Κώστας Πάτσης, Τρία ποιήματα

Το σκαλί και μετά το σκαλί το επόμενο σκαλί.
Στην κορυφή των σκαλιών, η πόρτα.
Στο από μέσα της πόρτας, το σπίτι.
Η πόρτα. Το σπίτι.
Του σπιτιού πόρτα. Της πόρτας σπίτι.
Και πριν και μετά σπίτι. Και πριν και μετά πόρτα.
Το σπίτι εκεί. Η πόρτα εκεί. Και πιο μέσα σπίτι…
Πριν ανοίξει την πόρτα να μπει στο σπίτι ο κεραμοποιός
γυρίζει και κοιτάζει από ψηλά τον κήπο.
Το σπίτι. Ο κήπος.
Το σπίτι και ο κήπος μπροστά στο σπίτι.
Εμφαντικός.

***

Εποχή. Εποχές.
Ο βηματισμός.
Κάθε εποχή και ένας βηματισμός.
Ο βηματισμός προς.
Κέντρο. Κεντρικός.
Προς τον κεντρικό άξονα της αθώρητης άμμου.
Ασύμβατη.

***

Φωνή από τη φωνή.
Και μια τρίτη φωνή της φωνής.
Τρισυπόστατη η φωνή.
Ελαφρύς ο ωκεανός.
Ωκεανός από πούπουλο.
Πούπουλο από ωεκανό.
Ελαφρότητα.
Υγρή. Ευρεία.
Πούπουλο.
Πούπουλο στον ωκεανό — ο ωκεανός.

*Από τη συλλογή “Ο κεραμοποιός”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, Νοέμβριος 2018.

Ε. Μύρων, πίσω απ’ τα μάτια μου

Έργο Νίκου Δεληγιάννη

πίσω απ’ τα μάτια μου
μαίνεται ένας πόλεμος
που δεν θα έχει νικητή
μόνο εφιάλτες

κάθε μέρα ξυπνάω πιο ξένος
σε μια εξορία
έξω απ’ τις ώρες
όπου
τα λόγια μου
επιστρέφουν άθικτα

το στυλό
είναι ασήκωτο
και διαβάζω
τις παρενέργειες του ζάναξ –
επιτέλους στίχοι αληθινοί
σε ένα ποίημα που έχει σπάσει

Ali Alizadeh, Η Ακαδημία

Η συνάντηση του αύριο, μια φάρσα

ένας τρόπος έναρξης του εξαμήνου. Ο καφές
θα είναι φυσικά στιγμιαίος

δεν θα πίνεται. Επαναληπτική διαδικασία
που εξυπηρετείται ως ένας ουσιαστικός ρόλος

μια διαπρεπής εικόνα να κρύψει
το κέρδος μιας απλής ζωής ως προλετάριου

πίσω από μια κονκάρδα “καθηγητή”. Είναι
η πεμπτουσία της διδασκαλίας

ένα κακομαθημένο κόλπο με προσποιητή νοημοσύνη
ή ξεγελασμένη εμφάνιση. Νομίζω ότι θα γίνω

ένα ολόγραμμα, η καρδιά μου να χύνει
αίμα μέσα σε μια ασήμαντη μηχανή

αγνή, ικανοποιημένη από την εργασία.

*Από τη συλλογή “Towards the End” (“Προς το τέλος”), Giramondo Poets, Australia 2020. Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης. Ο Ali Alizadeh είναι Αυστραλός ποιητής και πανεπιστημιακός ιρανικής καταγωγής.

Θανάσης Παπαδημητρίου, Ο χορός του Οσμάν Τάκα, Αρβανίτη

Τα μπρούτζινα μαχαίρια ακονίζονται
Και τα σκυλιά την άλυσο δαγκάνουν
Οσφραίνοντ’ αίμα. Ολοφύρονται.
Και στο χωριό φουντώσαν τα μαντάτα
Πάνε τον Οσμάν Τάκα για εκτέλεση

Τις τυχερές του χάντρες στο κελί αφήνει
Φέρνουνε να φορέσει τα καλά του
Ασήμι πάνω στο λινό ζωνάρι
Μαύρο γιλέκο με τα πράσινα κεντήματα
Μελισσοκέρι για το όμορφο μουστάκι

Βγαίνει η διαταγή⸱ ζυγώνουν Αρβανίτες καβαλάρηδες
Και τα χατζάρια οι δήμιοι γυμνώνουν
Μια τελευταία πεθυμιά: «Χορό να ρίξω»
Βρίσκονται όργανα νταούλι και ζουρνάς

Αμέσως πιάνει τον λεβέντικο χορό
Θαμπώνεται ο μπέης απ’ το βήμα
Από τ’ ανοίγματα του αητού Οσμάν
Δακρύζει ο χόδζας, ριγεί συθέμελα ο κόσμος

Κι ο Οσμαντάκας περιστρέφεται ακόμη.

Μαριάννα Πλιάκου, Χάος

Όχι, δεν είναι θηλυκό.
Δεν είν’ η Αταξία.

Ούτε αρσενικό.
Δεν είν’ ο Όλεθρος.

Το Χάος είναι ουδέτερο.
Μέσα μας βλάστησε,
Μαύρο λουλούδι που ποτίζει ο Χρόνος.

*Από τη συλλογή “Σιωπή”, Εκδόσεις Πολύτροπον.

