Χρήστος Ρ. Τσιαήλης, Τότε που τα υφάσματα ράβονταν από μόνα τους

Κάποτε τα υφάσματα ράβονταν από μόνα τους
υπήρξε και τέτοια εποχή,
απ’ τις πολλές ιστορίες τις παράξενες
που έχεις απ’ τα στόματα των αμοιβάδων ακούσει,
αυτή είναι η πιο αλλόκοτη.
Υπήρξαν γυναίκες που δεν είχανε πατρόν
και με κλειστά τα μάτια σε καρέκλες ψάθινες
έλεγαν στα εγγόνια ιστορίες που θα συμβούν και
προτού οι βελόνες ακονιστούν
ήδη ντύνονταν την κλωστή
κι άκουγαν τα παραμυθιάσματα,
κι ήξεραν τον συμβολισμό και την αφαίρεση,
σχεδίαζαν τον ίαμβο
και εις το ρούχο άπλωναν
τα νοήματα χιαστί.

Κάποτε τα υφάσματα ράβονταν από μόνα τους
τότε που δεν υπήρχανε γιουτούπ
για να κοιτάνε οι γυναίκες, ν’ αντιγράφουν
τότε που οι εγκυκλοπαίδειες
πόρτες κτύπαγαν για να εισέλθουν.
Στεκόντουσαν στις βρύσες πέντε γυναίκες στη σειρά
με αλισίβα, βαμβάκι και βρόχινο νερό
προσεκτικά τις κοίταζαν ένα πλεκτό κι αλλόνα
και φαντασιώνονταν
τον εαυτό τους επάνω στα κορμιά τους ζωντανά,
να τις ζεσταίνουν,
και μεγάλωναν,
κι έπιαναν τα μέτρα τους,
σαν σαλαμάντρες γένναγαν το ίδιο τους το σώμα,
μανίκια και σφικτό λαιμό,
και στρόγγυλο κορμό,
και μόνες βάφονταν οι μάλλινες κλωστές
πράσινες κόβοντας φύλλα απ’ την ακονιζά*,
και κίτρινες με χαμωλιά** και στυπτηρία***

Κι άλλοτε σαν κοιμόντουσαν οι κορασιές
με τους αντράδες ξέχωρα
ξυπνούσαν οι βελόνες και τα γείσα
κι έβγαιναν έξω για να δουν τον ουρανό τον έναστρο
κι έφτιαχναν ρούχα καλά
κι έβαζαν τέχνη παρθένα
κι ανακάλυπταν
-ω, μα ήταν τρομερό-
και δημιουργούσαν τέτοιο στρίφωμα
που μηχανή εν έτη δυο-χιλιάδες-είκοσι ακόμη δεν κατάφερε

Κάποτε τα υφάσματα ράβονταν από μόνα τους
κι η μόλα ήταν αργή και σοβαρή διαδικασία
τότε που δεν υπήρχανε τα πι-ντι-εφ και τα όξυπνα πρίντερ
κι ήταν τα υφάσματα τα ίδια έτοιμα
πριν ξημερώσει
-χωρίς ανάγκη για το φως-
να μας καθοδηγήσουν.

*ακονιζά: (διττριχία η ιξώδης) φυτό που στην Κρήτη χρησιμοποιείται για δημιουργία βαφής
**χαμωλιά: (ή χαμελαία) η ελαιοειδής δάφνη, στην παραδοσιακή τέχνη της βαφής χρησιμοποιείται για το κίτρινο χρώμα
***στυπτηρία: άλας που εξάγεται από τον βωξίτη και χρησιμοποιείται ως πρόστυμμα στη βαφική

Κατερίνα Αγυιώτη, Ποιήματα

Εμείς, σύντροφοι, κοντοσταθήκαμε για να διαβάσουμε το
ποίημα που έλεγε ότι δεν θα προλάβουμε.
Κι έτσι δεν προλάβαμε.
(Όμως τι καίριο, πόσο εκπληκτικό
το ποίημα.)

*

Δεν υπάρχει αρνητική εσωτερική ζωή. Υπάρχει πλουτισμός.
Συσσωρεύω φθινοπωρινά φύλλα. Συσσωρεύω
αγρούς, ξυράφια, εργαλεία στραγγαλισμού, το βοτσαλάκι
του φυσικού πόνου.

*
Ψάχνοντας το αντίθετο του ποιήματος γράφω το ποίημα.

*
Όσο ταΐζω αυτό εδώ το κτήνος, τόσο εκλεπτύνεται.
Κι όσο εκλεπτύνεται, τόσο πιο κτήνος γίνεται.

