William Carlos Williams, Ανοιξιάτικο τραγούδι

Όντας νεκρός
έχει κανείς πλεονέκτημα μεγάλο
σε σχέση με τους συνανθρώπους του —
μπορεί να ισχυριστεί κάποιος.

Έτσι λοιπόν,
η μυρωδιά της γης
να είναι πάνω κι από σένα —
ισχυρίζομαι

υπάρχει κάτι
δελεαστικά άγνωστο
κάποια ξεχωριστή διαφορά,
μια τελευταία αγάπη

να χωρίσει λόγω
των νεκρικών μας περιδέραιων, όταν
θα κείτομαι εντέλει
μες στο χώμα μαζί μ’ εσένα χέρι χέρι.

*Από το βιβλίο “Ουίλλιαμ Κάρλος Ουίλλιαμς Ποιήματα”, Εκδόσεις Ηριδανός2007. Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς.

Ζωή Καραπατάκη, Διαπορώντας

Όταν ο βουνίσιος χείμαρρος
συναντιέται με τον καταρράκτη
το νερό μπορεί να υπερηφανεύεται
Ποιος άλλος έχει τη φωνή του
ποιος έχει τη φρεσκάδα του
ποιο μετάξι την υφή του
ποιος καθρέφτης τη γυαλάδα του
ποιος άλλος την ορμή του
ποιος την συνοχή του

Κανένας σοφός δεν κατέχει πιο καλά
το μυστικό του κόσμου
κανείς δεν κρατά έτσι κρυμμένο μέσα του
το λόγο της ύπαρξης
Καμμιά άλλη γλώσσα
δεν είναι πιο κοντά στο Σύμπαν

Η γλώσσα του νερού
είναι μια αδιάβαστη προφητεία
για έναν νέο τυχερό κάποια στιγμή
Τειρεσία

Χ. Π. Σοφίας., Ποιήματα

ΝΕΚΡΑΝΘΕΜΑ

Ἐχθὲς
δύο
ἐραστὲς
Σάββατο
βράδυ
ἡ
λύσσα
τῆς
γλώσσας
τοὺς
ἔφερε
μιὰν
ἀνάσα
πρὶν
τὸ
θάνατο

ΕΦΕΝΤΡΑ

Γυναίκα-μοναδικότητα πιθανοτήτων

Διαβάζεις τὰ ἀκρογιάλια μὲ τὸ σῶμα σου
Κάτω ἀπὸ τὴν κοιλιά σου ἡ προσευχὴ
τοῦ καλοκαιριοῦ
Ὁ ἐνεστώτας ποὺ συλλαβίζει
τὰ ἀστέρια

ΚΙΤΡΙΝΟ

Ἔπαψε νὰ μὲ παιδεύει
Τὸ χαμομήλι

Τώρα θρηνῶ τὸ κίτρινο
Μέσα στὰ μαλλιά σου

ΚΑΘΙΣΜΕΝΗ ΣΤΟ ΣΕΚΡΕΤΕΡ

Ἐχάθηκαν οἱ λέξεις
Ἐπάνω στὸ χαρτὶ ἔμεινε τὸ αἷμα τους

Καμία εἰκόνα μόνο κάτι λίγα
φοβισμένα μυστικὰ
Σὰν βελόνες δίχως νῆμα

Ἕνα κενὸ χορτασμένο καὶ ἀνθεκτικὸ
Νὰ γυρεύει νερὸ γιὰ τὶς σκιὲς
μὲ τὸ ἀθῶο σχῆμα τῆς καμπύλης

ΣΠΑΤΑΛΗ

εἶναι σπατάλη
οἱ λέξεις
στὸν ἔρωτα

*Από τη συλλογή “Ὁ ἔρωτας τῆς βροχῆς εἶναι παντοτινός”, Εκδόσεις Κουκκίδα, Αθήνα 2019.

