Χαρά Παπαδοπούλου, Δύο ποιήματα

Μολύβι αντί βελόνας

Λέξη λέξη πλέκω το ποίημα.
Γράμμα γράμμα ανασύρω τις λέξεις,
τη μία μετά την άλλη.
Μολύβι αντί βελόνας.
Παίζω με τα χρώματα,
την υφή και το σχέδιο.
Αποφασίζω, ποίημα ή ιστορία.
Λέω, ωδή ή χρονογράφημα.
Σας ντύνω, σας στολίζω,
σας ζεσταίνω με λέξεις
σφιχταγκαλιασμένες.
Τι χρώμα να έχει το ποίημα;
Ποια η περίσταση;
Μαύρο για το πένθος.
Κόκκινο για τον έρωτα.
Πράσινο για την ελπίδα
Πορτοκαλί για τη χαρά.
Κι αυτή η άνοιξη δεν λέει να μας λυπηθεί.
Κι αυτή η αγάπη
μάς έχει πάρει από φόβο.

***

Το αληθινό νόημα

Ως την άκρη της κάθε μέρας περπάτησα
για να σας φέρω το αληθινό νόημα.
Αυτό που είχα οριστεί να σας διαδώσω.
Αυτό που θα σας έσωζε από την απελπισία.
Αυτό που θα σας έκανε να χαμογελάσετε
και να ομολογήσετε ανακουφισμένοι:
Ναι, μάλιστα, γι’ αυτό αξίζει να ζούμε.
Αλλά δεν το βρήκα. Με συγχωρείτε.
Δεν το ήθελα. Πρέπει να με πιστέψετε.
Ξέρω τώρα θα με κατακρίνετε
και θα λέτε πως δεν κρατάω τις υποσχέσεις μου.
Πως άδικα με εμπιστευτήκατε
και περιμένατε ανυπόμονοι,
γιατί η ζωή σας είχε σταματήσει
και θέλατε να τη συνεχίσετε.
Μόνο εσείς ξέρετε πόσο θέλατε.
Δηλαδή τι σας λέω τώρα;
Ότι πρέπει να ζήσετε πλέον χωρίς νόημα;
Ή ότι το νόημα δεν είναι ένα;
Ή ότι κακώς με διορίσατε;
Τι κάνω λοιπόν; Παίζω μαζί σας;
Σας στερώ από τις ελπίδες σας;
Ναι, ναι. Καλά με καταλάβατε. Αυτό κάνω.
Σας στερώ από τις ψεύτικες ελπίδες σας.
Πώς μπορώ και σας το κάνω αυτό;
Μπορώ γιατί εσείς δεν μπορέσατε.
Και μην ξεγελιέστε,
δεν δίνω δεκάρα για την υπόσχεση που σας έδωσα.

*Από το βιβλίο «Ένα γυμνό κρεμμύδι», εκδόσεις των άλλων, Απρίλης 2016.

Κομπάγιασι Ίσσα, Δώδεκα χάικου

Λευκός λαγός
πρέσβης της σελήνης
του Σεπτέμβρη;

Πάπιες, χήνες
φωνές που παρατείνουν
το τέλος της χρονιάς.

Πρωινή ομίχλη –
Ανοιχτά παντζούρια
στο κάστρο βροντάνε.

Χέρια, στόματα
επιδέξια καινούργια
καλοκαιρινά ρούχα.

Κορδωτός ο χαμάλης
στο ποτάμι –
Κελαηδά κούκος.

Οι βραδινές μπόρες
έφτασαν πια
ως και στη Σαρασίνα.

Φωνές στο Έντο –
Χαζεύουν τα άνθη
Κι ύστερα καυγαδίζουν.

Ποιο είναι το αστέρι
που με οδηγει;
Φθινοπωρινό αγέρι.

Το αηδόνι ξεδιψά
κι ύστερα πνίγεται
στο παλαιό πηγάδι

Εφήμερη λιακάδα –
Δύο πουλάκια κάποιους
καλούν στο Γιοσίνο.

Στον κήπο της σιωπής
φουντώνουν μονομιάς
οι αγριάδες.

Ομίχλη, στάζουν οι
χάρτινες ομπρέλες
στο Κιότο.

*Από το βιβλίο Κομπάγιασι Ίσσα, Διακόσια εξήντα επτά χάικου, Εκδόσεις Κουκούτσι, Αθήνα 2017. Εισαγωγή – Μετάφραση – Επίμετρο: Γιάννης Λειβαδάς.

Γρηγόρης Σακαλής, Δύο ποιήματα

Φαύλος κύκλος

Έπιασα το νου μου
να κάνει στροφές
γύρω από τον εαυτό μου
και είπα
πού θα πάει αυτό
είναι αδιέξοδο
όταν ασχολείσαι υπερβολικά
με το πνεύμα σου
με το σώμα σου
είσαι σε λάθος δρόμο
γίνεσαι α-κοινωνικός
οι ανθρώπινες σχέσεις
δεν σ΄αγγίζουν
κι όλα τα μετράς
με λάθος μέτρο
τον εαυτό σου
πρέπει να σπάσεις
τον φαύλο κύκλο
του ναρκισσισμού
και της εγωπάθειας
αν θέλεις να γίνεις
αληθινός άνθρωπος.

