Raymond Carver, Φόβος

Φόβος ότι θα δω ένα περιπολικό να μπαίνει στον δρόμο μου.
Φόβος ότι θα με πάρει ο ύπνος
τη νύχτα.
Φόβος ότι δεν θα με πάρει ο ύπνος.
Φόβος ότι θα ξυπνήσει το παρελθόν.
Φόβος ότι θα χαθεί το παρόν.
Φόβος για το τηλέφωνο που χτυπάει μες στα μαύρα μεσάνύχτα.
Φόβος για τις καταιγίδες και τις αστραπές.
Φόβος για την καθαρίστρια που έχει ένα σημάδι στο μάγουλο!
Φόβος για τα σκυλιά για τα οποία μου λένε πως δεν δαγκώνουν.
Φόβος αγωνίας!
Φόβος ότι θα πρέπει να αναγνωρίσω το πτώμα ενός φίλου.
Φόβος ότι θα ξεμείνω από λεφτά.
Φόβος ότι θα έχω πάρα πολλά, παρόλο που κανείς δεν θα το πιστεύει αυτό.
Φόβος για τα ψυχολογικά προφίλ.
Φόβος μην αργήσω και φόβος μη φτάσω πριν απ’ όλους.
Φόβος για τον γραφικό χαρακτήρα των παιδιών μου στους φακέλους.
Φόβος ότι θα πεθάνουν πριν από μένα και ότι θα νιώθω ένοχος γι’ αυτό.
Φόβος ότι θα πρέπει να ζήσω με τη μάνα μου στα γεράματά της, και στα δικά μου.
Φόβος σύγχυσης.
Φόβος ότι η μέρα σήμερα θα τελειώσει μ’ ένα άσχημο νέο.
Φόβος ότι θα ξυπνήσω και θα έχεις φύγει.
Φόβος ότι δεν αγαπάω και φόβος ότι δεν αγαπάω αρκετά.
Φόβος ότι αυτό που αγαπάω θα αποβεί ολέθριο για αυτούς που αγαπώ.
Φόβος για τον θάνατο.
Φόβος ότι θα ζήσω υπερβολικά πολύ.
Φόβος για τον θάνατο.
Το είπα όμως αυτό.

*Από τη συλλογή “Δωμάτια όπου οι άνθρωποι ουρλιάζουν και πληγώνουν ο ένας τον άλλο”, Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2018. Μετάφραση: Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος.

Στον ΠΟ το Judith Wright Calanthe Poetry Award (QLD Premier’s Literary Awards) για το έργο του Heide (εκδ. Giramondo)

Ο Ελληνοαυστραλός ποιητής Π.O. κέρδισε το φετινό Judith Wright Calanthe Poetry Award το οποίο έχει συμπτηχθεί με το QLD Premier’s Literary Award, για το πλέον πρόσφατο έργο του “Heide” (Εκδόσεις Giramondo).


Το Judith Wright Calanthe Poetry Award θεωρείται ίσως το μεγαλύτερο Βραβείο Ποίησης στην Αυστραλία και με αυτό έχουν τιμηθεί μορφές της αυστραλιανής ποίησης.


Το “Heide” αποτελεί το τελευταίο μέρος της Τριλογίας του Π.Ο., μετά τα “24 Hours” και “Fitzroy: The Biography”.

Το “Heide” είναι ένα τεράστιο επικό ποίημα στο οποίο περιπλέκονται ιστορία, ζωγραφική, καλλιτέχνες, οι δημιουργοί της αυστραλιανής μοντέρνας τέχνης τις τελευταίες δεκαετίες, όλα δοσμένα με την αριστοτεχνική και πειραματική γραφή του Π.Ο. Παρευλάνουν μέσα από τις σελίδες του επικού αυτού τόμου όλες εκείνες οι αβάντ γκαρντ -και όχι μόνο- φυσιογνωμίες, που έχουν κάνει την αυστραλιανή τέχνη από τις μοναδικές στον κόσμο, όπως οι Sunday και John Reed στο Heide της Μελβούρνης, Sidney Nolan, Albert Tucker, Joy Hester και άλλοι.