Beatriz Hausner, Η ερώτηση

Δεν υπάρχουν πραγματικές ερωτήσεις 
γι’ αυτές τις απαντήσεις σαν σπιράλ
που χαμογελούν τη μελαγχολική
ηχώ τους διαμορφώνοντας την αιώνια
ερώτηση ψιθυριστά σε τραγούδι.

Ο αποκαμωμένος γραφέας περιστρέφεται.

«Επαναλάβετε την ερώτησή σας», εκείνη
ζητάει, μα η άκαμπτη
συσκευή ανάμεσα σε κείνη και τον
ανακριτή της γίνεται δέντρο
που οι αόρατες ρίζες του κινούν
τα μπράτσα και τα πόδια της, κλαδιά
τα οποία τελειώνουν σε άγκιστρα που ψάχνουν
μια απόκριση από ρολόγια
για πάντα κολλημένα στην ώρα.

Ο ερωτών επιστρέφει,
απαιτεί να μάθει επακριβώς
τον όγκο της διερώτησης στα
ύδατα που καθορίζουν τα σύνορα του έθνους του.
«Αυτή είναι η απάντησή σου», εκείνη του λέει,
λάμποντας, καθώς ανασταίνεται κάθε μέρα απ’ τη στάχτη
μεγεθυμένη κατά τους σιωπηλούς προγόνους της

βαριανασαίνοντας. Της γενιάς της
η απελπισία είναι ιερή και συντηρείται
από άρρητες αναμνήσεις που
ορμούν προς τα κάτω επιμηκύνοντας τα τριχοειδή της αγγεία
μουρμουρίζοντας και επιβραδύνοντας το άλεσμα
καθώς σκαλίζουν τα γράμματα στην πέτρα
και ανακοινώνουν έναν νέο κόσμο
εικόνων που αρθρώνονται με τα χείλη
σφιγμένο δέρμα που εξαναγκάζει το τραγούδι.

*Από τη συλλογή “Η ράφτρα και η ζωντανή κούκλα”, Εκδόσεις βακχικόν, 2019. Μετάφραση: Χριστίνα Λιναρδάκη.

Γιώργος Δομιανός, από την “Πάσα Ανάσα”

ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ

μια νύχτα ονειρεύτηκε πως ήταν
κυπαρίσσι του Υμηττού
και το πρωί ξύπνησε ανθάκι στη μασχάλη της

και θέλω να σου μιλήσω

για τον σκύλο
με τα τρία πόδια
που όχι μονάχα
λησμόνησε
το πένθος της απώλειάς του
μα και έσβησε την ανάμνηση
του τέταρτου ποδιού

και τώρα
τριγυρνά
σαν λυμένη εξίσωση
ανάμεσα από
σακατεμένους ανθρώπους
που ’χουν
παραπάνω μπατζάκια
μπας και τους φυτρώσει
ένα
τρίτο πόδι

και θελω να σου μιλήσω
για τη νύχτα
το φτερούγισμα της νύχτας μέσα μου
της νύχτας που ανήκει
στις γάτες
στους αρουραίους
στους οδηγούς ασθενοφόρων
στην αγρύπνια των γραφείων κηδειών
της νύχτας του δαγκωμένου φεγγαριού
της υπερκινητικής νυχτερίδας
του γνωστικού τρελού
της αγιολάγνας πουτάνας
της απόχρωσης που ’χει η υγρασία στο ταβάνι
του παπουτσιού στη μέση της Μεσογείων
της νύχτας που αναγνωρίζει τον βιαστικό της θάνατο

της νύχτας που είναι:
πεταλούδα
σκουλήκι
σεισμός
Χύσι
μεταλλικός οργασμός

της νύχτας που παραπατά
σηκώνεται και ξεπουλάει ένα-ένα τα λεπτά της
στο όνομά μας

της νύχτας που γυρνά την πλάτη της στον ήλιο και κατουρά
στην ταράτσα τη βεβαιότητα στα μούτρα

της νύχτας μας
της δικιάς μας νύχτας.

