Φαιάκων

Πες μου το πάλι πως θα με θυμάσαι κι εγώ θα σε πιστέψω.
Ποιος θα μπορούσε αλήθεια να κρατήσει το τιμόνι σε τούτους τους καιρούς;
Χάλασε κι η πυξίδα χαθήκαν οι προορισμοί
τα κύματα σηκώθηκαν ως το μυαλό σβήσανε οι αιώνες
τόσες πατρίδες τόσες προσπάθειες μέσα μου καμένες.
Άσ’ τους ανέμους να μας πάνε όπου θέλουν
άσ’ τους ανέμους και το τυφλό κρασί
το ματωμένο φως πάνω στα χείλη σου, το ψέμα και η ομορφιά σου
πες μου το πάλι
πες μου το πάλι πως θα με θυμάσαι κι εγώ θα σε πιστέψω

*Τα ποιήματα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://trenopoiisis.blogspot.com/…/gerasimos-lykiardopoulo…

Αλέξανδρος Κυπριώτης, Μπορεί επίτηδες να μένω από τσιγάρα, εκδ. Σκαρίφημα

Ο Αλέξανδρος Κυπριώτης, έξι χρόνια μετά την εξαιρετική και άκρως ιδιαίτερη συλλογή διηγημάτων “Μ’ένα καλά ακονισμένο μαχαίρι. Ιστορίες ανθρώπων” (Εκδόσεις Ίνδικτος, 2013), μας χαρίζει την πρώτη ποιητική συλλογή του, την οποία αφιερώνει στη sui generis πεζογράφο, θεατρική συγγραφέα και ποιήτρια Γλυκερία Μπασδέκη. Στα είκοσι πέντε μικρά ερωτικά ποιήματα που συνθέτουν τη συλλογή Μπορεί επίτηδες να μένω από τσιγάρα.
Ο Κυπριώτης ακινητοποιεί κατά βούληση τις χρονικές στιγμές που θέλει να παραδώσει στην
προσωπική του αθανασία και εξομολογείται: επιθυμίες, αδυναμίες, φόβους, προτροπές, που
ολισθαίνουν σε διαταγές και που θα μπορούσαν να είναι προσευχές. Τα τσιγάρα, ο
οδοντίατρος, οι οδηγίες συναρμολόγησης των επίπλων ΙΚΕΑ, η λεωφόρος Κηφισίας, κάποια
σημεία του σώματος του αγαπημένου προσώπου είναι κάποια από τα μικρά σύμπαντα που με
τη λιτή γλώσσα του Κυπριώτη μετατρέπονται σε εξομολογήσεις αστικών ενοχών και
αμαρτωλών γκράφιτι. Ίσως δεν χρειάζεται να πει κανείς κάτι άλλο για αυτά τα είκοσι πέντε
ποιήματα του Κυπριώτη πέρα από το να δανειστεί μία πρόταση του Ρολάν Μπαρτ από τα
Αποσπάσματα του ερωτικού λόγου και να πει «Εδώ λοιπόν, μιλά ένας ερωτευμένος και λέει:».

Δημήτρης Τρωαδίτης, είναι ώρες που σκέφτομαι

Είναι ώρες που σκέφτομαι
ότι γεννήθηκα σε κάποιο άπειρο
ένα σύμπαν απροσδιόριστο
κι ότι κάποια στιγμή χάθηκα μαζί του

κλείσε την αυλόπορτα
έχω κρυφτεί στο στενό απέναντι
να παραφυλάξω τη θετή μου οπτασία
να κρυφακούσω τους εμπόρους
του μαύρου θανάτου

κλείσε την αυλόπορτα
όπως κλείνεις τα μάτια
στις γραφίδες που εξουσιάζουν
κι αιματοκυλούν το μυαλό μας

είμαστε μούσκεμα στον ιδρώτα
μες στα σκισμένα ρούχα μας
και τις λάγνες παρωπίδες

Χλόη Κουτσουμπέλη, Τρία ποιήματα

ΠΕΡΙ ΜΝΗΜΗΣ

Η μνήμη του χρυσόψαρου
διαρκεί ένα λεπτό
του ελέφαντα για χρόνια
του πιράνχας είναι
το λαίμαργο παρόν
του μεταξοσκώληκα
η κάμπια

Αργόσυρτα μαμούθ οι αιώνες
Χωρίς εσένα.

***

ΙΕΡΗ ΠΕΤΡΑ

«Κι αν τώρα πέθαινα» είπε αυτός
«Δεν θα ’νιωθα ποτέ πιο ζωντανός».
Τα πόδια τους βαθιά στο Λιβυκό
Αρχές χειμώνα καλοκαίρι
ήλιος με ξανθιές βεντάλιες βλεφαρίδες
τους δρόσιζε στον ουρανό
μια γριούλα τους φίλεψε ρακή
η δική της είχε μέρα ροδόνερο και μέλι
«για να γλυκαθείς» της είπε
και γέλασε ένα γέλιο χωρίς δόντια

Γιατί το τέλος είναι πάντοτε κρυμμένο
στην ίδια του την τελειότητα

***

ΤΗΣ ΝΕΚΡΗΣ ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑΣ

Δεν το έκανα από πρόθεση, ορκίζομαι
Μα σαν την είδα ξωτικό
να τρέχει με γυμνά τα πόδια
προς εμένα
Νόμισα θα διαπεράσει την καρδιά μου
Γι’ αυτό έριξα το βέλος
Άλλωστε εμείς οι κυνηγοί του Βασιλιά
στο θέλημά Του υπακούμε
Η πινακίδα το έγραφε ολοκάθαρα:
«Εξοντώστε κάθε εύθραυστη στιγμή»

*Από τη συλλογή «Στον αρχαίο κόσμο βραδιάζει πια νωρίς», Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2012.