Εύη Χρόνη, Οι όρκοι

όταν τα αγκάθια στα πόδια μου κοιμούνται εγώ γλιστράω και-πάω να βρω
νερό

η απόσταση συνήθως είναι πάντα μεγάλη και η τοποθεσία αμφίβολη

κι όταν με τσακίζει η κούραση σκέφτομαι εσένα και μου σκίζεις ένα χαμόγελο
ευθεία στη μούρη

επαναλαμβάνω τους όρκους μου

να γλιστράς
να φλέγεσαι
να σκίζεις τον πάγο
στους μηρούς έχω μέλι να γλείφουν τα σκυλιά
η θλίψη μου γυαλίζει στον ήλιο

ακονίζει τα μαχαίρια της κουζίνας
σκαρώνει μυρμηγκοφωλιές κι εγώ τραμπαλίζομαι

πέφτω

χτυπώ

πέτα χέρια πόδια κύματα

γίναμε μπόρα

*Από τη συλλογή “Μήτρα”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, Ιανουάριος 2020.

Σοφία Ταναΐνη, Τραγουδιστά


 
Μπροστά στο τζάκι περασμένα μεσάνυχτα
 
Η ψυχή γυμνή αρχινά τον ηρωϊκό της αντίλαλο
 
Η μοίρα λικνίζεται στις φλόγες
 
Νιώθω στα πόδια σπασμένο γυαλί
Στα χέρια αφτέρωτους αετούς
 
Και μια παράξενη θέρμη εχθρική
Σχεδόν να μ΄ αγκαλιάζει.
 
Κι όμως απ΄ τις γρίλιες
Διψασμένες σκιές
φωνάζουν  ενοχή
 
΄Εγειρα και με είδα ορθή
Άδειασα κι έγινα πλήρης
 
Ξημερώνει
 
Είναι τώρα η ώρα
Ν ακουστεί το τραγούδι μου

Ursula K. Le Guin, Ταξιδιώτες

Ι
Ήρθαμε από την άκρη του ποταμού
του αστερόφωτος και θα περάσουμε πίσω
σε μια μικρή βάρκα
όχι μεγαλύτερη από δύο παλάμες.
   
ΙΙ
Σκέφτομαι τη συμπόνια.
Μια πυγολαμπίδα σε έναν μεγάλο σκοτεινό κήπο.
Έναν γαιοσκώληκα γυμνό
σ’ ένα συγκεκριμένο μονοπάτι.
    
ΙΙΙ
Σκέφτομαι το ταξίδι
που θα κάνουμε μαζί
με την χωρίς κουπιά βάρκα
απέναντι από τον χωρίς ακτές ποταμό.

*Από την ενότητα “Incantations” (“Ξόρκια”) που περιέχεται στο βιβλίο “So far so good – Final poems 2014-2018”, Copper Canyon Press, 2018. Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

2 ποιήματα, Andrew Macmillan | μτφρ. Βασίλης Πανδής

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

p

Ένα δώρο

για εκείνους που δεν άγγιξα ποτέ για εκείνους
που ήθελαν να δουν ταινίες που ήθελαν
να μιλήσουν που ήθελαν ησυχία και είπαν πως
μιλούσα πολύ για εκείνον που είδα
βδομάδες μετά να γελάει για εκείνον που μου σέρβιρε
καφέ και δεν αναγνώρισε τα χέρια μου
για τους αισιόδοξους που γράφουν

τα ονόματά τους στους τοίχους στις τουαλέτες για εκείνους
που ποτέ δεν ζήτησα για εκείνους που ζήτησα
που δεν απάντησαν που άφησαν τον έρωτά μας
κρεμασμένο από τα τσιγκέλια της οροφής
εκείνης της πόλης σφαγείου για εκείνους
που έφυγαν και τακτοποιήθηκαν για εκείνους που ήθελαν
να μάθουν ήταν περίεργοι που κερδίσαν κάτι

από την κάθε συνάντηση χρησιμοποίησαν τον άλλον
που πήραν ό,τι χρειάζονταν για όποιον
πλήγωσαν που ένιωσαν κατακαμένοι για εκείνους που
δεν κατάλαβαν πως όλοι καίγονταν
για εκείνους που ποτέ δεν κοιμόντουσαν που πεθαίναν κάθε βράδυ
για εκείνους που είπαν πως θα σκότωναν γι’ αυτό για
όλους…

View original post 227 more words

Νίκος Σφαμένος, Δύο ποιήματα

Παιδί στον ήλιο

η πόλη θρυμματίζεται
φλέγεται
καθώς το κεφάλι σου
αδειάζει
καβάλα σ’ ένα παλιό μηχανάκι
μυρίζεις την ήρεμη
αυγουστιάτικη θάλασσα
οι όμορφες μέρες περιμένουν
πολύχρωμες
γαλήνιες
ολοφώτιστες

παιδί στον ήλιο
του απλώνεις τα χέρια
και χάνεσαι
χάνεσαι
χάνεσαι

***

Τύχη

ω
τα ταλέντα είναι παντού
γεμίζουν τις οθόνες μας
μας κρατάν συντροφιά
λαμπερά χαμόγελα
χειροκροτήματα
φώτα
το κοινό παραληρεί
ουρλιάζει
και εκείνοι
τραγουδάνε
χορεύουν
διαβάζουν ποιήματα
ακροβατούν
κάνουν στριπτίζ
τυχερή χώρα!
σκέφτομαι
λίγο πριν σηκωθώ και
κοιτάω ένα τελειωμένο
η περίπου τελειωμένο ποίημα

να και κάτι που γράφτηκε χωρίς
ταλέντο

*Από τη συλλογή “Ανθισμένες νύχτες”, 2010.