*

Αισθάνομαι ότι πρέπει να πληρωθώ για όλες τις εργατοώρες
που ξόδεψα γράφοντας ποιήματα, αλλά ποιο άραγε
να ’ναι τ’ αφεντικό μου;
(Νεκροί που κοιμούνται / ένα στενό διάστημα απαλλαγής μέσα στη μοίρα /
πουλιά εργοδότες τ’ ουρανού / το δέντρο της έκλαμψης / μια χαλασμένη κασέτα
με ηχο-γραφημένες οδηγίες…)

*
Κάποιος ξέρει το πραγματικό μου όνομα: Μια κατάφαση
εν είδει φοβερής, παρηγορητικής σκιάς με σκεπάζει
καθώς στέκομαι ακίνητη απέναντι του. Αυτή η σκηνή
θα επανέλθει σαν υπνικό παραλήρημα: «πρέπει να πεις
τ’ όνομά μου», «πρέπει να πεις τ’ όνομά μου».
*

Το καλό ποίημα είναι τοξικό. Έχουν σφάξει μέσα του
το γουρούνι της αγάπης. / Στο αίμα μου κυλάει ο φόβος
της Παλαιάς Διαθήκης.

*
Τα ποιήματά μου απευθύνονται στην τερατώδη ψυχή του
κόσμου. Ένας φίλος από συραμμένα κομμάτια ελέους.

*Από τη συλλογή “Ο ταμίας του θεού”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, Οκτώβρης 2019.

Αργύρης Χιόνης, Μικρή φυσική ιστορία

Το ταπεινό χορτάρι που φυτρώνει
ανάμεσα στις πλάκες των πεζοδρομίων μας
δεν είναι διόλου ταπεινό.
Είναι το δάσος που επιστρέφει.
Είναι η ζούγκλα που ποτέ δεν παραιτήθηκε
από αυτό που της ανήκει
και που της πήραμε με τόσο δόλο.

Η γάτα που μας γδέρνει τάχα παίζοντας το χέρι
δεν παίζει διόλου.
Είναι το αιλουροειδές που εκδικείται.
Για όλ’ αυτά τα χάδια ανάμεσα στα μάτια
για όλα αυτά τ’ αποφάγια της ζωοφιλίας μας.
Είναι η τίγρη που τη σάρκα μας γυρεύει.

Η χαλασμένη βρύση που στάζει αδιάκοπα στο νεροχύτη μας
δεν είναι καθόλου χαλασμένη.
Είναι ο ποταμός, ο καταρράχτης κι ο κατακλυσμός
που δεν υπέκυψαν ποτέ στο κεντρικό μας δίκτυο υδρεύσεως.
Είναι τα ύδατα που αμφισβητούν το διαχωρισμό τους από τη γη
που αμφισβητούν τη γένεσή μας .

*Από τη «Φωνή της σιωπής»

**Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται απο εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2016/05/09/μικρη-φυσικη-ιστορια-2/

Δημήτρης Τρωαδίτης, Όπου γης και πατρίς

Αναστασία Ζωή Σουλιώτου, In via in patria

Ξαπόσταμα στην ερημιά
στο απέραντο οι αντίλαλοι
στους αφώτιστους ουρανούς οι ύμνοι
στης χαράς το κόκκινο η κραυγή
στους ατέρμονες καύσωνες το δρόσισμα
στα χνάρια του αέναου τα βήματα
στα διάσελα οι μυρωδιές του χρόνου
οι πηγές που στέγνωσαν
κι οι κάψες που απόκαμαν
κι εγώ που μέσα τους θέριεψα
που κήρυξα τον πόλεμο στην αηδία
μ’ ένα φωτεινό πρόσωπο
και μια αφοπλιστική έγερση ψυχής
σε τόπους ξένους μα και γνωστούς
μακρινούς μα και κοντινούς
όπου γης και πατρίς αγαπητέ μου
εμείς είμαστε που αναπληρώνουμε το κενό
εμείς είμαστε που αναπτερώνουμε την ελπίδα
η απεραντοσύνη είναι πια κτήμα μας
αγγίζοντας ο ένας το σώμα του άλλου
οι ξερολιθιές είναι οι ολάνθιστοι κήποι μας

Μαργαρίτα Μηλιώνη, οι κόκκινοι λεκέδες

Nίκος Eγγονόπουλος, «O Oδυσσεύς αφηγείται εις τον Όμηρον» (1957)