Ρ.Φ. Μπρίσσεντεν, Καβάφης

Μοναχικέ γερο-σχολαστικέ, στο αδειανό σου σπίτι
ονειρεύεσαι το φανταχτερό παρελθόν με τους αδέξιους
ήρωες, στις μεγάλες ζεστές νύχτες της Αλεξάνδρειας –
τον Αντώνιο που τσακίστηκε στο Άκτιο, τον νεαρό Καισαρίωνα
που δικάστηκε χωρίς απολογία, ξεχασμένους χαρτοπαίχτες,
βασιλιάδες, ποιητές, αθλητές όλους στα σημαδεμένα περιθώρια
της ιστορίας – και προσεχτικά παρουσιάζεις σαν μεταξωτά
φουλάρια τυλιγμένα σε λεπτό χαρτί τις λιγοστές σου αναμνήσεις
τις συναντήσεις της νιότης σου στα σοκάκια, όλα σου
τα τυχαία αγόρια τα χαμένα – με τι αξιοπρέπεια πικρή
αυτή την έρημο αναπολούσες με τις σπάνιες οάσεις της!
Μα ήτανε σίγουρα πηγάδια: το νερό τους σου ‘δωσε
ζωή, σου ‘βρεξε το λαρύγγι και σ’ έκανε όλο
να τραγουδάς στ’ ατέλειωτο ταξίδι σου για Ιθάκη.

*Από το βιβλίο “Με τον τρόπο του Καβάφη – Είκοσι ξένα ποιήματα”, Έκδοση Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 1999. Μετάφραση: Μάριος Βύρων Ραΐζης.

Κώστας Πάτσης, Πηγαίνει κι έρχεται

Καπέλο υγρό και ημίψηλο που φαίνεται
Φτερό στο καπέλο που άλλοτε φαίνεται και άλλοτε όχι
Συνήθως στέκεται όρθιος και στοιχειωμένος
πίσω από διαβρωμένα κάγκελα
Άλλες φορές σφίγγει την πέτρα του νεκρού
μέχρι που τηνε κάνει δάχτυλο και δάχτυλά του
Στα ματιά του γλιστράει το γυαλί του λΰκου
και στην μιλιά του η γλώσσα των απότομων θορύβων
Βασικά πηγαίνει κι έρχεται
Ο χώρος άγνωστος. Γνωστός και πάλι άγνωστος
μέχρι που κάτι στον άγνωστο χώρο γνωστό
Ο χώρος στενός. Φαρδύς και πάλι στενός
μέχρι που κάτι στον στενό χώρο φαρδύ
Πηγαίνει κι έρχεται
Βαριετέ διχαλωτών νεύρων
Πηγαίνει κι έρχεται
Πάνω , κάτω
Πάνω , κάτω
Πέρα , δώθε
Πέρα , δώθε
Μηχάνημα, σίδερο, κίνηση, διάρκεια
Και ξανά απ’ την αρχή κι ανάποδα
Διάρκεια, κίνηση, σίδερο, μηχάνημα
Στ’ αυτιά του τι;
Ζωύφια που μπαινοβγαίνουν κλάνοντας

*Από τη συλλογή “Μια στιγμή τ’ αρμόνιο”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2013.

Ποιητής, Στέλιος ο σκουπιδιάρης

Μεγάλη μορφή ο Στέλιος ο σκουπιδιάρης,
σηκωνότανε από τις τρεις το πρωί
κατεβάζοντας καντήλια
για να μαζέψει τα σκουπίδια.
Σακούλες έβαζε στον κάδο
και έμοιαζε με φάτσα σ’ ένα κάδρο,
που καταριόταν τη ζωή
κρεμασμένο σε μια τρώγλη υγρή.
Μια μέρα μου είπε:
«Ποιητή, όλο ξαπλωμένος είσαι
σαν τις κάμπιες,
έλα να φάμε, έχω μπάμιες».
Και καθώς τρώγαμε μου είπε πάλι:
«Ξέρεις ποια ήταν η πιο καλή μου εποχή;
Τότε που κάναμε απεργία,
σαράντα μέρες στην αρχή,
και ύστερα για μήνες, το πήγαμε σερί,
είχε γεμίσει η Αθήνα τόνους σκουπίδια,
κάνανε πάρτι τα ποντίκια,
βρώμα, δυσωδία παντού,
πανούκλα, σου λέω, θα πιάναμε,
τι ωραία όμως που περνάγαμε,
αφού σκουπίδια δεν κουβαλάγαμε!
Σε όλες τις γωνίες σάπιες φλούδες
γλιστράγανε στους δρόμους οι παππούδες,
σερβιέτες, προφυλακτικά,
τι μπόχα υπέροχη,
υπέρλαμπρη, αξιοθαύμαστη ήταν αυτή ρε παιδιά!
Ήμουν σαν βασιλιάς, μέσα στα σκατά.
Τι ωραία όμως που περνάγαμε,
αφού σκουπίδια δεν κουβαλάγαμε!
Μα όταν έληξε η απεργία,
φάγαμε πακέτο, υστερία,
πλακώνονταν οι σκουπιδιάρηδες στις μάπες,
κουβαλάγαμε σκουπίδια μέχρι την άνοιξη,
σαν τους μαλάκες,
σκουπίδια έβλεπα μπροστά μου όλο,
σου λέω, μου έφαγαν τον κώλο!…

*Από το βιβλίο “Ο Ξεροπούπουλος και άλλα κείμενα που διαβάστηκαν στις συναυλίες των ‘Αέρα Πατέρα’”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, Αθήνα 2017.