και θελω να σου μιλήσω
και να σου πω
πως κατά πάσα πιθανότητα
ζούμε.

*Από τη συλλογή “Πάσα Ανάσα”, εκδ. Υποκείμενο, Δεκέμβριος 2016.

Andre Breton, Τεθλασμένη γραμμή

Στον Ρεϊμόν Ρουσσέλ 1

Είμαστε το ξερό ψωμί και το νερό στις φυλακές του ουρανού
Είμαστε τα λιθόστρωτα του έρωτα όλοι οι σταματημένοι φωτεινοί σηματοδότες
Που προσωποποιούμε τα χαρίσματα αυτού του ποιήματος
Τίποτε δεν μας εκφράζει πέρα από το θάνατο
Εκείνη την ώρα όπου η νύχτα για να βγει βάζει τα λουστραρισμένα της μποτίνια
Δεχόμαστε τον καιρό όπως έρχεται
Σαν έναν μεσότοιχο σε εκείνον των φυλακών μας
Οι αράχνες οδηγούν το πλοίο μέσα στο αγκυροβόλιο
Το μόνο που μπορείτε να κάνετε είναι να αγγίζετε δεν υπάρχει τίποτε να δείτε
Αργότερα θα μάθετε ποιοι είμαστε
Τα έργα μας είναι ακόμη εντελώς απαγορευμένα
Όμως αυτή είναι η αυγή της τελευταίας ακτής ο καιρός χαλάει
Σύντομα θα μεταφέρουμε αλλού την ενοχλητική μας πολυτέλεια
Θα μεταφέρουμε αλλού την πολυτέλεια της πανούκλας
Εμείς που δεν είμαστε παρά λίγη λευκή πάχνη πάνω στα ανθρώπινα δεμάτια
Κι αυτό είναι όλο
Το ρακί επιδένει τα τραύματα μέσα σε ένα υπόγειο καμπαρέ από το φεγγίτη του οποίου διακρίνουμε έναν δρόμο πλαισιωμένο με μεγάλα γυμνά λάπαθα 2
Μη ρωτάτε πού βρίσκεστε
Είμαστε το ξερό ψωμί και το νερό στις φυλακές του ουρανού
Η τράπουλα κάτω από το φως των αστεριών
Μόλις που μπορούμε να ανασηκώσουμε μία γωνία του πέπλου
Ο επιδιορθωτής φαγεντιανών σκευών 3 εργάζεται πάνω σε μια σκάλα
Φαίνεται νέος παρά την παραχώρηση αποκλειστικότητας
Τον πενθούμε φορώντας κίτρινα
Η συνθήκη δεν υπογράφηκε ακόμη
Οι αδελφές του ελέους 4 προκαλούν
Στον ορίζοντα των διαρροών
Ίσως αποσοβούμε και το καλό και το κακό ταυτόχρονα
Έτσι γίνεται και εκδηλώνεται η θέληση του ονείρου
Άνθρωποι που μπορούσατε
Οι αυστηρότητές μας χάνονται μέσα στη μεταμέλεια των κατακερματισμών
Είμαστε οι βεντέτες της πιο τρομερής γοητείας
Ο γάντζος του ρακοσυλλέκτη Πρωινού πάνω στα ανθισμένα παλιόρουχα
Μας ρίχνει στην οργή των θησαυρών με λαίμαργα δόντια
Μην προσθέτετε τίποτε στην ντροπή της ίδιας της συγγνώμης σας
Αρκεί να οπλίσετε για ένα απύθμενο τέλος
Τα μάτια σας με εκείνα τα γελοία δάκρυα που σας ανακουφίζουν
Η κοιλιά των λέξεων είναι επιχρυσωμένη απόψε και τίποτε δεν είναι πλέον μάταιο

(22 Αυγούστου 1923)