***

Πλούτος και φτώχεια

Σαν σε όνειρο
η φτώχεια απαρνήθηκε
την εντιμότητα
πόσο ν΄αντέξει κανείς
την ανέχεια
ο πλούτος πάλι δεν παύει
να εξαγοράζει συνειδήσεις
αυτό δεν έκανε πάντοτε
η κοινωνία θα είναι διεφθαρμένη
όσο υπάρχει πλούτος και φτώχεια
δεν γίνεται διαφορετικά
παρά μόνο αν λείψουν
και εξαφανιστεί η ανάγκη
όταν οι άνθρωποι αφεθούν να ζήσουν
ελεύθεροι και να δημιουργήσουν
μια νέα ζωή.

Αλέξης Τραϊανός, Η Βίκυ της αιμομιξίας

Κυνηγούσα το φως και μ’ αγκύλωνε

Σαρκοβόρο σκοτάδι από πέτρα πλάγιο
Κατεβαίνοντας μέσα στο στόμα

Με δένει η πέτρα ζοφερά ψυχανθή

Κύκλοι του αίματος μέσα στον ύπνο που ξύπναγε

Όταν κόκκινη Κοκκίνισε ο τόπος

Μ’ ένα φόρεμα ματωμένο απόρρητο ήταν

Δόθηκε η καρδιά μου και άδειασε

Χωρίς ηλικία γέννηση θάνατο

Μέσα στο στόμα μου μόνο ένα χάπι για τον ύπνο
Κι ένα

Αντίο η θάλασσα με την ίδια προσπάθεια εδώ και χρόνια

Αντίο η φλόγα ενός σάπιου ανέμου

Αντίο ξεκρέμαστε απ’ την ουσία σου κόσμε

Βλέπω αίμα αίμα πολύ

Γέμισε το παράθυρό μου χαμένος παράδεισος

Φυτεία της νικοτίνης και νύχτα

Τότε κάπου πάντα θέλει να πάει κανείς

Στο τίποτα έστω μέσα σε τόσα τίποτα

«Κι η χαμένη καρδιά σκληραίνει και αγάλλεται»

Τ’ όνειρο έμπαινε πια μέσα στη μέρα μου

Κι από παντού το κόκκινο το κολασμένο γέλιο σου

Εδώ ’μαι γέρος ερωτευμένος με το δωμάτιο και τα σκοτάδια

Δεν έχω μάτια να σε δω δεν έχω χέρια

Βήχω πίνω καφέ

Βάζω το ξύλινο πόδι μου το γυάλινο μάτι μου

Σου γράφω αυτά τα λόγια που γράφει πριν φύγει κανείς

Κάνει κρύο

Φοβάμαι

*Από τη συλλογή “Το δεύτερο μάτι του Κύκλωπα” (1977). Ευχαριστίες στον ποιητή Γιώργο Γκανέλη που το έβαλε στη σελίδα του στο facebook απ’ όπου το πήραμε κι εμείς.

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος: η επίμονη πυξίδα

Ε.ΜΥΡΩΝ

Δεν θα ‘ρθούμε.
Πέρασε η πλώρη μας στ’ ανοιχτά του μέλλοντος.

Θα αρχίσω με μια εξομολόγηση, ως είθισται στα ποιητικά πράγματα: το κείμενο δεν είναι κριτικό σημείωμα ή τυπικό αφιέρωμα στον ποιητή Λυκιαρδόπουλο, πρόκειται για μια προσωπική περιδιάβαση στους στίχους του και μια αποτύπωση όσων εισέπραξα συμβιώνοντας μαζί τους.

Αφήνοντας έξω κάθε ανάγκη εξοπλισμού και γλωσσικού σωσίβιου, αφέθηκα στα κύματα και στις τρικυμίες να με ταξιδέψουν εντός των ποιημάτων, απολαμβάνοντας την θέα απ’ αυτήν την περίοπτη και προνομιούχο θέση. Ίσως, λοιπόν, πρόκειται για το ημερολόγιο ενός πρωτάρη κολυμβητή.

Λίγα βιογραφικά για αρχή: Ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, γεννηθείς το 1936, είναι διανοητής, μεταφραστής, δοκιμιογράφος και ποιητής. Μέλος της καρποφορούσας σπάνιων ανθέων παρέας των Σημειώσεων, μαζί με τους Στέφανο Ροζάνη, Βύρωνα Λεοντάρη, Μάριο Μαρκίδη, Μάρκο Μέσκο, Παναγιώτη Κονδύλη, κ.α. Μετά τη μαύρη κι απελπιστικά σφιχτή χουντική παρένθεση η παρέα αυτή άφησε έντονο το αποτύπωμά της στα ελληνικά γράμματα: γνωρίζοντας γιατί η σκέψη πρέπει να συνομιλεί με τον εαυτό της, και γιατί η Ποίηση οφείλει να απαντά σε ερωτήματα που δεν τέθηκαν.