κατέβαινα τον λοφίσκο στη Νικουριά
με το λευκό ξωκκλήσι
ένα καμπαναριό δυο ξύλινοι στύλοι
κι ένα δοκάρι που τους έτεμνε
η καμπάνα σαν το κεφάλι
του καταδικασμένου στο ικρίωμα
έτοιμο να κατρακυλήσει στην πλαγιά

το έβλεπα ότι αυτή η λέξη
αυτή η εικόνα εκεί και τότε ήταν βέβηλη
όμως το ικρίωμα δεν έφευγε
από τη γλώσσα ή τη σκέψη μου

κι ήταν η λέξη η λέξη ή η εικόνα ακόμα δεν μπορώ να πω
και έφυγα τρέχοντας από τη λέξη και την εικόνα κατρακυλώντας
εγώ το κομμένο κεφάλι μέχρι τη μικρή παραλία
εκεί όπου δυο νέοι ένα αγόρι και ένα κορίτσι
έπαιζαν με τα νερά γυμνοί μέσα στη θάλασσα

τα κορμιά τους λαμποκοπούσαν
του γαλάζιου αγλαΐσματα λαμπύριζαν τα νερά
κι έτσι όπως την κρατούσε πάνω στον ώμο του
τα οπίσθιά της έλαμπαν
θεέ μου πώς έλαμπαν στον ήλιο
και τα πόδια της έλαμναν στον αέρα

το ικρίωμα έσβησε η λέξη ή η εικόνα δεν ξέρω
και έμεινε το υπόλοιπο της μέρας
χαρισμένο στα υπέροχα οπίσθια του κοριτσιού
που δεν είναι πια εικόνα
αλλά ένα κατακόκκινο καρπούζι
που βάλθηκα να τρώω λαίμαργα
με τους χυμούς του να τρέχουν στο στήθος μου
και να μη με νοιάζει
δεκάρα δεν έδινα για τους κόκκινους λεκέδες στα ρούχα μου

*Από την ενότητα “Γυναίκες δίχως τόπο” που περιλαμβάνεται στη συλλογή “Ώσπου έγινε μπλε”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, Μάιος 2019.

Δημήτρης Βούλγαρης, Δύο ποιήματα

3.

Κάποτε
η θλίψη είχε έναν ρομαντισμό.
Ένα ακίνδυνο κρυμμένο παράπονο.

Μια λυπημένη γοητεία
που δεν άφηνε κατάλοιπα,
παρά μόνο γεννούσε το αύριο
εκ νέου.
Με θράσος και χαμόγελα
πνιγμένα σε δάκρυα μιας βιαστικής παιδικότητας.

Πλέον
είναι μονάχα ένας άδειος μονόδρομος.

Στο στόμα μου
φιλοξενώ
χιλιάδες μεταλλικά στρατιωτάκια
που μάχονται
ενάντια στη φωνή μου
και λεηλατούν
τα αποθέματα της σκέψης.

Αρπάζοντας ήχους και μνήμες.
Βιάζοντας τις αισθήσεις.

Καίνε το σούρουπο.
Στιγματίζουν το σώμα.
Ένα άδειο δωμάτιο
που από λάθος κατοικώ.

Μόνος.

Μια ξεχασμένη συνήθεια
που αντέχει
κόντρα στις αλλαγές των εποχών
κι επιμένει ανεξάντλητα
να καταπίνει τον χρόνο.

*Από τη συλλογή “Ερασιτέχνες εμπρηστές”, Εκδόσεις Απόπειρα, 2017.

Αντώνης Μπουντούρης, Απύρετοι πολιορκημένοι

Πράγματι
το πένθος αν τραβήξει ως το τέλος
υπάρχει ελπίδα να μας εξαγνίσει.

Για να φανεί στο βάθος η πολιορκία.

Του παράφορου κύματος η σπρωξιά
που τσάκισε ανέμελους γλάρους 
και βεβαιότητες.

Η θερμοκρασία των πολλών παραμένει σταθερή.
Η ανταλλαγή σιωπής το νέο νόμισμα.
Η βασιλεία του Ιδιωτικού το πολίτευμά μας.

Το Τέρας της Αδηφαγίας λένε πως θα μείνει
Απύρετο ακόμη για καιρό.
Ο εφιάλτης της Ανάπτυξης διασωληνωμένος.
Ο ασεβής Ερυσίχθονας αποκρουστικός
θα τρώει τις σάρκες του.

Οσο πλαταίνει η εξορία μέσα μας
η Φύση βρυχάται.

Το αλώνι στενεύει.

Ο χορός αργεί.
Μα θάρθει.