Σημειώσεις
1. Raymond Roussel (1877-1933): Γάλλος συγγραφέας. 0 τελευταίος χρονολογικά πρόγονος του υπερρεαλισμού. Μοναχική και παράξενη προσωπικότητα, διακατεχόμενη από νευρολογικές διαταραχές, κλη-ροόμησε νέος μια πολύ μεγάλη περιουσία και έζησε μια εκκεντρική ζωή δανδή, παράγοντας ένα μοναδικό και πρωτότυπο έργο, ανεξάρτητο από κάθε είδους επίδραση, ανάλογο του ιδιοσυγκρασιακού του χαρακτήρα. Τα εξαιρετικά του μυθιστορήματα, «Η φόδρα» (La Doublure, 1897), «Χτύπημα δακτύλου» (Chiquenaude, 1900), «Η όραση» (La Vue, 1902), ((Εντυπώσεις από την Αφρική» (Impressions d’Afrique, 1910) και «Locus Solus» (1914), που «υπήρξαν ουσιαστικά η πραγματική έναρξη της μακρύς επανάστασης που σηματοδότησαν ο ντανταϊσμός, ο υπερρεαλισμός και οι προεκτάσεις τους», σύμφωνα με τον Robert Lebel (1904-1986), αλλά και τα δύο θεατρικά του έργα, «Το αστέρι στο μέτωπο» (L’Etoile aufront, 1925) και «Η σκόνη των ήλιων» (La Poussiere de soleils, 1926), προκάλεσαν τον θαυμασμό του Breton και των υπερρεαλιστών, οι οποίοι τον κάλεσαν επανειλημμένως σε συνάντηση, εκείνος όμως προτίμησε να κρατήσει τις αποστάσεις του. Ο Breton έγραψε στο πρώτο «Μανιφέστο του υπερρεαλισμού» (Manifeste du surrealisme, 1924), ότι «ο Roussel είναι υπερρεαλιστής στο ανέκδοτου, ενώ τον συμπεριέλαβε και στην «Ανθολογία του μαύρου χιούμορ» (Anthologie de I’humour noir, 1940). To μυστηριώδη του θάνατο, που αποδόθηκε σε αυτοκτονία, στο Παλέρμο της Ιταλίας, ακολούθησε η έκδοση του δοκιμίου του «Πώς έγραψα μερικά από τα βιβλία μου» (Comment j’ai ecrit certains de mes livres, 1935), όπου o Roussel φανέρωσε ορισμένες τεχνικές συγγραφής του κρυπτογραφικού του έργου, βασισμένο σε μεγάλο βαθμό σε μια «αντιλογική μέθοδο» δικής του έμπνευσης.
2. Λάπαθο: Είδος εδώδιμου λαχανικού, τα φύλλα του οποίου φύονται απευθείας από το έδαφος και απλώνονται παράλληλα προς αυτό. Χρησιμοποιείται στη μαγειρική (χορτόπιτες, σαλάτες), αλλά και για φαρμακευτικούς λόγους. Επιστημονικό του όνομα: Rumex Ρα-tientia.
3. Πορσελάνινα σκεύη σερβιρίσματος (σερβίτσια, πιατέλες), κατασκευασμένα από πηλό που έχει λουστραριστεί με κασσιτερούχο βερνίκι. Πήραν το όνομά τους από την πόλη Faenza της Βόρειας Ιταλίας.
4. Αδελφές του ελέους: Θρησκευτική αδελφότητα γυναικών που, χωρίς να ακολουθούν πλήρη μοναστικό βίο, προσφέρουν φιλανθρωπικό έργο, ιδιαίτερα στην εκπαίδευση και στη νοσοκομειακή περίθαλψη.