Ενδεικτικό της αξίας του Λυκιαρδόπουλου είναι το κείμενο του ακριβολόγου Φώτη Τερζάκη:

«Ένας παλιός σουφικός θρύλος λέει πως υπάρχουν πάντα στον κόσμο τρεις κρυφοί άγιοι που με την ύπαρξή τους τον κρατούν στην πορεία του. Αν λείψουν, θα βυθιστεί στο χάος. Είναι η μυστική θεωρία του κουτμπ (άξονας) στην αραβική παράδοση. Αν υπάρχει ένας τέτοιος αόρατος άξονας που φυλάει ό,τι εξακολουθητικά λέμε νεοελληνικό πνεύμα από την απόλυτη σήψη, ένας αφανής άτλας που σηκώνει στους λιγνούς ώμους του το βάρος τής σκέψης ενός αιώνα στις άγονες ημέρες μας, θα ήταν ένας άνθρωπος που έχουμε το προνόμιο να βαδίζει ακόμα δίπλα μας, να συνομιλεί μαζί μας, μεταγγίζοντας ακατάπαυστα στη ζωή μας πολύτιμες ποιότητες: θα ήταν ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος».
(Πανοπτικόν, τεύχος 20)

Θυμάμαι την… άδολη χαρά μου όταν διάβαζα μετά μανίας τα δοκίμιά του και έπεσα πάνω στην πλήρη αποσυναρμολόγηση και απόρριψη του «Άξιον εστί» στο «Η πολιτική ουσία του λαϊκισμού» (Η Ρωμιοσύνη στον Παράδεισο, Έρασμος, 2004). Εκεί αναπτύσσει με στιβαρά επιχειρήματα την άποψη ότι το έργο του νομπελίστα Ελύτη αποτελεί μια αντανάκλαση του εθνικού μεγαλοϊδεατισμού. Γράφω για άδολη χαρά γιατί ίσως ήταν η δικαίωση μιας εφηβικής μου αντίρρησης για στίχους όπως:

Μα εσάς, ω ψεύτες, τη ζωή
που αρνιέστε να δουλέψτε,
σας έδεσα στ’ αλέτρια μου·
για ν’ ανεβείτε ένα σκαλί
και λίγη γης να οργώστε
σας κέντησα τη ράχη σας
βαθιά με τη βουκέντρα

Πολλές οι σκέψεις του διανοητή Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου που με γοήτευσαν, αλλά επειδή εδώ δε φτάνει ο χώρος για ανάλογες επεκτάσεις και προσεγγίσεις, θα αρκεστώ μόνο στον θαυμαστής εμβρίθειας και οξύτατης αίσθησης στοχασμό του: «Κανένας δημοκράτης δεν ομολογεί ότι το καθεστώς που θέτει το δίλημμα: «Ή εγώ ή τα τανκς» στην πραγματικότητα κυβερνάει ήδη με τα τανκς -είτε αυτά είναι ορατά όπως στη Βαρσοβία και την Άγκυρα, είτε είναι αόρατα όπως στον «ελεύθερο κόσμο».

Όλα τα προτερήματα του στοχαστή Λυκιαρδόπουλου έχουν μετουσιωθεί στα ποιήματά του. Η φιλοσοφική ορολογία δεν του αρκεί και καταφεύγει στον ποιητικό λόγο, γιατί μ’ αυτόν μπορεί να φτάσει στον μυχό των πραγμάτων. Ποιήματα που δεν κουράζουν, καθώς έχοντας μπολιάσει τα θεμέλια τους με το ακριβό του βίωμα, δημιουργεί μια συνεχή και αξιοπρόσεχτη κίνηση του θυμικού. Δεν περιγράφει ένα συμβάν αλλά το δημιουργεί μέσα από τις λέξεις του. Γνωρίζοντας τη δύναμη της ποιητικής εικόνας, (όχι με τη ζωγραφική της έννοια..), ο στοχαστικός και εσωτερικός ποιητής μας χαρίζει στίχους όπως:

Μέσα σὲ τούτη τή σπηλιά
καίω τὶς τελευταίες μου προθεσμίες
δακρύζοντας ἀπ’ τούς καπνούς.
Κλεισούρα κρύο στήν ψυχή ἐπέτειος δίχως δόξα
– πῶς πάνε οἱ ἄλλοι ἔτσι κατάστηθα στό θάνατο
πῶς πνίγονται ἔτσι στ’ ἀνοιχτά ;
(…)

(Υπό ξένην σημαία, Ποιήματα 1967-1987, Ύψιλον)

Μιας και ο ίδιος αποφεύγει τη δημοσιότητα όπως ο… διάολος το λιβάνι, οι συλλογές του δεν είναι γνωστές στο ευρύ κοινό. Η επιλογή του αυτή είναι κομβικής σημασίας. Όπως εύστοχα γράφει κάπου ο Μάνος Τασάκος, η δουλειά του ποιητή τελειώνει με την τελεία που βάζει, δεν ενδιαφέρει τον αναγνώστη αν ο συγγραφέας έχει ξανθά μαλλιά ή μελιστάλαχτη φωνή, όπως δεν ενδιαφέρει τον κατοικούντα σε ένα διαμέρισμα η απόχρωση της κόμης του αρχιτέκτονος..

Σε μια περίοδο άγριου καταναλωτισμού και ‘’νομιμοποιημένης’’ ευκολίας στάσεις ανάλογες πρέπει να χαίρουν του σεβασμού όλων μας.

Τα ποιήματά του με έθελξαν εξαρχής. Ήταν μια περίοδος που τα κουβαλούσα παντού: στο μετρό, στο βαπόρι, στο μαξιλάρι κ.α. Αργότερα, διαβάζοντας το ποίημα του Κώστα Δεσποινιάδη:

Απόψε βρέχει
κάποιοι στον κόσμο
κρυώνουν – όπως πάντα
κλείστε τα όλα
τηλεοράσεις, κινητά, διαδίκτυο
τον θόρυβο του κόσμου
και διαβάστε
μόνοι,
παντέρημοι
Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο.