Ωστόσο, το “Heide” είναι κάτι πολύ περισσότερο από αυτό. Στο βιβλίο μπορεί να συναντήσει κανείς πάμπολλα παρτραίτα, από μια τεράστια ποικιλία ενασχολήσεων και χώρων τέχνης, περιλαμβάνοντας μια μεγάλη σειρά λογοτεχνών και καλλιτεχνών, κοινωνικές και οικονομικές εκφράσεις του χώρου του πολιτισμού στην Αυστραλία, πτυχές της κυβερνητικής παρέμβασης και ρόλου, κυρίως των πλούσιων και κυρίαρχων ομάδων της χώρας, οι αγώνες της εργατικής τάξης που εκφράζονταν και μέσω της τέχνης και του πολιτισμού, οι δυσκολίες που συναντούσαν οι γυναίκες λογοτέχνιδες και καλλιτέχνιδες, η μεταναστευτική επίδραση και χροιά του πολιτισμού και, κυρίως, η επίδρασή της στο μοντεριστικό ρεύμα της τέχνης και ο ρόλος και η επίδραση των θεμάτων των ιθαγενών Αυστραλών.


Όλα αυτά δοσμένα, όπως είπαμε, με μια ασυνήθιστη τεχνική, με την ευχέρεια που εδώ και χρόνια έχει επιδείξει ο Π.Ο., βάζοντας στον καμβά του τα ιστορικά, κοινωνικά και πολιτικά γεγιονότα που σημάδεψαν την Αυστραλία τις τελευταίες δεκαετίες, κι ακόμα μέσω της χρήσης παροιμιών, αριθμών, επιστημονικών αποσπασμάτων αλλά και εγκυκλοπαιδικών στοιχείων, προς μια ευρύτερη ανατρεπτική πρακτική, όπως λέει και ο ίδιος ο Π.Ο.


Τελικά, το “Heide” δίνει έμφαση στην κεντρικότητα του ανθρώπινου παράγοντα και της εμπειρίας στη διαμόρφωση της τέχνης, καταλήγοντας στο σύνθημα-πρόταγμα “Ζήτω η Τέχνη! Ζήτω η Ποίηση! Ζήτω η Επανάσταση!”


Ο Π.Ο. είναι μια θρυλική φυσιογνωμία στην αυστραλιανή ποιητική σκηνή. Γεννημένος στην Ελλάδα, μεγαλωμένος στη Μελβούρνη, στο Fitzroy, είναι ο κατ’ εξοχήν χρονικογράφος της Μελβούρνης, της κουλτούρας της, της μετανάστευσης, ένας συγκροτημένος αναρχικός, ο οποίος εργάστηκε ως γραφέας (draughtsman) στο δημόσιο επί σαράντα χρόνια.

Εκδότης του περιοδικού “Unusual Work” και πιο πριν πολλών άλλων περιοδικών, υπεύθυνος των εκδόσεων Collective Effort Press, πρωτοπόρος της performance poetry στην Αυστραλία (θεωρείται μάλιστα ένας από τους καλύτερους στο είδος σε παγκόσμιο επίπεδο) και συγγραφέας αρκετών συλλογών, όπως των “Panash”, “Fitzroy Poems”, “Big Numbers: New and Selected Poems”, “Number Poetry” μαζί φυσικά με την Τριλογία που αναφέρθηκε πριν.


*Να σημειωθεί ότι το Judith Wright Calanthe Poetry Award είχε κερδίσει το 2017 και η Ελληνοαυστραλή ποιήτρια Antigone Kefala (από το Σίδνεϊ) με το βιβλίο της “Fragments” (επίσης από τις Εκδόσεις Giramondo).