*Από το βιβλίο “Γαιόφως και άλλα ποιήματα (1916-1936)”, Εκδόσεις Ύψιλον. Μετάφραση: Σωτήρης Λιόντος.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Δύο ποιήματα

Το ξύπνημα

Όνειρο η αποκοτιά του Φλεβάρη
ο νυχτερινός αέρας στη νησίδα της λεωφόρου
με τις λεύκες ετοιμόγεννες αλήθειες
Όνειρο οι σκασμένες φτέρνες
που πειθαρχούν στον βηματισμό του μεθυσμένου ποιητή
Και ο μέγιστος κοινός διαιρέτης
του ποιήματος και των εμφύλιων αναγνώσεων στα πάρκα
χίλια κομμάτια αφημένα στους πάγκους των πλανόδιων
Όνειρο ο αντίχειρας που βαστά τους χειμώνες
κόντρα στη σελίδα
να πω γρήγορα
να γράψω γρήγορα
να φιλήσω γρήγορα
τα μυστικά μου στο στόμα

***

Μεσοφέγγαρα

Είναι κάτι βράδια
που τα αερικά σεργιανίζουν
μέσα στο δωμάτιο
εξαναγκάζοντας τα όνειρα να αποσιωπήσουν
το προσεχές τους γένος,
να αποδυθούν τη χαοτική τους μυθοπλασία
και να μου δώσουν την ευκαιρία
να κλάψω την τρέλα μου
με την αλήθεια που ταιριάζει σε ένα ζώο.

Το χάρτινο πορτατίφ πορτοκαλίζει
όταν το ανάβεις,
και το πουκάμισο που κρέμεται
στο πόμολο της πόρτας
είναι ρούχο με μηδαμινές αξιώσεις.
Τις αξιώσεις τις κλέβει καθημερινά
ένας χολωμένος αυτόκλητος θεός
που -όπως τα αερικά- με επισκέπτεται στην αναδουλειά,
χωρίς ένα πεσκέσι.
Δώρον άδωρον αυτό το ποίημα.

Τσέσλαβ Μίλος, Ένα Τραγούδι για το Τέλος του Κόσμου

Τη μέρα που τελειώνει ο κόσμος
Μια μέλισσα κυκλώνει ένα τριφύλλι,
Ένας ψαράς μπαλώνει ένα ιριδίζον δίχτυ.
Χαρούμενα δελφίνια πηδάνε στο νερό,
Νεαρά σπουργίτια παίζουνε κοντά στο λούκι
Και το δέρμα του φιδιού είναι χρυσό όπως πάντα.

Τη μέρα που τελειώνει ο κόσμος
Γυναίκες περπατάνε στα λιβάδια κάτω απ’ τις ομπρέλες τους,
Ένας μέθυσος αποκοιμιέται στο γρασίδι,
Μανάβηδες φωνάζουνε στο δρόμο
Κι ένα κίτρινο ιστιοφόρο πλησιάζει ένα νησί,
Η φωνή ενός βιολιού αντηχεί μες στον αέρα
Κι οδεύει σ’ έναν έναστρο ουρανό.

Κι εκείνοι που περίμεναν βροντές και αστραπές
Απογοητεύτηκαν.
Κι εκείνοι που περίμεναν σαλπίσματα αρχαγγέλων και οιωνούς
Δεν το πιστεύουν πως συμβαίνει τώρα.
Όσο το φεγγάρι και ο ήλιος θα ‘ναι εκεί ψηλά,
Όσο η μέλισσα θα επισκέπτεται ένα λουλούδι,
Όσο θα γεννιούνται βρέφη ροδαλά
Κανείς δεν θα πιστέψει ότι συμβαίνει.

Μονάχα ένας γέρος ασπρομάλλης, που προοριζόταν για προφήτης
Κι εντούτοις δεν είναι προφήτης, γιατί είναι πολυάσχολος,
Επαναλαμβάνει ενώ δένει τις ντομάτες του:
Δεν θα υπάρξει άλλο τέλος του κόσμου,
Δεν θα υπάρξει άλλο τέλος του κόσμου.

*Μετάφραση: Χάρης Γαρουνιάτης.
**Από τη σελίδα της Έλενας Λυμπεροπουλου.