(Ζέλμπα, Πανοπτικόν, 2017)

συνειδητοποίησα αυτό που αρχικώς είχα διαισθανθεί: παντέρημος κανείς πρέπει να εισχωρήσει στα ποιητικά ύδατα του Λυκιαρδόπουλου. Χωρίς λυσάρι και έτοιμες ερμηνείες για σωσίβιο στις αποσκευές. Άλλωστε, όπως γράφει ο Βύρωνας Λεοντάρης, «Τα ποιήματα συμβαίνουν», όσο εμπιστευτούμε ένα ποίημα στ’ ανοιχτά, τόσο αυτό θα μας δείξει οάσεις και θησαυρούς.

Στην θάλασσα για αρκετά χρόνια, πρώτα ως ναύτης και μετά ως ασυρματιστής σαν τον Καββαδία, με διαφορετικό ναύλο από τον Μαραμπού, ο Λυκιαρδόπουλος γράφει για τη ματαίωση των ιδεολογιών, για την κατεδάφιση του ονείρου,

Ὅταν ἤρθαμε
ὑποχωρούσαν τὰ μεγάλα ὁράματα ἀποδεκατισμένα
στὰ ὑπόγεια καταφύγια τοῦ στίχου

τώρα μᾶς πήραν δρόμοι χωρὶς ἐπιστροφή
βήμα πρὸς βήμα συλλαβίσαμε τὴν ἔρημη δεκαετία
συλλαβίσαμε τὴ ζωή μας μὲ χαμηλὴ φωνὴ καὶ λίγο φῶς
καὶ μὲ τὸ δάκτυλο νὰ διστάζει σὲ κάθε συλλαβή
χάσαμε τὴ ζωή μας λίγο λίγο καὶ χωρὶς σκοπό

Μὰ ποῦ εἶναι οἱ μέρες ποὺ στὶς φλέβες τους κυλοῦσαν
ἄνεμοι χτεσινοὶ αὐριανὰ ποιήματα
ὅταν ἡ ἱστορία πλατάγιζε σὲ κάθε συνοικία
τραντάζοντας τὶς ρίζες τ’ οὐρανοῦ τῆς ἀδικίας τὰ μπαλκόνια

δὲν πρόλαβες τίποτα
-ἀνταύγειες μόνο
κουρέλια μουσικῆς ποὺ τὰ ξεβράζει τ’ ὄνειρο κι ἡ τρέλα
ἀνταύγειες ἀπὸ μιὰ μάχη ποὺ ἄλλοι δώσανε
καὶ χάσανε γιὰ σένα

(Ραγισμένο ταμπούρλο, Ύψιλον, 2006)

και την απαραίτητη ανάγκη της ουτοπίας, για την… αιμάσσουσα πληγή του συμβιβασμού, για την τάση φυγής προς το ανεκπλήρωτο, για την υπαρξιακή αναζήτηση και αγωνία, αφήνοντας τον αναγνώστη, με μοναδικό εφόδιο τους στίχους, να βρει (ή να εφεύρει) την δική του όαση.

Η μάχη «που άλλοι δώσανε και χάσανε για σένα», είναι η επιτομή εκείνου του αισχρού «βλέπε, άκου, μη μιλάς». Ο κακώς εννοούμενος ατομικισμός, η αποξένωση και η απόσταση μεταξύ των ανθρώπων, (στην οποία συμβάλλει και η τρέχουσα διαίρεση σε πραγματικό και ψηφιακό εαυτό), αποτελεί πλέον μια ανεκρίζωτη τάση. Αυτή η σύγχρονη αλλά αρκούντως μεταβολισμένη μορφή βίας καταφέρνει τεχνηέντως να… εξαφανίσει και το φίδι και την τρύπα.

…πάρτε νερό άπό δῶ πού
βρέθηκε τόσο καθαρό. Ὄχι φωτογραφίες καί χαρτιά
πού κιτρινίζουν, ὅρκους και λόγια πού θά ξεχαστοῦν. Μόνο
λίγο νερό και λίγα φροῦτα γιά τίς πρώτες μέρες – ὅσο νά
συνηθίσετε ξανά στήν πείνα καί τή δίψα…

Θά τό κρατήσω ὅσο μπορέσω τοῦτο τό δωμάτιο
εἶναι στιγμές πού δέν τό βρίσκουν οἱ καιροί
κι ὁ ποταμός Μεκόγκ πού μέ ἀνακρίνει.
Ὁ πόλεμος δέν μοῦ πῆρε τίποτα
ἔχασα τή ζωή μου ἐν εἰρήνη
άλλάζοντας καταφύγια
ἔμαθα τον ἀποχαιρετισμό σ’ ὅλες τίς γλώσσες.
Ξέρω
τή λευτεριά δέν τήν κερδίζεις φεύγοντας
οὔτε γυρίζοντας τόν διακόπτη σβήνοντας τό μυαλό
τά δάση πού κρυβόμαστε αὔριο θά πιάσουνε φωτιά
καί μεῖς θα βγοῦμε κλαίγοντας ἔξω ἀπό τοῦτες τίς σελίδες
– ὅσοι θά ζἠσουνε θά ζήσουν ἔξω ἀπ΄τίς σπηλιές.
Ὅμως ἀπόψε
θά τό κρατήσω ὅσο μπορέσω τοῦτο τό δωμάτιο
βάλε τό ξυπνητήρι στίς ἑφτά
πάνω στό δέρμα σου παραμιλάει τό νερό
πάνω στά χείλια σου πεθαίνουν ὅλες μου οἱ λέξεις.
θά τό κρατήσω ὅσο μπορέσω τοῦτο τό δωμάτιο
(… κι ἄν κἀπου κάπου ἀνατριχιάζουν οἱ κουρτίνες
δέν εἶν’ ἀγέρας ἀπ΄τά περασμένα
τό φῶς εἶναι μονάχα
καί τῆς αὐγῆς τά ξαφνικά πουλιά…).