Lawrence Ferlinghetti, Ο κόσμος είναι μέρος όμορφο…

Ο κόσμος είναι μέρος όμορφο
να γεννηθείτε
αν δεν σας νιάζει η ευτυχία
κι αν δεν θέλετε
όλο χαρούμενοι να είστε
αν δεν σας νιάζει εν’ άγγιγμα της κόλασης
αργά ή γρήγορα
όταν όλα θά ’χουν τελειώσει
γιατί ακόμη και στον ουρανό
δεν τραγουδούν
όλη την ώρα
Ο κόσμος είναι όμορφο μέρος
να γεννηθείτε
αν δεν σας νιάζει κάποιοι να πεθαίνουν
κάθε τόσο
ή ίσως μόνο να πεινούν
κάποια στιγμή
πράγμα που δεν είναι και τόσο κακό
αν δεν πρόκειται για σας
Αχ ο κόσμος είναι μέρος όμορφο
να γεννηθείτε
αν δεν σας πολυνιάζουν
κάμποσα νεκρά μυαλά
σε καίριες θέσεις
ή μια – δυο μπόμπες
στις στριμένες σας φάτσες
ή κάποιες άλλες χυδαιότητες
σαν κι αυτές που κατακλίζουν
λόγου χάρη
τη δικιά μας κοινωνία του Name Brand
με τους διακεκριμένους της
ανθρώπους
και τους αφανείς
τους παπάδες της
και άλλους πολιτσμάνους
τα στεγανά
τις επαναστατικές ανακαλύψεις
κι άλλες δυσκοιλιότητες
που το άμοιρο κορμί μας θα κληρονομήσει
Ναι ο κόσμος είναι μέρος κατάλληλο
για τόσα πράγματα
να διασκεδάσετε
και να κάνετε έρωτα
να στενοχωρεθείτε
να τραγουδήσετε χυδαία τραγούδια
να εμπνευστήτε
να γυρίσετε παντού
να δείτε τα πάντα
να μυρίσετε τα λουλούδια
να κοροϊδέψετε τα αγάλματα
να συλλογιστήτε ακόμη-ακόμη
φιλώντας τους ανθρώπους
σπέρνοντας παιδιά
φορώντας παντελόνια
ανεμίζοντας καπέλα
χορεύοντας και κολυμπώντας στα ποτάμια
εκδράμοντας
μες στο μεσοκαλόκαιρο
ζώντας γενικά τη ζωη σας
Ναι μα ακριβώς
στη μέση
της όλης καταστάσεως
καταφτάνει
χαμογελαστός
ο εργολάβος κηδειών

*Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας.

Γρηγόρης Σακαλής, Όλοι

Μεγάλη αγωνία
κόπος πολύς
ατέλειωτοι διαγκωνισμοί
ν΄ ανέβουμε λίγο πιο ψηλά
στην κοινωνική σκάλα
έστω ένα-δύο σκαλοπάτια
λες κι αυτό
είναι το ζητούμενο
ο σκοπός της ζωής
λίγα ευρώ παραπάνω
και το ανάλογο ύφος
του πετυχημένου
είναι τ΄ όνειρο πολλών
και είναι να τους λυπάσαι
που δεν κατάλαβαν τίποτα
απ΄ τη ζωή
που δεν βλέπουν γύρω τους
με άλλο τρόπο
με μια ματιά συλλογική
πως η ευτυχία αφορά όλους
κανείς δεν μπορεί
να είναι ευτυχισμένος
σε μια κοινωνία
που περισσεύει η αδικία.

Τάσος Δενέγρης, Δύο ποιήματα

ΕΛΕΓΕΙΟ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΝΕΚΡΟΥΣ ΝΕΟΥΣ

Τώρα θά πώ τό πιό βαρύ:

Εκείνοι πού φύγαν πρίν αισθανθούν
Τή χαρά τού δέντρου που βλεπει να μεγαλώνει
Νά βγάζει κλαριά καί φύλλα μέρα τη μέρα
ρίν κατοικήσουν τό σπίτι, ένα ήσυχο σπίτι στο πλαι τής θάλασσας.

Εκείνοι πού φύγαν πρίν νά μιλήσουν *
Αύτά πού θά θελαν να πούν
Εκείνοι πού κόπηκε ή σκέψη τους
Στη μέση άπ’ την άρρώστια
Πού σαπίζει τό κρέας ή χαλνά το αίμα
Ή έκείνοι πού μείναν στα βαθιά φαράγγια τής Ασίας
Δίχως την άφή τής γυναίκας στά μέλη τους πού τελείωσαν
Εκείνοι πού προπορεύονταν εξακόσια φεγγαρια
Παχιά σύννεφα σκεπάζουν το πρόσωπό τους
Οί πράξεις τους κοιμούνται στη χώρα τών λωτοφάγων.

Ιούνιος 1953

***

ΟΔΟΣ ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ

Ό πίθηκος χορεύοντας μέ κρέπια καί τό αρμόνιο
Μες στην πισίνα τά ποντίκια
“Οπως στη θάλασσα τά φύκια
Ή λαμαρίνα κι ό άετός
Άσπρα φεγγάρια κρεμασμένα
Ή δυσπιστία αύτή μάς πνίγει
Χρήμα συμβόλαια καί κυνήγι
Σύρμα χοντρό γιά νά μη φύγει
Ή θάλασσα καί ό άετός.