Αλέξανδρος Κυπριώτης, Ποιήματα

Γεωγραφία

Πρώτα θέλω να σου χαϊδεύω την κοιλιά
κι ύστερα να γλείφω τη γραμμή
που κατεβαίνει από τον αφαλό σου

***

Τέσσερις εποχές

Αγαπάω όλα τα ρούχα σου τα χειμωνιάτικα.
Μόνο αυτά σε κρύβουνε καλά από τα ξένα μάτια.

***

Του ύπνου

Όταν κοιμήθηκες σπίτι μου πρώτη φορά,
δεν ήθελα να ξυπνήσεις.

***

Άρνηση

Πόσο μ’ αρέσουνε τα χείλια σου,
όπως τα κάνεις όταν δεν θέλεις.

***

Διαφορά φύλλων

Σε οδοντίατρο γυναίκα μόνο να πηγαίνεις.
Δεν μπορώ νσ μπαίνουν στο στόμα σου τα δάχτυλα
άλλου άντρα.

***

Παράδοση

Μ’ αρέσει όταν από την κούραση απλώνεσαι
στον καναπέ.
Μπορώ να σου κάνω ό,τι θέλω τότε

***

Savoir vivre

Βουτάς την τηγανητή πατάτα στη μουστάρδα
κι ύστερα τη βάζεις στο στόμα σου.
Βουτάω στη μουστάρδα τα δάχτυλα
κατά λάθος.

*Από τη συλλογή “Μπορεί επίτηδες να μενωαπό τσιγάρα”, Εκδόσεις Σκαρίφημα, Φεβρουάριος 2019.

Σπύρος Μεϊμάρης, Δύο ποιήματα

Η Ευχαρίστηση (Η Ποίηση)

Η ευχαρίστηση, την ανακάλυψα!
Μέσα από τη Μουσική.
Ήταν το πιο άμεσο όχημα.

Την αγάπησα.
Την ξέχασα.
Εκείνη όμως πάλι με έφτασε.

Η Μουσική,
Η ευχαρίστηση της Μουσικής
Είναι μεγάλο πράγμα.

Είχα ανάγκη φαίνεται από έκσταση.
Από εκστάσεις, ατελείωτες εκστάσεις.
Κι από χρώματα, σίγουρα από χρώματα!

Βυθίστηκα λοιπόν, αφέθηκα και πήγα.
Ήταν η γυναικεία φωνή που μιλούσε
Μέσα μου από παιδί.

Το βάθος της και οι συνειρμοί που
Εκείνη ασταμάτητα προκαλεί,
Καθώς εγώ τανύζω τη λύρα μου.

Ο χορός συνεχίζεται.
Είναι η ίδια η ψυχή μου που χορεύει.
Ο θρίαμβος της Χαράς.

***

Προσπαθώντας να Θυμηθώ

Προσπαθώ να θυμηθώ
Κάτι μες στον ήλιο,
Κάτι εδώ και πολύ καιρό.

Έρχεται στο νου μια εικόνα ασαφής,
Όμως λαμπερή, με προϋποθέσεις χαράς,
Σχεδόν θριαμβική.

Ανήκει σε άλλη εποχή,
Άλλη μουσική, άλλα χρώματα,
Άλλα συναισθήματα.

Ήμουν μήπως εγώ,
Η μορφή εκείνη που σεργιανούσε
Στους ηλιόλουστους δρόμους;

Τα φευγαλέα εκείνα συναισθήματα
Περνούσαν άραγε μόνο μέσα
Από τη δική μου καρδιά;

Οι φόβοι εκείνοι,
Ανήκαν άραγε μόνο
Σε μένα;

Ποιος είμαι εγώ;
Τότε και τώρα;

*Από τη συλλογή «Δηλώσεις της σιγαλιάς» Εκδόσεις Πολιτιστική Δράση – ΕΜΣΕ, Αθήνα 2011.