(Υπό ξένην σημαία, Ποιήματα 1967-1987, Ύψιλον)

Γραμμένο το 1968, 50 χρόνια πίσω κι όμως τόσο σημερινό. Διαβάζοντας το ξανά και ξανά … αντηχάει πίσω μου ο, συνήθης ύποπτος, Καρυωτάκης:

Κράτησε κάποιον τόπο μυστικό,
στὸν πλατὺ κόσμο μιὰ θέση.

Με ελεύθερο στίχο εδώ (αλλού προτιμάει τον έμμετρο ομοιοκατάληκτο), ο ποιητής που «έχασε τη ζωή του εν ειρήνη» επιμένει στο δωμάτιο που δεν το βρίσκει κανείς, τις αναμνήσεις που κρατά κλειδαμπαρωμένες στα μύχια της συνείδησής του.

Μα, στην ουσία, μιλάμε για μια εμπόλεμη και στο φαινόμενο μονάχα ειρήνη

μπουζούκι και μπετόν αρμέ – κάτω απ’ αυτή την μπότα
μεγαλώσαμε

(Ραγισμένο ταμπούρλο, Ύψιλον, 2006)

που τον διώχνει και τον αναγκάζει «να αλλάζει καταφύγια», αλλά να καταλήγει πως «δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό» προς την ελευθερία.

Δε γίνεται με αναχρονιστικά μέσα ο πόλεμος αυτός -τρύπωσε υπογείως σε υπνωτικά ριάλιτι παιχνίδια, στην ηρωοποίηση ποδοσφαιριστών και καλλιτεχνών που αναπαράγουν τυποποιημένα μηνύματα αποβλάκωσης, στον στιγματισμό του διαφορετικού και στον εξοστρακισμό του δημιουργικού – σημαντικός σύμμαχος η ομοιομορφία -, στον ανταγωνισμό, ο οποίος με την κουκούλα της εξέλιξης, αντί για μικρογραφία σφαγής αποκαλείται… υγεία.

ΛΟΞΟΔΡΟΜΙΑ

Ι

Ἄλλες ἐνστάσεις δέν χωροῦν
γιατί τά δάκρυα λάμπουν διφορούμενα
γιατί ὁ θάνατος χαμογελάει ἀπό τό μέλλον
γιατί τό ψέμα πυροβολεῖ μ᾿ εὐθύβολες ἀλήθειες
γιατί ἡ ἀλήθεια δέν προβαίνει πλέον σέ δηλώσεις

Γιατί
στό ἀγκίστρι τοῦ θανάτου
τό δόλωμα ἦταν ἡ ζωή
…ἄλλες ἐνστάσεις δέν χωροῦν
πῆρες ὅ,τι σοῦ ἀνῆκε
τήν πόλη καί τή θάλασσα
τή θέα τῆς εὐτυχίας πού φεύγει

Πῆρες πολλά ἔδωσες λίγα
ἡ θάλασσα σέ πίστεψε
ἀλλά σοῦ τέλειωσαν τά λόγια

Μήν ἐνοχλεῖς τώρα τόν Κόσμο
οὔτε μέ τήν ἀγάπη

(Τά ποιήματα τοῦ μανδαρίνου, Ύψιλον, 2002)

Ο άνθρωπος, ανοιχτοχέρης στις εκπτώσεις, συνεπαρμένος από την ψευδαίσθηση του μεγαλείου (και γι’ αυτό βαρήκοος στο μοιρολόι της αλήθειας), λοιδορεί το «δούναι και λαβείν», συνθλίβει κάθε τι ατομικό μέσα του, για μια άλλη ψευδαίσθηση, αυτήν της ασφάλειας, και γίνεται έτοιμη λεία για «αθέλητες» παγιδεύσεις στα πλοκάμια ιδεολογιών και αρτηριοσκληρωτικών δογμάτων. Κι όταν τα όρια χαθούν, δε διστάζει να εξακοντίζει τη ρητορεία ενός αρτίως σχεδιασμένου, καλοζυγισμένου και επικερδούς ουμανισμού. Μη γνωρίζοντας όμως πως δεν υπάρχει πια ο στόχος…

Είναι παρήγορο να βρίσκεις τέτοια ποιήματα που η αναπνοή τους πασχίζει να τα κρατήσει όρθια μέσα στον στροβιλισμό της πραγματικότητας.