Οί καλλονές ϊδιες άντίκες
Τζάμια κινήσεις άρχαϊες νίκες
Ή έρημιά πηχτή κι ό τρόμος
Οί καλλονές καί οί ψυχώσεις
Φωτογραφίες καί κομμώσεις
Γραμμόφωνα φωνές ό δρόμος.

Ψέμα καί ψέμα μές στό βλέμμα
Έδώ ή ναυτία στίς παρόδους
Ξερά στεφάνια στίς εισόδους
Τά έντυπα κι ό θυρωρός
Πίσω άπ’ τό σχήμα καί τή σάρκα
Ίσκιοι στούς τοίχους σιωπή στά πάρκα
Τό πρόσωπό σου κι ό καιρός.

Νύχτα 5 ’Ιουλίου 1961

*Από τη συλλογή “Θάνατος στην πλατεία Κάνιγγος” (1975).

7 ποιήματα, Walt Whitman | μτφρ. Βασίλης Πανδής

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

pandis

Εσύ αναγνώστη

Εσύ αναγνώστη πάλλεις από ζωή και περηφάνεια και αγάπη
Όπως κι εγώ,
Για σένα είναι λοιπόν τ’ ακόλουθα τραγούδια.

***

Τον εαυτό τραγουδάω

Τον εαυτό τραγουδάω, έν’ απλό ξεχωριστό πρόσωπο,
Κι όμως εκστομίζω τη λέξη Δημοκρατικός, τη λέξη En-Masse.

Τη φυσιολογία απ’ την κορφή ως τα νύχια τραγουδάω,
Ούτε η φυσιογνωμία μόνη ούτε και μόνος ο νους αξίζουν τη Μούσα,
Λέω πως ολοκληρωμένη η μορφή αξίζει περισσότερο,
Το θηλυκό ομοίως με το Αρσενικό τραγουδάω.

Τη Ζωή απέραντη στο πάθος, τον παλμό και τη δύναμη,
Χαρμόσυνη, δημιουργημένη για την ελεύθερη δράση υπό τους θείους νόμους,
Τον Σύγχρονο Άνθρωπο τραγουδάω.

***

Για εκείνον τραγουδάω

Για εκείνον τραγουδάω,
Το παρόν στο παρελθόν υψώνω,
(Όπως δέντρο πολυετές από τις ρίζες ξεπετιέται,
Το παρόν επιβαλλόμενο στο παρελθόν,)
Με χρόνο και χώρο τον διαστέλλω
Και του εμφυσώ τους αθάνατους νόμους,
Μέσ’ απ’ αυτούς να επιβάλλει τον εαυτό του
Νόμο στον εαυτό του.

View original post 326 more words

Ρογήρος Δέξτερ/Σχεδίες, Λόγια στο Outnet Ή “Pseudo-Blues” [prose song “written on a toilet roll”]