Κι οταν έρθει
γοργά θ΄αγκαλιαστούμε και θα
σμίξουμε στον κύκλο.
Ασφαλείς.

Antler, Χιονίζοντας μέσα μου

Βαδίζοντας στη χιονοθύελλα, χιόνι
στο καπέλο, στους ώμους, τα γένια μου,
συνειδητοποιώ πως δεν χιονίζει
μέσα μου.
Το σώμα μου εμποδίζει το χιόνι να πέσει μέσα.

Χιονίζει ολόγυρα, όχι όμως μέσα
στο στήθος μου, όχι μέσα
στην καρδιά μου, όχι μες
τα χέρια ή τα πόδια μου.
Τα μάτια μου βλέπουν κάθε νιφάδα
και το μυαλό μου τις καταγράφει,
μα το χιόνι δεν βρίσκεται μέσα στα μ
άτια μου, μέσα στο μυαλό μου,
ή βρίσκεται;

Μετά το θάνατο, αν πεθάνω στα δάση
και το σώμα μου σαπίζει εκεί που πέσει,
θα χιονίζει στο μέρος
που ήταν τα πνευμόνια μου,
θα χιονίζει στις τρύπες όπου
βρίσκονταν τα μάτια μου,
θα χιονίζει μέσα στο κρανίο μου
όταν αυτό καταρρεύσει,
θα χιονίζει όπου υπήρχε το στομάχι
και τα έντερά μου,
στ’ αρχίδια μου, εκεί που
ήτανοπούτσος μου,
θα χιονίζει, θα σκορπίζεται,
λευκά, βαθιά, θα καλύπτει το σκελετό μου
χιονίζοντας μέσα εκεί που το σώμα μου υπήρχε
για τόσο πολλά χρόνια.

*Από το βιβλίο “Αμερικανοί ποιητές και ποιήτριες τολμούν”, σε μετάφραση και γενική επιμέλεια Γιώργου Μπουρλή, Εκδόσεις Εξάρχεια, Αθήνα 2013.

Ειρηναίος Μαράκης, Σ’ αυτή την εποχή

Σ’ αυτή την εποχή
που οι μετοχές ανεβαίνουν
κι οι προλετάριοι πέφτουν
όπως θα έλεγε κι η Ρόζα
μέσα στο σπίτι μένοντας
άλλο δεν έχουμε, αδερφέ μου
από, μάντεψε, την εξέγερση
ενάντια στη σιωπή
στην απόγνωση
στο θάνατο
και την καταστροφή
που φέρνει ένα σύστημα
από χρόνια σάπιο.

Κι αν κλαις από φόβο
δεν πειράζει
έχουν και τα δάκρυα
την αξία τους

κι αν κλαις από οργή
μην ανησυχείς
ξέρουμε πως να κάνουμε
αυτά τα δάκρυα, δύναμη.

Με μάσκες, λοιπόν
αλλά όχι φιμωμένοι
κραυγή θα υψώσουμε
σάλπισμα αγώνα
για μια κοινωνία να παλέψουμε
των αναγκών μας,
στων νοσοκομείων
τα σύγχρονα οδοφράγματα
γνωρίζοντας καλά
ότι σ’ αυτή την εποχή
όπως και άλλοτε
η Επανάσταση
δική μας είναι υπόθεση.

28.3.2020

*Η φωτογραφία της ανάρτησης απεικονίζει Γαλλίδα γιατρό με μήνυμα που γράφει “Με μάσκες, αλλά όχι φιμωμένοι”.

Ειρήνη Παραδεισανού, Γενναίοι θ΄αφεθούμε

Κι ο θάνατος δε θα’ χει εξουσία
Ντύλαν Τόμας

Κάποτε θα’ ρθουν της ψυχής οι φύλακες
θ’ ακουμπήσουν τα κλειδιά τους στα χέρια μας
και θα’ ναι η ομορφιά
μια άσπρη αχτίδα
με το φως ψιχάλες να αιωρείται
και τα μάτια μας να πονάνε απ’ τη λάμψη.

Θα’ μαστε παιδιά ορφανεμένα από μήτρα
με το νερό γαλήνια ν’ αναδεύεται μέσα μας
να μας τραγουδά μαυλιστικά
τον υπόγειο σκοπό που ναρκώνει τα μέλη.

Κι εμείς γενναίοι θ’ αφεθούμε
στο τρομώδες υγρό που ταράσσει τα σπλάχνα μας.

* Το ποίημα αναδημοσιεύεται από εδώ: http://wwwpareisakth.blogspot.com/2020/03/blog-post_25.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+blogspot%2FStyHR+%28παρείσακτη%29