Όλα τα αληθινά ποιήματα είναι αυτόχρημα και μια πολιτική καταγγελία κι ο ποιητής, ο ταγμένος στο λειτούργημα που λέγεται Ποίηση, οφείλει να διαισθάνεται και να εκφράζει με διορατικότητα όσα οι πολιτικοί (ή πολιτικάντηδες;) και η κοινωνία αρνούνται πεισματικά να δουν, (αν και διοπτροφόροι οι πλείστοι..).

ΙΙ

Τραγούδια ποὺ ξεκίνησαν μὲ ἀνέμους στὰ κατάρτια τους
τραγούδια ποὺ στὶς φλέβες τους ἀπὸ καιρὸ σταμάτησε τὸ αἶμα
χρόνια ποὺ τὰ προσμέναμε σὰν τὰ βεγγαλικά
χρόνια ποὺ σβήσανε προτοῦ ν’ ἀνάψουν ὅλο τους τὸ μπόι
δρόμοι ποὺ θὰ ‘φέρναν στὸ μέλλον
δρόμοι ποὺ τέλειωσαν
μπροστὰ σ’ ἕνα γραφεῖο μὲ τ’ ὄνομα σου ἤ τ’ ὄνομα μου στὴν πόρτα
Ἔτσι λοιπὸν θὰ πάμε ὥς τὴν ἄκρη;
μικραίνοντας
μικραίνοντας
μικραίνοντας
ἔτσι θὰ πάμε ὥς τὴν ἄκρη τῆς ζωῆς μας;

(Ραγισμένο ταμπούρλο, Ύψιλον, 2006)

Η πρόοδος τελικά δεν ήταν γραμμική. Όλος ο συρφετός με τα τεχνολογικά καλούδια και τις απαστράπτουσες συσκευές που κουβαλούσε αποδείχτηκε φενάκη. Ο μικροαστισμός έγινε πλέον κανονικότητα και όλη η ορμή του ονείρου σταμάτησε απότομα σ’ ένα καμουφλαρισμένο αδιέξοδο: στην πόρτα ενός γραφείου ή ενός γυαλισμένου αυτοκινήτου. Οι τελευταίοι 5 στίχοι, με αυτό το “μικραίνοντας” να επαναλαμβάνεται σαν μαχαιριά, συμπυκνώνουν την έκβαση μιας ύπαρξης που εναντιώθηκε στη συνείδησή της για χάρη της πλαστικής άνεσης..

ΑΚΤΗ

Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος γύρισε σπίτι ἐπιτέλους
ἄφησε τὴ μοναξιά του στὰ τραγούδια
ἄφησε τοὺς συντρόφους του σὲ μιὰ σχεδία
ἔκοψε τὰ γένια του χαμογελάει σὲ ὅλους.
Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ πιὰ οὔτε νὰ κλάψει
γιατὶ οἱ δικοί του εἶν’ εὐτυχεῖς ποὺ τὸν κέρδισαν πάλι
γιατὶ τὸ κύμα ποὺ ‘ρθε κι ἔφυγε παίρνοντας τόση ζωή
αὐτὸν τὸ γιὸ τὸν ἄκριβὸ τὸν ξέρασε πίσω στ’ ἀκρογιάλι.
Ἐδῶ μεγάλωσε καὶ πέθανε σ’ αὐτὰ τὰ μέρη
κοντὰ στὴ μάνα του καὶ τὸν πατέρα του ἔχασε τὴν ψυχή του
ἐδῶ δίπλα στὴ θάλασσα τὸν σάπισε τὸ καλοκαίρι
κι ἡ ἄμμος ἤπιε τὴ φωνή του.

(Υπό ξένην σημαία, Ποιήματα 1967-1987, Ύψιλον)

Εδώ είναι μαζεμένη όλη η ένταση και το σφίξιμο του συμβιβασμού, «αυτός ο άνθρωπος δεν μπορεί πια ούτε να κλάψει». Στριμωγμένος στο κοστούμι που του φόρεσαν, ακολουθώντας ευλαβικώς καθωσπρεπισμούς και στερεότυπα, αφήνοντας πίσω τα ενδύματα του ονείρου για την θαλπωρή και την ασφάλεια, πνίγεται και ο πνιγμός αυτός είναι ο χειρότερος…

ΙΙΙ

Ὅλα παιγμένα πάνω σ᾿ ἕνα ψέμα ἀληθινό
τόσο τρυφερά
μ᾿ ἔμπειρα δάχτυλα
στό πιάνο
ὅλα παιγμένα
πάνω σ᾿ ἕνα σκοπό χωρίς σκοπό.

Δέν πάει ἄλλο τό τραγούδι σου μέ τή φωνή μου
κάποιος πρέπει νά πεῖ τήν παράφωνη ἀλήθεια
ἔστω κι ἄν εἶναι νά σωπάσουμε γιά πάντα.