Δρόμο παίρνοντας ή αφήνοντας
Δρόμο
Έτσι λέμε καιρούς και καιρούς
Θα την κάνουμε γι’ αλλού
Για το πιο μακρινό και έρημο
Νησί των Εφτά Θαλασσών
Όπου
Όσοι μας έσπασαν τ’ αρχίδια τόσα χρόνια
Κυρίως οι μοιραίοι των βιβλίων
Και οι γενναίοι τής πλατείας
Και οι γόηδες των μπαρ και τής αμμουδιάς
Θα λείπουν – όχι δε θα υπάρχουν πια
Ίσως μόνο στην κοιλιά τού θηρίου
Που τους κατάπιε
Σε μια δαγκωνιά στην τελική
Απελπισμένη σκέψη μιας νύχτας
Παραδομένης στα ποτά των αναχωρήσεων
Στις χαιρετούρες και τα παινέματα
Των ηρώων που φεύγουν
Αλλά όλο βρίσκονται κολλημένοι στα χτεσινά
Όπως λέμε στα κοφτερά βράχια
Κυνηγώντας τις λέξεις που θ’ αποστόμωναν
Την κόψη στο τέλος τής γλώσσας των άλλων
Ας πούμε των απέναντι
Φτηνιάρηδων ξεπουλημένων παραδόπιστων
Των σα μαστρωπών δυο αιώνων
Με τους ξεσηκωμένους κήρυκες
Κεκράχτες πετεινούς τού θέρους
Τού μεσημεριού – λέξεις
Που όμως δε ζυγίζονται αλλιώτικα
Αν δε μετράς σαράντα μαχαιριές
Πρώτα στη ράχη από χέρια παλιόφιλων
Ας πούμε eat my dust και φακ φακ
Fuck you all – λέξεις
Που ξεγλιστρούν μέχρι την άκρη
Τού χείλους των cunnilinguist &
Αν δεν έχεις καταβροχθίσει
Όμοια ξεφλουδισμένο σύκο
Τουλάχιστον το μουνάκι κάποιας Suzanne
Μαρκέλλας ή άλλης
Που σιροπιάζει στο πρώτο φιλί
Χύνοντας γερά μέσα στην πνιχτή φωνή σου
Τη γλύκα που κρύβουν τα γυμνά νησιά
Και πιο πολύ
Τα γυμνά όταν το θέλουν κορίτσια τής ερημιάς
Να σε φωνάζουν στη λιακάδα τους
Και σε καλούν στον οργασμό τους
Να γαμηθείτε μέχρι να ξημερώσει
Μέχρι που το σώμα να γίνει ο σωρός μιας σάρκας
Που μόλις κάνει φου ο άνεμος
Χάθηκες – μετά από τρία γαμήσια στη σειρά
Και την επομένη να σέρνεσαι
Στη δουλειά στο πάσο στη διαδρομή
Μέσα στο τρόλεϊ με τα τρεμάμενα καλώδια
Που τρίζουν και δεν κουβαλούν κανένα υλικό ονείρων
Ούτε για μια φωλιά πουλιών στη φυλλωσιά
Παρά μονάχα κομμένα φτερά
Παρά μονάχα χαμένες ελπίδες
Και τη βεβαιότητα
Πως ό, τι κι αν λέμε
Δε θα ξεκολλήσουμε ποτέ
Από το εδώ και το τώρα τού σήμερα
Ενώ το μέλλον από μακριά
Θα μας φτύνει με χάρη στο πρόσωπο
Κι εμείς θα νομίζουμε
Ότι η ρεματιά με τ’ αηδόνια
Ή τις νεράιδες έρχεται πιο κοντά
Σαν όνειρο με νερά από κρύσταλλο
Γεμάτο τραγούδια χορούς και γέλια
Από εκείνα τα ξεφαντώματα που ζήσαμε χτες
Και θέλαμε να ξαναδούμε στο αύριο
Σα γεγονότα που κανένα χέρι
Καμιά σκέψη και προπάντων
Κανένας πλησίον δε θα μπορούσε
Βουτηγμένος στη χολή του ν’ ακυρώσει για πάντα •

Διάλεξη για τον Αμερικανό συγγραφέα Τζακ Κέρουακ

Ο Ελληνοαυστραλός ποιητής, μεταφραστής και ερευνητής, Γιώργος Μουρατίδης, θα παρουσιάσει μια διαδικτυακή διάλεξη με τίτλο “Kerouac and the Greek Connection”, την Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου, στο πλαίσιο των Σεμιναρίων Ελληνικής Ιστορίας και Πολιτισμού, που προσφέρει η Ελληνική Κοινότητα Μελβούρνης.

Η διάλεξη εξετάζει τον Κέρουακ σε σχέση με τη Διασπορά – δηλαδή ως συγγραφέα το όραμα του οποίου για την Αμερική, ταυτόχρονα ρομαντικό και μελαγχολικό, ήταν αυτό ενός ξένου.

Η αίσθηση του «σπιτιού» του Κέρουακ, που μεγάλωσε στην εργατική γαλλο-καναδική και ελληνική μεταναστευτική κοινότητα του Λόουελ της Μασαχουσέτης, χρησίμευσε ως βασικό σημείο αναφοράς των μυθιστορημάτων του που τον έκαναν διάσημο.

Εστιάζοντας στον αντίκτυπο της ελληνικής κοινότητας του Λόουελ στη ζωή και τη λογοτεχνία του Κέρουακ, ιδιαίτερα στη στενή σχέση του με την οικογένεια Σάμπα, αυτή η διάλεξη αναφέρεται και στη σχέση του με το κοινωνικό και λογοτεχνικό κίνημα των Μπητ, που αναδύθηκε στις ΗΠΑ κατά τη δεκαετία του 1950.