(Τά ποιήματα τοῦ μανδαρίνου, Ύψιλον, 2002)

Υπάρχει μια μελαγχολική διάθεση στα ποιήματα του Λυκιαρδόπουλου, μια καλά ριζωμένη απαισιοδοξία, όχι όμως ρομαντικής χροιάς ή κουραστικής (πλέον) συναισθηματολογίας, αλλά μια συνεχής πυξίδα για το γίγνεσθαι. Ένας κώδωνας κινδύνου προς όλους εμάς τους καθημαγμένους ερασιτέχνες του Πραγματικού, που έλεγε ο Καρούζος, ώστε να αποφύγουμε τις ευκολίες και να πράττουμε κατά τον δαίμονα εαυτού.. Ο Λυκιαρδόπουλος μάς καλεί να παρακούσουμε τον καπετάνιο, να γίνουμε αποστάτες. Με ένα συνεχές κάλεσμα για εξέγερση, για ατομική επανάσταση. Η οποία δεν επιτυγχάνεται δίχως την αυτοκατάφαση και τον αυτοπροσδιορισμό. Κοντολογίς, «Γοργά προς τον εαυτό σου», που έλεγε ο Γερμανός από το Ρέκεν με το μεγάλο, θρασύτατο, μουστάκι…

* Ο Ε.Μύρων γεννήθηκε το 1983 στην Αθήνα και κατάγεται από τη Λευκάδα. Διατηρεί το ιστολόγιο ποίησης Ἀλέκτωρ. Εκτενές αφιέρωμα για τον ποιητή, μπορείτε να διαβάσετε στο ιστολόγιο λογοτεχνίας και ποίησης Μάνος Τασάκος.

** Το κείμενο αναδημοσιεύεται από εδώ: http://www.apotipomata.com/likiardopoulos-gerasimos-afieroma-emiron/?fbclid=IwAR0AwLWA9l6YCB4KnwTXyaUSavTS8p18Bi7tqbQ1ZZYVCOmPNUZj6hUHEt8

Χίβα Παναχί, Τρία ποιήματα

Ξενιτιά

Η καρδιά έγινε μουσείο
Ο μόνος που έρχεται επίσκεψη
Η μοναξιά

21.12.2000, Αθήνα

***

Μάνα

Μύρισα τους καημούς σου
Έκλαψα εγώ
Και το ποίημα!

8.8.2001, Αθήνα

***

Σαν Ηλιακός Άνεμος

Έφερε ανεμόβροχο σήμερα ο ήλιος
Σε αυτή τη ζέστη ξανά
Είμαι γυναίκα εγκυμονώ τον έρωτα

5.7.2005, Αθήνα

*Από τη συλλογή “Τα μυστικά του χιονιού”, Εκδόσεις Μαΐστρος 2008.

Αλέξης Τραϊανός (20/10/1944 – 7/5/1980), Μια ζωή γέμισα



Μια ζωή γέμισα μια ζωή γεμάτη ινδάλματα

Βιαστικό πέρασμα της ορφανής μουσικής

Ανάμεσα στα πιο λευκά οστά

Εκεί που πάγωναν τα κρύσταλλα

Κι αρχίζανε τα μάτια να θυμούνται

Τυχαία πρόσωπα ολότελα τυχαία
Εκεί που κλείστηκαν οι πεθαμένοι

Βαλμένοι σε μια πέτρα σε μια κίνηση

Αποκοιμίζοντας τον έρωτα σε άλλα γόνατα

Σάρκα στυφή κομμένη από σώματα που έγερναν

Σε χρώματα ηλιακά μέρες και δρόμους

ΑΚΡΟΠΟΛΕΩΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ ΡΟΣΤΑΝ

Χρώματα μέρες δρόμοι που έζησα
.


Κλείνουν οι δρόμοι ένας-ένας

Κλείνουνε πίσω

Πίσω απ’ τα κουρασμένα πόδια μας

Με τα χλωμά παράθυρα με τα φτωχά ινδάλματα

Λόγχη του χρόνου ικρίωμα του καιρού

Κλείνουν τα πρόσωπα τα μάτια μέσα μου

Βαραίνω
.


Πώς χώρεσαν

Πώς χώρεσαν όλα μέσα μου μ’ αγάπη
.


*
Από την συλλογή «Οι μικρές μέρες» (1973).
Πηγή: «Αλέξης Τραϊανός, Φύλακας ερειπίων – Τα ποιήματα», εκδ. Πλέθρον, 1991.

**Αναδημοσίευση από εδώ: https://ppirinas.blogspot.com/2019/10/blog-post_20.html

Χριστόφορος Τριάντης, Στον ποιητή και την ποιήτρια

Στον ποιητή που τον εαυτό του θαυμάζει
(το εγώ του)
και τις λέξεις- κομψά- τις χρησιμοποιεί
για να μαγεύει ειδήμονες και πλήθη,
ας του δώσουμε τις πρώτες σελίδες
στα λογοτεχνικά τα περιοδικά και τα συμπόσια.

Στην ποιήτρια που τα εγγονάκια της
κοιμίζει με ρίμες και λόγους
(υπνώσεως μεγαλοαστικούς),
ας χαράξουμε το όνομά της
σ’ ένα κεντρικό κοιμητήριο
της πρωτευούσης
(αλλού είναι απαγορευτικό).

Στον ποιητή που τα στιχάκια του
απλώνει να θωπεύσει ψυχικά
κύριες και κυρίους,
ας του δώσουμε δωρεάν βαφή, ξυραφάκια
και τραπεζοκόμο αλλοδαπή
(τρομερή επίτευξη των προσδοκιών του ανδρός).

Στην ποιήτρια που απ’ το πρωί ως το βράδυ
για τον έρωτα γράφει
και συρράπτει,
ας της χρεώσουμε ένα εργαστήριο αναπαραγωγής,
κυρίως ως ύλη γραφής
κι έπειτα ως πολυχώρο τεκνογονίας.