Ο Γιώργος Μουρατίδης είναι ποιητής, μεταφραστής και ερευνητής. Έχει διδάξει στο Πανεπιστήμιο RMIT και Αμερικανική Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο Μελβούρνης, όπου συνίδρυσε το Living Poetry Sessions με τη συγγραφέα-ποιήτρια Lucy Van και ολοκληρώνει το διδακτορικό του για την πολιτική και την ποιητική της Beat Generation. Υπήρξε συνεργάτης του Jack Kerouac’s On The Road: The Original Scroll και είναι ο μεταφραστής ποιητικής συλλογής Noted Transparencies (Owl, 2016) του ποιητή Νίκου Νομικού, με τον οποίο συνεχίζει να συνεργάζεται στενά. Η πρώτη του ποιητική συλλογή, Angel Frankenstein (Soul Bay Press, 2018) κυκλοφόρησε πέρυσι.

Τοποθεσία:
Zoom Webinar: https://bit.ly/3jEnmIW
YouTube: https://www.youtube.com/user/gocmv,
Facebook: https://www.facebook.com/Greekcommunitymelb/
Πότε: Πέμπτη – 10 Σεπτεμβρίου 2020 @ 7:00 μ.μ.

Ζωή Καραπατάκη, Όταν συλλογίζομαι

“δέσαμε την καρδιά μας και μεγαλώσαμε”
ΣΕΦΕΡΗΣ

Συχνά τώρα πια
τα νιάτα μου θυμάμαι
χωρίς να κοιτάζω τις φωτογραφίες
με τις πεθαμένες στιγμές
Ωστόσο θυμάμαι αυτά που γρατζουνάνε τη μνήμη
όπως τα νύχια το μεταξωτό
χαράζοντάς του λευκές γραμμές
Θυμάμαι τις φωνές από καθαρό μέταλλο
Τις μυρουδιές που κάρφωναν την καρδιά
Τα ζωντανά χορτάρια και τα χάδια τους
στα γυμνωμένα πόδια
Το κόκκινο που ξεχείλιζε απ’ τις ανεμώνες
και πέθαινε τόσο γρήγορα μες
τ’ ανυπόμονα χέρια μας

Θυμάμαι
Τότε που θέλαμε όλη την Άνοιξη
δικιά μας
σκοτώνοντάς τη
Τότε που βλέπαμε τα έντομα να λακίζουν
απ’ την ορμή μας
Τότε που φεύγοντας απ’ την εκδρομή
αφήναμε την ψυχή μας όμηρο
στη μελλοθάνατη Άνοιξη

Χρίστος Κασσιανής, Δύο ποιήματα

Στον ακροθαλάσσιο βράχο

Τράβηξα τις ρίζες μου κι αυτές αναστέναξαν
Πάλι ο βράχος, στην ακροθαλασσιά
Πάνω στον βράχο ό,τι συνοδεύει τις μοναχικές του μέρες
φωτεινό χαμόγελο στην ανατολή
λίκνισμα στον άνεμο, τραγουδιστό
σκοτεινή θάλασσα σε συννεφένιο ουρανό

Βροχή βαριά που τονώνει τις ρίζες
και σκάβει τον βράχο
σαν ένωση μιας φωτιάς
π’ ανάβουν οι σταγόνες της

Τον βράχο έχουμε που μας στέργει
τον βράχο, να μας θεραπεύει
το δώρο μας που αποτρέπει συντριβές
Μακριά του δεν ζούμε κι οι ρίζες του βαθιές
ανθεκτικές, πιο πέρα κι απ’το ατσάλι
λεπτές σαν τα νεύρα μα άσπαστες

Μες στον μακρύ αιώνα
στον βαρύ χειμώνα
στο καλοκαίρι που καίει επίμονα
φυτρώνουν μικρά άνθη
κι ο βράχος τα τρέφει με φύκια και ήλιο

το δελφίνι τινάζεται πάνω από τον βράχο
πετάει με περιστροφές
κι αφήνει σταγόνες
ο βράχος που χαίρεται το χαιρετάει
κι η μοναξιά του σπάει

(Καλοκαίρι 2005)

***

Καταδίωξη

δεν κοιτούσε καθόλου
μόνο βάδιζε ατάραχος μπροστά
κάπου θ’ανάβει μια φωτιά
στο σκοτάδι και στο κρύο

με περιμένει στο κατόπι μου
ο διώκτης μου
ξέρω θα με συναντήσει
ο ανελέητος κυνηγός κεφαλών

ο άνεμος,ξαφνικά,
θα σβήσει

(Δεκέμβρης 2009)