Και στον ποιητή που τον κόσμο μας
όμορφο τον βλέπει
σαν λάμπουν τα φωτάκια θυρίδων και λογαριασμών,
και αυξάνονται οι θαυμαστές στα πληκτρολόγια,
ας του χαρίσουμε μπόλικη παλιανθρωπιά
να τη ρίχνει στα αιχμάλωτα τρένα και πουλιά,
έτσι την παρουσία του θα επιβάλει (ενδέχεται)
στης εσπερίας (κι αλλού)
τ’ ακριβά ξενοδοχεία.

Μα είναι και η ποιήτρια
που τις καρδιές των λέξεων
με κρύους καφέδες και βαμμένα νύχια
ολημερίς κοσμογραφεί.
Ε, ας της προσφέρουμε, άνευ αντιτίμου,
εισιτήρια για τα θεάματα
στις επαρχιακές πολίχνες
και σημαίνουσα θέση ας της βρούμε
(με τον αστό σύζυγο)
ανάμεσα στους επισήμους.
Είναι και η έδρα
που την περιμένει
στις σχολές αισθητικής και κοσμητολογίας
με σίγουρες απολαβές.

Τέλος, στον άγνωστο ποιητή που δεν πρόλαβε
να ταξιδέψει με το πλοίο των τρελών,
ας τον αφήσουμε (λόγω ποιητικής αδείας)
να μετρά τα άνθη του κακού
στον κήπο με τις ροδιές
και μπαλάντες
να γράφει για τους φίλους,
τους φίλους μιας άλλης χαράς.

Μαρία Γερογιάννη, Τρία ποιήματα

Σ’ Εσένα

Σκιές ηρώων πάνω σε αχυρένια βουνά

Μικρό παιδάκι
ζήτησες σε κατακόμβες να ελευθερωθείς

Μεγάλωσες
και η σκιά σου δεν φάνηκε στα βουνά

Έφυγες
-τι ειρωνία!-
Κοιτάζοντας κατάματα τους ανθρώπους

***

Σεργιάνι

Σε συναντώ
Στην αστραπή, γλυκό νερό θαλασσινής αυλής
Στου ήλιου τις περασάδες, του σούρουπου γλυκιά σιωπή
Στους ψιθύρους της άνοιξης, της λησμονιάς σαγήνη
Στα μάτια της αναμονής, χάδι φωτιάς ζωγραφισμένο

Σε συναντώ στα κύμματα που έσβησαν τη μοναξιά του φάρου
Και εδώ σταματώ το σεργιάνι

***

Χωρίς Ήχο

Στρωμένος ο ήλιος στο άσπρο
στην ομορφιά της ερημιάς μιας εκκλησιάς

Το μπλε μια πινελιά και γίνονται τα μάτια σου γαλάζια
μαζί κι η θάλασσα

Της παπαρούνας φύλλα
Το χρώμα βαρύ και στάζει κόκκινο
Κόκκινο το χώμα
Κόκκινες οι πέτρες
Νότες από νιάτα

*Από τη συλλογή “Άδειοι στίχοι”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2012.

Αντώνης Στασινόπουλος (1957-2015), Τρία ποιήματα

Πρόσφυγας

ΒΑΛΣΑΜΟ η ματιά σου για τούτον τον ξεριζωμένο,
δίχως ταυτότητα
δίχως τροφή
αναμετριέται με δρόμους που καίνε.
Πουλί τραυματισμένο
Αγρίμι στην παγίδα.
Μια αλλαξιά ρούχα στο δισάκι
επιμένει για μια ανάσα ονείρου.

***

Τα πλοία της Ελευθερίας

Στους νεκρούς του Mavi Marmara

ΤΑ ΠΛΟΙΑ της ελευθερίας
από τα λιμάνια της καρδιάς μας ξεκίνησαν,
φορτία αγάπης και αντίστασης
στη θάλασσα της ιστορίας,
για τους ελεύθερους πολιορκημένους
Στη Γάζα.
Το ρεσάλτο των αρπακτικών
στο φως του αυγερινού.
Οι αιχμάλωτοι, οι νεκροί και οι αποκλεισμένοι
κρατούν το νήμα
ορμούν στις συνειδήσεις
κατακτούν τις ψυχές
στερεώνουν τις αποφάσεις.

***

Άγνωστη Πόλη

ΠΕΣ ΜΟΥ, τι είδες στην άγνωστη πόλη;
Ποιητές στους δρόμους να απαγγέλουν στίχους.
Ζευγάρια να ερωτοτροπούν σε κήπους κρεμαστούς.
Πες μου, τι είδες στη μαγική πόλη;
Πουλιά να πετούν παρέα με αγγέλους.
Παιδιά να παίζουν σε λοφίσκους με φωτιές πορφυρές.
Ινδιάνους σε έκσταση να ξορκίζουν τα κακά πνεύματα.
Πες μου, τι είδες στην ποθητή πόλη;
Νεράιδες να λούζονται της αυγής την πάχνη.
Την αγάπη να ντύνει
με κόκκινη χλαμύδα τους ανθρώπους.
Τριανταφυλλένια χείλη να βυθίζονται στο άπειρο φιλί.
Πες μου, τι ειδες στην αγέννητη πόλη;
Σάλπιγγες να ηχούν το τέλος του πολέμου.

*Από τη συλλογή “Φεγγάρι ολόγιομο”, Εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος, 2010.